Legislator Case Law & Legislation
923/2017 AI generated

Supreme Court annuls appeal court decision for omitting to examine a request for legal protection under Article 559(9) of the Civil Procedure Code.

Case Number 923/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Athens Court of Appeal's decision because it failed to examine a specific request for legal protection submitted by the appellant. The appellant argued that the lower court incorrectly calculated compensation by using only the legal minimum wage instead of the actual agreed-upon higher salary. Consequently, the Court of Appeal erred in interpreting and applying substantive law regarding the calculation of allowances and benefits.

Legislator headnote

AI generated

Article 559(9) of the Civil Procedure Code; Article 580(3) of the Civil Procedure Code: An appeal is admissible if the court omitted to examine a request for legal protection; if the appeal is granted for other reasons, the case may be retained for substantive trial without remittal.

Keywords

AI generated
omission of request legal protection Civil Procedure Code substantive trial wage calculation appeal admissibility remittal procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559(9) of the Civil Procedure Code
Article 580(3) of the Civil Procedure Code
Article 176 of the Civil Procedure Code
Article 178 of the Civil Procedure Code
Article 183 of the Civil Procedure Code
Article 191(2) of the Civil Procedure Code

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 923 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 923/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Κ. Μ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Παπανικολάου, που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Της καθολικής διαδόχου της κοινοπραξίας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "..." που έχει έδρα στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2.Ανώνυμης Τεχνικής Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΤΕ)" που έχει έδρα στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, υπό την ιδιότητά της ως οιονεί καθολικής διαδόχου της κοινοπρακτούσας εταιρείας "... ΑΕ", οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ιωάννα Ράπτη που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-6-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθήνας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 508/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 4757/2007 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 1-10-2009 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 809/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε εν μέρει και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η 6086/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 2-9-2015 αίτησή του και του από 4-4-2016 πρόσθετου λόγου αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος ανέγνωσε την από 6-5-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης 2ου και 3ου κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό σκέλος του και την απόρριψη αυτής κατά τα λοιπά, καθώς και του επ’ αυτής προσθέτου λόγου.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και του πρόσθετου λόγου αυτής, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. (Α) Σύμφωνα με το άρθ.559 αριθ.9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "αίτηση" νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, με οποιανδήποτε νόμιμη μορφή της που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, ανταγωγής κλπ. (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 670/2016, 609/2016).

Ο προβλεπόμενος από την παραπάνω διάταξη αναιρετικός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρέλειψε να ασχοληθεί καθοιονδήποτε τρόπο με την αίτηση παροχής έννομης προστασίας, για την θεμελίωση δηλ. του λόγου αυτού απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας να υφίσταται και στο αιτιολογικό και στο διατακτικό και συνεπώς αν προκύπτει ότι η αίτηση δικαστικής προστασίας απορρίφθηκε στο σύνολό της, μολονότι δεν υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς όλα τα αιτήματα, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός (ΑΠ 616/2015).

Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθ.18 του ίδιου άρθρου, για μη συμμόρφωση του δικαστηρίου προς αναιρετική απόφαση, όπως συνάγεται από τον συνδυασμό της διάταξης αυτής προς τις διατάξεις των άρθρων 580§§1-4 και 581§2 του ιδίου Κώδικα (όπως ίσχυαν πριν την τροποποίηση και αντικατάστασή τους με το άρθρο τρίτο του άρθ.1 ν.4335/2015, άρθρο ένατο παρ.2 του αυτού άρθρου και νόμου) ιδρύεται όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, δηλ.

δεν ακολούθησε όσον αφορά το νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την αναιρετική απόφαση την λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο. Ως "νομικό ζήτημα" θεωρείται το εννοιολογικό περιεχόμενο που προσέδωσε η αναιρετική απόφαση στον κανόνα δικαίου, στην παράβαση του οποίου θεμελιώθηκε η αναίρεση, μπορεί δε αυτός να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο, για τους κατ’ ιδίαν λόγους αναίρεσης που θεσπίζει το αρθ.559 ΚΠολΔ (ΑΠ 534/2015, 1708/2014).

Δεν επιλύεται, όμως, νομικό ζήτημα αν η αναιρετική απόφαση αναιρεί την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθ. 559 αριθ.19 ΚΠολΔ) και ειδικότερα για τον λόγο ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά απ’ αυτήν δεν καθιστούν δυνατή, λόγω της ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας των αιτιολογιών της, την υπαγωγή τους στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, χωρίς ν’ αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού.

Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της απόφασης που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά περιστατικά και μπορεί να τα εκτιμήσει διαφορετικά (ΑΠ 201/2009) (Β) Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης αυτής (άρθ.561§2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής : (1) Με την από 12-6-2003 και με αριθ.

έκθ. κατ..../2003 αγωγή του στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ο ήδη αναιρεσείων εξέθεσε ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη "...", μέλη της οποίας ήσαν οι εκεί λοιπές εναγόμενες εταιρείες (διάδοχοι αυτών είναι, ως δεν αμφισβητείται, οι τώρα αναιρεσίβλητες εταιρείες, ειδικότερα δε η 1η εξ αυτών της κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ... ...

