Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because the case was first heard before the new law's effective date.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Technical Chamber of Greece against a final judgment of the Athens Court of Appeal. The appellant argued procedural errors, but the court found the case was first heard in the first instance on November 13, 2001, prior to the effective date of the new law governing civil procedure fees. Consequently, the court applied the old procedural rules and ruled that the specific ground for appeal regarding the composition of the court was inadmissible under the previous legal framework.
Legislator headnote
AI generatedArticles 556, 577, 1, 22 of Law 2915/2001; Appeals are inadmissible if the case was first heard before the new law's effective date, requiring application of prior procedural rules.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 755 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 755/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 10η Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως υποκαταστάτου κατά το νόμο της διπλωματούχου αρχιτέκτονος μηχανικού Ζ. Κ., κατοίκου ..., το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Ζηβοπούλου. Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παπαδημητρίου και με την ιδιότητα της συναναιρεσείουσας κατά πλάσμα του νόμου (άρθρο 76 παρ. 4 ΚΠολΔ) και η Ζ. Κ. του Θ., κάτοικος ....
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ο ΑΝΕΜΟΣ ΑΕΞΤΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Φιλιώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-12-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 7247/2003 και 2463/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-12-2010 αίτησή του και τον από 27-10-2011 πρόσθετο λόγο αυτής.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 25-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και ο πρόσθετος λόγος αναιρέσεως.
Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος και της συναναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και του προσθέτου λόγου, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 556 παρ. 1 ΚΠολΔ δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, εκείνος που ζητεί και εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η αναψηλάφηση, εκείνοι που είχαν ασκήσει κυρία ή πρόσθετη παρέμβαση, οι καθολικοί διάδοχοι και οι ειδικοί διάδοχοι, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής, καθώς και οι εισαγγελείς μόνο αν ήταν διάδικοι.
Από δε τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο Άρειος Πάγος ερευνά κατ' αρχή αυτεπαγγέλτως την συνδρομή των προϋποθέσεων του παραδεκτού της αναίρεσης, μεταξύ των οποίων και η νομιμοποίηση του ασκούντος αυτήν, αν δε διαπιστωθεί έλλειψη κάποιας διαδικαστικής προϋποθέσεως, απορρίπτει την αναίρεση ως απαράδεκτη.
Εξάλλου, από την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 4 και 5 του β.δ. της 30/31-5-1956 "περί κανονισμού του τρόπου καταβολής της αμοιβής των μηχανικών εν γένει", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου μόνου του Ν.Δ. 2726/1953, όπως οι διατάξεις αυτές αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 1 του Π.Δ. 48/1994, συνάγεται ότι την αμοιβή του μηχανικού, συμφωνημένη ή νόμιμη, για την εκπόνηση μελέτης ή σχεδίων και την επίβλεψη, δικαιούται να επιδιώξει δικαστικά εκτός από τον μηχανικό και το Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος, υποκαθιστάμενο εκ του νόμου στα δικαιώματα αυτού.
Στη περίπτωση αυτή, το Τεχνικό Επιμελητήριο ενεργεί στη δίκη ως μη δικαιούχος διάδικος, στο δικό του όνομα και όχι ως αντιπρόσωπος του δικαιούχου μηχανικού, ούτε υπάρχει μεταξύ τους σχέση αντιπροσώπευσης αναφορικά με την είσπραξη της αμοιβής, το δε αίτημα της καταψηφιστικής αγωγής του θα είναι η καταβολή σ' αυτό (Τ.Ε.Ε.) του οφειλόμενου ποσού.
Συνέπεια των ανωτέρω είναι ότι όλες οι διαδικαστικές πράξεις από και προς το Τ.Ε.Ε. αφορούν αμέσως αυτό, όλα δε τα ζητήματα που συνάπτονται με την ιδιότητα του διαδίκου κρίνονται στο πρόσωπό του και όχι στο πρόσωπο του δικαιούχου μηχανικού, ο οποίος κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις έχει δικαίωμα να ασκήσει στη σχετική δίκη πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του Τ.Ε.Ε.
