Legislator Case Law & Legislation
93/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against contract formation agreement, remanding case for further trial on binding conditions.

Case Number 93/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the final judgment of the Single Court of Appeal in Larissa regarding a contract formation agreement. The appellant argued that the binding obligation to sign the final sales contract was contingent upon the fulfillment of a suspensive condition, specifically the uninterrupted continuation of construction works. The court found this argument valid because the contract clause did not link the signing obligation to the progress of the project or the payment of the suspensive condition. Consequently, the court set aside the appealed decision and remanded the case for further trial to determine if the parties were indeed bound to sign the final contract.

Legislator headnote

AI generated

Articles 166, 201 of the Civil Code; A contract formation agreement creates an obligation to sign a final contract, which may be subject to a suspensive condition; if the condition is not fulfilled, the obligation to sign does not arise, and the agreement remains non-binding.

Keywords

AI generated
contract formation agreement suspensive condition obligation to sign construction works progress Civil Code Articles 166 201 remand for further trial binding contract obligation

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 166 of the Civil Code
Article 201 of the Civil Code
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 93 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 93/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα - Τζαβέλλα Δημαρά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σινέλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Μ. του Ι., 2) Κ. συζύγου Θ. Μ., το γένος Κ. Τ., ατομικά και ως κληρονόμος του ήδη αποβιώσαντος αρχικά εναγομένου Κ. Τ. του Κ., κατοίκων ..., 3) Α. Μ. του Θ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευτύχιο - Δημήτριο Καλαμίδα και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/12/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 160/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 235/2020 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21/12/2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 21-12-2020 (68/22-12-2020) αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, 235/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.

Σύμφωνα με το άρθρο 166 του Α.Κ., το προσύμφωνο είναι η σύμβαση, με την οποία τα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να συνάψουν ορισμένη σύμβαση, σύμφωνα με τους όρους που έχουν καθοριστεί και υπόκειται στον τύπο που ο νόμος ορίζει για τη σύμβαση, η οποία πρόκειται να συναφθεί. Είναι, δηλαδή, τέλεια, αυθύπαρκτη και αυτοτελής σύμβαση, που δημιουργεί την ενοχική υποχρέωση για την κατάρτιση της οριστικής δικαιοπραξίας. Εξάλλου, από το συνδυασμό της ως άνω διάταξης με αυτήν του άρθρου 201 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι, σε περίπτωση, που καταρτίστηκε προσύμφωνο, από το οποίο γεννάται ενοχική αξίωση του δικαιούχου μέρους κατά του άλλου για σύμπραξη στην κατάρτιση της σκοπούμενης με τη σύναψη αυτού οριστικής σύμβασης, τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να συνδέσουν τη σύναψη της σύμβασης αυτής από την πλήρωση αναβλητικής αιρέσεως, οπότε η σύναψη της οριστικής σύμβασης θα χωρήσει, αφού πληρωθεί η παρεμβληθείσα αίρεση (Α.Π. 862/2020, Α.Π. 708/2016, Α.Π. 811/1987).

Κατά τη διάταξη του αριθμού 1 εδαφ. α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή, το δικαστήριο προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του είτε εφαρμόστηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα, ελέγχονται, δηλαδή, τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων.

Ελέγχονται, επίσης, τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, εφόσον προέβη στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης (Ολ.Α.Π. 27 και 28/1998, Α.Π. 192/2019), αποκλεικτικώς και μόνο, βάσει των πραγματικών παραδοχών της απόφασης (Ολ.Α.Π. 20/2005), ιδρύεται δε ο αναιρετικός αυτός λόγος, αν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε ή εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν εφαρμόστηκε εσφαλμένα (Α.Π. 39/2021, Α.Π. 37/2021, Α.Π. 1373/2017).

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, με βάση τα αποδειχθέντα και, εντεύθεν, αναιρετικώς ανέλεγκτα, πραγματικά περιστατικά, δέχθηκε τα εξής: "Οι αρχικώς εναγόμενοι, μεταξύ των οποίων και ο θανών Κ. Τ. ήταν συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι σε ποσοστά 25% εξ αδιαιρέτου οι δύο πρώτοι εξ αυτών και σε ποσοστό 50% ο τρίτος εξ αυτών ενός οικοπέδου, άρτιου και οικοδομήσιμου, συνολικής έκτασης 1.144,50 τ.μ.

