Legislator Case Law & Legislation
609/2016 AI generated

Supreme Court annuls lower court decision for insufficient reasoning and remands case for retrial.

Case Number 609/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the First Instance Court of Appeal's decision due to a lack of sufficient reasoning regarding the plaintiff's claims. The plaintiff argued that the court failed to properly address specific statutory provisions and factual elements in its judgment. Consequently, the case was remanded for retrial by a different judge to ensure a legally sound decision.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(19) of the Code of Civil Procedure; A decision lacking sufficient reasoning on matters affecting the case outcome is voidable, requiring the court to explicitly connect facts to the legal basis for its ruling.

Keywords

AI generated
insufficient reasoning annulment appeal remand for retrial statutory provisions legal basis requirement

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(19) of the Code of Civil Procedure
Art. 93(3) of the Constitution
Art. 246 of Law 1188/1981
Art. 21(3) of Law 3274/2004
Art. 495(4) of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 609 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 609/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα της δικηγόρου και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) Ανωτάτου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος (Α.Ε.Ι.) με την επωνυμία "..." (Α.Π.Θ.) που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα από τον … του, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο - Κωνσταντίνο Κωνσταντινίδη, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/3/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9533/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 1620/2015 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27/11/2015 αίτησή της και τους από 1/6/2016 προσθέτους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος ανέγνωσε την από 16/9/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του 1ου κύριου λόγου αναίρεσης, καθώς και του πρόσθετου λόγου κατά το α’ σκέλος του, και την απόρριψη του 2ου κύριου λόγου, καθώς και του πρόσθετου λόγου αναίρεσης κατά το β’ σκέλος του.

Η αυτοπροσώπως παραστάσασα αναιρεσείουσα ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.(i).Kατά την διάταξη του άρθ.559 αριθ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93§3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), όταν δηλ.

δεν προκύπτει από την απόφαση, ποιά πραγματικά περιστατικά δέχθηκε, ώστε, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, να κριθεί περαιτέρω, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε. Tο κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες, ενώ ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώθηκε σαφώς, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών.

Δηλ. μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 205/2015, 137/2014, 2234/2013). Εξάλλου: (Α) Με την διάταξη του άρθ. 4§1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", δεν θεσπίζεται μόνο η ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και η έναντι αυτών ισότητα του νόμου, με την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, ρυθμίζοντας με τον τρόπο αυτόν τις εν λόγω καταστάσεις ανόμοια, εκτός αν η διαφορετική τους ρύθμιση επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (ΟλΑΠ 11/2008, 31/2007, 3/2006 και 38/2005, ΑΠ 22/2013), μπορεί, όμως, ο νόμος να ρυθμίζει διαφορετικά για όμοιες σχέσεις ή καταστάσεις προσώπων που ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες λειτουργών ή υπαλλήλων ή εργαζομένων και δικαιολογείται η διάκριση αυτή, χωρίς να παραβιάζεται έτσι η αρχή της ισότητας (ΟλΑΠ 3/2009).

Κατά συνέπεια, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από την ρύθμιση αυτή κατ’ αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, συντελείται παραβίαση της αρχής της ισότητας και η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.

Τα παραπάνω ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικά μισθωτό του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ, στην περίπτωση δε που γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση τα δικαστήρια, προς αποκατάσταση της αρχής της ισότητας, επιδικάζουν την παροχή αυτήν και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται με διεύρυνση της εφαρμογής του νόμου που περιέχει την ευμενέστερη ρύθμιση (ΑΠ 955/2014, 587/2011).

Ειδικότερη εκδήλωση της ως άνω κατ’ άρθ.4§1 του Συντάγματος αρχής της ισότητας, αποτελεί η καθιερουμένη από το άρθ.22§1 εδ.β’ του Συντάγματος αρχή της ίσης, σε σχέση με την αμοιβή, μεταχείρισης των εργαζομένων. Ο κανόνας αυτός προϋποθέτει, ότι οι εργαζόμενοι παρέχουν την ίδια ποιοτικά και ποσοτικά εργασία και εργάζονται κάτω από τις ίδιες, ουσιωδώς, συνθήκες και με τα αυτά προσόντα και δεν εφαρμόζεται επί συγκεκριμένης, με βάση διάταξη νόμου, παροχής προς ορισμένη κατηγορία μισθωτών σε σχέση με μισθωτούς, οι οποίοι ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία, όπως είναι και οι έχοντες διαφορετικό εργοδότη και οι απασχολούμενοι, ως εκ του είδους της εργασίας τους, με διαφορετικούς όρους και απολαβές (ΑΠ 293/2015, 696/2014, 587/2011). (Β) Περαιτέρω, σε σχέση με τον τρόπο αμοιβής των δικηγόρων που απασχολούνται με σχέση έμμισθης εντολής και με πάγια περιοδική αμοιβή, με το (εφαρμοζόμενο στην κρινόμενη υπόθεση, ως εκ του εδώ κρισίμου χρόνου) άρθ.92Α του κυρωθέντος με το ν.δ.3026/1954 Κώδικα περί Δικηγόρων (το οποίο προστέθηκε με το άρθ.2 ν.1093/1980, όπως αυτό το τελευταίο αντικαταστάθηκε με το άρθ.12 ν.1816/1988) ορίσθηκε ότι "§1.

