Supreme Court dismisses appeal as second-instance court did not revoke a final judgment, only a non-final one.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Nikiia-Agiou Ioanni Renti Municipality, ruling that the lower court's revocation of its own decision did not constitute a legal error under Article 559(15) of the Code of Civil Procedure. The appellant argued that the second-instance court improperly revoked a final judgment, but the court clarified that the 389/2022 decision was non-final because it had suspended the case pending the submission of a court stamp. Consequently, the revocation of this non-final decision was lawful, and no grounds for appeal existed. The appellant was ordered to pay the municipality's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(15) and 309 of the Code of Civil Procedure; An appeal under Article 559(15) is inadmissible if the second-instance court revokes only a non-final decision, as only the revocation of a final decision constitutes a ground for appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 951 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 951/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Μ. του Γ., κατοίκου ...,που παραστάθηκε αυτοπροσώπως, λόγω της δικηγορικής του ιδιότητος και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: του Ο.Τ.Α. με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΝΙΚΑΙΑΣ-ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΡΕΝΤΗ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Νίκαια Αττικής και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας Καραφέρη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-6-2020 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντα, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν η 403/2021 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 389/2022 μη οριστική και 736/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31-3-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Αριστείδης Βαγγελάτος. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 31.3.2023 με αριθ. καταθ. 1013/105/2.11.2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών-διαφορών από αμοιβές υπ' αριθ. 736/19.12.2022 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία εξαφανίσθηκε η υπ' αριθ. 403/2021 εκκαλουμένη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς κρατήθηκε η υπόθεση και απορρίφθηκε η από 16.6.2020 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου ως μη νόμιμη. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ) είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Με το άρθρο 254 του ΚΠολΔ, όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 15 του ν. 4842/2021 (Α 190) και που κατά την παρ. 1β του άρθρου 116 του ιδίου νόμου, όπως διορθώθηκε με το άρθρο 65 του ν. 4871/2021 (Α 246), εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, ορίζεται ότι " 1. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση.
Η απόφαση μνημονεύει απαραιτήτως τα ειδικά θέματα που αποτελούν αντικείμενο της επαναλαμβανόμενης συζήτησης. Η συζήτηση αυτή θεωρείται συνέχεια της προηγουμένης. 2. Στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, η οποία ορίζεται το συντομότερο δυνατό, οι διάδικοι κλητεύονται τριάντα (30) τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτήν. 3.
Η υπόθεση εκδικάζεται από τον ίδιο δικαστή και από την ίδια σύνθεση επί πολυμελούς δικαστηρίου, εκτός αν αυτό είναι για φυσικούς ή νομικούς λόγους αδύνατο. Σε προθεσμία τριών (3) εργασίμων ημερών από τη συζήτηση της υπόθεσης μπορεί να κατατεθεί προσθήκη επί των ζητημάτων της παρ. 1. Νέοι ισχυρισμοί και νέα αποδεικτικά μέσα δεν επιτρέπονται".
Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να διατάξει κατά την ανέλεγκτη κρίση του με απόφασή του η οποία δεν έχει το χαρακτήρα προδικαστικής απόφασης την επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περαιωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία τα οποία χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση.
Στην περίπτωση αυτή η συζήτηση θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης και η υπόθεση εκδικάζεται από την ίδια σύνθεση του δικαστηρίου, εκτός αν αυτό είναι αδύνατον για νομικούς ή φυσικούς λόγους. Επομένως, η διάφορη σύνθεση του δικαστηρίου κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση, χωρίς να συντρέχουν εξαιρετικοί προς τούτο λόγοι, όπως προαγωγή, μετάθεση, θάνατος, παραίτηση, απόλυση του δικαστή, θεωρείται κακή σύνθεση και ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 572/2023, 187/2023, 689/2021).
Περίπτωση, όμως, εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 254 του ΚΠολΔ και ίδρυση του οικείου λόγου αναίρεσης για κακή σύνθεση του δικαστηρίου δεν υπάρχει, όταν, μετά τη συζήτηση στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, διατάσσονται, με μη οριστική (προδικαστική) απόφαση του, συμπληρωματικές αποδείξεις, καθότι στην περίπτωση αυτή δεν γίνεται επανάληψη, αλλά ανασυζήτηση της υπόθεσης, στη σύνθεση δε του δικαστηρίου μπορεί να μετέχουν και άλλοι δικαστές (ΑΠ 572/2023, 187/2023, 689/2021, 1126/2019).
Τέλος, σε περίπτωση μη καταβολής από τον ενάγοντα του οφειλομένου κατά το άρθρο 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912 τέλους δικαστικού ενσήμου, δεν επέρχεται απαράδεκτο της αγωγής ή της συζήτησής της, αλλά ο ενάγων λογίζεται, κατά νόμιμο πλάσμα, ως μη εμφανιζόμενος και δικάζεται ερήμην (ΑΠ 65/2022, 5/2020), η δε αγωγή του απορρίπτεται κατ` ουσίαν λόγω της πλασματικής αυτής ερημοδικίας (ΑΠ 181/2023, 65/2022).
