Legislator Case Law & Legislation
791/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to lack of proper service and substantive grounds for insufficient reasoning.

Case Number 791/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for leave to appeal the Second Instance Court's decision. The appellant argued procedural irregularities regarding the service of documents and substantive flaws in the reasoning of the lower court's judgment. The court found the appeal inadmissible because the appellant failed to properly serve the respondent and the lower court's reasoning was deemed sufficient without further analysis.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the appellant fails to properly serve the respondent or if the lower court's reasoning is sufficient without requiring further analysis of specific arguments.

Keywords

AI generated
procedural inadmissibility service of documents insufficient reasoning appeal dismissal civil procedure code proper service reasoning adequacy

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 791 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 791/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καραγιάννη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α’ Βαθμού με την επωνυμία "Δήμος ..." που εδρεύει στο ..., ο οποίος εισήλθε αυτοδικαίως ως καθολικός διάδοχος στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος ...", ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/4/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 153/2013 του Εφετείου Κρήτης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29/3/2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη ανέγνωσε την από 25/1/2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ’ αυτή διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσδιορίσθηκε για συζήτηση ενώπιον του Β2 Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου για τη δικάσιμο της 9-2-2016 με επίσπευση του αναιρεσείοντος, ο οποίος, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από αυτόν .../12-10-2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ρεθύμνου Σ.

Μ., νόμιμα και εμπρόθεσμα επέδωσε αντίγραφο της αίτησης αυτής στον αναιρεσίβλητο για την παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της αίτησης αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (28-2-2017). Ο αναιρεσίβλητος Δήμος δεν παραστάθηκε κατά την τελευταία δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, παρότι κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο και δεν απαιτείται νέα κλήση αυτού για τη σημερινή δικάσιμο (άρθρα 575 και 226 παρ.4 εδ.

δ’ ΚΠολΔ), η συζήτηση, όμως, της υπόθεσης θα προχωρήσει παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, με έναρξη ισχύος από 2-4-2012 (άρθρο 113 αυτού) και η οποία συμπληρώθηκε με το άρθρο 93 παρ. 1 του ν. 4139/2013, όπως αυτή ίσχυσε πριν την 1-1-2016, προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για την περίπτωση της αναίρεσης, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο.

Σύμφωνα, όμως, με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει για τις διαφορές των άρθρων 663 (εργατικές διαφορές), 677 (διαφορές από αμοιβές για την παροχή εργασίας ) και 681Β (διαφορές που αφορούν διατροφή και επιμέλεια τέκνων). Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την κατάθεση της ένδικης από 29-3-2015 αίτησης αναίρεσης κατά της 153/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, η οποία αφορά διαφορά από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνήφθη μεταξύ του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και του εναγομένου Δήμου ..., του οποίου καθολικό διάδοχο αποτελεί ο αναιρεσίβλητος Δήμος ...

Ρεθύμνου, ο αναιρεσείων προέβη στην επισύναψη παραβόλου τριακοσίων (300) ευρώ για την άσκηση της αναίρεσης. Η ως άνω διαφορά, όμως, ως εργατική, απαλλάσσεται της υποχρέωσης καταβολής από τον αναιρεσείοντα παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και κατά συνέπεια το παράβολο, που καταβλήθηκε με τα ...

διπλότυπα είσπραξης του Δημοσίου συνολικής αξίας 120 ευρώ και τα ... παράβολα του ΤΑΧΔΙΚ συνολικής αξίας 180 ευρώ, σύμφωνα με ...2015 βεβαίωση του γραμματέα του Εφετείου Κρήτης, πρέπει να αποδοθεί στον αναιρεσείοντα, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της ως άνω αίτησης αναίρεσης (ΑΕΔ 2/2015, ΑΕΔ 3, 4/2014).

ΙΙΙ. Από το άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι δικαστική ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, δεν είναι κάθε ομολογία, αλλά μόνο αυτή που έγινε με σκοπό την αποδοχή του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς γι’ αυτόν που ομολογεί γεγονότος, απευθύνεται στο δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση και είναι σαφής και ορισμένη.

