Supreme Court dismisses appeal against lower court's decision rejecting shareholder's derivative suit.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision rejecting his derivative lawsuit. The appellant argued that the lower court improperly ignored specific documents proving his ownership of shares, but the court found the appellate judgment explicitly stated it considered all submitted evidence without needing specific reference. Consequently, the court ruled that the lower court's assessment of the evidence was legally sound and the appeal lacked merit.
Legislator headnote
AI generatedArticles 242, 575, 576, 226, 494 of the Code of Civil Procedure; The appellate court's explicit statement that it considered all submitted documents without granting them enhanced probative force does not constitute an error of law when the lower court's decision is based on a comprehensive evaluation of the entire evidentiary record.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 708 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 708/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κράνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεράσιμο Φουρλάνο, Γεώργιο Λέκκα και Πηνελόπη Ζωντανού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Β. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μανώλη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/10/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κιλκίς.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 60/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1415/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29/8/2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος ανέγνωσε την από 2/2/2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Ιωάννη Μαγγίνα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμόν 1415/2014 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Όπως προκύπτει από την με αριθμό .../1.10.2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Χ. Μ., ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης με κλήση για παράσταση κατά τη συζήτησή της στη δικάσιμο της 16/2/2015 επιδόθηκε με φροντίδα του αναιρεσείοντος στην αναιρεσίβλητη. Κατά την ως άνω δικάσιμο στην οποία δεν παρέστη η αναιρεσίβλητη, η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Εφ’ όσον δε η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.ΠολΔ, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο η συζήτηση πρέπει να χωρήσει, παρά την απουσία της (αρθρ 576 παρ. 2, 575 και 226 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθ. 1415/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε μετά την υπ’ αριθ. 1339/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε στο σύνολό της την υπ’ αριθ.1634/2009 απόφαση του ιδίου Εφετείου. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η από 25.10.2005 αγωγή του αναιρεσείοντος, αφού προς το σκοπό αυτό έγινε δεκτή η από 8.10.2007 έφεσή του και εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη υπ’ αριθ. 60/2007 απόφαση του Πολ. Πρ. Πειραιώς, η οποία είχε απορρίψει ως ουσία αβάσιμη την ένδικη αγωγή του. ‘ Ηδη με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση και απορρίφθηκε στην ουσία η ως άνω έφεση του αναιρεσείοντος. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 § 2, 216 § 1, 335, 337, 338 και 559 αριθ.1 και 8 ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι η επίκληση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, δεν είναι στοιχείο της αγωγής ή της ένστασης και δεν δεσμεύει το δικαστήριο ο νομικός χαρακτηρισμός που δίδεται από τους διαδίκους, διότι το δικαστήριο εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τον νόμο, προσδίδει στα εκκαλούμενα προς θεμελίωση του οικείου ισχυρισμού περιστατικά τον - κατά την κρίση του - προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον ισχυρισμό στον προσήκοντα κανόνα δικαίου, λαμβάνοντας υπ’ όψη την ιστορική βάση και το υποβαλλόμενο αίτημα (ΑΠ 116/2014, 1382/2008).
Ακόμη, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δε του δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, παρόλο που συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Επίσης, με το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Δεν στοιχειοθετείται δε ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψη του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης [ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 113/2014]. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δικ.
ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης λόγω έλλειψης νόμιμης βάσης, όταν από το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά, που είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για την κρίση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής των όρων αυτών που αποκλείει την εφαρμογή της, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά την διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της απόφασης ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς ή αφορούν επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου [ΟλΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 1763/2007], Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή να διαλαμβάνεται ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας και να εξειδικεύεται το σφάλμα του δικαστηρίου, δηλαδή ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή ως προς τί υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και αν πρόκειται για αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε τί συνίσταται η αντίφαση, από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει και σε τί συνίσταται η ανεπάρκεια τους, ποιο, δηλαδή, στοιχείο αναγκαίο για την επάρκεια τους λείπει (ΟλΑΠ 27/1998 και 32/1996).
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ’ επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης [ΑΠ 1109/2008]. Εξάλλου, το προσύμφωνο είναι η σύμβαση με την οποία τα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να συνάψουν ορισμένη σύμβαση, σύμφωνα με τους όρους που έχουν καθοριστεί και υπόκειται στον τύπο που ο νόμος ορίζει για τη σύμβαση που πρέπει να συναφθεί (αρθρ. 166 ΑΚ).
Πρόκειται για τέλεια, αυθύπαρκτη και αυτοτελή σύμβαση, που δημιουργεί την υποχρέωση για κατάρτιση της οριστικής σύμβασης (ΑΠ 1131/76). Εφόσον το παραπάνω άρθρο δεν διαλαμβάνει ειδικές διατάξεις, που να διέπουν το προσύμφωνο, εφαρμόζονται αναλογικά επί των πηγαζουσών από αυτό σχέσεων, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, οι κανόνες που αφορούν γενικά όλες τις συμβάσεις ή την ειδική κατηγορία στην οποία υπάγεται ορισμένη σύμβαση (ΑΠ 568/2014, ΑΠ 249/2009, ΑΠ 1436/79, ΑΠ 1131/76).
Έτσι σε περίπτωση προσυμφώνου πώλησης έχουν εφαρμογή τόσον οι γενικές διατάξεις για την πλημμελή εκπλήρωση της παροχής όσο και οι ειδικές διατάξεις της συγκεκριμένης σύμβασης, όπως εκείνες που αφορούν την ευθύνη του πωλητή για νομικά ή πραγματικά ελαττώματα και για έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων κατά τα άρθρ.515 και 534 - 537 ΑΚ, οπότε ο εκ προσυμφώνου αγοραστής έχει τα παρεχόμενα από τα αρθρ.516 και 540 και 543 ΑΚ δικαιώματα (ΑΠ 514/2016).
Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 534 του Α.Κ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3043/2002, προκύπτει, ότι ο πωλητής υποχρεούται να παραδώσει το πράγμα με τις συνομολογημένες ιδιότητες και χωρίς πραγματικά ελαττώματα. Ως "ιδιότητα του πράγματος" θεωρείται όχι μόνον κάποιο συγκεκριμένο φυσικό γνώρισμα ή πλεονέκτημά του, αλλά και οποιαδήποτε σχέση, η οποία από το είδος και την διάρκεια της επιδρά, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, στην αξία ή στην χρησιμότητα αυτού (ΑΠ 1125/1992).
Συνομολόγηση ιδιότητας του πωληθέντος πράγματος, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, υπάρχει, όταν ο πωλητής προέβη σε δήλωση, που έγινε αποδεκτή από τον αγοραστή, η οποία έχει ως περιεχόμενο την ύπαρξη ορισμένων και συγκεκριμένων φυσικών ιδιοτήτων ή προσόντων του αντικειμένου της σύμβασης και την ανάληψη ευθύνης του δηλούντος για την ύπαρξη των ιδιοτήτων αυτών, καθώς και τις συνέπειες της έλλειψής τους.
Πότε ο πωλητής δεν εκπληρώνει την απορρέουσα από το άρθρ.534 ΑΚ υποχρέωσή του, ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 535 του Α.Κ., κατά την οποία αυτό συμβαίνει, αν το πράγμα που παραδίδει στον αγοραστή δεν ανταποκρίνεται στη σύμβαση, ενώ ακολούθως απαριθμούνται στην ίδια διάταξη ενδεικτικά μόνον ορισμένα κριτήρια, που συνιστούν κριτήρια εννοιολογικού προσδιορισμού της ελαττωματικότητας του πράγματος.
Η παροχή λοιπόν πράγματος από τον πωλητή στον αγοραστή με πραγματικά ελαττώματα ή χωρίς τις συμφωνημένες ιδιότητες, είναι θεμελιωτική της ευθύνης του λόγω μη εκπλήρωσης, η οποία υπόκειται στην ειδική ρύθμιση του άρθρου 537 του Α.Κ., που βασικά αναφέρεται σε γνήσια αντικειμενική ευθύνη και παρέχει στον αγοραστή, είτε πρόκειται για πώληση γένους είτε για πώληση είδους, μεταξύ άλλων, και το δικαίωμα να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, κατά τη διάταξη του άρθρου 540 παρ. 1 περ. 3 του ΑΚ, όπως αυτή ισχύει από 21-8-2002 μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3043/2002.
Το δικαίωμα υπαναχώρησης είναι διαπλαστικό και ασκείται είτε με άτυπη δήλωση του αγοραστή προς τον πωλητή είτε με την άσκηση της αγωγής (ΑΠ 1730/2001). Κρίσιμος χρόνος για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 534 - 535 του ΑΚ είναι να υπάρχει το πραγματικό ελάττωμα ή η έλλειψη της ιδιότητας, κατά τον χρόνο που μεταβαίνει ο κίνδυνος από τον πωλητή στον αγοραστή.
Τούτο όμως δεν σημαίνει, ότι ο αγοραστής θα πρέπει να δεχθεί το ελαττωματικό πράγμα, προκειμένου να ασκήσει τα δικαιώματά του, ούτε σημαίνει, ότι είναι υποχρεωμένος να αναμείνει το χρόνο παράδοσης του πράγματος, σύμφωνα με τη σύμβαση, για να ασκήσει τα δικαιώματά του από τις διατάξεις των άρθρων 534 και επ.