Στην κρινόμενη υπόθεση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα εξής: Το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, του οποίου η αρχιτέκτων - μηχανικός Ζ. Κ. τυγχάνει μέλος, με την από 26-12-2000 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζήτησε, ως υποκατάστατο της ως άνω αρχιτέκτονος - μηχανικού, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του Π.Δ. 48/1994, να υποχρεωθεί η εναγόμενη - αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "Ο ΑΝΕΜΟΣ ΑΕΞΤΕ", να του καταβάλει την οφειλόμενη αμοιβή για την εκπόνηση και παράδοση των περιγραφομένων μελετών του αναφερόμενου κτιριακού συγκροτήματος και για την επίβλεψη των εργασιών ανεγέρσεώς του από την αρχιτέκτονα - μηχανικό Ζ.
Κ.. Επί της αγωγής αυτής, που εκδικάσθηκε χωρίς να παρέμβει προσωπικώς η αρχιτέκτων - μηχανικός Ζ. Κ., εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 27/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που την απέρριψε. Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης, το ενάγον Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος άσκησε έφεση, ως υποκατάστατο της εν λόγω αρχιτέκτονος - μηχανικού, επί της οποίας (εφέσεως) εκδόθηκε τελικά η υπ' αριθμ. 2463/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση.
Την αναίρεση της υπ' αριθμ. 2463/2010 εφετειακής αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, με την κρινόμενη αιτήσή του, ως υποκατάστατο της αρχιτέκτονος - μηχανικού Ζ. Κ., η οποία, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παπαδημητρίου και με την ιδιότητα της συναναιρεσείουσας, κατά πλάσμα του νόμου (άρθρο 76 παρ. 4 ΚΠολΔ).
Η παράσταση, όμως, της αρχιτέκτονος - μηχανικού Ζ. Κ. ως συναναιρεσείουσας δεν είναι νόμιμη, λόγω ελλείψεως της διαδικαστικής προϋποθέσεως της νομιμοποιήσεώς της, αφού, κατά τα εκτιθέμενα, δεν υπήρξε διάδικος ή παρεμβαίνουσα στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά το άρθρο 559 αριθμός 15 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παρά το νόμο ανακλήθηκε οριστική απόφαση.
Εξάλλου, από την διάταξη του άρθρου 309 εδάφ. πρώτο του ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι οι αποφάσεις που αποφαίνονται οριστικά σε κύρια ή παρεμπίπτουσα αίτηση δεν μπορούν μετά την δημοσίευσή τους να ανακαλούνται από το δικαστήριο που τις εξέδωσε, ενώ όσες δεν κρίνουν οριστικά μπορούν, είτε αυτεπαγγέλτως είτε με πρόταση κάποιου διαδίκου, που υποβάλλεται μόνο στη διάρκεια της συζητήσεως της υποθέσεως και όχι αυτοτελώς, να ανακληθούν σε κάθε στάση της δίκης από το δικαστήριο που τις εξέδωσε εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση, συνδυαζόμενη προς τις διατάξεις των άρθρων 513 παρ. 1 στοιχ.
β' και 553 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠολΔ, που χαρακτηρίζουν ως οριστικές αποφάσεις εκείνες που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή, συνάγεται, ότι οριστική είναι η απόφαση του εφετείου ως προς την διάταξή της αυτή με την οποία, κατ' αποδοχή λόγου εφέσεως, γίνεται δεκτό ή απορρίπτεται κύριο ή παρεμπίπτον αίτημα της αγωγής ή ανταγωγής καθόλες ή μερικές από τις βάσεις του και απογυμνώνεται το δικαστήριο από οποιαδήποτε στη συνέχεια εξουσία ως προς το αίτημα αυτό της αγωγής ή της ανταγωγής για τις αντίστοιχες βάσεις.