Κατά το άρθρο 354 του ίδιου Κώδικα, όποιος ομολόγησε μπορεί να ανακαλέσει την ομολογία του, να αμφισβητήσει, δηλαδή, μεταγενέστερα το ομολογημένο γεγονός μόνο αν αυτός αποδείξει ότι δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Η ανάκληση ομολογίας - δικαστικής ή εξώδικης - δεν υπόκειται σε χρονικό περιορισμό, δεδομένου ότι δεν ενέχει προβολή νέου πραγματικού ισχυρισμού, ώστε να έχουν εφαρμογή τα άρθρα 269 και 527 ΚΠολΔ.

Αν όμως η ομολογία έγινε στον πρώτο βαθμό από τον ηττηθέντα διάδικο, η ανάκληση πρέπει να προταθεί νομίμως με λόγο έφεσης, χωρίς να είναι αναγκαία πανηγυρική δήλωσή του ότι ανακαλεί το ομολογημένο γεγονός, αλλά αρκεί να προκύπτει ότι ήδη το αμφισβητεί, ενώ, αν η έφεση ευδοκιμήσει για άλλο λόγο - η ανάκληση - μπορεί να γίνει και στο στάδιο της έρευνας της αγωγής (ΑΠ 319/2015, 1176/2009).

Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. ‘ ‘ Πράγματα’ ‘ , κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και επομένως στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ ΑΠ 8/2013, 14/2004).

Αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 43/1990) ή να πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη.

Περαιτέρω, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Κατά το άρθρο 338 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.

Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος αποδείξεως των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση. Το βάρος απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό.

Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους αποδείξεως των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων. Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης (άρθρο 14 παρ.1 του ν. 2915/2001) και την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ σε όλες τις υποθέσεις.

Αντίθετα, αντικειμενικό βάρος απόδειξης είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος στην περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 13 Κ.Πολ.Δ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 493/2015, 606/2015, 122/2014, 1254/2010).

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως ‘ ‘ αίτηση’ ‘ , κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων (αίτηση, δηλαδή, που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης), με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, όπως είναι η αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση, αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, ανακοπή, τριτανακοπή και κάθε ένδικο μέσο.

Δεν αποτελούν ‘ ‘ αιτήσεις’ ‘ , υπό την ως άνω έννοια, οι ενστάσεις, αντενστάσεις κλπ και γενικά τα ‘ ‘ πράγματα’ ‘ κατά την έννοια του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου και οι λόγοι έφεσης, που δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο (ΑΠ 145/2014). Ακόμη, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη αυτή (ΑΠ 104/2014, 436/2014).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 237§1, 335, 338, 340, 341 και 346 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που οποιοσδήποτε από τους διαδίκους παραδεκτά επικαλέσθηκε και νόμιμα προσκόμισε με τις προτάσεις του προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 1115/2013, 1320/2011), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1874/2008).

Τα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη, μολονότι ήταν παραδεκτά και νόμιμα, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο και να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή τους στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος για την πληρότητα του αναιρετικού λόγου πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1320/2011).

Τέλος, κατά το άρθρο 520 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. το δικόγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 έως 120 του ίδιου κώδικα και τους λόγους της έφεσης. Οι λόγοι της έφεσης συνίστανται σε ορισμένες αιτιάσεις κατά της εκκαλούμενης απόφασης που αναφέρονται είτε σε παραδρομές του εκκαλούντος είτε σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του δικαστηρίου.

Τα σφάλματα του δικαστηρίου είναι δυνατό να ανάγονται είτε στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου είτε στην εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία επαρκώς προσδιορίζεται όταν αναφέρεται στο εφετήριο ότι εξαιτίας αυτής οδηγήθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να είναι αναγκαία η εξειδίκευση των σφαλμάτων ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού το εφετείο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (άρθρο 522 Κ.Πολ.Δ.), επανεκτιμά από την αρχή την ουσία της υπόθεσης και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού.