του ΑΚ, όταν είναι βέβαιο, ότι το ελάττωμα, που διαπίστωσε, δεν μπορεί να αρθεί ή η έλλειψη δεν μπορεί να συμπληρωθεί, καθόσον ο νόμος δεν του επιβάλλει αντίστοιχη υποχρέωση. Αντίθετα ο σκοπός της νομοθετικής ρύθμισης των άρθρων 534 και επ. του ΑΚ συνέχεται με την ικανοποίηση του συμφέροντος του αγοραστή να μην αποκτήσει κάτι που, λόγω του ελαττώματος ή της έλλειψης της ιδιότητας, δεν αντιστοιχεί πλέον στην αντιπαροχή του.
Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή των προϋποθέσεων προς άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης, αναγόμενη σε εκτίμηση πραγμάτων, διαφεύγει του ακυρωτικού ελέγχου. Οι κανόνες, ωστόσο, για τα πραγματικά ελαττώματα και την έλλειψη των συνομολογημένων ιδιοτήτων συνιστούν ενδοτικό δίκαιο και είναι άρα δυνατή με αντιθέτου περιεχομένου συμφωνία των μερών αν διαφοροποιηθεί η ευθύνη του πωλητή, πάντοτε, όμως, μέσα στο πλαίσιο της γενικής διάταξης του αρθρ.332 ΑΚ.
Μπορεί, έτσι, να συμφωνηθεί η επίταση της ευθύνης του πωλητή, ώστε να ευθύνεται για τυχόν ελαττώματα του πράγματος ή για έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας ανεξάρτητα από την όποια γνώση του αγοραστή και το νόημα ακριβώς αυτό έχει ο όρος στο προσύμφωνο ή στην κύρια σύμβαση πώλησης, ότι το πωλούμενο μεταβιβάζεται ελεύθερο διεκδίκησης ή δικαιώματος τρίτου (ΑΠ 514/2016, ΑΠ 1135/2011).
Κατά την έννοια αυτή, ο ως άνω όρος δεν έχει το χαρακτήρα συνομολογημένης ιδιότητας, ώστε η προβολή από μέρους τρίτων αξιώσεων επί του πωλούμενου πράγματος να θεμελιώνει υπέρ του αγοραστή τα δικαιώματα του αρθρ.540 ΑΚ, ενεργοποιεί όμως η προβολή των αξιώσεων αυτών, ανεξαρτήτως βασιμότητάς τους, την αυξημένη, κατά τον ως άνω όρο, εγγυητική ευθύνη του πωλητή, οπότε εφαρμογής τυγχάνουν οι γενικές διατάξεις για την ανώμαλη εξέλιξη των ενοχών (αρθρ.380 επ.
ΑΚ, αφού εξαιτίας των αξιώσεων αυτών, η παροχή του πωλητή δεν είναι πλέον η προσήκουσα και αντίθετα αυτός τελεί, κατά περίπτωση, σε αδυναμία ή υπηρημέρια να μεταβιβάσει το πωλούμενο ελεύθερο διεκδίκησης. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης [άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ] προκύπτει ότι, εκτιμώντας αυτή το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, ως προς την ουσία της υπόθεσης, τα ακόλουθα: "Η εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) εδρεύουσα στο ...
ανώνυμος εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε.", δραστηριοποιείται στην παραγωγή και εμπορία, σε βιομηχανική κλίμακα, διελασμάτων αλουμινίου (προφίλ και εξαρτήματα), που χρησιμοποιούνται σε βιομηχανικές και αρχιτεκτονικές εφαρμογές, ενώ ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) Γ. Β. του Σ., ήταν εκ των ιδρυτών και βασικός μέτοχος της εδρεύουσας στο ...
ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", που είχε συσταθεί το έτος 1997 και δραστηριοποιείτο στην παραγωγή και εμπορία ψηκτρών αποτροπής σωματιδίων και αέρα, χρήσιμων σε συρόμενες πόρτες αλουμινίου, για τη δημιουργία δε της βιομηχανικής εγκαταστάσεώς της, στην περιοχή ..., εντάχθηκε σε επενδυτικό πρόγραμμα και έλαβε κρατική επιχορήγηση, με συνέπεια οι μετοχές της να είναι αμεταβίβαστες για χρονικό διάστημα δέκα (10) ετών, από της συστάσεώς της, χωρίς άδεια της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας - Θράκης ...
Ο ενάγων, προτιθέμενος να πωλήσει τις 302.500 κοινές ονομαστικές, μη μεταβιβάσιμες επί δεκαετία, κατά τα προαναφερόμενα, μετοχές της παραπάνω ανωνύμου εταιρείας με τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", που κατά τους ισχυρισμούς του κατείχε, ονομαστικής αξίας καθεμιάς από αυτές 2,93 ευρώ, προσέγγισε το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης, Γ.
Μ., προκειμένου να μεταβιβάσει, λόγω πωλήσεως, στην τελευταία τις ως άνω μετοχές του, που αντιστοιχούσαν σε ποσοστό 75,625% του όλου αριθμού των μετοχών της (ανωνύμου εταιρείας "... Α.Ε."), το σύνολο των οποίων ανερχόταν σε 400.000. Η εναγομένη, η οποία κατ’ αρχήν επέδειξε ενδιαφέρον για την απόκτηση του συνόλου των μετοχών της παραπάνω ανωνύμου εταιρείας "...
Α.Ε.", ανέφερε στον ενάγοντα, δια του ως άνω νομίμου εκπροσώπου της, ότι η διαπραγμάτευση πρέπει να γίνει με όλους τους μετόχους της τελευταίας, πλην όμως αυτός πρότεινε, ότι στη φάση εκείνη ήταν προτιμότερο να μη προσεγγιστεί ο άλλος μέτοχός της, στενός φίλος και κουμπάρος του, Κ. Κ., ο οποίος κατείχε τις υπόλοιπες 97.500 μετοχές της, που αντιπροσώπευαν ποσοστό 24,375% του συνόλου των μετοχών της, επικαλούμενος τη διακινδύνευση της διαπραγμάτευσης ..., αλλά να προηγηθεί η πώληση των δικών του (ενάγοντος) μετοχών, η κατοχή των οποίων άλλωστε εξασφάλιζε τον απόλυτο έλεγχο της εν λόγω ανωνύμου εταιρείας ("...
Α.Ε."), ακολούθως δε να γίνει η διαπραγμάτευση για την αγορά των μετοχών του προαναφερθέντος άλλου μετόχου της (Κ. Κ.). Έτσι, ύστερα από διαπραγματεύσεις, που έγιναν μεταξύ του ενάγοντος και του ως άνω νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης, αφού προηγουμένως έγινε διακριτικός έλεγχος από την τελευταία των λογιστικών και καταστατικών εγγράφων της παραπάνω ανωνύμου εταιρείας ("...
Α.Ε."), που έθεσε στη διάθεσή της σε φωτοαντίγραφα, ο αντίδικός της, συμφωνήθηκε μεταξύ αυτών (διαδίκων) η μεταβίβαση των παραπάνω μετοχών, λόγω πωλήσεως, ως τίμημα των οποίων ορίστηκε το συνολικό ποσό του 1.165.000,00 ευρώ, για το σκοπό δε αυτό καταρτίστηκαν οι από 21-5-2004 δύο (2) συμβάσεις πωλήσεως μετοχών. Συγκεκριμένα, με τις παραπάνω συμβάσεις, που υπεγράφησαν την 21-5-2004 από τον ενάγοντα και τον ως άνω νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης, Γ.
Μ., στην έδρα της τελευταίας, στο ..., προσυμφωνήθηκε ο ενάγων να πωλήσει και μεταβιβάσει, κατά πλήρη κυριότητα, στην εναγομένη, συνολικά 302.500 κοινές ονομαστικές μετοχές, που κατείχε, της προαναφερόμενης εδρεύουσας στο ... ανωνύμου εταιρείας με τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", μη εισηγμένες προς διαπραγμάτευση στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, αμεταβίβαστες για χρονικό διάστημα δέκα (10) ετών χωρίς άδεια της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας - Θράκης, καθόσον, όπως ήδη προαναφέρθηκε, για τη δημιουργία της βιομηχανικής εγκαταστάσεώς της, στην περιοχή ..., εντάχθηκε σε επενδυτικό πρόγραμμα και έλαβε κρατική επιχορήγηση, αντί συνολικού τιμήματος ύψους 1.165.000,00 ευρώ.
Ειδικότερα, με τη μία από τις ως άνω συμβάσεις προσυμφωνήθηκε η μεταβίβαση των 240.000 μετοχών της παραπάνω ανωνύμου εταιρείας ("... Α.Ε."), που ήταν ενσωματωμένες στον υπ’ αριθ.1 προσωρινό τίτλο μετοχών (001 - 240.000), αντί τιμήματος 4,167 ευρώ ανά μετοχή και συνολικά 1.000.000,00 ευρώ, ενώ με την άλλη προσυμφωνήθηκε η μεταβίβαση 62.500 μετοχών της ίδιας παραπάνω ανωνύμου εταιρείας ("...