Σε περίπτωση που έχει συμφωνηθεί να αμείβεται ο δικηγόρος για τις παρεχόμενες από αυτόν υπηρεσίες μόνο με πάγια περιοδική αμοιβή, τα κατώτατα όρια αυτής καθορίζονται κατά μήνα ως ακολούθως: α) Για δικηγόρο στο Πρωτοδικείο το 15ο μισθολογικό κλιμάκιο. β) Για δικηγόρο στο Εφετείο το 8ο μισθολογικό κλιμάκιο.

γ) Για δικηγόρο στον Άρειο Πάγο το 1ο μισθολογικό κλιμάκιο. §2. Τα κατώτατα όρια αμοιβής της παραπάνω παραγράφου προσαυξάνονται και με τα επιδόματα που καταβάλλονται στους τακτικούς δημοσίους υπαλλήλους σύμφωνα με τις ισχύουσες γι’ αυτούς διατάξεις. Για τον καθορισμό του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας υπολογίζεται ο συνολικός χρόνος ασκήσεως του δικηγορικού λειτουργήματος.

§3.Δικηγόροι, οι οποίοι ασκούν καθήκοντα προϊσταμένου νομικής υπηρεσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των καταστατικών, εσωτερικών κανονισμών ή με αποφάσεις αρμόδιων οργάνων, δικαιούνται προσαύξηση 10% στις αποδοχές του μισθολογικού κλιμακίου που ανήκουν...". Περαιτέρω, κατά το άρθ.21 εδ.α’ ν.3205/2003 "Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, οι διατάξεις του Μέρους Α’ του παρόντος νόμου μπορεί να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και σε προσωπικό του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ, που δεν υπάγεται στις διατάξεις του Μέρους αυτού, πλην όμως έχει βαθμολογική ή μισθολογική αντιστοιχία με μόνιμους υπαλλήλους Δημοσίου ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ, καθώς και σε διαβαθμισμένους κληρικούς και δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής".

Κατ’ εξουσιοδότηση της διάταξης αυτής και του άρθ.2 ν.1093/1980 εκδόθηκε η ΚΥΑ 2/8250/0022/2004 (ΦΕΚ Β’ 355), που ορίζει ότι "1. Οι δικηγόροι που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας περιοδικής έμμισθης εντολής, στο Δημόσιο, στους Ο.Τ.Α. και στα Ν.Π.Δ.Δ., των οποίων τα κατώτατα όρια αμοιβής καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του Ν.1093/80, όπως τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις του αρ. 12 του Ν. 1816/88, κατατάσσονται σε μισθολογικά κλιμάκια, χωρίς περαιτέρω εξέλιξη, ως εξής:

α) Δικηγόροι στο Πρωτοδικείο στο 15ο Μ.Κ. β) Δικηγόροι στο Εφετείο στο 8ο Μ.Κ. γ) Δικηγόροι στον Άρειο Πάγο στο 1ο Μ.Κ. 2. Στους ανωτέρω καταβάλλεται το κίνητρο απόδοσης του άρθρου 12 του Ν.3205/03. 3. Κατά τα λοιπά εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 12 του Ν.1816/88". Με τις παραπάνω διατάξεις ρυθμίζεται, καταρχήν, η μισθολογική κατάσταση των δικηγόρων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους με σχέση (πάγιας) έμμισθης εντολής στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ και στα ΝΠΔΔ.

Τα αυτά, κατά βάση, ισχύουν και σε σχέση με το αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ. κατ’ ειδική πρόβλεψη των διατάξεων του άρθ.1§5 εδ. β’ και γ’ ΠΔ 47/1996 "Οργανισμός Διοικητικών Υπηρεσιών Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης" (όπως το β’ εδ. αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του ΠΔ 206/2005) που ορίζουν ότι "Η νομική εξυπηρέτηση στις κάθε μορφής υποθέσεις του πανεπιστημίου και η νομική καθοδήγηση των Αρχών και Υπηρεσιών αυτού, γίνεται από τη Νομική Επιτροπή και το Δικαστικό Γραφείο.