Εξάλλου, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 522 Κ.Πολ.Δ., με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους (ΑΠ 258/2015).

ΙV. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την αναιρετικώς ανέλεκτη περί των πραγμάτων κρίση του, το ουσιαστικό δικαστήριο δέχθηκε τα εξής: Ότι ο αρχικά εναγόμενος Δήμος ..., του οποίου καθολικό διάδοχο αποτελεί ο Δήμος ..., με την .../26-7-2005 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, προσέλαβε την ενάγοντα με την ειδικότητα του εργάτη ύδρευσης (βοηθός υδραυλικού) και τον απασχολούσε υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης επί πενθήμερο εβδομαδιαίως, δηλαδή από Δευτέρα μέχρι και Παρασκευή, και επί οκταώρου βάσεως, από 07.30 έως 15.00 ημερησίως.

Ότι η διάρκεια της εν λόγω σύμβασης ορίστηκε από 26-7-2005 μέχρι και 25-3-2006. Ότι ο ενάγων, από την πρόσληψή του στις 26-7-2005 και μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, κατόπιν έγγραφων συμφωνιών, αλλά και ατύπως, με προφορικές συμφωνίες, κατά τα ενδιάμεσα διαστήματα, παρείχε στον εναγόμενο Δήμο, έναντι μηνιαίου μισθού, την εργασία του με την παραπάνω ειδικότητα.

Ότι κατά τη διάρκεια της ανωτέρω σχέσης των διαδίκων υπεγράφησαν, εκτός από την προαναφερόμενη, και οι παρακάτω συμβάσεις ορισμένου χρόνου :1) Η .../15-6-2006 σύμβαση για χρονικό διάστημα οκτώ (8) μηνών, δηλαδή μέχρι 14-2-2007, 2) .../1-6-2007 σύμβαση για χρονικό διάστημα πέντε (5) μηνών, δηλαδή μέχρι 30-10-2007 και 3) Η .../2-5-2008 σύμβαση για χρονικό διάστημα τριών (3) μηνών, δηλαδή μέχρι 1-8-2008.

Ότι ο ενάγων, κατά τα παραπάνω χρονικά διαστήματα, που δεν υπήρχαν έγγραφες συμφωνίες, αλλά μόνο προφορικές, και μέχρι την άσκηση της αγωγής, παρείχε ανελλιπώς την εργασία του στον εναγόμενο, με την ίδια ειδικότητα και εκτελούσε τα ίδια καθήκοντα για την κάλυψη των ίδιων αναγκών του εναγομένου και κάτω από τις ίδιες εργασιακές συνθήκες, αμειβόμενος για την εργασία του αυτή, όπως αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα από τον ίδιο βεβαιωτικά σημειώματα της οικονομικής υπηρεσίας του εναγομένου.

Δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο, ότι ο ενάγων ισχυρίζεται ότι κατά το χρονικό διάστημα από 11-6-2001 μέχρι 26-7-2005, που καταρτίσθηκε η πρώτη έγγραφη σύμβαση ορισμένου χρόνου, παρείχε την εργασία του στον εναγόμενο με την ίδια ως άνω ειδικότητα, απασχολούμενος υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, έναντι μηνιαίου μισθού, με προφορική (άτυπη) σύμβαση εργασίας, ο δε μάρτυράς του κατέθεσε ότι ο ενάγων προσελήφθη τον Ιούνιο του έτους 2011 και εργαζόταν με προφορική σύμβαση αρχικά μέχρι το έτος 2005 και στη συνέχεια με έγγραφες συμβάσεις.

Ότι ο ισχυρισμός αυτός του ενάγοντος και η επιβεβαιωτική του ισχυρισμού του αυτού κατάθεση του μάρτυρά του, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, καθόσον δεν αποδείχθηκε από κάποιο στοιχείο, όπως βεβαιωτικά σημειώματα της οικονομικής υπηρεσίας του εναγομένου που να αφορούν τη μισθοδοσία του κατά το χρονικό διάστημα από 11-6-2001 έως 25-7-2005, που ισχυρίζεται ότι απασχολήθηκε με προφορική σύμβαση εργασίας.