και η 2η της εταιρείας ... ΑΕ, σύμφωνα με τις αναφερόμενες στις προτάσεις τους μεταβολές) την 6-4-1998 προκειμένου να εργασθεί ως πρακτικός μηχανικός των μηχανημάτων της στο έργο που κατασκεύαζε στο όρος ..., με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ότι εργάσθηκε στο εργοτάξιό της κατά τα χρονικά διαστήματα από 6-4-1998 έως 31-8-1998 και 1-10-1999 έως 18-7-2002, ότι το πρώτο χρονικό διάστημα εργάσθηκε επιπλέον εντός ωραρίου ως βοηθός ηλεκτρολόγος και κατά το δεύτερο ως ανειδίκευτος εργάτης οικοδομικών εργασιών, ότι εργαζόταν από 08.00’ έως 20.00’ από Δευτέρα έως και Σάββατο και όλες τις Κυριακές, και ότι οι εναγόμενες, καταβάλλοντας σ’ αυτόν μικρότερες από τις νόμιμες, με βάση τις οικείες ΣΣΕ, αποδοχές, του οφείλουν τα εκεί αναφερόμενα ποσά για (α) διαφορά μεταξύ νομίμου και καταβαλλομένου μισθού (β) πρόσθετη εργασία ως βοηθού ηλεκτρολόγου-εγκαταστάτη και ανειδίκευτου εργάτη (γ) υπερεργασία και ιδιόρρυθμη υπερωριακή εργασία (από Δευτέρα έως και Σάββατο) (δ) υπερωριακή εργασία (ε) προσαύξηση 75% λόγω εργασίας τις Κυριακές- αποζημίωση στέρησης εβδομαδιαίας ανάπαυσης-υπερωριακή εργασία Κυριακών (στ) διαφορά αποδοχών και επιδομάτων αδείας, προσαυξημένων κατά 100% (ζ) διαφορά επιδομάτων εορτών (η) αντίτιμο μη χορηγουμένης ημερησίως φιάλης γάλακτος (θ) ημερομίσθια των εκεί αναφερομένων αργιών, κατά τις οποίες το εργοτάξιο δεν λειτούργησε και αυτός δεν εργάσθηκε, θα εργαζόταν, όμως, εάν αυτό λειτουργούσε, και συνολικά το ποσό των 242.061€, το οποίο ζήτησε κατ’ επιτρεπτό περιορισμό του αιτήματος και κατά τις εκεί διακρίσεις, το μεν να υποχρεωθούν, το δε να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούνται οι εναγόμενες να του καταβάλουν για τις αιτίες αυτές, κυρίως από την σύμβαση και επικουρικά (για την περίπτωση ακυρότητας αυτής) κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, και σε κάθε περίπτωση κάθε μία εις ολόκληρον (2) Η αγωγή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη με την 508/2005 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όπως απορρίφθηκαν και οι κατ’ αυτής έφεση και πρόσθετοι λόγοι έφεσης του αναιρεσείοντος ενάγοντος με την 4757/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Κατ’ αυτής ο ενάγων άσκησε αναίρεση, η οποία έγινε δεκτή με την 809/2010 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου. Ειδικότερα, με την αναιρετική αυτήν απόφαση κρίθηκε, ότι το Εφετείο δεχθέν (i) ότι (α) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίσθηκε με την πρώτη εναγομένη κοινοπραξία, μέλη της οποίας ήσαν οι δεύτερη και τρίτη εναγόμενες και η οποία είχε αναλάβει την εκτέλεση μέρους του έργου της κατασκευής της σήραγγας Καλλιδρόμου κλπ., ο ενάγων προσλήφθηκε από την Κοινοπραξία για να εργασθεί ως βοηθός μηχανοτεχνίτη στο εργοτάξιό της κατά την εκτέλεση του ως άνω έργου και ο μηνιαίος μισθός του συμφωνήθηκε όχι κατώτερος του προβλεπομένου από τις εκάστοτε ισχύουσες για την ειδικότητά του ΣΣΕ σχετικά με τους όρους αμοιβής και εργασίας των πρακτικών μηχανικών (β) ο ενάγων απασχολήθηκε στο εργοτάξιο της εργοδότριας Κοινοπραξίας από την πρόσληψή του μέχρι την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του την 18-7-2002, εκτός από το χρονικό διάστημα Μαρτίου-Σεπτεμβρίου 1999, κατά το οποίο αποσπάσθηκε και παρείχε τις υπηρεσίες του αποκλειστικά στο συνεργείο της εναγομένης "...