Αντίθετα, δεν είναι οριστική και επομένως μπορεί να ανακληθεί από το ίδιο δικαστήριο η απόφασή του, με την οποία έκρινε παραδεκτή την έφεση και ερευνώντας την ουσία δέχθηκε ως αποδειχθέντα ορισμένα στοιχεία της αγωγής, ακολούθως δε, αναβάλλοντας την οριστική κρίση του επί της ουσίας, διέταξε πραγματογνωμοσύνη, αφού από την κρίση αυτή δεν κωλύεται η επανεξέταση, σε άλλη στάση της δίκης, των όσων έχουν κριθεί, ακόμη δε και του παραδεκτού της εφέσεως ως προς ένα ή όλους τους διαδίκους.
Άλλωστε, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 12, 522, 525 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνδυαζόμενες, αντικείμενο της πολιτικής δίκης είναι, και στον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, η δικονομική αξίωση που έχει υποβληθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εκφράζεται με αίτημα παροχής, για την προβαλλόμενη ιστορική αιτία, δικαστικής προστασίας, δι' αποφάνσεως του δικαστηρίου, σύμφωνης προς το υποβληθέν αίτημα.
Η έφεση δεν δημιουργεί νέο αντικείμενο δίκης, αλλά αποτελεί, αναλόγως του εάν η πρωτοβάθμια απόφαση ήταν δυσμενής ή ευνοϊκή για όποιον ζήτησε την δικαστική προστασία, μέσον τελικής επιτεύξεως ή ματαιώσεως της ικανοποιήσεως της δικονομικής, ως άνω, αξιώσεως, διά της υποβολής της σε νέα, δευτεροβάθμια, δικαστική κρίση.
Η οριστικότητα δε της αποφάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου κρίνεται αναφορικά με την δικονομική αυτή αξίωση και όχι με το αίτημα του εφετηρίου εγγράφου για παραδοχή της εφέσεως (Ολ.ΑΠ 12/1989, ΑΠ 603/2008).
Στην κρινόμενη υπόθεση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν αναλυτικότερα, από όσα ήδη αναφέρθηκαν, τα εξής: Με την από 26-12-2000 ένδικη αγωγή, που άσκησε το ήδη αναιρεσείον Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος, ως υποκατάστατο της διπλωματούχου αρχιτέκτονος - μηχανικού Ζ. Κ., κατά της ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας "Ο ΑΝΕΜΟΣ ΑΕΞΤΕ", ισχυρίσθηκε ότι η αναιρεσίβλητη - εναγομένη ανέθεσε στην υποκαθιστάμενη ως άνω αρχιτέκτονα - μηχανικό την εκπόνηση των αρχιτεκτονικών μελετών και την εκτέλεση των εργασιών (έρευνα αγοράς φωτιστικών, υλικών επικαλύψεων και άλλων διακοσμητικών στοιχείων), που αναφέρονται στην αγωγή, καθώς και την γενική επίβλεψη των εργασιών ανεγέρσεως του ξενοδοχειακού κτιριακού συγκροτήματος, ιδιοκτησίας της αναιρεσίβλητης, επί οικοπέδου αυτής στη θέση Ξηροκάστελλο Βασιλικού της νήσου Ζακύνθου και ότι η υποκαθιστάμενη αρχιτέκτων - μηχανικός εκπόνησε τις ανατεθείσες σ' αυτήν μελέτες, τις οποίες και παρέδωσε στην αναιρεσίβλητη, εκτέλεσε τις αναληφθείσες ως άνω εργασίες και επέβλεψε τις εργασίες ανεγέρσεως του εν λόγω κτιριακού συγκροτήματος, αλλά η αναιρεσίβλητη αρνείται να καταβάλει τη νόμιμη αμοιβή της, η οποία, σύμφωνα με τους συνημμένους στο δικόγραφο της αγωγής πίνακες υπολογισμού αμοιβών, ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 97.988.329 δραχμών, την επιδίκαση του οποίου, ζήτησε το ενάγον - αναιρεσείον Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος.