Ότι η γενική αναφορά του μάρτυρα του ενάγοντος δεν αρκεί για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης για το ως άνω επικαλούμενο γεγονός της απασχόλησής του από τον εναγόμενο για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών με άτυπη σύμβαση. Δέχεται ακολούθως το Εφετείο, ότι οι ως άνω διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν μετά την έναρξη ισχύος των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος (18-4-2001), της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και των άρθρων 5 και 11 του π.δ. 164/2004, δεν μπορούν να μετατραπούν σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, έστω και αν ο ενάγων κάλυπτε πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες, αφού, έστω και αν αυτό συμβαίνει, ο εργοδότης δεν έχει την ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, συνακόλουθα δε στις συμβάσεις αυτές, υπό την ισχύ των ως άνω διατάξεων, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920.

Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση του εναγομένου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε κάνει δεκτή την αγωγή, κρίνοντας ότι ο ενάγων είχε προσληφθεί από τον εναγόμενο Δήμο στις 11-6-2001 και παρείχε την εργασία του συνεχώς μέχρι τις 25-7-2005 και επομένως κατά την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 ο συνολικός χρόνος απασχόλησης του ενάγοντος ήταν 38 μήνες και 6 ημέρες, οπότε πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 11 του π.δ. 164/2004 στο πρόσωπό του για το χαρακτηρισμό της σχέσης εργασίας του με το εναγόμενο ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, και ακολούθως απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Με τους επτά πρώτους λόγους αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις εξής αναιρετικές πλημμέλειες: α) ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τη δικαστική ομολογία του αναιρεσιβλήτου, η οποία περιέχεται στις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, επαναλήφθηκε στο δικόγραφο της έφεσής του και στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου και η οποία έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεδομένου ότι το τελευταίο ομολογεί ότι ο αναιρεσείων συνήψε με αυτό όλες τις αναφερόμενες στην αγωγή του συμβάσεις εργασίας, την ομολογία δε αυτή επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων ενώπιον του Εφετείου, β) ότι το Εφετείο παρά το νόμο παρέλειψε να λάβει υπόψη τη ρητή ως άνω δικαστική ομολογία του αναιρεσιβλήτου, η οποία αποτελεί ‘ ‘ πράγμα’ ‘ κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, γ) άλλως, αν ήθελε θεωρηθεί ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη ανάκληση της ως άνω δικαστικής ομολογίας από μέρους του αναιρεσιβλήτου, την οποία (ανάκληση) δεν πρότεινε αυτό με λόγο έφεσης ενώπιόν του, τότε παρά το νόμο δέχθηκε ανάκληση της ομολογίας αυτής και επομένως πράγμα που δεν προτάθηκε, δ) άλλως, παρά το νόμο δέχθηκε ανάκληση της δικαστικής αυτής ομολογίας, χωρίς ο αναιρεσίβλητος να έχει αποδείξει, ως όφειλε, την αναλήθεια των ομολογηθέντων πραγματικών περιστατικών, ανταποκρινόμενος στο βάρος απόδειξης που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 354 ΚΠολΔ, ε) άλλως παραβίασε τον κανόνα κατανομής του βάρους απόδειξης, που προβλέπεται στην τελευταία διάταξη, δεχόμενο ότι και μετά ή παρά τη γενόμενη δεκτή ανάκληση της ομολογίας, το βάρος απόδειξης της αλήθειας του σχετικού ισχυρισμού παραμένει στον αναιρεσείοντα, στ) άλλως επιδίκασε πλέον του αιτηθέντος, καθόσον η κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου επί του πραγματικού ζητήματος της απασχόλησης του αναιρεσείοντος στον αναιρεσίβλητο Δήμο κατά το χρονικό διάστημα από 11-6-2001 έως 25-7-2005 δεν προσβλήθηκε με λόγο έφεσης και δεν μεταβιβάσθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και ζ) και παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγμα, δηλαδή λόγο έφεσης, που δεν προτάθηκε και αφορά γεγονός που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από την επισκόπηση των έγγραφων, από 22-10-2009, προτάσεων του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου Δήμου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου προκύπτει ότι αυτός, προς αντίκρουση της ένδικης αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος προέβαλε, εκτός των άλλων, τους εξής κατά λέξη ισχυρισμούς: ‘ ‘ Πράγματι η ενάγουσα (εννοεί προφανώς ο ενάγων) συνήψε τις αναφερόμενες στην αγωγή συμβάσεις έργου, οι οποίες συνήφθησαν μετά από αποφάσεις του Δημοτικού μου Συμβουλίου, με την έγκριση του κ.