Οι θέσεις δικηγόρων για τη στελέχωση του Δικαστικού Γραφείου ορίζονται σε 3, η πλήρωση των οποίων γίνεται κατά την κρίση και ανάλογα με τις εκάστοτε ανάγκες του πανεπιστημίου. Στις θέσεις αυτές προσλαμβάνονται με απόφαση του Πρυτανικού Συμβουλίου, ένας (1) δικηγόρος, παρ’ Αρείω Πάγω, ως Προϊστάμενος και δύο (2) δικηγόροι με πενταετή τουλάχιστον άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος.

Οι δικηγόροι προσλαμβάνονται με σχέση έμμισθης εντολής και η αμοιβή τους καθορίζεται από τις ισχύουσες διατάξεις για τις αποδοχές δικηγόρων που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας και περιοδικής έμμισθης εντολής στο Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α. και τα Ν.Π.Δ.Δ... Οι δικηγόροι έχουν υποχρέωση να παρέχουν τις υπηρεσίες τους και να βρίσκονται στη διάθεση του Πανεπιστημίου τις εργάσιμες ημέρες και ώρες λειτουργίας του καθώς και κατά ειθισμένες για τους δικηγόρους ώρες εργασίας του Κώδικα περί Δικηγόρων, να διεκπεραιώνουν δικαστικά τις υποθέσεις που τους ανατίθενται και να ενημερώνουν τη Νομική Επιτροπή".

Με το άρθρο 21 του ν. 3274/2004 εισήχθη διαφορετική ρύθμιση μόνο για τους δικηγόρους που υπηρετούν με πάγια αντιμισθία στους ΟΤΑ Α’ βαθμού. Ειδικότερα : (1) Με την §2 του ως άνω άρθ.21 ν.3274/2004 αντικαταστάθηκε το άρθρο 245 του ν.1188/1981 "κώδικας προσωπικού ΟΤΑ" που ορίζει πλέον ως προς τους δικηγόρους Δήμων και Ιδρυμάτων τους ότι (α) με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας των δήμων και των ιδρυμάτων τους μπορεί να συνιστώνται θέσεις δικηγόρων με μηνιαία αντιμισθία (β) με τη διαδικασία της §1 μπορεί να συνιστάται μία (1) θέση δικηγόρου σε δήμους με πληθυσμό μέχρι δέκα χιλιάδες (10.000) κατοίκους και δύο (2) θέσεις σε δήμους με πληθυσμό μέχρι είκοσι χιλιάδες (20.000) κατοίκους, ενώ στους λοιπούς δήμους ο αριθμός των συνιστώμενων θέσεων δικηγόρων καθορίζεται με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας τους, ανάλογα με τις ανάγκες τους (γ) Οι δικηγόροι, που προσλαμβάνονται σε δήμους ή ιδρύματά τους, παρέχουν τις νομικές τους υπηρεσίες συγχρόνως στους δήμους, στα νομικά πρόσωπα και σε άλλα ιδρύματα των ίδιων δήμων χωρίς να δικαιούνται ιδιαίτερη αμοιβή (ε) Οι απασχολούμενοι, σύμφωνα με τα παραπάνω, δικηγόροι υποχρεούνται σε παροχή υπηρεσίας στο κατάστημα του οικείου ΟΤΑ για χρόνο που ανταποκρίνεται στις εκάστοτε υπάρχουσες υπηρεσιακές συνθήκες, εφόσον δεν παρίσταται ανάγκη παράστασης ενώπιον δικαστικών ή διοικητικών αρχών (2) Επίσης, με την §3 του ίδιου άρθ.21 ν.3274/2004 αντικαταστάθηκε το άρθρο 246 του ν. 1188/1981 "κώδικας προσωπικού ΟΤΑ", το οποίο ορίζει ως προς την αντιμισθία των ούτω προσλαμβανομένων δικηγόρων, ότι (α) Οι διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, όπως ισχύει κάθε φορά, εφαρμόζονται και για τους δικηγόρους των ΟΤΑ με πάγια αντιμισθία (β) η κατά την προηγούμενη παράγραφο πάγια αντιμισθία των δικηγόρων των δήμων, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των ιδρυμάτων τους, όπως αυτή διαμορφώνεται συνολικά κάθε φορά, από τις εκάστοτε ισχύουσες γι’ αυτούς διατάξεις, προσαυξάνεται κατά ποσοστό 20% για τους ΟΤΑ με πληθυσμό μέχρι εκατό χιλιάδες κατοίκους και κατά 30% για τους ΟΤΑ με πληθυσμό άνω των εκατό χιλιάδων κατοίκων, επί του ύψους της παραπάνω αντιμισθίας, ενώ στους νομικούς Συμβούλους Διευθυντές των Νομικών Διευθύνσεων των Δήμων καταβάλλεται και επίδομα θέσης ποσοστού 20% επί του συνόλου της κατά τα ως άνω διαμορφουμένης αντιμισθίας τους.