Επί της αγωγής αυτής, η οποία συζητήθηκε (σε πρώτη συζήτηση) στις 13-11-2001 στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 27/25-1-2002 οριστική απόφαση αυτού, με την οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, διότι το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν ανέθεσε η αναιρεσίβλητη - εναγομένη εταιρεία στην υποκαθιστάμενη αρχιτέκτονα - μηχανικό, με σχετική σύμβαση καταρτισθείσα μεταξύ τους, την εκπόνηση των μελετών και την εκτέλεση των εργασιών, που αναφέρονται στην αγωγή, ούτε την επίβλεψη του επίδικου έργου, η εκτέλεση του οποίου (συμπεριλαμβανομένων και των ως άνω μελετών, των λοιπών εργασιών και της επιβλέψεως του όλου έργου) ανατέθηκε, με τις μνημονευόμενες (στην πρωτόδικη απόφαση) έγγραφες συμβάσεις έργου, από την αναιρεσίβλητη στην εταιρεία, με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Μ.
Α.Ε." (εργολήπτρια), η οποία για την εκπλήρωση των αναληφθεισών υποχρεώσεών της χρησιμοποίησε και τις υπηρεσίες της μετ' αυτής συνεργαζόμενης αρχιτέκτονος - μηχανικού Ζ. Κ. (υποκαθισταμένης). Κατά της ανωτέρω πρωτόδικης αποφάσεως το αναιρεσείον Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος, ως υποκατάστατο της αρχιτέκτονος - μηχανικού Ζ.
Κ., άσκησε την από 12-7-2002 έφεση, που συζητήθηκε στις 16-9-2003 ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, το οποίο, με την υπ' αριθμ. 7247/2003 απόφασή του, εξετάζοντας τον λόγο έφεσης περί εσφαλμένης εκτιμήσεως των αποδείξεων, των σχετικών με την ανάθεση από την αναιρεσίβλητη εταιρεία στην υποκαθιστάμενη ως άνω αρχιτέκτονα - μηχανικό της εκπόνησης των μελετών και της εκτέλεσης των εργασιών που αναφέρονται στην αγωγή, καθώς και της γενικής επίβλεψης του έργου, δέχθηκε ότι η υποκαθιστάμενη αρχιτέκτων - μηχανικός, κατόπιν εντολής της αναιρεσίβλητης εταιρείας, εκπόνησε και παρέδωσε σε εκείνη τις ανατεθείσες σ' αυτήν μελέτες, που αναφέρονται στην ένδικη αγωγή, προέβη σε έρευνα αγοράς φωτιστικών, υλικών επικαλύψεων και άλλων διακοσμητικών στοιχείων και επέβλεψε τις οικοδομικές εργασίες του εκτελεσθέντος έργου, γι' αυτό και δικαιούται πλήρους αμοιβής για όλες τις εργασίες της αυτές.
Ακολούθως, ανέβαλε να αποφασίσει οριστικά και διέταξε αποδείξεις με την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για το ύψος της αμοιβής που δικαιούται η υποκαθιστάμενη αρχιτέκτων - μηχανικός. Στη συνέχεια, με κλήση του αναιρεσείοντος, η υπόθεση συζητήθηκε εκ νέου, στις 16-2-2010, ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, μετά την διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης και την κατάθεση από τον διορισθέντα πραγματογνώμονα της οικείας εκθέσεώς του, και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την αίτηση αναιρέσεως υπ' αριθμ. 2463/2010 απόφαση.
Με την απόφασή του αυτή (προσβαλλόμενη), το Εφετείο Αθηνών εξέτασε εκ νέου τον παραπάνω λόγο εφέσεως περί εσφαλμένης εκτιμήσεως των αποδείξεων και αποφάνθηκε τελικά, ότι την εντολή για την εκπόνηση των μελετών και την επίβλεψη των εργασιών, που αναφέρονται στην ένδικη αγωγή, έδωσε η αναιρεσίβλητη (εργοδότρια) στην εργολήπτρια εταιρεία, με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Δ.