που βρίσκεται στα όρια του οικισμού των ... του νομού ...... Οι οικοπεδούχοι αποφάσισαν να προβούν σε ανέγερση επί του ως άνω οικοπέδου συγκροτήματος διώροφων οικοδομών (μεζονέτες), το οποίο θα περιλάμβανε αυτοτελείς, ανεξάρτητες, διηρημένες και διακεκριμένες ανεξάρτητες (κάθετες) ιδιοκτησίες και κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους.

Κατόπιν οι οικοπεδούχοι... προσυμφώνησαν, δυνάμει του υπ' αριθ. .../24.5.2007 προσυμφώνου... με τον εργολάβο Σ. Λ. την ανέγερση επί του ενιαίου οικοπέδου έξι οικοδομών που θα περιλάμβαναν εννέα αυτοτελή, διηρημένα και διακεκριμένα διαμερίσματα (μεζονέτες), την κατασκευή των οποίων ανέλαβε ο ως άνω εργολάβος με δικές του δαπάνες, σύμφωνα με τους όρους του εργολαβικού συμβολαίου...

Δυνάμει του ως άνω προσυμφώνου συμφωνήθηκε οι μεν εναγόμενοι-οικοπεδούχοι να παρακρατήσουν τα 292,68 χιλιοστά εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, τα οποία αντιστοιχούν, σύμφωνα με τους όρους του εργολαβικού συμβολαίου, ως εδαφική αναλογία, στις υπό στοιχεία Ένα Άλφα (1Α), Ένα Βήτα (1Β), Δύο Άλφα (2Α) και Δύο Βήτα (2Β) διηρημένες ιδιοκτησίες, που θα κατασκεύαζε ο εργολάβος για λογαριασμό τους και παρέμενε στην κυριότητα, νομή και κατοχή τους, με την εξ αδιαιρέτου αναλογία τους που έχουν στο οικόπεδο, λόγω αντιπαροχής, ενώ στον εργολάβο ή στα τρίτα πρόσωπα φυσικά ή νομικά που αυτός θα υποδείξει, συμφωνήθηκε να περιέλθουν οι υπόλοιπες διηρημένες ιδιοκτησίες κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή με την εξ αδιαιρέτου αναλογία τους που έχουν στο οικόπεδο, στις οποίες θα αντιστοιχούν συνολικά τα υπόλοιπα ποσοστά εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, τα οποία οι ως άνω οικοπεδούχοι-εναγόμενοι ανέλαβαν την υποχρέωση να πωλήσουν, παραχωρήσουν, μεταβιβάσουν και παραδώσουν στον εργολάβο ή στα τρίτα πρόσωπα που αυτός θα υποδείξει, ως αμοιβή και αντάλλαγμα για την κατασκευή και παράδοση στους οικοπεδούχους των διηρημένων ιδιοκτησιών.

Σε εκτέλεση του ως άνω προσυμφώνου συνήφθη μεταξύ του ενάγοντος-αγοραστή, των εναγομένων-οικοπεδούχων και εργολάβου, Σ. Λ. το υπ' αριθ. .../23.1.2009 προσύμφωνο πώλησης της διηρημένης ιδιοκτησίας της συμβολαιογράφου Βόλου Σ. Ψ., με το οποίο προσυμφώνησαν οι εναγόμενοι-πωλητές να μεταβιβάσουν τα 199,34 χιλιοστά εξ αδιαιρέτου του ως άνω οικοπέδου, ιδιοκτησίας τους, τα οποία αποτελούν την εδαφική ποσοστιαία αναλογία της με αριθμό πέντε διηρημένης ιδιοκτησίας, που ανήκε στον εργολάβο καθώς και την επ' αυτού διηρημένη ιδιοκτησία που επρόκειτο να αποπερατωθεί από τον τελευταίο στον ενάγοντα-αγοραστή έναντι του συνολικού τιμήματος των 70.000 ευρώ καταβλητέου απευθείας στον εργολάβο.