Α.Ε."), που ήταν ενσωματωμένες στον υπ’ αριθ. 2 προσωρινό τίτλο μετοχών (240.001 - 302.500), αντί τιμήματος 2,64 ευρώ ανά μετοχή και συνολικά 165.000,00 ευρώ. Η οριστική σύμβαση για τη μεταβίβαση των παραπάνω μετοχών από τον ενάγοντα στην εναγομένη θα καταρτιζόταν αμέσως μετά την αποδέσμευσή τους με απόφαση της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας - Θράκης, καθόσον, για το λόγο που προαναφέρθηκε, ήταν αμεταβίβαστες για χρονικό διάστημα δέκα (10) ετών, ενώ, με όρο που συμπεριλήφθηκε και στις δύο προαναφερθείσες συμβάσεις πωλήσεως μετοχών, ο ενάγων υποσχέθηκε τη μεταβίβαση των εν λόγω μετοχών ελεύθερων από κάθε νομικό ελάττωμα αδιακρίτως, βάρους, διεκδίκησης ή δέσμευσης τρίτου.
Εξάλλου, στην πρώτη από τις ως άνω συμβάσεις, ο ενάγων δήλωσε, ότι δεν υφίσταται ανεκκαθάριστη σχέση του, είτε προς την ως άνω εταιρεία με τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", τις μετοχές του στην οποία προσυμφώνησε να μεταβιβάσει στην αντίδικό του, είτε εκ της κοινωνίας προς τους μετόχους της τελευταίας, ενώ στις παραπάνω συμβάσεις περιλήφθηκε όρος, σύμφωνα με τον οποίο αυτολεξεί ορίστηκε ότι: "Σε περίπτωση μεταμέλειας εκάστου συμβαλλομένου και μη καταρτίσεως της εκποιητικής δικαιοπραξίας [ως μεταμέλειας θεωρούμενης και της αδρανείας να επιτευχθεί η αποδέσμευση του αμεταβίβαστου των μετοχών], το θιγόμενο μέρος που επιθυμεί την κατάρτιση της εκποιητικής δικαιοπραξίας δικαιούται εκτός πάσης νομίμου αποζημιώσεως και την κατάπτωση ποσού ίσου με το μέγεθος της αγοραίας αξίας, ως αναπόδεικτη ζημία και ποινική ρήτρα" ....
Ο ενάγων, πριν από την υπογραφή των παραπάνω δύο (2) συμβάσεων, με τις οποίες προσυμφωνήθηκε η μεταβίβαση των ως άνω μετοχών του στην αντίδικό του, με την από 12-5-2004 αίτησή του προς το Τμήμα Κινήτρων Περιφερειακής Ανάπτυξης της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας - Θράκης, ζήτησε την έγκριση της αλλαγής της μετοχικής σύνθεσης της προαναφερόμενης εταιρείας με τον διακριτικό τίτλο "...
Α.Ε.", επικαλούμενος, ότι αποφάσισε τη μεταβίβαση του συνόλου των μετοχών της τελευταίας που κατείχε (302.500 μετοχές) στην ανώνυμο εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε." (εναγομένη), η οποία με την υπ’ αρ. 615/7-5-2004 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της ενέκρινε τη μεταβίβαση σ’ αυτήν, λόγω πωλήσεως, των εν λόγω μετοχών, αναλαμβάνοντας όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την υπ’ αριθμ.
πρωτ. .../17-12-1996 απόφαση της παραπάνω υπηρεσίας, με την οποία υπήχθη η επένδυση της προαναφερόμενης ανωνύμου εταιρείας ("... Α.Ε.") στις διατάξεις του Ν. 1892/1990. Η Διεύθυνση Σχεδιασμού και Ανάπτυξης της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας - Θράκης με το υπ’ αριθ. πρωτ. .../11-6-2004 έγγραφό της προς τον ενάγοντα, ζήτησε από αυτόν, προκειμένου να εγκρίνει την αλλαγή της μετοχικής σύνθεσης της παραπάνω ανωνύμου εταιρείας με τον διακριτικό τίτλο "...
Α.Ε.", μεταξύ και άλλων, να προσκομίσει δήλωση του άλλου μετόχου της τελευταίας, του προαναφερόμενου Κ. Κ., ο οποίος κατείχε ποσοστό 24,375% του συνόλου των μετοχών της, ότι αποδέχεται την μεταβίβαση των μετοχών του (ενάγοντος) προς την εναγομένη, στην οποία κοινοποιήθηκε το παραπάνω έγγραφο. Η εναγομένη με τις από 15-6-2004 έγγραφες παρατηρήσεις της προς το Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας - Θράκης, επικαλούμενη έννομο συμφέρον και επιχειρηματολογώντας, ως προς το ότι δεν είναι αναγκαία η συναίνεση του Κ.
Κ., δηλαδή και του άλλου μετόχου της ως άνω εταιρείας με τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", για την έγκριση της αλλαγής της μετοχικής σύνθεσης της τελευταίας, ως μη προβλεπόμενη από τις διατάξεις του Ν. 1892/1990 και του Ν. 2601/1998, επέτυχε να παραλειφθεί η ως άνω προϋπόθεση για την έγκριση της μεταβίβασης των ως άνω μετοχών από τον ενάγοντα σ’ αυτήν (εναγομένη).
Περαιτέρω, στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων για μεταβίβαση των προαναφερόμενων μετοχών του ενάγοντος στην εναγομένη, η δεύτερη πρότεινε στον πρώτο, κατά την επικείμενη γενική συνέλευση των μετοχών της παραπάνω ανωνύμου εταιρείας με τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", να τεθούν ως θέματα ημερήσιας διάταξης, μεταξύ και των άλλων, η μεταφορά της έδρας της από το ...
στο ..., καθώς και η εκλογή νέου διοικητικού συμβουλίου της, στο οποίο θα συμμετείχαν και πρόσωπα της επιλογής της (εναγομένης). Το διοικητικό συμβούλιο της παραπάνω ανωνύμου εταιρείας με τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε." όρισε ως ημερομηνία συγκλήσεως της γενικής συνέλευσης των μετόχων της την 28-6-2004, με την από 28-5-2004 πρόσκληση δε, κάλεσε τους μετόχους της να μετάσχουν σ’ αυτήν, στα θέματα της ημερήσιας διάταξης της οποίας συμπεριλήφθηκαν και εκείνα που ζήτησε η εναγομένη.
Πράγματι την 28-6-2004 πραγματοποιήθηκε η τακτική γενική συνέλευση των μετόχων της παραπάνω ανωνύμου εταιρείας με τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", στην οποία παρέστησαν, ως παρατηρητές, η αντιπρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης ..., καθώς και ο νομικός της σύμβουλος .... Στην ως άνω τακτική γενική συνέλευση εμφανίστηκε και ο μέτοχος της προαναφερόμενης ανωνύμου εταιρείας ("...
Α.Ε.") Κ. Κ., ο οποίος, κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, κατείχε μόνον 97.500 μετοχές της, που αντιπροσώπευαν ποσοστό 24,375% του συνόλου των μετοχών της, με τους νομικούς παραστάτες του ... , αυτός όμως αμφισβήτησε με έντονο τρόπο, ότι κατέχει μόνο το ως άνω ποσοστό των μετοχών της εν λόγω εταιρείας, ισχυρίστηκε, ότι κατέχει ποσοστό 50% του συνόλου των μετοχών της, δήλωσε δε, ότι ουδέποτε του παραδόθηκαν προσωρινοί ή οριστικοί τίτλοι μετοχών της εν λόγω ανωνύμου εταιρείας ("...
Α.Ε."), καθώς και ότι ουδέποτε συμμετείχε σε γενική συνέλευση των μετόχων της ή σε συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου της με θέμα ημερήσιας διάταξης την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της, ισχυριζόμενος, ότι οι υπογραφές του στα αντίστοιχα πρακτικά των βιβλίων του διοικητικού συμβουλίου και της γενικής συνέλευσης είναι πλαστές, άλλως προϊόν παραπλάνησής του, αξίωσε δε την άμεση επίδειξη των εν λόγω βιβλίων και ζήτησε να λάβει φωτοαντίγραφα αυτών, προκειμένου να ασκήσει τα δικαιώματά του.
Ο ενάγων, που ήταν επίσης παρών στην παραπάνω τακτική γενική συνέλευση και συμμετείχε σ’ αυτήν ως βασικός μέτοχος και προσωρινός πρόεδρος της (γενικής συνελεύσεως), αρνήθηκε την επίδειξη των βιβλίων που ζητούσε ο προαναφερόμενος Κ. Κ., με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένταση, για να αποφευχθεί δε περαιτέρω έκρυθμη κατάσταση, που θα είχε απρόβλεπτη εξέλιξη, η ως άνω γενική συνέλευση των μετόχων της εν λόγω ανωνύμου εταιρείας, αφού εξέλεξε ως οριστικό πρόεδρο της (γενικής συνέλευσης), ύστερα από πρόταση του ενάγοντος, τον Ε.