Μ. Α.Ε.", η οποία προέβη στην εκτέλεση του αναληφθέντος έργου (μελέτες, επίβλεψη και λοιπές συναφείς εργασίες) διά των συνεργαζομένων με αυτήν αρχιτεκτόνων - μηχανικών Ζ. Κ. (υποκαθισταμένης) και Μ. Μ.. Έτσι, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο επικύρωσε, με απόρριψη της εφέσεως του αναιρεσείοντος, την πρωτόδικη απόφαση (27/2002 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), που είχε κρίνει ομοίως, αφού ανακάλεσε ρητά την προεκδοθείσα παρεμπίπτουσα υπ' αριθμ. 7247/2003 απόφασή του, που είχε δεχθεί τα αντίθετα.
Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 15 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι παρά το νόμο το Εφετείο ανακάλεσε οριστική διάταξη μη οριστικής απόφασης. Ο λόγος, όμως, αυτός της αναιρέσεως, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν παραπάνω, δεν ευσταθεί και τούτο διότι η υπ' αριθμ. 7247/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών δεν είναι οριστική (ούτε εν μέρει οριστική), εφόσον με αυτή δεν έγινε δεκτό, ούτε απορρίφθηκε το (κύριο) αίτημα της αγωγής (αλλά ούτε και παρεμπίπτον αίτημα αυτής).
Επομένως, δεν απεκδύθηκε το Δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία επί του αιτήματος της αγωγής και ως εκ τούτου ήταν δεκτική ανακλήσεως η ως άνω υπ' αριθμ. 7247/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν η προσβαλλόμενη απόφαση, συνεπεία ανύπαρκτης ή αντιφατικής ή ανεπαρκούς αιτιολογίας, στερείται νόμιμης βάσεως και έτσι καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας, στον προσήκοντα κανόνα δικαίου. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή αντιφάσεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονος προτάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως επί ζητήματος που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι στερείται παντελώς αιτιολογίας επί του ως άνω ζητήματος της ανακλήσεως της προεκδοθείσας υπ' αριθμ. 7247/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Σύμφωνα, όμως, με τα προεκτεθέντα, ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ανυπαρξία αιτιολογίας όχι ως προς την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του Εφετείου, αλλά ως προς τη νομική άποψή του ότι υπό τα δεκτά γενόμενα περιστατικά η ανωτέρω υπ' αριθμ. 7247/2003 απόφαση αυτού ήταν δεκτική ανακλήσεως. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο, για τον σχηματισμό της κρίσης του ως προς την βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά. Η παράβαση δε της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο προαναφερθέν αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη του, πλην των άλλων αποδεικτικών μέσων, "και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η αναιρεσίβλητη ανέθεσε απευθείας στην υποκαθιστάμενη αρχιτέκτονα - μηχανικό την εκπόνηση των μελετών και την επίβλεψη των οικοδομικών εργασιών που αναφέρονται στην ένδικη αγωγή, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο απορριπτικό αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, και τα αναφερόμενα στον τρίτο λόγο της αναιρέσεως έγγραφα, ήτοι:
α) Το υπ' αριθμ. 21/20-12-1994 δελτίο παροχής υπηρεσιών, που εξέδωσε η υποκαθιστάμενη αρχιτέκτων - μηχανικός, β) την από 19-1-1998 τηλεομοιοτυπία (FAX), που απέστειλε η αναιρεσίβλητη στην υποκαθισταμένη, γ) την από 18-2-1998 επιστολή της υποκαθισταμένης προς την αναιρεσίβλητη, δ) την από 10-11-1998 εξώδικη δήλωση και πρόσκληση της αναιρεσίβλητης προς την υποκαθισταμένη και την Μ.