ΑΕ" (γ) με βάση τις ισχύουσες εκάστοτε ΣΣΕ ο μηνιαίος μισθός του ανερχόταν στα εκεί αναφερόμενα ποσά, ενώ οι καταβαλλόμενες αποδοχές (στις οποίες περιλαμβανόταν και το αντίτιμο μίας φιάλης γάλακτος ημερησίως) ήταν καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα υπέρτερες των νομίμων και δεν οφείλονται διαφορές αποδοχών (δ) το εργοτάξιο λειτουργούσε με το σύστημα της πενθήμερης εργασίας σε 24ωρη βάση, σε τρεις κυλιόμενες οκτάωρες βάρδιες και ο ενάγων εργαζόταν αποκλειστικά στην πρωινή βάρδια, όχι πέραν του νομίμου ωραρίου, παρά μόνο σε περίπτωση εκτάκτων αναγκών, ενώ απησχολείτο μέχρι δύο Σαββατοκύριακα κάθε μήνα επί 8ωρο (ε) οι εναγόμενες τηρούσαν μηνιαίες μισθοδοτικές καταστάσεις και καρτέλες εργασίας του προσωπικού που απασχολούσαν, στις οποίες καταχωρούσαν αναλυτικά ανά μήνα για κάθε εργαζόμενο τον αριθμό των ωρών απασχόλησής του σε καθημερινή βάση, τις ώρες νυκτερινής εργασίας του, τις τυχόν υπερωρίες και τις ώρες υπερεργασίας και τις καταβαλλόμενες για κάθε αιτία αποδοχές, για τις οποίες εκδίδονταν αντίστοιχες αποδείξεις πληρωμής (στ) οι εναγόμενες κατέβαλλαν στον ενάγοντα την αναλογούσα στην εκάστοτε παρασχεθείσα εργασία του νόμιμη αμοιβή, χωρίς οποιαδήποτε εκ μέρους του διαμαρτυρία ή επιφύλαξη, και μάλιστα μέχρι τον Μάιο του 2001 τα χρηματικά, ποσά που ελάμβανε ως αμοιβή για τις πέραν του νομίμου ωραρίου του πραγματοποιηθείσες ώρες εργασίας καταχωρούνταν στις πιο πάνω καταστάσεις με τον χαρακτηρισμό "αμοιβή για υπερωρίες", ενώ από τον Ιούνιο του 2001, εξαιτίας της εντατικοποίησης από την Επιθεώρηση Εργασίας του τακτικού ελέγχου, με σκοπό την αποφυγή εργασίας κατά τα Σαββατοκύριακα, η αμοιβή για την υπερωριακή αυτή απασχόληση καταγραφόταν στις μισθοδοτικές καταστάσεις ως "πριμ απόδοσης" (ζ) ο ενάγων στις περιπτώσεις που είχε εργασθεί ημέρα Κυριακή χωρίς εβδομαδιαία ανάπαυση είχε εισπράξει τις νόμιμες αποδοχές του και συγκεκριμένα το νόμιμο ποσοστό 1,75 του μισθού του, ενώ, όταν επρόκειτο για εργασία την Κυριακή, για την οποία δεν είχε στερηθεί την εβδομαδιαία ανάπαυση, του είχε καταβληθεί μόνο η προσαύξηση του 75% επιπλέον του ωρομισθίου του και επομένως δεν οφείλεται αποζημίωση λόγω στέρησης της νόμιμης εβδομαδιαίας ανάπαυσης, διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες σε σχέση με το ζήτημα της προσαύξησης 75% για την εργασία κατά τις Κυριακές, που δέχθηκε ότι εργαζόταν ο αναιρεσείων ενάγων και της αποζημίωσης για παράνομη στέρηση της εβδομαδιαίας ανάπαυσής του, καθώς και για την αμοιβή του για τα Σάββατα που εργάσθηκε, αφού δεν εκθέτει ποιό ποσό καταβλήθηκε στον αναιρεσείοντα (α) για την προσαύξηση 75% για την εργασία του τις δύο Κυριακές του μήνα που απησχολείτο (β) για την αποζημίωση για την στέρηση της εβδομαδιαίας ανάπαυσής του για όσες Κυριακές εργάσθηκε και δεν του χορηγήθηκε αντίστοιχη αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης και (γ) για την αμοιβή του για τα Σάββατα που εργάσθηκε, ώστε να καταστεί εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθ.416 ΑΚ (ii) (και περαιτέρω δεχθέν) ότι σε σχέση με το αίτημα για τις διαφορές αποδοχών αδείας, με προσαύξηση 100%, και επιδόματος αδείας, των ετών 1999-2002, από τις μισθοδοτικές καταστάσεις, καρτέλες εργασίας και αποδείξεις πληρωμής προκύπτει ότι "δεν οφείλεται αποζημίωση...για διαφορές αποδοχών και επιδόματος αδείας, τις οποίες, όπως αποδεικνύεται από τα...ως άνω αποδεικτικά μέσα ότι έλαβε", διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες (κρίθηκε περαιτέρω με την ως άνω απόφαση του Δικαστηρίου τούτου), αφού ουδόλως αναφέρεται, εάν και πότε χορηγήθηκε η ετήσια άδεια κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και σε αρνητική περίπτωση αν οφείλεται προσαύξηση 100%, ούτε το δικαιούμενο ποσό αποδοχών και επιδόματος αδείας και εκείνο που καταβλήθηκε, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος των διατάξεων των άρθ.2§1, 4§1 και 5§1 εδ.β α.ν.539/1945 και εκείνης του άρθ.416 ΑΚ για την απόσβεση της αξίωσης με καταβολή των οφειλομένων ποσών, με βάση δε τα παραπάνω αναίρεσε την απόφαση εκείνη κατά τα ως άνω κεφάλαια, σύμφωνα με τον αριθ.19 του άρθ.559 ΚΠολΔ, δηλ.