Μ. του Μ., δικηγόρο Ηρακλείου Κρήτης, και επετράπη η συμμετοχή του ως άνω Κ. Κ., ως μετόχου της σ’ αυτήν, με αίτηση του τελευταίου αναβλήθηκε για την 19-7-2004, χωρίς να ληφθεί οποιαδήποτε απόφαση για τα θέματα της ημερήσιας διάταξης. Περαιτέρω, από τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα με επίκληση προέκυψε, ότι, μετά το πέρας της γενικής συνέλευσης των μετόχων της παραπάνω εταιρείας, που έλαβε χώρα την 28-6-2004, η αντιπρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης, Ε.
Μ., που παρέστη σ’ αυτήν, κατά τα προαναφερόμενα, επεσήμανε στον ενάγοντα την ανάγκη εκκαθαρίσεως της καταστάσεως και την ευθύνη του για τις εξελίξεις που θα επακολουθούσαν, εφόσον οι ως άνω ισχυρισμοί του άλλου μετόχου της εταιρείας με τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", του Κ. Κ., ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, ενώ, μετά την προαναφερθείσα εξέλιξη, εύλογο και αναμενόμενο ήταν το μέχρι τότε ισχυρό ενδιαφέρον της εναγομένης για μεταβίβαση σ’ αυτήν των παραπάνω μετοχών να ατονήσει, γεγονός στο οποίο συνέβαλε ότι κατά την ορισθείσα επαναληπτική τακτική γενική συνέλευση των μετόχων της παραπάνω ανωνύμου εταιρείας "...
Α.Ε.", την 19-7-2004, δεν αποδεικνύεται ποιοι παρέστησαν σ’ αυτήν και ποιες αποφάσεις λήφθηκαν, ειδικότερα δε, αν λήφθηκε απόφαση για μεταφορά της έδρας της από το ... στο ... και αν εκλέχτηκαν στο διοικητικό συμβούλιό της πρόσωπα της επιλογής της εναγομένης, όπως είχε ζητήσει, κατά τα προαναφερόμενα, η τελευταία. ...
Ο ως άνω Κ. Κ., προφανώς επειδή ο ενάγων αρνήθηκε να του χορηγήσει αντίγραφα των πρακτικών του διοικητικού συμβουλίου της παραπάνω εταιρείας και των γενικών συνελεύσεων των μετόχων της, με αποφάσεις των οποίων έγινε η αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου, την εγκυρότητα της οποίας αμφισβητούσε ο ίδιος, άσκησε την από 2-8-2004 υπ’ αρ.
εκθέσεως καταθέσεως .../2-8-2004 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, απευθυνόμενη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, κατά του ενάγοντος και της ως άνω ανωνύμου εταιρείας "... Α.Ε.", με την οποία ζητούσε αντίγραφα των πρακτικών συνεδριάσεων των διοικητικών συμβουλίων και των γενικών συνελεύσεων των μετόχων της τελευταίας, ισχυριζόμενος, ότι πλαστογραφήθηκαν οι υπογραφές του στα ως άνω έγγραφα, που αφορούσαν αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της παραπάνω εταιρείας, με συνέπεια να περιοριστεί η συμμετοχή του σ’ αυτήν από 50% σε 24,29%, αίτηση που κοινοποίησε την 18-8-2004 και στην εναγομένη, επισημαίνοντας στην τελευταία, ότι αμφισβητεί ως άκυρες και δεν αποδέχεται τις αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της παραπάνω εταιρείας ("...
Α.Ε."), με τις οποίες ανατράπηκε το ποσοστό συμμετοχής του ιδίου και του ενάγοντος, από 50% ο καθένας από αυτούς, στο μετοχικό κεφάλαιο της τελευταίας, η συζήτηση της οποίας (αιτήσεως) προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 17-9-2004, πλην όμως δεν αποδεικνύεται, αν πράγματι συζητήθηκε στην ως άνω δικάσιμο και ποιο ήταν το αποτέλεσμα της, αν αναβλήθηκε η συζήτησή της ή ματαιώθηκε αυτή ....
Με την υπ’ αριθ. πρωτ. .../Ν.1892/90 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας - Θράκης, που εκδόθηκε την 1-11-2004, εγκρίθηκε η αλλαγή της μετοχικής σύνθεσης της παραπάνω ανωνύμου εταιρείας με τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε." και επετράπη η οριστική μεταβίβαση του ποσοστού 75,625% των μετοχών της, που κατείχε ο ενάγων, από αυτόν στην εναγομένη, ενώ λίγες ημέρες αργότερα, συγκεκριμένα δε την 9-11-2004 επιδόθηκε στον ενάγοντα η απευθυνόμενη ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου και στρεφόμενη εναντίον του υπ’ αριθ.
εκθέσεως καταθέσεως .../2-11-2004 αγωγή του ως άνω Κ. Κ., με την οποία ο τελευταίος ζητούσε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 19-6-2000 αποφάσεως του διοικητικού συμβουλίου της παραπάνω ανωνύμου εταιρείας με τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", καθώς και η ακυρότητα των από 20-3-2000, 30-6-2001 και 30-6-2003 αποφάσεων των ετήσιων γενικών συνελεύσεων των μετόχων της τελευταίας, περί αυξήσεως του μετοχικού κεφαλαίου της, προκειμένου να αποκατασταθεί το ποσοστό συμμετοχής του στο εταιρικό της κεφάλαιο σε 50%, επικαλούμενος, ότι η υπογραφή του επί των ως άνω εγγράφων είναι πλαστογραφημένη, άλλως προϊόν απάτης, αγωγή, που ο προαναφερόμενος Κ.
Κ., επέδωσε την 10-11-2004 και στην εναγομένη, επισημαίνοντας στην τελευταία, ότι αμφισβητεί ως άκυρες και δεν αποδέχεται τις αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της παραπάνω εταιρείας ("... Α.Ε."), με τις οποίες ανατράπηκε το ποσοστό συμμετοχής του ιδίου και του ενάγοντος, από 50% καθένας από αυτούς, στο μετοχικό κεφάλαιο της τελευταίας.
Ακολούθως, έγινε συνάντηση μεταξύ του ενάγοντος και του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης, την 24- 11-2004, στη Θεσσαλονίκη, κατά την οποία ο δεύτερος, υπό την ως άνω ιδιότητά του, γνωστοποίησε στον πρώτο, ότι η εναγομένη δεν προτίθεται να προχωρήσει στην κατάρτιση οριστικής συμβάσεως για μεταβίβαση σ’ αυτήν των παραπάνω μετοχών, επικαλούμενος ότι ποσοστό αυτών διεκδικείται από τον ως άνω Κ.
Κ., ενώ την 11-12-2004 επιδόθηκε στον ενάγοντα η από 10-12-2004 "εξώδικη καταγγελία" της εναγομένης, με την οποία η τελευταία ουσιαστικά υπαναχώρησε από τις προαναφερθείσες δύο (2) συμβάσεις πωλήσεως μετοχών, επικαλούμενη, ότι ποσοστό των υπό πώληση σ’ αυτήν μετοχών αμφισβητείται ότι ανήκει στον ίδιο (ενάγοντα), καθόσον με την προαναφερθείσα υπ’ αριθ.εκθέσεως καταθέσεως .../2-11-2004 αγωγή του Κ.
Κ. ο τελευταίος ζητούσε να αναγνωριστεί η ακυρότητα των αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου και των γενικών συνελεύσεων των μετόχων της παραπάνω εταιρείας ("... Α.Ε."), με τις οποίες αποφασίστηκε η αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου και ότι ο ίδιος (Κ. Κ.) κατέχει μετοχές που αντιπροσωπεύουν ποσοστό 50% του εταιρικού της κεφαλαίου.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, ο ενάγων με την από 13-12-2004 πρόσκληση του, την οποία απηύθυνε προς την εναγομένη και επέδωσε στην τελευταία την 16-12-2004, δήλωσε, ότι τελεί σε ετοιμότητα παραδόσεως της νομής των ως άνω υπό πώληση μετοχών του και κάλεσε την αντίδικο του να εκπληρώσει, εντός προθεσμίας τριών (3) ημερών, στη Βιομηχανική Περιοχή Κιλκίς, την παροχή της, με βάση τις ως άνω από 21-5-2004 δύο (2) συμβάσεις, συγκεκριμένα δε να του καταβάλλει το συμφωνημένο τίμημα αγοράς των εν λόγω μετοχών, προθεσμία που παρήλθε άπρακτη.
Τέλος, ο ενάγων την 3-4-2005 πώλησε και παρέδωσε τις προαναφερόμενες μετοχές του της ως άνω εταιρείας με τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε." στην ανώνυμο εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε.", αντί τιμήματος 1.000.000,00 ευρώ, κύριος μέτοχος της οποίας, κατά ποσοστό 99%, ήταν η ανώνυμος εταιρεία με την επωνυμία "...", βασικοί μέτοχοι της οποίας είναι ο ως άνω Κ.
Κ. και οι γιοι του Μ. και Ι., δηλαδή ουσιαστικά τις ως άνω μετοχές του ενάγοντος αγόρασε ο Κ. Κ., ο οποίος και αμφισβητούσε την κυριότητα ποσοστού αυτών, έτσι δε ματαιώθηκε η συζήτηση της προαναφερθείσας υπ’ αρ.εκθέσεως καταθέσεως .../2-11-2004 αγωγής του κατά του ενάγοντος. Πρέπει να σημειωθεί εδώ, ότι η κρίση του παρόντος δικαστηρίου, ότι τις ως άνω μετοχές της εταιρείας "...