Από το συνολικό τίμημα ο ενάγων κατέβαλε κατά τη σύνταξη του προσυμφώνου το ποσό των 47.000 ευρώ ως αρραβώνα, που συμφωνήθηκε να συμψηφιστεί με το όλο τίμημα, το δε υπόλοιπο του τιμήματος συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε τέσσερις δόσεις και ειδικότερα, η πρώτη δόση των 6.000 ευρώ, με την αποπεράτωση του σκελετού των κτισμάτων της οικοδομής, η δεύτερη των 6.000 ευρώ με την αποπεράτωση της σκεπής και των οριζόντιων καναλιών της σκεπής, η τρίτη δόση των 6.000 ευρώ με την αποπεράτωση των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων και των επιχρισμάτων και η τέταρτη δόση των 5.000 ευρώ με την παράδοση της οικοδομής στον αγοραστή από τον εργολάβο, η οποία ορίστηκε ότι θα γίνει μέχρι την 30 Δεκεμβρίου 2009, οπότε και θα συντάσσονταν το οριστικό συμβόλαιο.

Άλλωστε με το προσύμφωνο μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου είχε συμφωνηθεί μεταξύ των εναγομένων οικοπεδούχων και του εργολάβου να ολοκληρωθούν οι ιδιοκτησίες τους εντός δώδεκα μηνών από την έκδοση της οικοδομικής άδειας και οι υπόλοιπες (του εργολάβου) σε διάστημα άλλων δώδεκα μηνών, τα δε κοινόχρηστα τρεις μήνες αργότερα.

Επίσης, είχε συμφωνηθεί οι οικοπεδούχοι να μεταβιβάσουν στον εργολάβο ή σε τρίτα υποδειχθησόμενα απ' αυτόν πρόσωπα τα ποσοστά εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου τους σταδιακά ανάλογα με το ρυθμό των εργασιών κατασκευής και ειδικότερα με την έκδοση της οικοδομικής άδειας 180/1000 εξ αδιαιρέτου, με την κατασκευή της θεμελίωσης 150/1000, με την ολοκλήρωση του σκελετού της οικοδομής 150/1000 εξ αδιαιρέτου, με την κατασκευή των οπτοπλινθοδομών 30/1000 εξ αδιαιρέτου, με την ολοκλήρωση των επιχρισμάτων 30/1000 εξ αδιαιρέτου, με την ολοκλήρωση των δαπέδων των διαμερισμάτων 20/1000 εξ αδιαιρέτου και με την πλήρη αποπεράτωση και παράδοση στους οικοπεδούχους των οριζόντιων ιδιοκτησιών τους καθώς και των κοινόχρηστων και κοινόκτητων χώρων τα υπόλοιπα ποσοστά εξ αδιαιρέτου.

Σύμφωνα δε με το άρθ. 15 του ως άνω προσυμφώνου-εργολαβικού συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων ότι η υπέρβαση της προθεσμίας παράδοσης των ιδιοκτησιών στους οικοπεδούχους και των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων της οικοδομής πέραν του εξαμήνου από την συμφωνηθείσα προθεσμία, οι οικοπεδούχοι, εκτός από την συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα και αποζημίωση για κάθε ζημία τους από την καθυστέρηση που μπορούν να ζητήσουν, έχουν το δικαίωμα με απλή γραπτή δήλωση, που θα κοινοποιήσουν στον εργολάβο με δικαστικό επιμελητή, μετά την πάροδο της ως άνω προθεσμίας να τον κηρύξουν έκπτωτο και να συνεχίσουν τις οικοδομικές εργασίες μόνοι τους ή με άλλον εργολάβο ή μηχανικό σε βάρος του έκπτωτου εργολάβου.

Επίσης, στο ίδιο άρθρο συμφωνήθηκε ότι όλες οι πωλήσεις που έγιναν στο μεταξύ με οριστικό συμβόλαιο ή με προσύμφωνο με τρίτους με σύμπραξη των οικοπεδούχων δεν θίγονται από την έκπτωση του εργολάβου και οι αγοραστές μπορούν αν οι ιδιοκτησίες που αγόρασαν είναι ατελείωτες, να συνεχίσουν εσωτερικά τις εργασίες που χρειάζονται, για να τελειώσουν με έξοδα δικά τους χωρίς να έχουν καμία απαίτηση από τους οικοπεδούχους...

