Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for new claims not raised in lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision, ruling the appeal inadmissible. The appellant argued that the lower court failed to consider a new claim regarding the management of a company and a witness deposition, which she submitted for the first time during the appeal proceedings. The court rejected this argument, stating that new claims must be raised in the lower court unless specific exceptions apply, and that the mere failure to consider evidence does not constitute grounds for an appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 527, 559, 562 of the Code of Civil Procedure; New claims must be raised in the lower court, and failure to consider evidence does not constitute grounds for appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 76 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 76/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου - Εισηγήτρια και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Θ. Ξ. του Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Μουντζουρώνη, o oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ι. Β. του Γ., κατοίκου ... και 2)Ν. Σ. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μάρκο Δάρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/11/2016 αγωγή του ήδη δεύτερου αναιρεσιβλήτου και την από 13/12/2016 αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2611/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 690/2018 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/1/2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, με έναρξη ισχύος από 2-4-2012 (άρθρο 113 αυτού) και η οποία συμπληρώθηκε με το άρθρο 93 παρ. 1 του ν. 4139/2013, όπως αυτή ίσχυσε πριν την 1-1-2016, προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για την περίπτωση της αναίρεσης, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο.
Σύμφωνα, όμως, με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει για τις διαφορές των άρθρων 663 (εργατικές διαφορές), 677 (διαφορές από αμοιβές για την παροχή εργασίας) και 681Β (διαφορές που αφορούν διατροφή και επιμέλεια τέκνων). Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την κατάθεση της ένδικης από 10-1-2019 αίτησης αναίρεσης κατά της 690/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς (Ναυτικό Τμήμα), που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών [άρθρο 614 παρ.3 ΚΠΟΛΔ, όπως ισχύει μετά το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87/23.7.2015), για την ειδική αυτή διαδικασία, από 1.1.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο ν. 4335/2015], η αναιρεσείουσα προέβη στην επισύναψη του υπ`αριθ. 249723940959 0225 0058 παραβόλου ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την άσκηση της αναίρεσης.
Η ως άνω διαφορά, όμως, ως περιουσιακή - εργατική, απαλλάσσεται της υποχρέωσης καταβολής από την αναιρεσείουσα παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και κατά συνέπεια το παραπάνω παράβολο, πρέπει να αποδοθεί στην αναιρεσείουσα, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της ως άνω αίτησης αναίρεσης (ΑΕΔ 2/2015, ΑΕΔ 3, 4/2014,ΑΠ 220/2021, ΑΠ 1191/2019, ΑΠ 791/2017).
Με την υπό κρινόμενη από 10. 1. 2019 αίτηση διώκεται η αναίρεση της υπ` αριθμ. 690/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς (Ναυτικό Τμήμα). Αρχικώς οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι Ι. Β. και Ν. Σ. άσκησαν κατά των εναγομένων: 1)της εταιρείας με την επωνυμία "PYRSOS SHIPPING COMPANY LTD", 2) της Α. Ξ. (που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη) και 3) της Θ.
Ξ. και ήδη αναιρεσείουσας τις από 13.12.2016 και από 17.11.2016 αγωγές τους αντίστοιχα, για εργατικές αξιώσεις. Επί της αγωγών αυτών, κατόπιν συνεκδίκασής τους, εκδόθηκε η υπ` αριθμ. 2611/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Ναυτικό Τμήμα), με την οποία απορρίφθηκαν οι αγωγές ως προς την τρίτη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα καθώς και τη δεύτερη εναγόμενη (μη διάδικο στην παρούσα δίκη) ως προς την επικουρική βάση ως μη νόμιμες και ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς την κύρια βάση ως προς την τρίτη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα , ενώ έγιναν εν μέρει δεκτές κατ` ουσία οι αγωγές ως προς τις δύο πρώτες εναγόμενες ως προς την κύρια βάση τους.