Α.Ε.", που κατείχε ο ενάγων, ουσιαστικά αγόρασε ο προαναφερόμενος Κ. Κ., συνιδρυτής και μέτοχος της ίδιας εταιρείας, κατά το ποσοστό που προαναφέρθηκε, ενισχύεται από το ότι αυτός, με επιστολή του προς την εναγομένη, που της απέστειλε με FAX την 9-6-2005, ζήτησε από την τελευταία να αποστείλει επιστολή στην Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας - Θράκης, στην οποία να αναφέρει, ότι δεν ολοκληρώθηκε η προς αυτήν μεταβίβαση των ως άνω μετοχών της ανωνύμου εταιρείας με τον διακριτικό τίτλο "...
Α.Ε." και δεν ενδιαφέρεται πλέον για τη μεταβίβαση τους σ’ αυτήν (εναγομένη), αίτημα που ικανοποιήθηκε από την τελευταία, η οποία με την από 10-6-2005 επιστολή της προς το Τμήμα Κινήτρων Περιφερειακής Ανάπτυξης της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας - Θράκης βεβαίωσε τη διακοπή ενδιαφέροντός της προς εξαγορά των ως άνω μετοχών της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "...
Α.Ε.", ενέργεια στην οποία προφανώς δεν θα προέβαινε ο προαναφερόμενος Κ. Κ. σε περίπτωση κατά την οποία δεν θα είχε αποκτήσει ουσιαστικά και τις υπόλοιπες μετοχές της εν λόγω εταιρείας ("... Α.Ε."). Από όλα όσα προαναφέρθηκαν, με σαφήνεια συνάγεται, ότι η παροχή που υποσχέθηκε ο ενάγων προς την εναγομένη, με βάση τις προαναφερθείσες από 21-5-2004 συμβάσεις πωλήσεως μετοχών, δεν ήταν η προσήκουσα, καθόσον οι μετοχές που ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει στην αντίδικό του, αντί του προαναφερόμενου τιμήματος, στερούνταν της συνομολογημένης ιδιότητας της μη διεκδίκησής τους από τρίτο, όπως υποσχέθηκε κατά την κατάρτιση των ως άνω συμβάσεων, καθόσον ο προαναφερόμενος Κ.
Κ. αμφισβητούσε, ότι ποσοστό αυτών ανήκε στην κυριότητά του και με την προαναφερθείσα αγωγή που άσκησε, την οποία κοινοποίησε και στην εναγομένη, ζητούσε να αναγνωριστεί η ακυρότητα των αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου και των γενικών συνελεύσεων των μετόχων της παραπάνω εταιρείας ("... Α.Ε."), με τις οποίες αποφασίστηκε η αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου, και ότι ο ίδιος κατέχει μετοχές που αντιπροσωπεύουν ποσοστό 50% του εταιρικού της κεφαλαίου.
Ο ισχυρισμός του ενάγοντος, που προβλήθηκε με την ένδικη αγωγή του, επαναφέρεται δε στο παρόν δευτεροβάθμιο δικαστήριο με σχετικό λόγο της κρινόμενης εφέσεώς του, ότι η αντίδικός του είχε ελέγξει επισταμένως το ζήτημα της κυριότητας των μετοχών που προσυμφωνήθηκε να πωληθούν σ’ αυτήν, καθώς και ότι γνώριζε, ότι η ως άνω αγωγή του Κ.
Κ. ήταν αβάσιμη, χρησιμοποίησε δε αυτήν ως πρόσχημα προκειμένου να αθετήσει τις υποχρεώσεις που ανέλαβε με τις προαναφερόμενες από 21-5-2004 δύο (2) συμβάσεις, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο δε διότι η εναγομένη ναι μεν προέβη σε έλεγχο των ως άνω προς πώληση στην ίδια μετοχών, η διεκδίκηση ποσοστού αυτών όμως από τον προαναφερόμενο Κ.
Κ. προέκυψε μετά την κατάρτιση των παραπάνω από 21-5-2004 συμβάσεων, στις οποίες ο ενάγων ρητά υποσχέθηκε, ότι είναι ελεύθερες διεκδίκησης από τρίτο, συγκεκριμένα δε η εναγομένη έλαβε γνώση, ότι ποσοστό των υπό πώληση σ’ αυτήν μετοχών του ενάγοντος αμφισβητείται από τον ως άνω Κ. Κ. κατά την τακτική γενική συνέλευση των μετόχων της παραπάνω εταιρείας με τον διακριτικό τίτλο "...
Α.Ε.", που πραγματοποιήθηκε την 28-6-2004, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν. Η σοβαρότητα της προθέσεως της εναγομένης να αποκτήσει τις μετοχές της παραπάνω εταιρείας με τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", που κατείχε ο αντίδικός της, κατά το χρόνο κατάρτισης των προαναφερομένων από 21-5-2004 συμβάσεων και μέχρι την πραγματοποίηση της τακτικής γενικής συνέλευσης των μετόχων της τελευταίας, την 28-6-2004, πρέπει να θεωρηθεί δεδομένο γεγονός, που επιβεβαιώνεται από το ότι, με δική της καθοριστική συμβολή, κάμφθηκε η απαίτηση της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας - Θράκης να προσκομιστεί σ’ αυτήν έγγραφη αποδοχή του άλλου μετόχου της εν λόγω εταιρείας, του Κ.
Κ., ότι συναινεί ο τελευταίος στην μεταβίβαση των μετοχών του ενάγοντος για την έγκριση της αλλαγής της μετοχικής σύνθεσης της παραπάνω εταιρείας ("... Α.Ε."). Εάν η εναγομένη αναζητούσε προσχήματα για να μη καταρτιστεί η σύμβαση για την οριστική μεταβίβαση σ’ αυτήν των παραπάνω μετοχών του ενάγοντος, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο τελευταίος, η προαναφερθείσα εμπλοκή με την Περιφέρεια της Ανατολικής Μακεδονίας - Θράκης, δηλαδή η απαίτηση της να συναινέσει εγγράφως ο άλλος μέτοχος της παραπάνω ανωνύμου εταιρείας ("...
Α.Ε."), Κ. Κ., για την έγκριση της αλλαγής της μετοχικής της συνθέσεως, της προσέφερε την ιδανική ευκαιρία να απαλλαγεί από τις υποχρεώσεις που ανέλαβε με τις ως άνω από 21-5-2004 συμβάσεις, και μάλιστα αζημίως, καθόσον, εάν η Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας - Θράκης ενέμενε στην προαναφερθείσα απαίτηση της, η οποία ουσιαστικά ήρθη με την παρέμβαση της εναγομένης, όπως προαναφέρθηκε, είναι βέβαιο, ότι δεν θα επιτυγχανόταν η έγκριση της αλλαγής της μετοχικής σύνθεσης της παραπάνω εταιρείας και συνακόλουθα η αποδέσμευση των μετοχών του ενάγοντος για μεταβίβασή τους σ’ αυτήν (εναγομένη), λαμβανομένου υπόψη, ότι ο Κ.
Κ. αμφισβητούσε το ποσοστό μετοχών που κατείχε ο ενάγων στην εν λόγω εταιρεία και, προφανώς, δεν θα συναινούσε στην αλλαγή της μετοχικής της συνθέσεως. Εξάλλου, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε, ότι η εναγομένη ήλθε σε οποιαδήποτε συνεννόηση με τον ως άνω Κ. Κ., προκειμένου ο τελευταίος να αμφισβητήσει την κυριότητα του ενάγοντος επί ποσοστού των ως άνω υπό πώληση μετοχών του τελευταίου, όπως αυτός αφήνει να υπονοηθεί, με σκοπό να μειώσει το τίμημά τους ή να απαλλαγεί από τις υποχρεώσεις της, που απέρρεαν από τις ως άνω από 21-5-2004 συμβάσεις, επειδή μεταμελήθηκε για την απόκτηση αυτών, χωρίς όμως και να καταβάλει το επιτίμιο μεταμέλειας, που συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων.
Αντίθετα, αποδείχθηκε, ότι με προτροπή του ενάγοντος αποφεύχθηκε οποιαδήποτε συνάντηση της εναγομένης με τον ως άνω Κ. Κ., για το λόγο που προαναφέρθηκε, ενώ ούτε και μετά την πραγματοποίηση της γενικής συνέλευσης των μετόχων της ως άνω ανωνύμου εταιρείας με τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", την 28-6-2004, οπότε έγινε γνωστή η αμφισβήτηση εκ μέρους του τελευταίου της κυριότητας του ενάγοντος επί ποσοστού των ως άνω υπό πώληση μετοχών του, αποδείχθηκε οποιαδήποτε συνεννόηση της εναγομένης με τον προαναφερόμενο Κ.
Κ. ως προς το επίδικο ζήτημα. Τέλος, ο ισχυρισμός του ενάγοντος, ότι αμέσως μετά την έκδοση της προαναφερθείσας υπ’ αριθ. πρωτ. ...Ν.1892/90 απόφασης του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας - Θράκης, που εκδόθηκε την 1-11-2004, με την οποία εγκρίθηκε η αλλαγή της μετοχικής σύνθεσης της παραπάνω ανωνύμου εταιρείας με τον διακριτικό τίτλο "...