για έλλειψη νόμιμης βάσης της ως άνω απόφασης, κατά παραδοχή σχετικού λόγου της προηγούμενης αυτής αίτησης (3) Το Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας επί της ένδικης αγωγής μετά την κατά τα ανωτέρω αναίρεση της προηγούμενης αυτής απόφασής του, με την προσβαλλομένη 6086/2012 απόφασή του και όπως απ’ αυτήν προκύπτει δέχθηκε, μεταξύ άλλων, και δη ως προς τα ως άνω κεφάλαια ως προς τα οποία αναιρέθηκε η παραπάνω απόφαση, ότι κατά τα εκεί ειδικότερα εκτιθέμενα ο ενάγων κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα έλαβε περισσότερες αποδοχές από τις νόμιμες κατά 13.670,67€, ότι ο ενάγων (α) απασχολήθηκε μέχρι δύο Κυριακές τον μήνα, κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα, χωρίς να λάβει προσαύξηση 75% και επομένως δικαιούται από την αιτία αυτή τα αναλυτικά παρατιθέμενα εκεί ποσά και συνολικά το ποσό των 2.489,61€ (β) απασχολήθηκε μέχρι δύο Σάββατα κατά μήνα μέσα στα επίδικα χρονικά διαστήματα, χωρίς να του χορηγηθεί αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση διάρκειας 24 ωρών σε άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας και επομένως δικαιούται τα λεπτομερώς αναφερόμενα εκεί κατά περίπτωση ποσά και συνολικά από την αιτία αυτή το ποσό των 2.764,5€ (γ) δεν έλαβε τη νόμιμη άδεια αναψυχής, αν και την ζήτησε, κατά τα επίδικα έτη και δικαιούται από την αιτία αυτή (αα) ως αποζημίωση για την μη χορήγηση αδείας (αποδοχές αδείας στο διπλάσιο) συνολικά 5.961,83€ (ββ) για επίδομα αδείας το συνολικό ποσό των 1490,43€, και δικαιούται συνολικά ως αμοιβή για την εργασία κατά την Κυριακή (προσαύξηση 75%), εργασία κατά τα Σάββατα και για επίδομα και αποζημίωση αδείας το ποσό των (2.489,61+2.764,5+5.961,83+1.490,45=)12.706,37€, ότι ο ενάγων εισέπραξε, όπως προαναφέρθηκε, επιπλέον των νομίμων αποδοχών του το ποσό των 13.670,67€, δηλ. (13.670,67-12.706,37=)964,3€ περισσότερα των οφειλομένων (για για ως άνω αιτίες), οι εκεί δε καταβαλλόμενες μηνιαίες αποδοχές του συμφωνήθηκαν υπέρτερες των νομίμων, προκειμένου να καλύπτονται με το επιπλέον ποσό από την σύγκριση των μεγεθών που αναφέρθηκαν, πέραν του βασικού μισθού και των επιδομάτων προϋπηρεσίας και οικογενειακών βαρών, οι κατά περίπτωση προσαυξήσεις για απασχόληση κατά Κυριακές ή αργίες, αποδοχές και επίδομα αδείας, ότι η συμφωνία αυτή των διαδίκων έγινε στο πλαίσιο του άρθ.361 ΑΚ και είναι έγκυρη, διότι οι συμφωνηθείσες και πράγματι καταβαλλόμενες μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος ήταν σημαντικά υπέρτερες των νομίμων, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά απέρριψε τους 6ο, 7ο και 8ο λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος ενάγοντος, από τους οποίους ο 6ος αφορούσε και την αποζημίωση για στέρηση της εβδομαδιαίας ανάπαυσης για όσες Κυριακές εργάσθηκε, και στην συνέχεια την έφεση αυτή στο σύνολό της, επικυρώνοντας, έτσι, την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία η αγωγή του αναιρεσείοντος είχε απορριφθεί, όπως προαναφέρθηκε, ενόλω ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν άφησε αδίκαστη την αίτηση αυτή του αναιρεσείοντος ενάγοντος (για αποζημίωση λόγω στέρησης της εβδομαδιαίας ανάπαυσής του για όσες Κυριακές εργάσθηκε και δεν του χορηγήθηκε αντίστοιχη αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης), ως προς την οποία (αίτηση), και άλλα κεφάλαια, αναιρέθηκε, με την 809/2010 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η προηγουμένη 4757/2007 απόφασή του και παραπέμφθηκε η υπόθεση σ’ αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση, αφού ναι μεν ως προς αυτήν δεν διαλαμβάνεται στην αναιρεσιβαλλομένη ειδική σκέψη ή κρίση, όπως προκύπτει από το προαναφερθέν περιεχόμενό της, πλην όμως ρητά απορρίφθηκε ο ως άνω λόγος έφεσής του που αφορούσε και αυτήν την αίτηση και γενικά η αίτησή του για παροχή έννομης προστασίας.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά μεν το σκέλος του από τον αριθ.9 του άρθ.559 ΚΠολΔ πρέπει ν’ απορριφθεί ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο δίκασε και απέρριψε την αίτηση αυτήν, κατά δε το σκέλος του από τον αριθ.18 του ίδιου άρθρου, για μη συμμόρφωση δηλ. της προσβαλλομένης απόφασης προς την αναιρετική, ως αβάσιμος, αφού στην προκειμένη περίπτωση η προηγουμένη απόφαση του Εφετείου αναιρέθηκε ως προς τα παραπάνω κεφάλαια για έλλειψη νόμιμης βάσης, δηλ.

για τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ.19 του άρθ.559 ΚΠολΔ., και δεν επιλύθηκε "νομικό ζήτημα" με την προαναφερθείσα έννοια.

ΙΙ (Α) Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 1§2 και 2§2 της κατ’ εξουσιοδότηση του ν.28/1944, εκδοθείσας ΚΥΑ 25825/1951, με την οποία ερμηνεύθηκαν αυθεντικά οι ΚΥΑ 8900/1946 και 18310/1946, 8§4 ν.δ.4020/1959, 1 και 2 ν.435/1976, 3§16 ν.4504/1966, 2 και 5§1 α.ν. 539/1945 συνάγεται ότι απαγορεύεται ο από τον εργοδότη μονομερής συμψηφισμός (ακριβέστερα:

καταλογισμός) των καταβαλλόμενων υπερτέρων των νομίμων αποδοχών προς τις οφειλόμενες προσαυξήσεις από την παρασχεθείσα εργασία κατά τις Κυριακές, τις εξαιρετέες ημέρες και τις νύκτες, δεν απαγορεύεται, όμως, και η συνομολόγηση μεταξύ μισθωτού και εργοδότη συμφωνίας, όπως στις καταβαλλόμενες υπέρτερες αποδοχές συμψηφίζεται και κάθε τυχόν προσαύξηση από τέτοια αξίωση, καθώς και για επιδόματα εορτών και αδείας, εφόσον με την σχετική συμφωνία προσδιορίζεται το τμήμα των επιπλέον των νομίμων αποδοχών που αντιστοιχεί σε κάθε μία από τις αξιώσεις αυτές.

Η συμφωνία αυτή περί καταλογισμού (άκυρη σε κάθε περίπτωση επί υπερωριών) δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 664 και 679 ΑΚ, εφόσον ο μισθωτός και με την συμφωνία αυτή λαμβάνει τα οριζόμενα από τις υπουργικές αποφάσεις και συλλογικές συμβάσεις ελάχιστα όρια αποδοχών με τις προβλεπόμενες προσαυξήσεις (ΑΠ 180/2015, 1208/2013, 593/2012) (Β) Σύμφωνα με τον αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν (ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν) και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων (ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων), ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συγκροτούν την βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005, 25/2003, 3/1997, ΑΠ 953/2014, 2234/2013).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθ.591§1β, 666§1, 115§3 και 256§1δ ΚΠολΔ (που ίσχυαν και όπως ίσχυαν πριν την τροποποίηση και αντικατάστασή τους με τα άρθρα πρώτο και τέταρτο του άρθ.1 ν.4335/2015, ως εκ του εδώ κρισίμου χρόνου, άρθρο ένατο παρ.2 και 4 του αυτού νόμου και άρθρου) συνάγεται ότι (α) στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των άρθ.664 επ.

ΚΠολΔ (εργατικών διαφορών), κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, όπως είναι οι ενστάσεις και οι αντενστάσεις, για το παραδεκτό αυτών, προφορικά κατά την συζήτηση στο ακροατήριο, επιπλέον δε οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρισθούν στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός εάν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις, απαιτείται δηλ.

σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών που σημειώνεται στα πρακτικά (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 145/2014) (β) είναι απαράδεκτη η προβολή για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη των ισχυρισμών αυτών που δεν προτάθηκαν πρωτοδίκως ως άνω, εκτός εάν εμπίπτουν σε κάποια από τις εξαιρέσεις του παραδεκτού της βραδείας προβολής κατά τα άρθ. 527 και 269 ΚΠολΔ, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί ο διάδικος που προβάλλει τους ισχυρισμούς αυτούς (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 757/2015, 953/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθ.561§2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής : (1) Κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση της ένδικης αγωγής, με δήλωση καταχωρισθείσα στα οικεία πρακτικά συνεδρίασης οι (τότε) εναγόμενες πρότειναν τις ενστάσεις της αοριστίας της αγωγής και της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος.