Κατόπιν μη συμμόρφωσης του εργολάβου προέβησαν την 12-10-2010 σε καταγγελία της εργολαβικής σύμβασης, τον κήρυξαν έκπτωτο από τα συμβατικά του δικαιώματα και του δήλωσαν ότι θα συνεχίσουν μόνοι τους τις οικοδομικές εργασίες καλώντας αυτόν να παραδώσει τα σχέδια, κατόψεις κ.λ.π. Παράλληλα, οι εναγόμενοι αρνούνται να συμπράξουν στην κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου με τον ενάγοντα-αγοραστή, ισχυριζόμενοι ότι, αφού κηρύχθηκε έκπτωτος ο εργολάβος δεν δεσμεύονται από το προσύμφωνο.

Ωστόσο, από το προπαρατιθέμενο άρθ. 15 του υπ' αριθ. .../2009 προσυμφώνου η έκπτωση του εργολάβου δεν επηρεάζει την υποχρέωση των οικοπεδούχων για τη μεταβίβαση της επίδικης ιδιοκτησίας στον αγοραστή. Ωστόσο, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο με αριθμό .../9.9.2008 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Βόλου Κ.

Π., νομίμως μεταγεγραμμένου οι εναγόμενοι-οικοπεδούχοι είχαν ήδη μεταβιβάσει τα 353,88 χιλιοστά εξ αδιαιρέτου του ως άνω οικοπέδου τους στην υποδειχθείσα από τον εργολάβο αγοράστρια Α. συζ. Χ. Ι.. Όταν ο εργολάβος κηρύχθηκε έκπτωτος από τους οικοπεδούχους είχε αποπερατωθεί το στάδιο της τοιχοποιίας και στο στάδιο αυτό περιλαμβάνεται και η κατασκευή στέγης, η οποία, κατά την τεχνική έκθεση που εκπονήθηκε...

δεν είχε κατασκευαστεί... και ως εκ τούτου δεν είναι υποχρεωμένοι να μεταβιβάσουν περαιτέρω ποσοστά εξ αδιαιρέτου του ακινήτου τους με βάση το προσύμφωνο-εργολαβικό.

Συνεπώς, όλα τα περί αντιθέτου ισχυριζόμενα εκ μέρους του ενάγοντος-εκκαλούντος κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα, καθόσον αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι-εφεσίβλητοι είχαν ήδη μεταβιβάσει μεγαλύτερα ποσοστά του οικοπέδου τους, όπως αυτά προβλέπονταν από το προσύμφωνο-εργολαβικό σε υποδειχθείσα από τον εργολάβο αγοράστρια και ως εκ τούτου δεν υποχρεούνται να συμπράξουν στη σύνταξη οριστικού συμβολαίου.

Περαιτέρω, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η συμπεριφορά των εναγομένων για τη μη σύμπραξη στην κατάρτιση οριστικού συμβολαίου είναι καταχρηστική, γιατί του δημιούργησαν την πεποίθηση ότι θα συμπράξουν στη σύνταξη του οριστικού συμβολαίου, αφού συνέχεια τον διαβεβαίωναν περί τούτου. Όπως όμως αποδείχθηκε οι εναγόμενοι είχαν δικαίωμα να κηρύξουν έκπτωτο τον εργολάβο, λόγω μη εκπλήρωσης των αναληφθεισών εκ μέρους του υποχρεώσεων και το οποίο άσκησαν, αφού προσπάθησαν με υποχωρήσεις να αποφύγουν την άσκηση αυτού (δικαιώματος έκπτωσης).