Α.Ε." και επετράπη η οριστική μεταβίβαση του ποσοστού 75,625% των μετοχών της, που κατείχε ο ίδιος, στην εναγομένη, ενημέρωσε την τελευταία για την άρση του κωλύματος κατάρτισης της σύμβασης για την οριστική μεταβίβαση των εν λόγω μετοχών σ’ αυτήν, έκτοτε δε η εναγομένη τελούσε σε υπερημερία ως προς την παροχή της, οπότε δεν είχε δικαίωμα υπαναχωρήσεως από τις παραπάνω συμβάσεις, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος από ουσιαστική άποψη.
Τούτο δε διότι, ακόμη και αν θεωρηθεί, ότι αμέσως ενημέρωσε ο ενάγων την αντίδικο του για την άρση του παραπάνω κωλύματος, η τελευταία δεν κατέστη υπερήμερος, καθόσον η παροχή του (ενάγοντος) δεν μπορούσε να εκπληρωθεί, όπως είχε συμφωνηθεί, δηλαδή η μεταβίβαση των ως άνω υπό πώληση μετοχών του ελεύθερων από διεκδίκηση τρίτου, καθόσον ποσοστό αυτών διεκδικούταν από τον ως άνω Κ.
Κ., ο οποίος μάλιστα έσπευσε να ασκήσει και σχετική αγωγή, την οποία κοινοποίησε και στην εναγομένη, ως εκ τούτου δε η εκπλήρωση της παροχής του ενάγοντος ήταν πλημμελής, με την έννοια ότι οι μετοχές που υποσχέθηκε να μεταβιβάσει στην εναγομένη δεν είχαν τη συνομολογημένη ιδιότητα της μη διεκδίκησης τους από τρίτο, η τελευταία δε (εναγομένη)...
δεν είχε υποχρέωση πρώτα να δεχθεί την πλημμελή εκπλήρωση της παροχής του αντιδίκου της και ακολούθως να ασκήσει τα δικαιώματά της που απορρέουν από τις διατάξεις των άρθρων 534 και επ. του Α.Κ., αφού ήταν βέβαιη η έλλειψη της παραπάνω συνομολογημένης ιδιότητας, που διαπίστωσε με την επίδοση σ’ αυτήν της ως άνω υπ’ αριθ.εκθέσεως καταθέσεως .../2-11-2004 αγωγής του Κ.
Κ. και δεν μπορούσε αυτή (έλλειψη) να αρθεί, με συνέπεια να μη είναι αναγκαίο να τάξει προθεσμία για την προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής του αντιδίκου της (αρθρ. 385 του Α.Κ.), ενώ η ως άνω, έστω και κατά ένα μέρος, πλημμελής εκπλήρωση της παροχής του τελευταίου, ήταν ουσιώδης για την εναγομένη, καθόσον ο απώτερος στόχος της ήταν η εξαγορά του συνόλου των μετοχών της παραπάνω εταιρείας με τον διακριτικό τίτλο "...
Α.Ε.", με αποτέλεσμα να μη έχει συμφέρον στη μερική προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής του αντιδίκου της και συνακόλουθα να έχει δικαίωμα να υπαναχωρήσει εξ ολοκλήρου από τις προαναφερθείσες από 21-5-2004 δύο (2) συμβάσεις. Πρέπει να επισημανθεί στο σημείο αυτό, ότι η άσκηση της ως άνω αγωγής του Κ. Κ., με την οποία αμφισβητούταν ευθέως η κυριότητα του ενάγοντος επί ποσοστού των ως άνω υπό πώληση μετοχών του στην εναγομένη, συνιστούσε σπουδαίο λόγο για την τελευταία να υπαναχωρήσει από τις προαναφερθείσες από 21-5-2004 δύο (2) συμβάσεις, καθόσον ο αντίδικός της ρητά υποσχέθηκε αυτές ελεύθερες από διεκδίκηση τρίτου.
Τούτο δε διότι εφόσον προχωρούσε στην κατάρτιση συμβάσεως για οριστική μεταβίβαση σ’ αυτήν των εν λόγω μετοχών, αναλάμβανε τον κίνδυνο να εμπλακεί σε μία δικαστική διαμάχη με απρόβλεπτη διάρκεια και έκβαση, έστω και ως προς ποσοστό των ως άνω υπό πώληση σ’ αυτήν μετοχών. Ο ισχυρισμός του ενάγοντος, ότι η ως άνω αγωγή του Κ.
Κ. ήταν προφανώς αβάσιμη, γεγονός που μπορούσε να προβλέψει η αντίδικός του, η οποία όφειλε να αναμείνει την έκβαση της παραπάνω δικαστικής διαμάχης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον θα ήταν αντίθετο προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη να υποχρεωθεί η εναγομένη, μολονότι οι εξελίξεις τρέχουν και τα επιχειρηματικά δεδομένα διαρκώς αλλάζουν, που αναπόφευκτα επιδρούν στην επιχειρηματική της συμπεριφορά και διαφοροποιούν το εκάστοτε επενδυτικό ενδιαφέρον της, αυτή να έχει σημαντικά κεφάλαιά της δεσμευμένα σε επένδυση με αμφίβολη απόδοση, μέχρι την διευθέτηση της διαφοράς μεταξύ ενάγοντος και του ως άνω Κ.
Κ., ως προς το ποσοστό των μετοχών της προαναφερόμενης ανωνύμου εταιρείας με τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", που κατείχε καθένας από τους τελευταίους. Από όλα όσα προαναφέρθηκαν, ναι μεν η εκπλήρωση της παροχής του ενάγοντος δεν ήταν αδύνατη, λόγω νομικού ελαττώματος, όπως βασίμως ισχυρίζεται αυτός με την κρινόμενη έφεσή του και τους πρόσθετους λόγους της, καθόσον η διεκδίκηση του υπό πώληση πράγματος δεν αποτελεί νομικό κώλυμα μεταβίβασής του ...., πλην όμως η εκπλήρωση της παροχής του τελευταίου (ενάγοντος) ήταν πλημμελής, συγκεκριμένα δε μη προσήκουσα, καθόσον, μολονότι υποσχέθηκε τις ως άνω υπό πώληση μετοχές του ελεύθερες από διεκδίκηση τρίτου, ποσοστό αυτών διεκδικούνταν από τον προαναφερόμενο Κ.
Κ.. Επομένως, η παραπάνω υπαναχώρηση της εναγομένης, λόγω έλλειψης της προαναφερόμενης συνομολογημένης ιδιότητας των υπό πώληση σ’ αυτήν επίδικων μετοχών, αποτελούσε άσκηση νομίμου δικαιώματός της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 540 του Α.Κ., δικαίωμα που το άσκησε νόμιμα, πριν ακόμα της μεταβιβαστούν οριστικά αυτές, ...
εφόσον η έλλειψη της συνομολογημένης ιδιότητας τους (υπό πώληση μετοχών) ήταν δεδομένη και βέβαιη. Εξάλλου, όπως ήδη προαναφέρθηκε, με σχετικό όρο των παραπάνω από 21-5-2004 συμβάσεων, που καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων, ορίστηκε, ότι σε περίπτωση μεταμέλειας κάθε συμβαλλομένου και μη καταρτίσεως της συμβάσεως για οριστική μεταβίβαση των ως άνω μετοχών, το θιγόμενο μέρος, που επιθυμεί την κατάρτιση της εκποιητικής δικαιοπραξίας, δικαιούται, εκτός από τη νόμιμη αποζημίωση και την κατάπτωση ποσού ίσου με το μέγεθος της αγοραίας αξίας των υπό μεταβίβαση μετοχών, ως αναπόδεικτη ζημία και ποινική ρήτρα.
Όπως όμως προκύπτει από το περιεχόμενο του παραπάνω όρου, πρόκειται για το λεγόμενο επιτίμιο μεταμέλειας, όπου ο κάθε συμβαλλόμενος επιφυλάσσει για τον εαυτό του δικαίωμα (συμβατικής) υπαναχώρησης με ταυτόχρονη καταβολή ποινής. Στην κρινόμενη υπόθεση όμως, ενόψει του ότι, όπως προαναφέρθηκε, η υπαναχώρηση έλαβε χώρα λόγω έλλειψης συνομολογημένης ιδιότητας, με συνέπεια να πρόκειται για νόμιμη και όχι για συμβατική υπαναχώρηση, δεν τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 398 του Α.Κ... ".
Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά κατέληξε το Εφετείο, ότι η ένδικη αγωγή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν, καθόσον η αναιρεσίβλητη, άσκησε δικαίωμα νόμιμης και όχι συμβατικής υπαναχώρησης, λόγω έλλειψης συνομολογημένης ιδιότητας των υπό πώληση μετοχών, με συνέπεια να μη υποχρεούται σε καταβολή ποινής, αλλά ούτε και σε καταβολή αποζημίωσης στον αναιρεσείοντα κατά τον σχετικό όρο την από 21.5.2004 δύο προσυμφώνων και άρα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ορθώς εκτίμησε τις ενώπιόν του προσαχθείσες αποδείξεις και δεν έσφαλε κατ’ αποτέλεσμα και, ως εκ τούτου, τα αντίθετα, που υποστηρίζονταν από τον αναιρεσείοντα με την έφεσή του και τους πρόσθετους λόγους αυτής ήσαν απορριπτέα ως αβάσιμα.