Με τις επ’ αυτής κατατεθείσες προτάσεις τους εξέθεσαν ότι "καθόλη τη διάρκεια της απασχόλησής του ο αντίδικος (ενν. αναιρεσείων ενάγων) ελάμβανε μισθό μεγαλύτερο από το νόμιμο", κατά τα εκεί αναλυτικά εκτιθέμενα, "Και τούτο γιατί η Κοινοπραξία...επιθυμώντας να έχει καλές σχέσεις με το προσωπικό της, είχε αποφασίσει ακόμη και σε περιπτώσεις (όπως ο αντίδικος) που οι εργαζόμενοι δεν αποδείκνυαν την απαιτούμενη προϋπηρεσία και βρίσκονταν σε σχετικά "ώριμη" ηλικία...να τους προσαυξάνει ανάλογα το μισθό σαν να είχαν πράγματι προϋπηρεσία" (σελ.10-12) και περαιτέρω "ο αντίδικος πληρώθηκε όλες τις νόμιμες αμοιβές του...και για την εργασία τα Σάββατα και τις Κυριακές,...ακόμη και με το παραπάνω.

Και τούτο συνέβη, γιατί πέρα από την καταβολή των νομίμων αμοιβών οι αρμόδιοι υπάλληλοι της Κοινοπραξίας κατέβαλαν επιπλέον ποσά για την εργασία τα Σάββατα από προφανή άγνοια της πρόσφατης νομολογίας του Αρείου Πάγου", ως εκ τούτου δε "οι αποδοχές που καταβλήθηκαν εκ παραδρομής για δήθεν υπερωριακή απασχόληση λόγω της εργασίας του Σαββάτου καταβλήθηκαν αχρεωστήτως...και μπορούν να αναζητηθούν προβάλλοντας σχετική ένσταση συμψηφισμού" (σελ.26/7), καθώς και ότι "συνολικά για επίδομα αδείας ο αντίδικος...έλαβε εκ παραδρομής 1.396,79€ επιπλέον των νομίμων, ποσό το οποίο θα πρέπει να συμψηφιστεί με ό,τι τυχόν του επιδικασθεί" και τέλος "όπως αποδείχθηκε...ο αντίδικος έχει λάβει αδικαιολογήτως λόγω καταβολής αποδοχών πλέον του νομίμου, το συνολικό ποσό των...26.476,34€, το οποίο οφείλει να...επιστρέψει ως αδικαιολογήτως καταβληθέν, άλλως να συμψηφιστεί με όποιο τυχόν ποσό ήθελε...επιδικασθεί υπέρ του αντιδίκου" (σελ.39 και 43).

Τους ισχυρισμούς αυτούς επανέφεραν οι εναγόμενες στο Εφετείο κατά την μετ’ αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης (επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση) με τις ενώπιον αυτού προτάσεις τους, με την ενσωμάτωση σ’ αυτές των πρωτοδίκων προτάσεών τους (παραδεκτά, άρθ.240 ΚΠολΔ, ΑΠ 224/2016) (2) Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, ότι κατά τα εκεί ειδικότερα εκτιθέμενα ο ενάγων κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, και σύμφωνα με τις αποτελούσες δεδικασμένο παραδοχές της εκκαλουμένης, έλαβε ως αποδοχές 13.670,67€ περισσότερο από τις νόμιμες, ότι ο ενάγων (α) απασχολήθηκε μέχρι δύο Κυριακές τον μήνα, κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα, χωρίς να λάβει προσαύξηση 75% και επομένως δικαιούται από την αιτία αυτή τα αναλυτικά παρατιθέμενα εκεί ποσά και συνολικά το ποσό των 2.489,61€ (β) απασχολήθηκε μέχρι δύο Σάββατα κατά μήνα μέσα στα επίδικα χρονικά διαστήματα, χωρίς να του χορηγηθεί αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση διάρκειας 24 ωρών σε άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας και επομένως δικαιούται τα λεπτομερώς αναφερόμενα εκεί κατά περίπτωση ποσά και συνολικά από την αιτία αυτή το ποσό των 2.764,5€ (γ) δικαιούται επίσης ως αποζημίωση αδείας (στο διπλάσιο) 5961,83€ και για επιδόματα αδείας 1.490,43€ και συνολικά για τις αιτίες αυτές 12.706,37€, ότι, κατά τα προαναφερθέντα, εισέπραξε το ποσό των 13.670,37€ επιπλέον των νομίμων αποδοχών και κατά συνέπεια 964,3€ περισσότερα των οφειλομένων για τις ως άνω αιτίες, ότι οι καταβαλλόμενες μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος συμφωνήθηκαν υπέρτερες των νομίμων, προκειμένου να καλύπτονται με το επιπλέον ποσό, το οποίο προέκυπτε από την σύγκριση των μεγεθών που αναφέρθηκαν, πέραν του βασικού μισθού και του επιδόματος προϋπηρεσίας και οικογενειακών βαρών, οι κατά περίπτωση προσαυξήσεις για απασχόληση κατά τις Κυριακές ή αργίες, αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας, η συμφωνία δε αυτή των διαδίκων έγινε στο πλαίσιο του άρθ.361 ΑΚ και είναι έγκυρη, διότι οι συμφωνηθείσες και πράγματι καταβαλλόμενες μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος ήσαν σημαντικά υπέρτερες των νομίμων.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο έλαβε υπόψη μη προταθέντα "πράγματα", δηλ. την συμφωνία περί καταλογισμού των καταβαλλομένων στον αναιρεσείοντα ενάγοντα υπερτέρων των νομίμων αποδοχών προς τις οφειλόμενες προσαυξήσεις από τις παραπάνω αιτίες, καθόσον, όπως προέκυψε από την προηγηθείσα επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, τέτοιον ισχυρισμό δεν προέβαλαν οι αναιρεσίβλητες, ούτε πρωτοδίκως, ούτε στην κατ’ έφεση δίκη, είναι δε διαφορετική η κατά τα άρθ.440 και 442 ΑΚ ένσταση συμψηφισμού που πρότειναν οι αναιρεσίβλητες (παραδεκτά καταρχήν, άρθ.527 αριθ.1 ΚΠολΔ), ερειδομένη σε άλλα περιστατικά, και ως εκ τούτου πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο 3ος λόγος αναίρεσης κατά το α’ σκέλος του από τον αριθ.8 του ίδιου άρθρου, όπως συμπληρώθηκε με τον μοναδικό πρόσθετο λόγο (που ασκήθηκε παραδεκτά κατ’ άρθ.569§2 ΚΠολΔ με δικόγραφο που κατατέθηκε στην γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου και επιδόθηκε στις αναιρεσίβλητες περισσότερες από 30 ημέρες πριν από την αρχική δικάσιμο, με αριθ..../8-4-2016 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Κ.