Στη συνέχεια κατά της ως άνω υπ` αριθμ. 2611/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς άσκησαν οι μεν ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι την από 19.7.2017 (αριθμός κατάθεσης 8162/425/2017) έφεση, οι δε δύο πρώτοι εναγόμενοι την από 17.7.2017 (αριθμός κατάθεσης 548/352/2017) έφεση. Κατόπιν συνεκδίκασης των εφέσεων αυτών, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ` αριθμ.690/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς (Ναυτικό Τμήμα), ερήμην της τρίτης εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας Θ.
Ξ. της από 19.7.2017 έφεσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων. Η προσβαλλόμενη απόφαση του εφετείου δέχθηκε τυπικά τις εφέσεις, απέρριψε κατ` ουσία την από 17.7.2017 έφεση των δύο πρώτων εναγομένων (μη διαδίκων στην παρούσα δίκη), δέχθηκε κατ` ουσία την από 19.7.2017έφεση των εναγόντων εξαφάνισε την εκκαλουμένη και αφού κράτησε και δίκασε τις από 17.11.2016 και 13.12.2016 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων δέχθηκε εν μέρει κατ` ουσία βάσιμες τις αγωγές και υποχρέωσε την τρίτη εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει εις ολόκληρον με τις δύο πρώτες εναγόμενες (μη διαδίκους στην παρούσα δίκη) σε καθένα ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητους τα αναφερόμενα σ` αυτή ποσά.
Η ερήμην της τρίτης εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε με επιμέλεια των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων στην τρίτη εναγομένη- εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα την 21.12.2018 ,ενώ από το από 8-1-2019 με αρ.πιστ.3/2019 πιστοποιητικό περί κατάθεσης ενδίκων μέσων του Γραμματέως του Εφετείου Πειραιώς προκύπτει ότι μέχρι την 7.1.2019 δεν ασκήθηκε ανακοπή ερημοδικίας από την ερημοδικασθείσα τρίτη εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα εντός δέκα πέντε ημερών από την επίδοσή της σε αυτή (άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠΟΛΔ) και συνεπώς η προσβαλλόμενη είχε ήδη τελεσιδικήσει από 6-1-2019.
Περαιτέρω, αφού κατά το χρόνο ασκήσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, που κατατέθηκε αρμοδίως την 10-1-2019, η προσβαλλόμενη απόφαση είχε τελεσιδικήσει, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως με τις διατάξεις των άρθρων 144, 503 παρ 1,553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 ΚΠολΔ και πρέπει κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠΟΛΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι αναιρεσίβλητοι Ι. Β. και Ν. Σ., με τις από 13-12-2016 και 17-11-2016 αγωγές τους αντίστοιχα, ισχυρίσθηκαν ότι η πρώτη εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "PYRSOS SHIPPING COMPANY LTD" είναι εταιρεία με καταστατική έδρα τις νήσους Μάρσαλ, η οποία είναι νομίμως εγκατεστημένη στην Ελλάδα βάσει του ΑΝ 89/ 1967 και εμφανίζεται στις συναλλαγές ως διαχειρίστρια των υπό σημαία Παναμά φορτηγών πλοίων "ANTAEUS" και ΑPELLIS", της οποίας η δεύτερη εναγομένη Α.
Ξ. (μη διάδικος στην παρούσα δίκη) και η τρίτη των εναγομένων και ήδη αναιρεσείουσα Θ. Ξ. τυγχάνουν μέτοχοι κατά ποσοστό 50% η κάθε μία. Ότι ο ενάγων Ι. Β. δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που συνήψε την 7-1-2015 με την πρώτη εναγομένη, μέσω της δεύτερης εναγομένης ως εκπροσώπου της, προσλήφθηκε για να εργασθεί ως υπάλληλος γραφείου με καθήκοντα αρχιπλοιάρχου, υπό καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας απασχόλησης επί 8 ώρες ημερησίως, έναντι μηνιαίου μισθού 7.000 ευρώ.