Επίσης οι εναγόμενοι ανέλαβαν σαφείς υποχρεώσεις από τα ως άνω συμβολαιογραφικά έγγραφα, τις οποίες τήρησαν και γι' αυτό η συμπεριφορά τους δεν κρίνεται καταχρηστική με την έννοια του νόμου, η δε διαβεβαίωσή τους προς τον ενάγοντα περί της πρόθεσής τους να συμπράξουν στη σύναψη του οριστικού συμβολαίου με την προϋπόθεση φυσικά να ολοκληρωθούν οι κατασκευαστικές εργασίες των οικοδομών τους δείχνει την καλή πρόθεσή τους που οπωσδήποτε δεν ήταν να βλάψουν τον ενάγοντα...".

Με βάση τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 160/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποία είχε απορριφθεί κατ' ουσίαν η αγωγή του. Έτσι, όμως, όπως έκρινε το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε: α) ότι οι αρχικώς εναγόμενοι -ο τρίτος των οποίων, Κ.

Τ., απεβίωσε, μετά την άσκηση της έφεσης και στη θέση του υπεισήλθαν η δεύτερη εξ αυτών και η Α. Μ., θυγατέρα των δύο πρώτων, ως εκ διαθήκης κληρονόμοι του αποβιώσαντος- εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσίβλητοι- συμβλήθηκαν με το Σ. Λ. (μη διάδικο), εργολάβο και συνήψαν το 9.357/24-5-2007 συμβολαιογραφικό προσύμφωνο μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου-εργολαβικό, δυνάμει του οποίου ο ως άνω εργολάβος ανέλαβε την, εντός της ταχθείσας σ' αυτό προθεσμίας, ανέγερση επί του ως άνω οικοπέδου, με δικές του δαπάνες και με το σύστημα της αντιπαροχής, των σ' αυτό καθορισθεισών οικοδομών, ενώ αυτοί (οικοπεδούχοι) παρακράτησαν ποσοστό 292,68/1000 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου και ανέλαβαν την υποχρέωση να του μεταβιβάζουν, ως αμοιβή, τα υπόλοιπα χιλιοστά εξ αδιαιρέτου, τμηματικά, κατά τα σ' αυτό (προσύμφωνο-εργολαβικό) καθορισθέντα στάδια των εργασιών, με την πώληση στον ίδιο ή στους υπ' αυτού υποδειχθησόμενους τρίτους, β) ότι, με το άρθρο 15 του εν λόγω προσυμφώνου-εργολαβικού, συμφωνήθηκε από τους ανωτέρω ότι, σε περίπτωση, που ο εργολάβος υπερέβαινε την ταχθείσα προθεσμία παράδοσης του έργου, οι οικοπεδούχοι (ήδη αναιρεσίβλητοι) είχαν το δικαίωμα, εκτός των άλλων αξιώσεών τους σε βάρος του, να καταγγείλουν τη σύμβαση και να τον κηρύξουν έκπτωτο, στη συνέχεια δε, να αναλάβουν οι ίδιοι την αποπεράτωση των εργασιών, με συνέπεια να παύσει, έκτοτε, η υποχρέωσή τους να μεταβιβάζουν σ' αυτόν ποσοστά εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου τους ή να του καταβάλουν εργολαβικό αντάλλαγμα ή αμοιβή, ενώ οι μέχρι του χρονικού σημείου τούτου, δηλαδή, οι, μέχρι την κήρυξη ως έκπτωτου του εργολάβου, συναφθείσες πωλήσεις χιλιοστών εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου σε τρίτους, που καταρτίστηκαν με τη σύμπραξή τους, είτε με οριστικό συμβόλαιο είτε με προσύμφωνο, δεν θίγονται και οι αγοραστές μπορούν, αν οι ιδιοκτησίες που αγόρασαν είναι ημιτελείς, να τις αποπερατώσουν με δικές τους δαπάνες, γ) ότι, σε εκτέλεση των ως άνω συμφωνηθέντων, με το 27.319/23-1-2009 συμβολαιογραφικό προσύμφωνο, που καταρτίστηκε μεταξύ, αφενός μεν των οικοπεδούχων και του ως άνω εργολάβου, αφετέρου δε του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, οι πρώτοι ανέλαβαν την υποχρέωση να πωλήσουν και να μεταβιβάσουν στο δεύτερο, αντί του ορισθέντος τιμήματος, 199,34/1000 εξ αδιαιρέτου του ως άνω οικοπέδου, τα οποία αντιστοιχούν σε συγκεκριμένη οικοδομή, του οριστικού συμβολαίου καταρτισθησόμενου μέχρι τις 30-12-2009 και δ) ότι οι οικοπεδούχοι, οι οποίοι, εν τέλει, κήρυξαν έκπτωτο τον ως άνω εργολάβο, δυνάμει της από 12-10-2010 καταγγελίας της εργολαβικής σύμβασης και, μετά ταύτα, αρνούνται να συμπράξουν στην κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, παρότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων έχει καταβάλει το μεγαλύτερο ποσό του συμφωνηθέντος τιμήματος, σύννομα ενήργησαν, καθόσον είχαν ήδη μεταβιβάσει σε τρίτους χιλιοστά εξ αδιαιρέτου του ακινήτου περισσότερα των αναλογούντων στο στάδιο των εργασιών, κατά το χρόνο έκπτωσης του εργολάβου, υπέπεσε, στην εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