Από, δε, τη διάταξη του άρθρου 237 παρ.1 εδ.δ του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στις ειδικές διαδικασίες κατ' άρθρο 591 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστικό ένσημο κατατίθεται το αργότερο μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 181/2023). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής:
Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, με την από 16.6.2020 αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ισχυρίσθηκε ότι το επίδικο χρονικό διάστημα από 1.1.2014 έως 31.12.2019 παρείχε τις υπηρεσίες του ως δικηγόρος με σχέση έμμισθης εντολής, αμειβόμενος με πάγια αντιμισθία από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ. (ΔΗΜΟΣ ΝΙΚΑΙΑΣ-ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΡΕΝΤΗ) και ζήτησε να υποχρεωθεί αυτό να του καταβάλει, με βάση τη μεταξύ τους συμβατική σχέση, άλλως από τις διατάξεις περί αδικοπραξίας των άρθρων 105 και 106 του ΕισΝΑΚ, άλλως από τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, το ποσό των 21.276 ευρώ, που αντιστοιχεί στο επίδομα κίνησης ύψους 295,50 ευρώ το μήνα που δεν του καταβλήθηκε το ως άνω χρονικό διάστημα.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με την υπ' αριθμ. 403/2021 οριστική απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Επί της από 6.4.2021 έφεσης του ενάγοντος εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 389/2022 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η έφεση, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, κρατήθηκε η υπόθεση, αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης και διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης, κατ' άρθρο 254 ΚΠολΔ, προκειμένου να προσκομισθεί με επιμέλεια του ενάγοντος το παράβολο δικαστικού ενσήμου (αγωγόσημο μετά των νομίμων προσαυξήσεων υπέρ τρίτων).
Ακολούθως και κατόπιν της από 18.7.2022 κλήσης του ενάγοντος εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθμ. 736/2022 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η έφεση, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, ανακλήθηκε η υπ' αριθμ. 389/2022 μη οριστική απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου κατά το μέρος που είχε κρίνει νόμιμη την κυρία βάση της αγωγής και απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη τόσο ως προς την κυρία βάση της όσο και ως προς τις επικουρικές της βάσεις.
Η επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης, με την υπ' αριθμ.389/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, διατάχθηκε, όπως προεκτέθηκε, προκειμένου να προσκομισθεί με επιμέλεια του ενάγοντος το δικαστικό ένσημο (αγωγόσημο), η μη προσκόμιση του οποίου, έχει ως συνέπεια την πλασματική ερημοδικία του ενάγοντος και την απόρριψη κατ' ουσία της αγωγής του, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε.
Επομένως το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς που εξέδωσε την υπ' αριθμ. 736/2022 αναιρεσιβαλλομένη απόφαση (το οποίο συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Ελένη Σκριβάνου, εφέτη), δεν απαιτείτο να συγκροτηθεί με ίδια σύνθεση μ' αυτήν του ιδίου ως άνω Εφετείου που εξέδωσε την υπ' αριθμ. 389/2022 μη οριστική απόφαση απόφαση (το οποίο είχε συγκροτηθεί από τη Δικαστή Γεωργία Λάμπρου), αφού στην προκειμένη περίπτωση επρόκειτο όχι για επανάληψη της συζήτησης αλλά για ανασυζήτηση της υπόθεσης, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε.
Συνεπώς το Εφετείο, που συγκροτήθηκε με άλλη σύνθεση και εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 254 παρ.3 του ΚΠολΔ και δεν υπέπεσε στην εκ του αριθμού 2 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με τον ως άνω πρώτο λόγο αναίρεσης.
Κατά το άρθρο 309 του ΚΠολΔ οι αποφάσεις που αποφαίνονται οριστικά σε κύρια ή παρεμπίπτουσα αίτηση δεν μπορούν μετά τη δημοσίευσή τους να ανακαλούνται από το δικαστήριο που τις εξέδωσε, ενώ, αντιθέτως, όσες δεν κρίνουν οριστικά μπορούν, είτε αυτεπαγγέλτως είτε με πρόταση κάποιου διαδίκου, να ανακληθούν σε κάθε στάση της δίκης εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση.