Ότι η σύμβαση εργασίας του, η οποία την 1-1-2016 τροποποιήθηκε σε αορίστου χρόνου διήρκησε έως την 17-6-2016, ότε η πρώτη εναγομένη την κατήγγειλε, Ότι διατηρεί έναντι της πρώτης εναγομένης τις αναφερόμενες στην αγωγή αξιώσεις για καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών μηνών Μαρτίου, Απριλίου, Μαΐου και Ιουνίου 2016, αποδοχών και επιδόματος αδείας 2016, επιδομάτων Πάσχα και Χριστουγέννων 2016, καθώς και αμοιβής για υπερεργασία και κατ' εξαίρεση υπερωρία, όπως κάθε κονδύλιο προσδιορίζεται ειδικότερα στην αγωγή, του συνολικά οφειλόμενου ποσού ανερχόμενου σε 92.250,73.
Ότι ο ενάγων Ν. Σ. δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που συνήψε την 14-10-2014 με την πρώτη εναγομένη, μέσω της δεύτερης εναγομένης ως εκπροσώπου της, προσλήφθηκε για να εργασθεί ως υπάλληλος γραφείου υπεύθυνος στο τμήμα πληρωμάτων, υπό καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας απασχόλησης επί 8 ώρες ημερησίως, έναντι μηνιαίου μισθού 2.150 ευρώ.
Ότι από την 1-12-2014, κατόπιν σχετικών διαπραγματεύσεων με τη δεύτερη εναγομένη, εργάσθηκε επιπλέον και στο τμήμα ασφάλειας και ποιότητας της εταιρίας ως εξουσιοδοτημένο πρόσωπο στη στεριά (DPA) και ως υπεύθυνος ασφαλείας (CSO), έναντι συμφωνηθείσας πρόσθετης αμοιβής 500 ευρώ μηνιαίως. Ότι κατά το χρονικό διάστημα από 15-10-2014 έως και 6-5-2016 εργάσθηκε πέραν του συμφωνηθέντος και νομίμου ωραρίου, ενώ επιπλέον απασχολήθηκε εκτός της έδρας της πρώτης εναγομένης κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα.
Ότι επειδή η πρώτη εναγομένη καθυστερούσε την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του προέβη την 23-5-2016 σε επίσχεση εργασίας, η οποία διήρκεσε μέχρι την 8/7/2016, ότε λύθηκε η σύμβαση εργασίας του κατόπιν της από 8-6-2016 σχετικής καταγγελίας της πρώτης εναγομένης με προειδοποίηση ενός μηνός, χωρίς ωστόσο να του καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης.
Ότι διατηρεί έναντι της πρώτης εναγομένης αξιώσεις για καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών μηνών Φεβρουαρίου, Μαρτίου, Απριλίου, Μαΐου, Ιουνίου και Ιουλίου 2016, αποδοχών και επιδόματος αδείας 2016, επιδομάτων Πάσχα και Χριστουγέννων 2016, της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, της πρόσθετης αμοιβής για την εργασία του ως DPA και CSO, αμοιβής για υπερεργασία και κατ' εξαίρεση υπερωρία, καθώς και αποζημίωσης για την εκτός έδρας εργασία του, όπως κάθε κονδύλι προσδιορίζεται ειδικότερα στην αγωγή, του συνολικά οφειλόμενου ποσού ανερχόμενου σε 38.165,16 ευρώ.
Ότι για τις ως άνω αξιώσεις των εναγόντων είναι συνυπεύθυνες εις ολόκληρον με την πρώτη εναγομένη και η δεύτερη και η τρίτη των εναγομένων, οι οποίες, μέσω της πρώτης εναγομένης, εκμεταλλεύονταν τα ως άνω πλοία για δικό τους όφελος, χρησιμοποιώντας καταχρηστικά τη νομική μορφή της πρώτης εναγομένης, κρυπτόμενες πίσω από αυτή για να αποφεύγουν την εκπλήρωση των ατομικών τους υποχρεώσεων και να καταδολιεύουν τους δανειστές τους, επιβαρύνοντας την εταιρική περιουσία της πρώτης καθώς και των κυρίων των ως άνω πλοίων με τις οφειλές από την εκμετάλλευσή τους, ενώ οι ίδιες αποκόμιζαν τα σχετικά οφέλη, τα οποία κατέθεταν σε προσωπικούς λογαριασμούς ή σε λογαριασμούς τρίτων εταιρειών.