Γ.Γ. Περιφέρειας Κρήτης, με την ειδικότητα του εργάτη ύδρευσης για κάλυψη παροδικών αναγκών για την εργασία της ύδρευσης... Συνήφθησαν με τις προϋποθέσεις που προβλέπουν οι σχετικές διατάξεις (άρθρο 6 ν.2527/1997, άρθρο 681 επ. ΑΚ) και με την τήρηση των νόμιμων διατυπώσεων, δηλαδή, όπου απαιτούνταν, με απόφαση του Γ.Γ.

Περιφέρειας...Επομένως,....δεν συντρέχουν ούτε οι προϋποθέσεις εφαρμογής του πδ 164/2004, καθώς η ενάγουσα δεν είχε συμπληρώσει κατά την έναρξη ισχύος του ή τρεις μήνες πριν (19-4-2004) συμβάσεις ορισμένης διάρκειας, οι οποίες να έχουν συνολική διάρκεια 24 μηνών ή 18 μηνών με τρεις ανανεώσεις πέραν της αρχικής εντός διαστήματος 24 μηνών και πρέπει η αγωγή του να απορριφθεί ..’ ‘ (σελίδα 2 των προτάσεων αυτών)....’ ‘ Με βάση τις διατάξεις του π.δ. 164/2004 ο ενάγων δεν υπήχθη στις μεταβατικές διατάξεις, για την μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου, διότι δεν πληρούσε τις νόμιμες προϋποθέσεις ...’ ‘ (σελίδα 8 των ίδιων έγγραφων προτάσεων).

‘ ‘ Ο αντίδικος συνήψε μαζί μου τις αναφερόμενες στην αγωγή συμβάσεις, τις οποίες ως εγγράμματος τις διάβασε και τις κατανόησε, άλλωστε του κατέστη σαφές ότι αφορούν συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και μετά τη λήξη τους δεν θα έχει κανένα δικαίωμα μετατροπής τους, αφού συνομολογήθηκαν ως συμβάσεις ορισμένης διάρκειας.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της ισχύος των συμβάσεων, ποτέ δεν προέβαλε αξιώσεις για τη μετατροπή τους σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου..’ ‘ ( σελίδα 14 των ως άνω προτάσεων). Περαιτέρω, από το δικόγραφο της από 25-2-2010 έφεσης που άσκησε ο εναγόμενος Δήμος ενώπιον του Εφετείου Κρήτης κατά της πρωτόδικης απόφασης, που δέχθηκε ότι ο ενάγων συνδέεται μαζί του με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου από 11-6-2001 μέχρι 1-8-2008, οι οποίες συνιστούν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκύπτει ότι προέβαλε τους παρακάτω κατά λέξη ισχυρισμούς:

‘ ‘ Έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως προς την εκτίμηση των στοιχείων απόδειξης και ανταπόδειξης, τα οποία αν εκτιμούσε ορθά και ανήγαγε στους προσήκοντες κανόνες δικαίου, θα απέρριπτε την αγωγή, δεχόμενο ότι ο εφεσίβλητος δεν συνδέεται μαζί μου με διαδοχικές συμβάσεις έργου, που υπέκρυπταν ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας...