Οριστικές δε αποφάσεις είναι εκείνες που δέχονται ή απορρίπτουν ολικά ή μερικά το αίτημα παροχής έννομης προστασίας, περιέχουν διάγνωση ως προς όλα τα επίπεδα της δικαστικής κρίσης και απεκδύουν έτσι το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία σε σχέση με το εν λόγω αίτημα (Ολ. ΑΠ 230/1983, ΑΠ 1816/2022, 709/2018). Αντίθετα, δεν είναι οριστική και επομένως μπορεί να ανακληθεί από το ίδιο δικαστήριο η απόφαση που διαμορφώνει τη διαδικασία και προετοιμάζει την οριστική επίλυση της διαφοράς, όπως και η απόφαση που έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή και στη συνέχεια, ερευνώντας την στην ουσία, δέχθηκε ως αποδειχθέντα ορισμένα στοιχεία της και αναβάλλοντας την οριστική της κρίση διέταξε συμπληρωματικές αποδείξεις (ΑΠ 1347/2022, 954/2022, 1269/2019), αφού από την κρίση της αυτή δεν κωλύεται η επανεξέτασή τους σε άλλη στάση της δίκης (ΑΠ 1347/2022, 1490/2017, 535/2016, 177/2014).
Εξάλλου, η έφεση δεν δημιουργεί νέο αντικείμενο δίκης αλλά αποτελεί, αναλόγως του εάν η πρωτοβάθμια απόφαση ήταν δυσμενής ή ευνοϊκή για όποιον ζητήσει τη δικαστική προστασία, μέσο τελικής επίτευξης ή ματαίωσης της ικανοποίησης της δικονομικής αξίωσης για την παροχή της προστασίας αυτής με την υποβολή της σε νέα, δευτεροβάθμια δικαστικά κρίση.
Η οριστικότητα δε της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου κρίνεται αναφορικά με τη δικονομική αυτή αξίωση και όχι με το αίτημα του εφετηρίου εγγράφου για παραδοχή της έφεσης (ΑΠ 950/2020, 143/2019, 755/2012). Επομένως, η απόφαση με την οποία το Εφετείο δέχεται έφεση του ενάγοντος κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, επειδή κρίνει, αντιθέτως προς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι η αγωγή είναι νόμιμη, και ύστερα από εξαφάνιση της απόφασης που έχει εκκληθεί, διατάσσει αποδείξεις, δεν είναι οριστική.
Διότι με αυτήν το Εφετείο δεν εξέφερε διάγνωση επί της αγωγής ως προς όλα τα επίπεδα της δικαστικής κρίσης απεκδύοντας έτσι το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία σε σχέση με το αντικείμενο της δίκης, ήτοι το αίτημα, όχι του εφετηρίου εγγράφου, αλλά το αίτημα να αποφανθεί το δικαστήριο επί του αγωγικού αιτήματος παροχής δικαστικής προστασίας.
Έτσι, κατά τη νέα συζήτηση της υπόθεσης μετά την διεξαγωγή των αποδείξεων, το εφετείο δύναται, σύμφωνα με το άρθρο 309 ΚΠολΔ, και αυτεπαγγέλτως, κρίνοντας ότι η αγωγή δεν είναι νόμιμη, να ανακαλέσει την προηγούμενη μη οριστική ως άνω απόφασή του και να απορρίψει κατ' ουσίαν την έφεση (ΑΠ 143/2019, 1721/2007, πρβλ. 755/2012, 603/2008).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 15 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν παρά το νόμο ανακλήθηκε οριστική απόφαση" Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν παρά το νόμο ανακληθεί ολικά ή κατά ένα μέρος οριστική απόφαση (ΑΠ 1347/2022, 1018/2021).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το δεύτερο εκ του αριθμού 15 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι μη νόμιμα το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 736/2022 απόφασή του, ανακάλεσε την προηγούμενη υπ' αριθμ. 389/2022 απόφασή του, που είχε με οριστική διάταξή του κάνει δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεσή του και είχε κρίνει τη νομική βασιμότητα της κυρίας βάσης της αγωγής του και ακολούθως διέταξε την επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να προσκομισθεί το παράβολο δικαστικού ενσήμου.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Και τούτο διότι, η υπ' αριθμ. 389/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η έφεση του ενάγοντος-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την κυρία βάση της αγωγής, κρίθηκε νόμιμη η αγωγή ως προς την κυρία βάση αυτής, αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης και διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης προκειμένου ο ενάγων να προσκομίσει το δικαστικό ένσημο, δεν είναι οριστική απόφαση, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε και ως εκ τούτου το ίδιο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, που, με την προσβαλλόμενη απόφασή του (736/2022), στην επανασυζήτηση της υπόθεσης, ανακάλεσε την ως άνω απόφαση (389/2022) κατά το μέρος που είχε κρίνει νόμιμη την κυρία βάση της αγωγής και απέρριψε αυτή ως μη νόμιμη, δεν ανακάλεσε παρά το νόμο οριστική απόφαση, και ως εκ τούτου δεν υπέπεσε στην εκ του αριθμού 15 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων.
Κατόπιν τούτου, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ) στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσίβλητου ΟΤΑ, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ. 2), μειωμένης, όμως, κατά το άρθρο 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων" (ΑΠ 169/2024, 728/2023, 49/2023), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31.3.2023 με αριθμ. κατάθεσης 1013/105/2.11.2023 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 736/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