Ότι επικουρικώς οι δεύτερη και τρίτη των εναγομένων ευθύνονται εις ολόκληρον για τις εργατικές αξιώσεις των ενάγοντων ως μέλη της πρώτης εναγομένης, η οποία, ενόψει του ότι δεν τηρεί τις απαιτούμενες από τον ελληνικό ουσιαστικό νόμο διατυπώσεις, λειτουργεί ως "εν τοις πράγμασι" προσωπική εταιρεία- ομόρρυθμη εταιρεία.
Ότι καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησής τους η δεύτερη εναγομένη τους συμπεριφερόταν με προσβλητικό τρόπο, χρησιμοποιώντας απρεπείς εκφράσεις και χειρονομίες και ότι από την ως άνω προσβλητική της προσωπικότητάς τους συμπεριφορά υπέστησαν ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγομένη να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 2.000 και 4.000 ευρώ αντίστοιχα.
Με βάση το ανωτέρω ιστορικό κάθε αγωγής ζήτησαν: 1) ο ενάγων Ι. Β. και κατόπιν παραδεκτού, με τις έγγραφες προτάσεις του και με προφορική δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου του που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά, περιορισμού (άρθρα 223, 295 παρ. 1 εδ. β' και 297 ΚΠολΔ) του αιτήματος της αγωγής εν μέρει από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον η κάθε μία, να του καταβάλουν το ποσό των 40.265,31 ευρώ ως δεδουλευμένες αποδοχές, επιδόματα εορτών, αποδοχές και επίδομα αδείας και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων, ευθυνομένων αλληλεγγύως και εις ολόκληρον η κάθε μία, να του καταβάλουν επιπλέον το ποσό των 51.985,42 ευρώ ως αμοιβή για υπερεργασία και κατ' εξαίρεση υπερωρία, τα παραπάνω δε ποσά με το νόμιμο τόκο από την ημέρα που κάθε κονδύλι κατέστη απαιτητό, άλλως από την ημέρα απόλυσής του, άλλως από την επίδοση της ένδικης αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.
Επίσης, ζήτησε να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγομένη να του καταβάλει επιπλέον το ποσό των 2.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της ένδικης αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση και 2) ο ενάγων Ν. Σ. να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον η κάθε μία, να του καταβάλουν το ποσό των 38.165,16 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την ημέρα που κάθε κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την 8-6-2016, ημέρα απόλυσής του, άλλως από την 22-6-2016 ότε η δεύτερη εναγομένη αναγνώρισε την οφειλή της ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας, άλλως από την 8-7-2016, ημέρα οριστικής λύσης της σύμβασης εργασίας του, άλλως από την επίδοση της ένδικης αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.
Επίσης, ζήτησε να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγομένη να του καταβάλει επιπλέον το ποσό των 4.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης λόγω της προσβλητικής προς αυτόν συμπεριφοράς της κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας του, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της ένδικης αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.
Επί των ως άνω αγωγών, εκδόθηκε, όπως προαναφέρθηκε, η υπ` αριθ. 2611/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Ναυτικό Τμήμα), με την οποία απορρίφθηκαν οι αγωγές ως προς τη δεύτερη και τρίτη των εναγομένων ως προς την επικουρική βάση ως μη νόμιμες και ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς την κύρια βάση ως προς την τρίτη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, ενώ έγιναν εν μέρει δεκτές κατ` ουσία οι αγωγές ως προς τις δύο πρώτες εναγόμενες ως προς την κύρια βάση τους.
Στη συνέχεια κατά της ως άνω υπ` αριθμ. 2611/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς άσκησαν οι μεν ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι την από 19.7.2017 (αριθμός κατάθεσης 8162/425/2017) έφεση, οι δε δύο πρώτες εναγόμενες (μη διάδικοι στην παρούσα δίκη) την από 17.7.2017 (αριθμός κατάθεσης 548/352/2017) έφεση. Κατόπιν συνεκδίκασης των εφέσεων αυτών, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ` αριθμ.690/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, ερήμην της τρίτης εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας Θ.