Λ.). Εξάλλου, εφόσον γίνεται δεκτός ο 3ος λόγος κατά το ως άνω σκέλος του, είναι άνευ αντικειμένου, ως επικουρικώς, άλλωστε, ασκηθέντες (α) ο αυτός 3ος λόγος κατά τα σκέλη του β’ από τον αριθ.19 (για έλλειψη νόμιμης βάσης ως προς την ως άνω γενομένη δεκτή συμφωνία καταλογισμού) και γ’ κατ’ εκτίμηση αυτού από τον αριθ.8 του ίδιου άρθρου (για μη λήψη υπόψη του δεδικασμένου που, κατά τον αναιρεσείοντα, παρήχθη από την προηγουμένη απόφαση του Εφετείου, κατά το μη αναιρεθέν μέρος της, ως προς το ζήτημα του ύψους του επιπλέον καταβληθέντος σ’ αυτόν ποσού για μισθούς και της κάλυψης, έτσι, των αξιώσεών του από τις παραπάνω αιτίες, με την επισήμανση ότι-πέραν της επικουρικής προβολής της αιτίασης αυτής-ο ισχυρισμός περί δεδικασμένου, δεν είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο, ενώ δεν υπάγεται στις κατ’ άρθ.562§2 ΚΠολΔ εξαιρέσεις και ειδικότερα δεν αφορά την δημόσια τάξη, βλ.

αντί πολλών ΑΠ 410/216) και (β) 4ος από τον αριθ.1 του άρθ.559 ΚΠολΔ (περί ακυρότητας της συμφωνίας αυτής σε σχέση με τις αποδοχές και το επίδομα αδείας).

ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθ. 3§1 α.ν. 539/1945 κατά την διάρκεια της άδειας ανάπαυσής του ο μισθωτός δικαιούται τις συνήθεις αποδοχές, τις οποίες θα εδικαιούτο, εάν απασχολείτο στην "υπόχρεη" (με τον όρο αυτόν αντικαταστάθηκε με το άρθ. 1§2 ν. 1346/1983 ο αρχικός όρος "υποκείμενη") επιχείρηση κατά τον αντίστοιχο χρόνο της αδείας του ή τις τυχόν για την περίπτωση αυτήν καθορισμένες με συλλογική σύμβαση, ενώ κατά την §3 του ίδιου άρθρου (όπως αυτή ισχύει μετά την απάλειψη φράσης με το άρθ. 1§2 ν. 4547/1966) στην έννοια των αποδοχών περιλαμβάνονται και οι κάθε είδους πρόσθετες ή συμπληρωματικές τακτικές παροχές (αντίτιμο τροφής, επιδόματα κλπ.).

Πρέπει να σημειωθεί εδώ, ότι οι ρυθμίσεις του α.ν. 539/1945 διασφαλίζουν τις ελάχιστες υπέρ όλων των εργαζομένων εγγυήσεις ως προς τις άδειες αναψυχής και τις συναφείς αποδοχές κλπ. και λόγω του εντόνως προστατευτικού χαρακτήρα τους και του στενού δεσμού τους με την ικανοποίηση και προστασία του γενικοτέρου κοινωνικού συμφέροντος αποτελούν μονομερώς αναγκαστικό δίκαιο και κατά συνέπεια απόκλιση από τις σχετικές διατάξεις αυτού επιτρέπεται μόνο για την εφαρμογή ευμενεστέρων για τον εργαζόμενο διατάξεων άλλων πηγών, κατ` επιταγή της αρχής της εύνοιας υπέρ των μισθωτών, η οποία εφαρμόζεται όχι μόνο στην σχέση συλλογικής και ατομικής σύμβασης εργασίας, αλλά και στην σχέση περισσοτέρων πηγών διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας (ΠλΟλΑΠ 5/2011).