Ταυτόσημες διατάξεις περιέχονται στον κυρωθέντα με το ν.3584/2007 "Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων", που άρχισε να ισχύει από 28-6-2007 (και καταλαμβάνει, επομένως, επίσης την επίδικη περίπτωση), ειδικότερα δε στο άρθ.165§§1-3 και 5 αυτού (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθ.24§12 ν.3613/2007) ορίζεται ότι (α) στους Δήμους, τα ιδρύματά τους και τα νομικά τους πρόσωπα δημοσίου δικαίου, μπορεί να συνιστώνται, με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας τους, θέσεις δικηγόρων με σχέση έμμισθης εντολής, εφόσον δε υπάρχει νομική υπηρεσία σύμφωνα με τον οικείο Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας είναι δυνατή η σύσταση θέσεων δικηγόρων-νομικών συμβούλων με την ίδια σχέση (β) με την παραπάνω διαδικασία μπορεί να συνιστάται μία (1) θέση δικηγόρου σε Δήμους με πληθυσμό μέχρι δέκα χιλιάδες (10.000) κατοίκους και δύο (2) θέσεις σε Δήμους με πληθυσμό μέχρι είκοσι χιλιάδες (20.000) κατοίκους, ενώ στους λοιπούς Δήμους ο αριθμός των συνιστώμενων θέσεων δικηγόρων καθορίζεται με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας τους, ανάλογα με τις ανάγκες τους (γ) οι δικηγόροι που προσλαμβάνονται σε Δήμους ή Ιδρύματά τους παρέχουν τις νομικές τους υπηρεσίες συγχρόνως στους Δήμους, στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και σε άλλα ιδρύματα των ίδιων Δήμων χωρίς να δικαιούνται ιδιαίτερη αμοιβή (δ) οι απασχολούμενοι σύμφωνα με τα παραπάνω δικηγόροι υποχρεούνται σε παροχή υπηρεσίας στο κατάστημα του οικείου Ο.Τ.Α.

για χρόνο που ανταποκρίνεται στις εκάστοτε υπάρχουσες υπηρεσιακές συνθήκες, εφόσον δεν παρίσταται ανάγκη παράστασης ενώπιον δικαστικών ή διοικητικών αρχών, ενώ με το άρθ.166§2 εδ.α’ και β’ αυτού ρητά ορίζεται ότι η πάγια αντιμισθία των δικηγόρων των Δήμων και των ιδρυμάτων τους διαμορφώνεται ως άνω σύμφωνα με το άρθ.21§3 ν.3274/2004.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, κατά πρώτο λόγο, ότι στους δικηγόρους των δήμων και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή ιδρυμάτων, που ανήκουν σε δήμους, χορηγήθηκε ποσοστιαία προσαύξηση επί της αμοιβής, η οποία προβλέπεται από τις γενικές διατάξεις του κώδικα περί των δικηγόρων ή άλλων νόμων για τους δικηγόρους που παρέχουν τις υπηρεσίες τους με πάγια αντιμισθία.

Η προσαύξηση αυτή κλιμακώνεται ανάλογα προς τον πληθυσμό του δήμου, στον οποίο ασκούν τα καθήκοντά τους (ο οποίος, άλλωστε, επηρεάζει και τον αριθμό των οργανικών θέσεων που συνιστώνται για το σκοπό αυτό). Εξ αυτού έπεται ότι για την παροχή της προσαύξησης και τον προσδιορισμό του ύψους αυτής λήφθηκε υπόψη η επιβάρυνση, την οποία υφίστανται οι δικηγόροι των δήμων σε συνάρτηση με το συνολικό αριθμό των δημοτών.

Περαιτέρω, από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ότι στους δικηγόρους των δήμων επιβλήθηκε η υποχρέωση αφενός να καλύπτουν χωρίς πρόσθετη αμοιβή τις ανάγκες όλων των νομικών προσώπων ή ιδρυμάτων του οικείου δήμου και αφετέρου, εφόσον δεν υπάρχει ανάγκη συγκεκριμένης εξωτερικής απασχόλησης, να απασχολούνται εντός του οικείου δημοτικού καταστήματος για την εξυπηρέτηση των υπηρεσιακών αναγκών και ανάλογα προς αυτές, τις οποίες δεν δικαιούνται να διεκπεραιώνουν στο προσωπικό γραφείο, που, παράλληλα, διατηρούν ως ελεύθεροι επαγγελματίες.

Η τήρηση της υποχρέωσης αυτής έχει ως εύλογη συνέπεια τον περιορισμό της ελεύθερης, επαγγελματικής τους δραστηριότητας και των εξ αυτής προσόδων. Με τον τρόπο αυτό, παρά το γεγονός ότι δεν αναφέρεται ρητά στο νόμο, η προαναφερθείσα ποσοστιαία προσαύξηση της πάγιας αντιμισθίας ορίσθηκε ως αντιστάθμισμα των ως άνω πρόσθετων υποχρεώσεων των δικηγόρων της εν λόγω κατηγορίας (ΑΠ 2101/2014, 567/2011).