Ξ. της από 19.7.2017 έφεσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων. Η προσβαλλόμενη απόφαση του εφετείου δέχθηκε τυπικά τις εφέσεις, απέρριψε κατ` ουσία την από 17.7.2017 έφεση των δύο πρώτων εναγομένων (μη διαδίκων στην παρούσα δίκη), δέχθηκε κατ` ουσία την από 19.7.2017έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την εκκαλουμένη και αφού κράτησε και δίκασε τις από 17.11.2016 και 13.12.2016 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων δέχθηκε εν μέρει κατ` ουσία τις αγωγές ως προς την κύρια βάση τους και υποχρέωσε τις εναγόμενες- εφεσίβλητες να καταβάλουν εις ολόκληρον σε καθένα ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητους τα αναφερόμενα σ` αυτή ποσά, ενώ επικύρωσε την εκκαλουμένη κατά το κεφάλαιό της που απέρριψε την επικουρική βάση της αγωγής που στηριζόταν στον ισχυρισμό ότι η πρώτη εναγομένη εταιρεία λειτουργεί, ως εν τοις πράγμασι προσωπική (ομόρρυθμη) εταιρεία.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 § 2, 566 § 1, 577 § 3 και 578 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αν η αγωγή ή άλλη αυτοτελής αίτηση ή ανταίτηση κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα, παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αρ. 1 & 19), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, η έννοια που αποδίδει αυτός στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου, που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή μη της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως).
Διότι, η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΚΠολΔ 578), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, προκειμένου να ελεγχθεί είτε αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παραβίαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό, είτε αν τα πραγματικά γεγονότα, που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως.
Μεμονωμένες και αποσπασματικές, παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο αυτού του αναιρετικού λόγου. Και τούτο, γιατί, μόνο κατ' αυτό τον τρόπο, μπορεί να κριθεί, αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης.
Εξάλλου, η αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος (Ολ. ΑΠ 27/1998, ΑΠ586/2020, ΑΠ 892/2019, ΑΠ 259/2019). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 & 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται, ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο(ΑΠ 586/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα ψέγει το Εφετείο για την από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, που συνίσταται σε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, επειδή δέχθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι υφίσταται άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου της πρώτης εναγομένης λόγω σύγχυσης των περιουσιών της πρώτης εναγομένης διαχειρίστριας των πλοίων και των πλοιοκτητριών, στις οποίες αυτή (αναιρεσείουσα) συμμετέχει κατά ποσοστό 50%, με την ατομική περιουσία της αναιρεσείουσας, συνεπεία της ανάληψης από αυτήν (αναιρεσείουσα) του ποσού των 5.000.000 δολλαρίων Η.Π.Α.
από τον τραπεζικό λογαριασμό που κατατίθεντο τα έσοδα από την εκμετάλλευση των πλοίων, που τηρείτο στο όνομα της εταιρείας "ΑΤΗΕΝΕ FINANCIERA CORPORATION S.A." με καταστατική έδρα στον Παναμά, την οποία είχαν συστήσει η δεύτερη και η τρίτη των εναγομένων με μοναδικό σκοπό την διατήρηση τραπεζικών λογαριασμών, οι οποίοι να εξυπηρετούν τις εισπράξεις από τις πλοιοκτήτριες ναυτιλιακές εταιρείες, που είχαν συστήσει, αποκλειστικών συμφερόντων τους, κατά ποσοστό συμμετοχής 50% εκάστη, αν και δεν είχε καμία σχέση η εταιρεία "ΑΤΗΕΝΕ FINANCIERA CORPORATION S.A." με την εκμετάλλευση των πλοίων, αποκρύπτοντας με τον τρόπο αυτό η τρίτη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα τα έσοδα από την εκμετάλλευση των πλοίων και την αύξηση της ατομικής της περιουσίας .