Ο αναιρεσείων με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της ένδικης αίτησης αναίρεσης, καθώς και με το τρίτο μέρος του δεύτερου σκέλους του λόγου αυτού, αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για το ότι, δεχόμενη αυτή, ότι η εκ προσυμφώνου αγοράστρια αναιρεσίβλητη δικαιούταν και πριν από την κατάρτιση της οριστικής σύμβασης, αλλά και την παράδοση των μετοχών, να ασκήσει το από το άρθρο 540 ΑΚ χορηγούμενο δικαίωμα της υπαναχώρησης λόγω έλλειψης συνομολογημένης ιδιότητας, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 540 και 537 ΑΚ και υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον, για την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων προϋποτίθεται κατάρτιση της οριστικής σύμβασης πώλησης και παράδοση του πωλούμενου πράγματος στην αγοράστρια και άρα δεν μπορούσε το δικαίωμα αυτό να στηριχθεί στα καταρτισθέντα προσύμφωνα.
Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του ίδιου ως άνω πρώτου αναιρετικού λόγου αποδίδει ο αναιρεσείων στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ακόλουθες πλημμέλειες από τους αριθμούς αντίστοιχα 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ: α) χαρακτήρισε εσφαλμένα ως δήλωση ευθύνης για συνομολογημένη ιδιότητα τη δήλωση του πωλητή, ότι ανέλαβε την υποχρέωση μεταβίβασης των μετοχών ελεύθερων από διεκδίκηση τρίτου, χωρίς μάλιστα να δέχεται, ότι αυτό συμφωνήθηκε ρητώς ή σιωπηρώς από τα μέρη, ενώ η δήλωση αυτή είχε την έννοια, ότι ο πωλητής ευθύνεται για τα νομικά ελαττώματα, ακόμη και αν ο αγοραστής τα γνώριζε, β) θεώρησε, ότι η αναιρεσίβλητη προέβαλε ισχυρισμό έλλειψης συνομολογηθείσας ιδιότητας και ότι λόγω ακριβώς της έλλειψης αυτής άσκησε δικαίωμα νόμιμης υπαναχώρησης, ενώ μετά από προσεκτική ανάγνωση των προτάσεων της αναιρεσίβλητης σ’ αμφότερους τους βαθμούς κρίσης σαφώς προκύπτει, ότι ουδαμώς προβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός.
Η αυτή αιτίαση από τον αριθμό 8 (β) του αρθρ.559 ΚΠολΔ προσάπτεται και με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, ενώ με το δεύτερο μέρος του δεύτερου αναιρετικού λόγου προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από τον αριθμό 19 του άρθρ.559 ΚΠολΔ και ειδικότερα, ότι ελλείπει παντελώς αιτιολογία ως προς την έλλειψη της συνομολογηθείσας ιδιότητας κατά τον κρίσιμο χρόνο της μετάθεσης του κινδύνου στον αγοραστή, που δεν προσδιορίζεται, ενώ οι σχετικές νομοθετικές ρυθμίσεις προϋποθέτουν οριστική σύμβαση πώλησης και δεν ισχύουν επί προσυμφώνου πώλησης, σε περίπτωση δε, που ως κρίσιμος χρόνος θεωρούνταν το χρονικό διάστημα από τη σύναψη του προσυμφώνου μέχρι την κατάρτιση της οριστικής σύμβασης πώλησης, δεν εξηγείται, σε ποια νομοθετική διάταξη στηρίζεται η κρίση αυτή και δεν εξηγείται για ποίο λόγο κρίνεται η ένδικη περίπτωση κατ’ αυτόν τον τρόπο τη στιγμή που μέχρι την κατάρτιση της οριστικής σύμβασης είναι δυνατόν να αρθεί η έλλειψη της συνομολογηθείσας ιδιότητας.
Σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, η περιεχόμενη στο από 21.5.2004 δύο προσύμφωνα δήλωση του αναιρεσείοντος, ότι υπόσχεται ελεύθερες από διεκδίκηση τρίτου τις προς πώληση μετοχές του, δεν συνιστά συνομολόγηση αντίστοιχης ιδιότητας, ώστε η προβολή από μέρους του Κ.Κ. αξιώσεων για μέρος των μετοχών να αξιολογείται ως έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας και να θεμελιώνεται, έτσι, υπέρ της αναιρεσίβλητης δικαίωμα υπαναχώρησης κατά τις διατάξεις των άρθρ.537 και 540 ΑΚ, όμως η προβολή των αξιώσεων του Κ.Κ.
ενεργοποίησε, ανεξαρτήτως της βασιμότητάς τους, την αυξημένη, λόγω της δήλωσης αυτής, εγγυητική ευθύνη του αναιρεσείοντος. Με δεδομένο έτσι, κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι ο αναιρεσείων δεν ήταν σε θέση να μεταβιβάσει κατά τον κρίσιμο χρόνο (16.12.2004), που κάλεσε την αναιρεσίβλητη να συμπράξει στην κατάρτιση της οριστικής σύμβασης πώλησης των μετοχών του σ’ αυτή, ελεύθερες τις μετοχές του από τη διεκδίκηση του Κ.Κ., ορθά μεν η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, ότι αυτός τελούσε σε υπερημερία ως προς τη σχετική παροχή του, και επομένως, αυτή είχε δικαίωμα άμεσης υπαναχώρησης, δηλαδή δεν ήταν υποχρεωμένη να δεχθεί προηγουμένως την πλημμελή εκπλήρωση της παροχής του, ούτε ήταν αναγκαίο να τάξει σ’ αυτόν προθεσμία κανονικής εκπλήρωσης της παροχής του, αφού εξακολουθούσε η από μέρους του Κ.Κ.
διεκδίκηση μέρους των μετοχών, εσφαλμένα όμως η προσβαλλόμενη απόφαση στήριξε το δικαίωμα υπαναχώρησης της αναιρεσίβλητης στις διατάξεις των αρθρ.537 και 540 ΑΚ, θεωρώντας, επίσης εσφαλμένα, την προβολή των αξιώσεων του Κ.Κ., ως έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας των προς πώληση μετοχών, ενώ θα έπρεπε να στηρίξει την υπαναχώρηση της αναιρεσίβλητης στις γενικές διατάξεις των αρθρ.383 και 385 ΑΚ.
Ωστόσο, το σφάλμα αυτό της προσβαλλόμενης απόφασης περιορίζεται στις αιτιολογίες της και δεν επιδρά στην ορθότητα του διατακτικού της, οπότε κατά το αρθρ.578 ΚΠολΔ οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού η ύπαρξη νόμιμης υπαναχώρησης ("καταγγελίας") της αναιρεσίβλητης, την οποία αυτή σαφώς επικαλέστηκε με τις πρωτόδικες, αλλά και τις κατ’ έφεση προτάσεις της, καθιστά ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή της, όπως ορθά έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση, επικυρώνοντας, κατ’ αποτέλεσμα, την πρωτόδικη απόφαση.
Βέβαια, η αναιρεσίβλητη εκτίμησε με τις προτάσεις της ως αδυναμία παροχής και όχι ως υπερημερία την πλημμελή εκπλήρωση της παροχής του αναιρεσείοντος σε σχέση με τις προβαλλόμενες αξιώσεις του Κ.Κ. και στην αδυναμία του αυτή στήριξε, όπως και η πρωτόδικη απόφαση, το λόγο της νόμιμης υπαναχώρησής της από τα μεταξύ τους προσύμφωνα, προκειμένου να αρνηθεί την καταβολή στον αναιρεσείοντα της συμφωνημένης με τα προσύμφωνα ποινής (επιτιμίου μεταμέλειας).
Η διαφορετική, όμως, αυτή εκτίμηση είναι χωρίς νόμιμη επιρροή, καθόσον το δικαστήριο, εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό της διαφοράς με βάση τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, έστω και αν καταλήγει σε νομικό συμπέρασμα διαφορετικό από αυτό στο οποίο κατέληξαν οι διάδικοι (ΑΠ 45/2006,1487/2005).
IV. Με το τέταρτο μέρος του δευτέρου σκέλους του πρώτου αναιρετικού λόγου ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι οι διαλαμβανόμενες σε αυτή ουσιαστικές της παραδοχές είναι ασαφείς, ανεπαρκείς, ατελείς και αντιφατικές σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος και ειδικότερα ισχυρίζεται, ότι, ενώ σε σημείο της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται, ότι οι δύο μεταξύ των διαδίκων από 21-5-2004 καταρτισθείσες συμβάσεις φέρουν τον χαρακτήρα προσυμφώνου πώλησης μετοχών, σε άλλα σημεία αναγράφεται, ότι μεταξύ τούτων καταρτίσθηκε πώληση μετοχών, και τούτο, καίτοι μεταξύ του προσυμφώνου πώλησης και της οριστικής σύμβασης πώλησης υπάρχει σημαντική διαφορά, καθόσον αντικείμενο της ενοχής από προσύμφωνο είναι η σύναψη της οριστικής σύμβασης, ενώ αντικείμενο της οριστικής σύμβασης πώλησης είναι η κατά το άρθρο 513 ΑΚ παράδοση του πωλούμενου πράγματος και η μεταβίβαση της επ’ αυτού κυριότητας από τον πωλητή στον αγοραστή.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού είναι σαφές, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται σε προσυμφωνία πώλησης και όχι σε οριστική σύμβαση, χωρίς κατά τα λοιπά να προκύπτει η οποιαδήποτε ασάφεια ή αμφιβολία από τη μεμονωμένη αναφορά στην απόφαση σε σύμβαση και όχι σε προσύμφωνα πώλησης, οφειλόμενη σε προφανή παραδρομή ή ακυρολεξία.