αναιρετική πλημμέλεια. Και τούτο διότι, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 201 του Α.Κ., η οποία προϋποθέτει, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της απόφασης αυτής, για την εφαρμογή της, τη σύνδεση της σύναψης της οριστικής σύμβασης με την πλήρωση αναβλητικής αίρεσης, ενώ δεν έπρεπε να την εφαρμόσει, καθόσον, με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν προκύπτει ότι η επίδικη σύμβαση συνδέθηκε με την πλήρωση αναβλητικής αίρεσης και δη της προόδου των εργασιών του επίμαχου έργου, ώστε να μεταβιβάζονται στον εργολάβο ή σε τρίτους τα αντιστοιχούντα στο έκαστο των σταδίων αυτών ποσοστά και ότι η αίρεση αυτή δεν πληρώθηκε.

Συγκεκριμένα, από τη διατύπωση του προαναφερόμενου όρου (άρθρο 15) του προσυμφώνου-εργολαβικού, όπως αυτό διαλαμβάνεται στην ελάσσονα πρόταση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν προκύπτει ότι η κατάρτιση της εν λόγω οριστικής σύμβασης εξαρτήθηκε από την πλήρωση τέτοιας αίρεσης, δηλαδή, της απρόσκοπτης συνέχισης των εργασιών από τον εργολάβο ή από το στάδιο των αποπερατωθεισών εργασιών, σε περίπτωση εκπτώσεως τούτου και τα χιλιοστά εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, που ήδη μεταβιβάστηκαν στον εκπεσόντα εργολάβο ή σε τρίτους, που ο τελευταίος είχε υποδείξει.

Αντίθετα, με τον σαφή ως άνω όρο του προσυμφώνου-εργολαβικού, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του ενδίκου προσυμφώνου, η έκπτωση του εργολάβου δεν θίγει τις μέχρι τούδε καταρτισθείσες πωλήσεις σε τρίτους, με οριστικό συμβόλαιο ή με προσύμφωνο, εφόσον, βεβαίως, σ' αυτές συνέπραξαν οι οικοπεδούχοι, όπως στην επίδικη περίπτωση.

Συνεπώς, εξ ουδενός γεγονότος ήρθη η εκ του επίδικου προσυμφώνου αναληφθείσα υποχρέωση των αναιρεσιβλήτων να συμπράξουν στη σύναψη της οριστικής σύμβασης πώλησης με τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα. Συνακόλουθα, ο σχετικός πρώτος αναιρετικός λόγος της υπό κρίση αίτησης κρίνεται βάσιμος ενώ η αναιρετική εμβέλειά του, καθιστά αλυσιτελή την έρευνα των λοιπών, καθόσον η, τυχόν, παραδοχή τους οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα, με τον προαναφερθέντα, που έγινε δεκτός. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή της βασιμότητας του ανωτέρω λόγου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου, που κατέβαλε για την παραδεκτή άσκηση της υπό κρίση αίτηση αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 4, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, που ηττήθηκαν, στα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου τους, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ τη 235/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του υπ' αυτού κατατεθέντος παραβόλου και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 20 Ιανουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