Από τον συνδυασμό της διάταξης αυτής με τις διατάξεις των άρθ. 3§16 ν. 4504/1966 (που αφορά το επίδομα αδείας) και τις διατάξεις των άρθ. 648, 653, 666, 679 ΑΚ, της κυρωθείσας με το ν. 3248/1955 με αριθ. 95/1949 Διεθνούς Σύμβασης "περί προστασίας του ημερομισθίου", 2 της κυρωθείσας με το ν. 133/1975 από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ, 1§1 ν. 435/1976, 1§2 ν. 1082/1980 και 2 των κατά καιρούς εκδοθεισών υπουργικών αποφάσεων "περί χορηγήσεως δώρων για τις εορτές του Πάσχα και των Χριστουγέννων", και δη της ΚΥΑ 19040/1981, προκύπτει ότι ως "συνήθεις αποδοχές" ταυτιζόμενες με τις "τακτικές αποδοχές", με βάση τις οποίες υπολογίζονται οι αποδοχές και το επίδομα αδείας, καθώς και τα επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων και εξευρίσκεται το ωρομίσθιο και η προσαύξηση για την παρεχομένη υπερωριακή εργασία, νοούνται ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός ή το ημερομίσθιο, καθώς και οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη εργοδοτική παροχή, σε χρήμα ή σε είδος, που καταβάλλεται κατά την διάρκεια της σύμβασης εργασίας, με την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερά και μόνιμα ως αντάλλαγμα της παρεχομένης εργασίας.

Έτσι, εφόσον παρέχονται τακτικά και σταθερά, περιλαμβάνονται στις τακτικές αποδοχές, μεταξύ άλλων, η αμοιβή για υπερεργασία και για νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, καθώς και οι προσαυξήσεις για την παροχή εργασίας κατά τη νύκτα, τις Κυριακές και τις αργίες και γενικά κάθε προσαύξηση του βασικού μισθού ή ημερομισθίου (ΠλΟλΑΠ 5/2011, ΑΠ 274/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, μολονότι δέχθηκε περαιτέρω ότι οι νόμιμες αποδοχές του ενάγοντος ανήλθαν (1) από 1/1-30/6/1999 σε 226.894 δρχ., έναντι των οποίων έλαβε το μεγαλύτερο ποσό των 278.350 δρχ. (2) από 1/7-31/10/1999 σε 230.523 δρχ., έναντι των οποίων έλαβε το μείζον ποσό των 278.350 δρχ. (3) από 1/11-31/12/1999 σε 230.523 δρχ., έναντι των οποίων έλαβε 303.350 δρχ. (4) από 1/1-30/6/2000 σε 237.505 δρχ., έναντι των οποίων έλαβε 303.350 δρχ. (5) από 1/7-31/12/2000 σε 237.505 δρχ., έναντι των οποίων έλαβε 317.025 δρχ. (6) από 1/1-28/2/2001 σε 246.338 δρχ., έναντι των οποίων έλαβε 352.725 δρχ. (7) από 1/3-30/6/2001 σε 268.536 δρχ., έναντι των οποίων έλαβε 377.725 δρχ. (8) από 1/7-31/8/2001 σε 272.675 δρχ., έναντι των οποίων έλαβε 377.725 δρχ. (9) από 1/9-31/12/2001 272.675 δρχ., έναντι των οποίων έλαβε 392.825 δρχ. (10) από 1/1-30/6/2002 σε 800,23€, έναντι των οποίων έλαβε 1.152,75€ (11) από 1/7-31/12/2002 σε 817.82€, έναντι των οποίων έλαβε 1.152,75€, κατά τον υπολογισμό των αντίστοιχων αποδοχών και επιδομάτων αδείας έλαβε υπόψη μόνο τον νόμιμο μισθό του ενάγοντος, ενώ έπρεπε να καθορίσει τις παροχές αυτές με βάση τον, κατά τις παραδοχές του, συμφωνηθέντα και καταβαλλόμενο, ανώτερο του νομίμου, μισθό του, κατά τα ειδικότερα ως άνω εκτεθέντα.

Επομένως, το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο συναφής 2ος λόγος αναίρεσης από το άρθ.559 αριθ.1 ΚΠολΔ.

Σύμφωνα με όλα τα προεκτεθέντα, πρέπει ν’ αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το αναφερόμενο πιο πάνω μέρος, και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητες σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος (άρθ.176, 178, 183, 191§2 ΚΠολΔ), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΙV. Σύμφωνα με το άρθ.580§3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ήδη ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο τρίτο του άρθ.1 ν.4335/2015, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1,2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές. Αν, όμως, αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης. Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα. Επομένως, εφόσον αναιρείται η προσβαλλομένη 6086/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, στο οποίο η υπόθεση είχε παραπεμφθεί με την 809/2010 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου ύστερ’ από αναίρεση της προηγουμένης 4757/2007 απόφασης του ως άνω δικαστηρίου για την ίδια υπόθεση, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση στο τμήμα τούτο σε νέα συζήτηση, η οποία θα λάβει χώρα ύστερα από κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 6086/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Κρατεί την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση ύστερα από επίσπευση του επιμελέστερου των διαδίκων.

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε χίλια εννιακόσια (1900) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Απριλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2017.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