Περαιτέρω, κατά το εδ. γ’ του αυτού άρθ.246 ν.1188/1981 (όπως αυτό αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθ.21§3 ν.3274/2004) στους παραπάνω δικαιούχους (δηλ. τους δικηγόρους των δήμων και των ν.π.δ.δ. ή ιδρυμάτων που ανήκουν σε δήμους) χορηγούνται : (α) Τα ποσά που προβλέπονται στο άρθ.5§3 ν.2685/1999, που ορίζει ότι ειδικές διατάξεις, με τις οποίες προβλέπεται η χορήγηση κατ’ αποκοπή εξόδων μετακίνησης σε υπαλλήλους για τις μετακινήσεις τους εκτός έδρας, διατηρούνται σε ισχύ και δεν υπόκεινται σε κρατήσεις υπέρ τρίτων, με κοινή δε απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, τα κατ’ αποκοπή έξοδα μετακίνησης καταβάλλονται από 1-4-1998 σύμφωνα με την ΚΥΑ 2040222/4110/0022/1998, που προβλέπει την χορήγηση στο προσωπικό των ΟΤΑ εφάπαξ ετήσιας αποζημίωσης (90.000δρχ.

για το έτος 1998 και σε 120.000δρχ. από το έτος 1999) για την κάλυψη των δαπανών κίνησης, στις οποίες υποβάλλονται λόγω της φύσης της απασχόλησής τους, η αποζημίωση δε αυτή βαρύνει αποκλειστικά τους οικείους προϋπολογισμούς των ΟΤΑ και σε καμία περίπτωση και για οποιονδήποτε λόγο τον κρατικό προϋπολογισμό και η καταβολή της γίνεται με ξεχωριστό τίτλο πληρωμής, τμηματικά στο τέλος κάθε τριμήνου.

Το ποσό της αποζημίωσης για έξοδα μετακίνησης ανήλθε με την ΚΥΑ 2/6771/2004 από 1-1-2004 σε 206€ μηνιαίως και, αφού αναπροσαρμόσθηκε επανειλημμένα, με την ΚΥΑ 2/95080/0022/2008 καθορίσθηκε από 1-1-2008 σε 365€. (β) Το επίδομα της περ.γ’ της §6 του άρθ.8 ν.3205/2003, δηλ. το χαρακτηριζόμενο ως επίδομα ειδικής απασχόλησης για το προσωπικό των ΟΤΑ, το οποίο διαβαθμίζεται ανάλογα με τις κατηγορίες του προσωπικού και ανέρχεται για τους δικηγόρους των ΟΤΑ, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις, σε 84€ μηνιαίως, αναπροσαρμόσθηκε δε σε 110€ με το άρθ.8 ν.3670/2008.

Τα αυτά ακριβώς ορίζονται ως προς την χορήγηση των παροχών αυτών και με το άρθ.166§3 του ως άνω Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (ν.3584/2007). Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η προς εφαρμογή της αρχής της ισότητας επέκταση της ρύθμισης του άρθ. 246 του ν. 1188/1981, όπως ισχύει μετά την ως άνω αντικατάστασή του, και η χορήγηση των προβλεπομένων απ’ αυτό, και τις διατάξεις στις οποίες παραπέμπει, παροχών και σε άλλες κατηγορίες δικηγόρων, όπως αυτή των παρεχόντων τις νομικές τους υπηρεσίες με πάγια αντιμισθία σε άλλα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, μη ανήκοντα σε δήμους, προϋποθέτει ότι η προσφορά της εργασίας τους προς το νομικό πρόσωπο, στο οποίο υπηρετούν, είναι ίδια ποιοτικά και ίση ποσοτικά προς την εργασία των δικηγόρων των δήμων και παρέχεται υπό ουσιωδώς όμοιες με εκείνους συνθήκες (ΑΠ 293/2015, 2101/2014, 587/2011, 638/2009). (ii).

Σύμφωνα με το άρθ.559 αριθ.9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "αίτηση" νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, με οποιανδήποτε νόμιμη μορφή της που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, κύριας πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ενδίκου μέσου κλπ. (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 780/2014, 513/2011, 1209/2007).

Για την θεμελίωση και ευδοκίμηση του λόγου αυτού απαιτείται παντελής σιωπή του δικαστηρίου όχι μόνο στο αιτιολογικό, αλλά και στο διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης και επομένως, αν από το διατακτικό προκύπτει ότι (η αίτηση δικαστικής προστασίας και ειδικότερα) η αγωγή απορρίφθηκε στο σύνολό της, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός, ακόμη και όταν δεν υπάρχει αιτιολογία ως προς όλα τα αιτήματα (ΑΠ 780/2014, 105/2014, 528/2009) (iii).