Μ. και ε) την από 20-7-1998 Δήλωση της υποκαθισταμένης, που κατατέθηκε στη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ζακύνθου με αριθμ. πρωτ. 2583/20-7-1998. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος θεμελιώνεται στον αριθμό 11 περ. γ' και όχι στον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που επικαλείται το αναιρεσείον, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά τα λοιπά ο ίδιος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό του, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, πλήττεται πράγματι η κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 245, 254, 522, 524, 533 και 535 παρ. 1 ΚΠολΔ, το εφετείο, προκειμένου να κρίνει περί της βασιμότητας λόγου εφέσεως, δεν κωλύεται να διατάξει, χωρίς να εξαφανίσει την εκκληθείσα απόφαση, την επανάληψη της συζητήσεως και την διεξαγωγή νέων ή συμπληρωματικών αποδείξεων με τα αποδεικτικά μέσα που ορίζει το άρθρο 339 ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνο της πραγματογνωμοσύνης (άρθρο 368 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 254 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε μέχρι 31-12-2001 (έναρξη ισχύος του Ν. 2915/2001), "Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά την μελέτη της υπόθεσης ή την διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση.
Η συζήτηση που επαναλαμβάνεται με τον τρόπο αυτόν θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης". Από τον συνδυασμό της παραπάνω διατάξεως του άρθρου 254 ΚΠολΔ με εκείνη του άρθρου 300 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι, αν διαταχθεί η επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο για την διεξαγωγή νέων ή συμπληρωματικών αποδείξεων με τα αποδεικτικά μέσα που ορίζει το άρθρο 339 ΚΠολΔ, στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν απαιτείται να μετέχουν αναγκαίως οι δικαστές που μετείχαν αρχικώς στην προηγούμενη συζήτηση.
Η κακή σύνθεση του δικαστηρίου, για την οποία γίνεται λόγος στο άρθρο 559 αριθμ. 2 ΚΠολΔ, δημιουργείται όταν στην διάσκεψη για την έκδοση της αποφάσεως συνέπραξαν δικαστές, οι οποίοι δεν μετείχαν στην τελευταία συζήτηση στο ακροατήριο, ύστερα από την οποία εκδίδεται η απόφαση.
Συνεπώς, η μη συμμετοχή των δικαστών που εξέδωσαν την απόφαση, η οποία διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο, στη σύνθεση του δικαστηρίου κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση, δεν συνιστά κακή σύνθεση του δικαστηρίου και δεν ιδρύει τον προβλεπόμενο από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 2 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.
Με το άρθρο 9 του Κεφαλαίου Α' του Ν. 2915/2001, που άρχισε να ισχύει από 1-1-2002, αντικαταστάθηκε το προαναφερόμενο άρθρο 254 ΚΠολΔ. Με τις νέες διατάξεις του άρθρου αυτού ορίζεται, ότι το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά την μελέτη της υπόθεσης ή την διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία, που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση.
Η απόφαση μνημονεύει απαραιτήτως τα ειδικά θέματα, που αποτελούν αντικείμενο της επαναλαμβανόμενης συζήτησης. Η συζήτηση αυτή θεωρείται συνέχεια της προηγουμένης. Η υπόθεση εκδικάζεται από την ίδια σύνθεση του δικαστηρίου, εκτός αν τούτο είναι για φυσικούς ή νομικούς λόγους αδύνατο. Με το άρθρο 15 του Ν. 2943/2001, ο χρόνος ενάρξεως ισχύος των ρυθμίσεων του Κεφαλαίου Α' του ως άνω Ν. 2915/2001 (στις οποίες ρυθμίσεις περιλαμβάνονται και εκείνες που έγιναν με το παραπάνω άρθρο 9) μετατέθηκε στην 1-1-2002.
Τέλος, με την διαχρονικού δικαίου διάταξη του άρθρου 22 του άνω Ν. 2915/2001 ορίζονται τα εξής: Οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, των οποίων η πρώτη συζήτηση έχει προσδιορισθεί να γίνει μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου Α' (παρ.1). Στις υποθέσεις των οποίων η πρώτη συζήτηση έχει προσδιορισθεί να γίνει στο χρονικό διάστημα μεταξύ δημοσίευσης και έναρξης ισχύος του Κεφαλαίου Α', καθώς και στις λοιπές εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του ίδιου κεφαλαίου δίκες, εφαρμόζονται οι διατάξεις που ίσχυαν έως τώρα (παρ. 2).
Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται, ότι η νέα, μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 9 του Ν. 2915/2001, διάταξη του άρθρου 254 ΚΠολΔ, που εισάγει καταρχήν υποχρέωση εκδικάσεως της υποθέσεως από την ίδια σύνθεση του δικαστηρίου, δηλαδή εκείνου που με την απόφασή του διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως, εκτός αν αυτό είναι αδύνατο για φυσικούς ή νομικούς λόγους, εφαρμόζεται μόνο επί υποθέσεων, που η πρώτη συζήτησή τους, στον πρώτο βαθμό, προσδιορίσθηκε αρχικώς να γίνει μετά την 1-1-2002, όχι δε και επί υποθέσεων που είχαν συζητηθεί μέχρι την ημεροχρονολογία αυτή και συνεπεία ασκήσεως εφέσεως ή άλλου ένδικου μέσου αυτές ήσαν ή κατέστησαν εκκρεμείς μετά την 1-1-2002.
Το ότι πράγματι βούληση του νομοθέτη της προαναφερθείσας διατάξεως του άρθρου 22 του Ν. 2915/2001 είναι να εφαρμόζονται οι νέες διατάξεις του νόμου αυτού επί υποθέσεων, που συζητούνται σε πρώτη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο μετά την 1-1-2002, προκύπτει και από την εισηγητική έκθεση του Ν. 2943/2001, με το άρθρο 15 του οποίου, όπως ήδη αναφέρθηκε, μετατέθηκε ο χρόνος έναρξης ισχύος των διατάξεων του Κεφαλαίου Α' του Ν. 2915/2001 για την 1-1-2002, στην οποία εισηγητική έκθεση, προς αποφυγή τυχόν παρερμηνειών, διευκρινίζεται, ότι ως πρώτη συζήτηση κατά τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 22 του Ν. 2915/2001 νοείται η πρώτη συζήτηση, στον πρώτο βαθμό, και ότι ως εκκρεμείς δίκες, επί των οποίων εφαρμόζονται οι προϊσχύσασες διατάξεις, νοούνται και οι εκκρεμείς ενώπιον του εφετείου (ΑΠ 1888/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει, η ένδικη από 26-12-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος κατά της εναγομένης - αναιρεσίβλητης συζητήθηκε, σε πρώτη συζήτηση, στον πρώτο βαθμό, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στις 13 Νοεμβρίου 2001, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 27/2002 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατά της οποίας το αναιρεσείον άσκησε την από 12-7-2002 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε από το Εφετείο η υπ' αριθμ. 7247/2003 απόφασή του, με την οποία αυτό διέταξε αποδείξεις με την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, μετά την διεξαγωγή της οποίας, επαναλήφθηκε η συζήτηση της υποθέσεως και εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
Εφόσον, λοιπόν, η κρινόμενη υπόθεση συζητήθηκε σε πρώτη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο πριν από την 1-1-2002 (13-11-2001), δεν έχουν εφαρμογή επ' αυτής, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, οι αντικατασταθείσες με το άρθρο 9 του Ν. 2915/2001 νέες διατάξεις του άρθρου 254 ΚΠολΔ, αλλά οι προϊσχύσασες διατάξεις αυτού. Μετά από αυτά, ο μοναδικός πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από τον αριθμό 2 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για το λόγο ότι, ενώ διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως και την διεξαγωγή αποδείξεων με την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, στη συζήτηση που επακολούθησε, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν συμμετείχαν οι ίδιοι δικαστές, που εξέδωσαν την απόφαση, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Ενόψει όλων των εκτεθέντων και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και ο πρόσθετος λόγος αναιρέσεως και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, που ηττήθηκε, στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-12-2010 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ", ως υποκατάστατου της αρχιτέκτονος - μηχανικού Ζ. Κ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2463/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και τον από 27-10-2011 πρόσθετο λόγο αναιρέσεως. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