Πράγματι η ενάγουσα συνήψε τις αναφερόμενες στην αγωγή συμβάσεις έργου, οι οποίες συνήφθησαν μετά από αποφάσεις του Δημοτικού μου Συμβουλίου, με την έγκριση του κ.Γ.Γ. Περιφέρειας Κρήτης, με την ειδικότητα του εργάτη ύδρευσης για κάλυψη παροδικών αναγκών...Συνήφθησαν με τις προϋποθέσεις που προβλέπουν οι σχετικές διατάξεις (άρθρο 6 ν. 2527/1997, ν.2190/1994, άρθρο 681 επ.

ΑΚ) και με την τήρηση των νόμιμων διατυπώσεων, δηλαδή, όπου απαιτούνταν, με απόφαση του Γ.Γ.Περιφέρειας...’ ‘ ( 2η σελίδα του εφετηρίου). ‘ ‘ Δεν συντρέχουν ούτε οι προϋποθέσεις εφαρμογής του π.δ. 164/2004, καθώς η ενάγουσα (εννοεί ο ενάγων) δεν είχε συμπληρώσει κατά την έναρξη ισχύος του ή τρεις μήνες πριν (19-4-2004) συμβάσεις ορισμένης διάρκειας, οι οποίες να έχουν συνολική διάρκεια 24 μηνών ή 18 μηνών με τρεις ανανεώσεις πέραν της αρχικής εντός διαστήματος 24 μηνών....’ ‘ (3η σελίδα της έφεσης).

‘ ‘ Έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλούμενη ως προς την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την ερμηνεία του νόμου, δεχόμενο ότι ο εφεσίβλητος συνδέεται μαζί μου με ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας από την 11-6-2001, δεχόμενο ότι είχε καταρτισθεί μεταξύ μας άτυπη σύμβαση εργασίας, δυνάμει της οποίας δήθεν παρείχε υπηρεσίες ως τεχνίτης υδραυλικός με διάρκεια μέχρι 25-7-2005.

Πράγματι για το παραπάνω χρονικό διάστημα δεν υπάρχει κανένα έγγραφο για τη σύναψη της σύμβασής του ούτε έγγραφη πρόταση ούτε αποδοχή. Περαιτέρω, η απασχόλησή του αυτή δεν αποδείχθηκε από κανένα αξιόπιστο στοιχείο, όπως θα ήταν λ.χ. η υπογραφή από τον ίδιο βεβαιωτικών σημειωμάτων της οικονομικής μου υπηρεσίας (αντίγραφα των οποίων επικαλέσθηκε για την χρονική περίοδο που εκτελούσε το έργο), παρά μόνον από μία ασαφή και αόριστη αναφορά του μάρτυρά του...’ ‘ (σελίδες 3 και 4 της έφεσης).

‘ ‘ Περαιτέρω, ο εφεσίβλητος υπέβαλε αίτηση για τη ‘ ‘ μετατροπή’ ‘ της σύμβασης έργου του σε αορίστου χρόνου, στα πλαίσια της ρύθμισης της μεταβατικής διάταξης του άρθρου 11 του π.δ.164/2004...η οποία απορρίφθηκε..’ ‘ (9η σελίδα της έφεσης).Τέλος, από την επισκόπηση των προτάσεων που υπέβαλε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ενώπιον του Εφετείου Κρήτης, προκύπτει ότι αυτές ήταν εντελώς ‘ ‘ τυπικές’ ‘ και με αυτές γινόταν αναφορά στο δικόγραφο της έφεσής του.

Από τα προαναφερόμενα έγγραφα συνάγεται ότι ο εναγόμενος Δήμος δεν προέβη σε δικαστική ομολογία περί των κρίσιμων περιστατικών, ότι ο ενάγων εργάσθηκε σε αυτόν κατά το χρονικό διάστημα από 11-6-2001 μέχρι 25-7-2005 με άτυπες διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως επικαλείται ο τελευταίος με το δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Αυτός ομολογεί ρητά μόνο ότι ο ενάγων συνήψε μαζί του τις έγγραφες συμβάσεις ορισμένου χρόνου .../26-7-2005, .../15-6-2006, ...1-6-2007 και .../2-5-2008, με τις οποίες συμφωνήθηκε η απασχόληση του αναιρεσείοντος στον αναιρεσίβλητο Δήμο για τα χρονικά διαστήματα από 26-7-2005 έως 25-3-2006, από 15-6-2006 έως 14-2-2007, από 1-6-2007 μέχρι 30-10-2007 και από 2-5-2008 έως 1-8-2008, αντίστοιχα, και επομένως ότι απασχολήθηκε σε αυτόν μετά τις 26-7-2005.