Στην προκειμένη περίπτωση : (Α) Με την ένδικη και με αριθ.έκθ.κατ.8559/2012 αγωγή της στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης η ήδη αναιρεσείουσα εξέθεσε ότι (1) είναι δικηγόρος στον Άρειο Πάγο και παρέχει τις υπηρεσίες της στο εναγόμενο (τώρα αναιρεσίβλητο) ν.π.δ.δ. "..." από 29-5-2006 με σχέση έμμισθης εντολής ως προϊσταμένη δικηγόρος του Δικαστικού Γραφείου αυτού, σε οργανική θέση που προβλέπεται από τον εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας του, αμείβεται δε με πάγια αντιμισθία, κατέχει το 1ο μισθολογικό κλιμάκιο και υπάγεται στο μισθολογικό καθεστώς του άρθ.92 Α του ν.δ.3026/1954 (2) μετά την έκδοση του ν.3205/2003 και της κατ’ εξουσιοδότηση αυτού ΚΥΑ 2/8250/0022/2004 δημοσιεύθηκε ο ν.3274/2004, κατά τις διατάξεις του οποίου (α) η πάγια αντιμισθία των δικηγόρων των δήμων, των ν.π.δ.δ.

κλπ. προσαυξήθηκε κατά 20% για τους ΟΤΑ με πληθυσμό μέχρι 100.000 κατοίκους και κατά 30% για τους ΟΤΑ με πληθυσμό πέραν των 100.000 κατοίκων (β) το καταβαλλόμενο στους Νομικούς Συμβούλους Διευθυντές των Νομικών Διευθύνσεων των Δήμων ως επίδομα θέσης αναπροσαρμόσθηκε σε 20% επί του συνόλου της αντιμισθίας τους (γ) χορηγήθηκε κατ’ αποκοπή αποζημίωση για έξοδα μετακίνησης και (δ) χορηγήθηκε το επίδομα ειδικής απασχόλησης, ανερχόμενο στα εκεί ποσά (3) οι ως άνω διατάξεις είναι εφαρμοστέες και στην ίδια, η οποία προσφέρει τις υπηρεσίες της ως δικηγόρος και Προϊσταμένη του Δικαστικού Γραφείου του εναγομένου με πάγια αντιμισθία, έχοντας τα ίδια ουσιαστικά προσόντα διορισμού και εκτελώντας καθήκοντα συναφή προς εκείνα των δικηγόρων ΟΤΑ, υπό τις αναφερόμενες εκεί συνθήκες προσφοράς υπηρεσιών, λαμβανομένων υπόψη του μεγέθους του εναγομένου, του ύψους του ετήσιου προϋπολογισμού του και της δικαστικής και εξώδικης απασχόλησής της και των συνεχών μετακινήσεών της εκτός της έδρας του (4) η καταβολή των παραπάνω προσαυξήσεων στους δικηγόρους των ΟΤΑ με πάγια αντιμισθία που υπάγονται στο κώδικα περί Δικηγόρων και στο ίδιο μισθολογικό καθεστώς και προσφέρουν ουσιωδώς όμοιες υπηρεσίες με τις παρεχόμενες απ’ αυτήν προς το εναγόμενο και η εξαίρεσή της από τις παροχές αυτές, χωρίς να συντρέχουν ειδικοί λόγοι, κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, αντιβαίνει στην συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της ισότητας, με βάση δε τα περιστατικά αυτά ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει σ’ αυτήν, με τους νόμιμους τόκους, για το χρονικό διάστημα από 1-8-2006 έως 31-12-2009, κατά τα εκεί αναλυτικά εκτιθέμενα (α) 29.861,3€ ως προσαύξηση κατά ποσοστό 30% της μηνιαίας αντιμισθίας της (β) 19.907,5€ για επίδομα θέσης ως Προϊσταμένης δικηγόρου του Δικαστικού Γραφείου του εναγομένου (γ) 14.285€ ως δαπάνες μετακίνησης για την εκπροσώπηση του εναγομένου και την υπεράσπιση των υποθέσεών του (δ) 4.380€ ως επίδομα ειδικής απασχόλησης, και συνολικά το ποσό των 68.433,8€.