Εξ άλλου, με το πρώτο μέρος του δεύτερου λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για αντιφάσεις, που ιδρύουν επίσης τον από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, και ειδικότερα ισχυρίζεται, ότι, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται, ότι η παροχή του αναιρεσείοντος δεν ήταν η προσήκουσα, καθόσον οι μετοχές στερούνταν της συνομολογηθείσας ιδιότητας της μη διεκδίκησης από τρίτο, στη συνέχεια αναφέρεται, ότι μεταγενέστερα οι μετοχές αυτές αγοράσθηκαν από την εταιρία "...
Α.Ε", κύριος μέτοχος της οποίας κατά ποσοστό 99% ήταν η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...", βασικοί μέτοχοι της οποίας ήσαν οι Κ. Κ. και οι γιοί του, χωρίς η απόφαση να εξηγεί, πώς συμβιβάζεται η παραδοχή, ότι οι προσυμφωνημένες να πωληθούν μετοχές εμφανίζουν έλλειψη της συνομολογηθείσας ιδιότητας της μη διεκδίκησης από τρίτον και, παρά ταύτα, να αγοράζονται από το πρόσωπο που αμφισβητεί την έλλειψη κυριότητας του μεταβιβάζοντος, γεγονός που δείχνει, ότι η αμφισβήτηση είναι προσχηματική και εξυπηρετεί συμφέροντα του αμφισβητούντος.
Ωστόσο, η διεκδίκηση αρχικά από τον Κ.Κ. μέρους των προς πώληση μετοχών του αναιρεσείοντος, δεν αποκλείει τη μεταγενέστερη απ’ αυτόν αγορά του συνόλου των μετοχών αυτών στο πλαίσιο συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς τους και δεν καθίστανται εξ αυτού και μόνον του λόγου αντιφατικές οι σχετικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης.
Σε κάθε περίπτωση, η ως άνω αιτίαση αφορά τις αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οπότε κατά την αίτηση αυτή ο δεύτερος αναιρετικός λόγος είναι πρωταρχικά απορριπτέος ως απαράδεκτος.
V. Με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι, ενώ με την από 10-12-2004 εξώδικη καταγγελία των προσυμφώνων εκποίησης των μετοχών, στην οποία προέβη η αναιρεσίβλητη, δεν προβάλλεται ως λόγος αυτής η ανεκκαθάριστη σχέση του Κ. Κ. προς την εταιρεία "... ΑΕ", η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, ότι υπήρξε τέτοια προβολή και, έτσι, η τελευταία υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεχόμενη πράγματα ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, χωρίς να προβληθούν από την αναιρεσίβλητη. Ο λόγος αυτός βασίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απορριπτέος, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει ως λόγο καταγγελίας των προσυμφώνων από την αναιρεσίβλητη την ύπαρξη ανεκκαθάρισης σχέσης του αναιρεσείοντος με την εταιρεία "... ΑΕ", περιοριζόμενη ν’ αναφέρει, ως μόνον λόγο της σχετικής καταγγελίας, τις προβαλλόμενες από τον Κ.Κ. αξιώσεις του επί μέρους των προς πώληση μετοχών.
VI. Όπως προκύπτει από τα άρθρα 335, 338, 339, 340, 341 και 346 Κ.Πολ.Δικ., το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Καμιά όμως διάταξη νόμου δεν επιβάλλει την ειδική αναφορά και τη χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ’ αυτά. Η παράβαση της υποχρέωσης του δικαστηρίου να λάβει υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ. γ Κ.Πολ.Δικ. λόγο αναίρεσης.
Ο λόγος όμως αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 1763/2007, 694/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ’ του ΚΠολΔικ, ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη, 1) τα ΦΕΚ τ. ΑΕ και ΕΠΕ με αριθμούς .../2000, .../2001, .../2001 και .../28-11-2003, από τα οποία, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της από 2-11-2004 αγωγής του Κ. Κ. προέκυπτε, ότι οι αποφάσεις των οργάνων [ Δ.Σ.
και Γ. Σ.] της εταιρείας με την επωνυμία " ... Α.Ε", με τις οποίες αυξήθηκε το κεφάλαιο της εταιρίας και πιστοποιήθηκε η καταβολή του, την ακύρωση των οποίων ζητούσε ο ανωτέρω Κ. Κ., δεν υπέκειντο σε προσβολή και η αγωγή του ήταν απορριπτέα, όχι μόνο λόγω της αντιφατικότητας των ισχυρισμών του, αλλά και λόγω παραγραφής του δια της αγωγής ασκούμενου δικαιώματος, αφού κατά τις διατάξεις των άρθρων 35 α παρ.2 και 35 γ παρ.2 εδ.
α’ του Κ.Ν.2190/1920 το δικαίωμα για προσβολή αυτών παραγράφεται μετά διετία και εξάμηνο, αντίστοιχα, από τότε που υποβλήθηκαν στην Εποπτεύουσα Αρχή [Νομαρχία], χρόνος που, προ πολλού, είχε παρέλθει, 2) τον υπ’ αριθμό ...-11-2004 εκδοθέντα από το Δ.Σ. της εταιρείας "... ΑΕ", προσωρινό τίτλο των μετοχών του Κ. Κ., από τον οποίο προέκυπτε, ότι ο εν λόγω μέτοχος είχε 97.500 μετοχές που αντιστοιχούσαν στο υπόλοιπο ποσοστό του 24,375 % του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, 3) το αντίγραφο του ζητηθέντος και παραληφθέντος από την αναιρεσίβλητη πρακτικού της γενικής συνέλευσης της εταιρείας "...
ΑΕ" της 28-6-2004, με το οποίο βεβαιώνεται η νόμιμη κατοχή από τον αναιρεσείοντα και δύο εξαδέλφους του, στους οποίους προσωρινά είχε δώσει από 10.000 μετοχές, των 302.500 μετοχών, που αντιστοιχούσαν στο 75,714% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας και θα αγόραζε η αναιρεσίβλητη, 4) το αντίγραφο του πρακτικού της γενικής συνέλευσης των μετόχων της 22-8-2004, το οποίο ζήτησε και έλαβε η αναιρεσίβλητη την επομένη, από το οποίο προέκυπτε η έγκριση της μεταβίβασης όλων των μετοχών του αναιρεσείοντος [302.500] σ’ αυτήν χωρίς την προβολή αντίρρησης εκ μέρους του μετόχου Κ.
Κ., 5) τα υπ’ αριθμούς .../2-7-2004 και .../3-9-2004 πιστοποιητικά της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ηρακλείου ως Εποπτεύουσας Αρχής περί του ότι οι επίμαχες μετοχές είναι ονομαστικές και έγκυρες και 6) την υπ’ αριθμό .. /1-11-2004 απόφαση της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας - Θράκης, από την οποία αποδεικνυόταν, ότι οι προς πώληση μετοχές του αναιρεσείοντος αποδεσμεύτηκαν από το αμεταβίβαστο και εγκρίθηκε η αλλαγή της μετοχικής σύνθεσης της εταιρείας ...
ΑΕ. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από τη ρητή βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα συνεκτίμησε "όλα γενικώς τα μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, που λαμβάνονται υπόψη όλα ανεξαιρέτως, είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για ορισμένα από τα οποία γίνεται ακολούθως ειδική μνεία, χωρίς όμως, η ρητή αναφορά των εν λόγω εγγράφων, να προσδίδει σ’ αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία...." σε συνδυασμό με το λοιπό περιεχόμενο της απόφασης αυτής, ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας, έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα, χωρίς να έχει υποχρέωση να κάμει ειδική αναφορά σ’ αυτά, με τα οποία αλυσιτελώς, κατά τα προεκτεθέντα, επιχειρείται να αποδειχθεί όχι η έλλειψη διεκδίκησης των μετοχών από τον Κ.Κ., αλλά η αβασιμότητα της διεκδίκησης αυτής.
Μετά απ’ αυτά πρέπει: α)να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και β)να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθρ. 494 παρ.4 ΚΠολΔ όπως προστ. με άρθρ.12 παρ.2 Ν.4055/2012). Διάταξη σχετικά με την δικαστική δαπάνη δεν θα διαληφθεί στην παρούσα, γιατί η αναιρεσίβλητη λόγω της απουσίας της, δεν υπεβλήθη σε έξοδα, ούτε υπέβαλε σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29.8.2014 αίτηση του Γ. Β. προς αναίρεση της 1415/2014 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Δεκεμβρίου 2016.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