Ο εναγόμενος Δήμος και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στο Εφετείο προβάλλει ρητή και αιτιολογημένη άρνηση του σχετικού αγωγικού ισχυρισμού, ότι ο ενάγων εργάσθηκε άτυπα σ’ αυτόν από 11-6-2001 μέχρι 25-6-2005. Κατά συνέπεια, το Εφετείο, το οποίο δεν δέχθηκε την ύπαρξη δικαστικής ομολογίας, δεν παραβίασε καμία διάταξη και ειδικότερα δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη δικαστική ομολογία του εναγομένου Δήμου για τα κρίσιμα αυτά θεμελιωτικά της αγωγής γεγονότα, ούτε ο τελευταίος προέβη σε ανάκληση ανύπαρκτης, κατά τα προαναφερόμενα, δικαστικής ομολογίας, ούτε το Εφετείο δέχθηκε την ανάκληση αυτής με εσφαλμένη εφαρμογή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης και, τέλος, το Εφετείο δεν υπερέβη τα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, αφού με το λόγο έφεσης για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, μεταβιβάζεται στο Εφετείο η υπόθεση στο σύνολό της, κατά τα προεκτεθέντα.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τους αριθμούς 8 εδ. β’ και 11 εδ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενώ οι λοιποί λόγοι αναίρεσης, από τους αριθμούς 8 εδ. α’ , 9, 10 και 13 του ίδιου άρθρου, που εκκινούν από την εσφαλμένη προϋπόθεση της ύπαρξης δικαστικής ομολογίας του εναγομένου για τα παραπάνω ουσιώδη γεγονότα, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

V. Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας κατ` αυτόν τον τρόπο την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 119/2014, 1266/2011).

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (ΟλΑΠ 20/2005).

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, προκειμένου να απορρίψει την αγωγή, δέχθηκε, όπως προαναφέρθηκε, ότι ο ενάγων δεν απασχολήθηκε στον εναγόμενο Δήμο από 11-6-2001 μέχρι 25-7-2005 με άτυπες συμβάσεις εργασίας και ως εκ τούτου δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην περίπτωσή του η μεταβατική διάταξη του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, χωρίς να ασχοληθεί με το ζήτημα αν για την εφαρμογή της διάταξης αυτής πρέπει για τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου που προηγήθηκαν της εφαρμογής του να έχει τηρηθεί ο έγγραφος τύπος.

Η παραδοχή αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης είναι σαφής και δεν έχει αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το αν απαιτείται ή όχι ο έγγραφος τύπος για την απασχόληση του ενάγοντος στον εναγόμενο Δήμο, αφού ρητά απορρίπτει τον ισχυρισμό του ενάγοντος ότι εργάσθηκε στον εναγόμενο από 11-6-2001 έως 25-7-2005 με προφορικές (άτυπες) συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου και ούτε βέβαια με γραπτή σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου.

Συνεπώς, τα αντίθετα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον τελευταίο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί. Κατ’ ακολουθία όλων αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος , πρέπει η ένδικη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-3-2015 αίτηση του Γ. Τ. για αναίρεση της 153/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης.

Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε με τα ... διπλότυπα είσπραξης του Δημοσίου συνολικής αξίας 120 ευρώ και με τα ... παράβολα του ΤΑΧΔΙΚ συνολικής αξίας 180 ευρώ, όπως αυτά αναφέρονται σ...2015 βεβαίωση του γραμματέα του Εφετείου Κρήτης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