Με την 9533/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης η αγωγή αυτή κρίθηκε νόμιμη και έγινε ενμέρει δεκτή και κατ’ ουσίαν και το εναγόμενο υποχρεώθηκε να καταβάλει στην ενάγουσα, κατ’ αντιστοιχία προς τις παραπάνω διακρίσεις (α) 26.584,23€ (β) 17.722,82€ (γ) 14.285€ (δ) 4.380€ (και συνολικά 62.972,05€) (Β) Το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, κρίνοντας επί της αγωγής αυτής ύστερ’ από έφεση του εναγομένου αναιρεσιβλήτου ν.π.δ.δ., με την προσβαλλομένη 1620/2015 απόφασή του και όπως απ’ αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι με την ...2006 εγκριτική απόφαση της Επιτροπής του άρθ.2§1 της 55/98 ΠΥΣ εγκρίθηκε η πρόσληψη ενός Προϊσταμένου Δικηγόρου με έμμισθη εντολή στο Δικαστικό Γραφείο του εναγομένου ΑΠΘ και με την 1238/2006 απόφαση του Πρυτανικού Συμβουλίου του αποφασίσθηκε η πρόσληψη της ενάγουσας, δικηγόρου στον Άρειο Πάγο, ως Προϊσταμένης του Δικαστικού Γραφείου του, σε εκτέλεση δε της απόφασης αυτής η ενάγουσα προσλήφθηκε με την .../2006 Πρυτανική Πράξη ως προϊσταμένη του Δικαστικού Γραφείου με σχέση έμμισθης εντολής, σε πλήρωση κενής οργανικής θέσης προβλεπομένης από τον κανονισμό του εναγομένου, για την παροχή νομικών υπηρεσιών έναντι πάγιας μηνιαίας αμοιβής, κατέχει δε το 1ο μισθολογικό κλιμάκιο, ενώ την 29-5-2006 υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση πρόσληψης και εκδόθηκε η ...2006 πράξη του πρύτανη περί ανάληψης καθηκόντων από την ενάγουσα, ότι με βάση την ως άνω σύμβαση και τον οργανισμό του εναγομένου στα καθήκοντα της ενάγουσας περιλαμβάνεται η νομική εξυπηρέτηση στις κάθε μορφής υποθέσεις του ΑΠΘ, η νομική καθοδήγηση των Αρχών και Υπηρεσιών του, καθώς και η εξώδικη και δικαστική εκπροσώπησή του, ενώ η ενάγουσα έχει υποχρέωση να παρέχει τις υπηρεσίες της και να βρίσκεται στην διάθεση του Πανεπιστημίου τις εργάσιμες ημέρες και ώρες λειτουργίας του, καθώς και κατά τις ειθισμένες για τους δικηγόρους ώρες εργασίας του Κώδικα περί Δικηγόρων, να διεκπεραιώνει δικαστικά τις υποθέσεις που της ανατίθενται και να ενημερώνει τη Νομική Επιτροπή, ότι στα παραπάνω πλαίσια των καθηκόντων της η ενάγουσα είναι επιφορτισμένη με την δικαστική και εξώδικη εκπροσώπηση του εναγομένου ενώπιον των Δικαστηρίων, εντός και εκτός έδρας, και ενώπιον κάθε αρχής, προς υποστήριξη των δικαιωμάτων του, προς τον σκοπό δε αυτόν ενεργεί όλες τις απαιτούμενες νόμιμες ενέργειες, όπως άσκηση κάθε είδους ενδίκων βοηθημάτων και μέσων, σύνταξη γνωμοδοτήσεων και εισηγήσεων επί νομικών ερωτημάτων που τίθενται από τις υπηρεσίες του εναγομένου, παράσταση στα συλλογικά όργανα αυτού, όταν καλείται σ’ αυτά, σύνταξη συμβολαίων και ιδιωτικών συμφωνητικών, έλεγχο συμβάσεων κλπ., ότι η ενάγουσα ως δικηγόρος του εναγομένου με πάγια αντιμισθία υπάγεται, κατά την σύμβαση και το νόμο, στο μισθολογικό καθεστώς των διατάξεων για τις αποδοχές δικηγόρων που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας και περιοδικής έμμισθης εντολής στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα ν.π.δ.δ., δηλ.

του άρθ.92Α του Κώδικα περί Δικηγόρων, που προστέθηκε με το άρθ.12 ν.1816/1988 και έχει το προαναφερθέν περιεχόμενο, ότι μετά την καθιέρωση ενιαίου μισθολογίου με το ν.3205/2003 για τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ν.π.δ.δ., με την κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσα ΚΥΑ 2/8250/0022/2004, που διαλαμβάνει τις προαναφερθείσες ρυθμίσεις, η ενιαία αυτή μισθολογική αντιμετώπιση επεκτάθηκε και στους δικηγόρους που υπηρετούν με σχέση πάγιας περιοδικής έμμισθης εντολής στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ και τα ν.π.δ.δ., όπως και η ενάγουσα, οι τακτικές αποδοχές της οποίας, με βάση τις οικείες ως άνω διατάξεις, από την πρόσληψη και την κατάταξή της στο 1ο μισθολογικό κλιμάκιο ανήλθαν για το έτος 2006 στο ποσό των 2.064€ (1491 β.μ., 149,1 ειδικό επίδομα θέσης, 53 οικογενειακή παροχή, 150 κίνητρο απόδοσης, 45 επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών, προσωπική διαφορά της ειδικής παροχής των 176€), για το έτος 2007 σε 2.122,4€, σε 2.171,4€ μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2008 και σε 2.206,6€ μέχρι του τέλους του έτους 2009, ότι με τον επακολουθήσαντα ν.3274/2004 προσαυξήθηκε η πάγια μηνιαία αντιμισθία των δικηγόρων των δήμων, των ν.π.δ.δ.