Η αντιφατικότητα και η ανεπάρκεια των αιτιολογιών συνίσταται κατά την αναιρεσείουσα:1) αφενός στο ότι τα χρήματα που αναλήφθηκαν από τον τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας "ΑΤΗΕΝΕ FINANCIERA CORPORATION S.A." ουδεμία σχέση είχαν, κατά την αναιρεσείουσα, με τα έσοδα της πρώτης εναγομένης διαχειρίστριας εταιρείας με την επωνυμία "PYRSOS SHIPPING COMPANY LTD", η οποία είχε επιφορτισθεί με την διαχείριση των πλοίων και για την παροχή αυτών των υπηρεσιών και μόνο δικαιούταν την είσπραξη διαχειριστικής αμοιβής, ενώ στον τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας "ΑΤΗΕΝΕ FINANCIERA CORPORATION S.A." κατατίθεντο τα έσοδα από την εκμετάλλευση και πώληση των πλοίων, που σε καμμία περίπτωση δεν αποτελούν έσοδο της πρώτης εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία "PYRSOS SHIPPING COMPANY LTD", με αποτέλεσμα η ανάληψη από την αναιρεσείουσα του ποσού των 5.000.000 δολλαρίων Η.Π.Α ουδεμία επιρροή ή επίδραση είχε στην στέρηση της χρηματοδότησης της πρώτης εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία "PYRSOS SHIPPING COMPANY LTD" και 2) αφετέρου η ύπαρξη προσωπικής ευθύνης της τρίτης εναγομένης- αναιρεσείουσας, αν και κατά την προσβαλλόμενη υφίσταται παντελής έλλειψη από την αναιρεσείουσα διαχειριστικών πράξεων στην πρώτη εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "PYRSOS SHIPPING COMPANY LTD", Ο λόγος αυτός, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο αφενός οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που κατά την αναιρεσείουσα εκ πλαγίου παραβιάστηκαν με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφετέρου οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το Εφετείο, υπό τα οποία επιχειρεί η αναιρεσείουσα να θεμελιώσει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογείς, πλην της παράθεσης, σ' αυτό, περιορισμένων και κατ' επιλογή της αναιρεσείουσας αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης, και του κατά την εκδοχή της (αναιρεσείουσας) υπαγωγικού σφάλματος.
Τέλος, για το ορισμένο αυτού ως προς την αιτίαση των ανεπαρκών αιτιολογιών δεν εξειδικεύονται στο αναιρετήριο οι επιπλέον αιτιολογίες, που, κατά την αναιρεσείουσα, έπρεπε να περιλαμβάνει η προσβαλλομένη απόφαση, ενώ, κατά τα λοιπά, οι επικαλούμενες ελλείψεις των αιτιολογιών, που αναφέρονται στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, ή στη σχετική με αυτή (εκτίμηση των αποδείξεων) επιχειρηματολογία του Δικαστηρίου, δεν θεμελιώνουν την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ.
Ανεξαρτήτως, όμως, της αοριστίας του, ο λόγο αυτός είναι απαράδεκτος και διότι τα περιστατικά, τα οποία διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, για τη θεμελίωσή του, δεν αποτελούν ζητήματα, αλλά αξιολόγηση των αποδείξεων, εκ μέρους της αναιρεσείουσας και επιχειρήματά της, ώστε με το πρόσχημα της επικαλούμενης πλημμέλειας, να πλήττεται η, αναιρετικά ανέλεγκτη, κρίση του Εφετείου περί τα πράγματα (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠΟΛΔ).
Με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδρασή στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996, 3/2020, 107/2020).
Αντιθέτως, δεν θεωρούνται "πράγματα", κατά την προαναφερθείσα έννοια, οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ87/2013,ΑΠ 701/2008) ούτε τα οριζόμενα στο άρθρο 339 ΚΠΟΛΔ αποδεικτικά μέσα ή το περιεχόμενο αυτών (ΑΠ 237/2019, ΑΠ598/2019, ΑΠ 261/2016, ΑΠ87/2013, ΑΠ 2019/2007), αλλά ούτε και οι αόριστοι ή απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 8/2013, Ολ.ΑΠ 3/1997,ΑΠ 76/2016, ΑΠ139/2014).Επίσης, δεν είναι πράγματα, υπό την άνω έννοια, τα νομικά επιχειρήματα, που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους, σε σχέση με ανακύπτοντα νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους, που αναφέρονται στην ορθή , κατ` αυτούς, ερμηνεία διατάξεων του νόμου (ΟλΑΠ3/1997, ΑΠ576/2018, ΑΠ1090/2014).
Τέλος, προς τους μη προταθέντες ισχυρισμούς εξομοιώνονται και εκείνοι που προτάθηκαν απαραδέκτως (ΑΠ 1382/2011, ΑΠ 728/2010), όπως συμβαίνει και στην περίπτωση που ο προταθείς ισχυρισμός δεν είχε επαναφερθεί με νόμιμο τρόπο (άρθρο 240 ΚΠΟΛΔ) στο Εφετείο. Για το ορισμένο του, από τον αριθμό περ.β του άρθρου 559 ΚΠΟΛΔ , λόγου αναιρέσεως, ότι δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, απαιτείται να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ότι ο αποτελών "πράγμα" ισχυρισμός, δηλαδή αυτός που τείνει στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή δικαιώματος, είχε προταθεί παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε νομότυπα (με λόγο έφεσης ή αναλόγως κατά το άρθρο 240 ΚΠΟΛΔ, με τις προτάσεις) και στον δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠΟΛΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτώς, κατά το άρθρο 527 ΚΠΟΛΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ`έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ1439/2019, ΑΠ 559/2019, ΑΠ1199/2018).
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η εκ του άρθρου 8 εδ.β ΚΠΟΛΔ πλημμέλεια. Ειδικότερα η αναιρεσείουσα παραπονείται ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον προταθέντα από αυτήν με τις πρωτόδικες προτάσεις της, που προσκομίσθηκαν παρά την ερημοδικία της στο εφετείο υποχρεωτικά από τους παριστάμενους διαδίκους, ισχυρισμό της, που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, για παντελή άσκηση από αυτήν διαχειριστικών πράξεων στην πρώτη εναγομένη εταιρεία και την αντίθεση της στις διαχειριστικές ενέργειες που ασκούσε αποκλειστικά η δεύτερη εναγομένη αδελφή της (μη διάδικος στην παρούσα δίκη),αν και η βασιμότητα του ισχυρισμού αυτού αποδεικνυόταν τόσο από την κατάθεση του μάρτυρος της που περιέχεται στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης όσο και στα ειδικότερα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα, που επίσης προσκομίσθηκαν στο εφετείο από τους παριστάμενους διαδίκους, με αποτέλεσμα να καταλήξει εσφαλμένα στην άρση της αυτοτέλειας της πρώτης εναγομένης εταιρείας και στην κατάφαση της προσωπικής της ευθύνης για τις εργατικές αξιώσεις των εναγόντων- αναιρεσιβλήτων.
Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος που αναφέρεται στην μη λήψη υπόψη ουσιώδους ισχυρισμού, είναι απορριπτέος πρωτίστως ως απαράδεκτος, εφόσον, λόγω της ερημοδικίας της αναιρεσείουσας στο Εφετείο, δεν επαναφέρθηκε ο επικαλούμενος κατ` αυτήν ουσιώδης ισχυρισμός στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο από αυτήν ως εφεσίβλητη με τις ενώπιον του εφετείου κατ` άρθρο 240 ΚΠΟΛΔ προτάσεις της, ούτε υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠΟΛΔ.
Περαιτέρω ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠΟΛ, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, άρα και εξ αυτού του λόγου είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Τέλος ο λόγος αυτός, κατά το μέρος που αναφέρεται στη μη λήψη υπόψη της μαρτυρικής κατάθεσης του μάρτυρός της αναιρεσείουσας και των αναφερομένων εγγράφων είναι αβάσιμος, διότι η μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.
Συνακόλουθα και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης ως αβάσιμη. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν κοινές προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά τους, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθ. 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10.1.2019 αίτηση για αναίρεση της 690/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου, που ειδικότερα αναφέρεται στο σκεπτικό, στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Ιανουαρίου 2022.
O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