και των ιδρυμάτων τους κατά 20% για τους ΟΤΑ με πληθυσμό μέχρι 100.000 κατοίκους και κατά 30% για ΟΤΑ με μεγαλύτερο πληθυσμό, προβλέφθηκε η καταβολή στους Νομικούς Συμβούλους Διευθυντές των Νομικών Διευθύνσεων των Δήμων επιδόματος θέσης ποσοστού 20% επί της αντιμισθίας τους και χορηγήθηκαν στους παραπάνω δικαιούχους τα έξοδα μετακίνησης των υπαλλήλων των ΟΤΑ εντός έδρας για εκτέλεση υπηρεσίας (άρθ.5§3 ν.2685/1999) και το επίδομα ειδικής απασχόλησης του προσωπικού των ΟΤΑ Α’ βαθμού (άρθ.8§6 περ.

γ’ ν.3205/2003), ότι το ως άνω πληθυσμιακό-ποσοτικό κριτήριο που λαμβάνεται υπόψη για την παροχή της προσαύξησης και την καταβολή των παροχών στους δικηγόρους των δήμων και τον προσδιορισμό του ύψους τους, ως άνω, δεν μπορεί να εφαρμοσθεί και στην περίπτωση του εναγομένου ν.π.δ.δ., ώστε να δικαιούται η ενάγουσα την προσαύξηση κατά 30%, που ισχύει για τους ΟΤΑ με πληθυσμό άνω των 100.000 κατοίκων, καθόσον με βάση τον οργανισμό του εναγομένου οι θέσεις των δικηγόρων για την στελέχωση του Δικαστικού Γραφείου του εναγομένου ορίζονται σε 3 και η πλήρωσή τους γίνεται κατά την κρίση και κατά τις εκάστοτε ανάγκες του πανεπιστημίου, χωρίς συνάρτηση με οποιοδήποτε πληθυσμιακό κριτήριο, κατά συνέπεια δε η επέκταση του ποσοτικού-πληθυσμιακού αυτού κριτηρίου αναλογικά και στην περίπτωση των δικηγόρων του εναγομένου δεν είναι δυνατή και αποτελεί αυθαίρετη ενέργεια, ότι οι δικηγόροι των δήμων υποχρεούνται αφενός να καλύπτουν, χωρίς πρόσθετη αμοιβή, τις ανάγκες όλων των νομικών προσώπων ή ιδρυμάτων του οικείου δήμου και αφετέρου, εφόσον δεν υπάρχει ανάγκη συγκεκριμένης εξωτερικής απασχόλησης, να απασχολούνται εντός του οικείου δημοτικού καταστήματος για την εξυπηρέτηση των υπηρεσιακών αναγκών και ανάλογα προς αυτές, τις οποίες δεν δικαιούνται να διεκπεραιώνουν στο προσωπικό γραφείο που διατηρούν παράλληλα ως ελεύθεροι επαγγελματίες, με τον τρόπο δε αυτόν η ως άνω ποσοστιαία προσαύξηση της πάγιας αντιμισθίας και οι λοιπές παροχές ορίσθηκαν ως αντιστάθμισμα των παραπάνω πρόσθετων υποχρεώσεων των δικηγόρων της κατηγορίας αυτής, αντίστοιχη, όμως, υποχρέωση να καλύπτει χωρίς πρόσθετη αμοιβή τις ανάγκες όλων των νομικών προσώπων ή ιδρυμάτων του εναγομένου δεν έχει η ενάγουσα, ούτε με βάση την μεταξύ τους σύμβαση, ούτε κατά το νόμο, ότι εξάλλου δεν υφίστανται άλλα νομικά πρόσωπα ή ιδρύματα στο Πανεπιστήμιο, τις ανάγκες των οποίων εξυπηρετεί η ενάγουσα, πλην της Πανεπιστημιακής Φοιτητικής Λέσχης, την διεκπεραίωση των υποθέσεων της οποίας ανέλαβε το Δικαστικό Γραφείο του εναγομένου, Προϊσταμένη του οποίου είναι η ενάγουσα, μετά την άσκηση της ένδικης αγωγής, ενώ κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (29-5-2006 έως 31-12-2009) η ενάγουσα παρέσχε τις υπηρεσίες της στην Φοιτητική Λέσχη σε 5 περιπτώσεις και συγκεκριμένα παραστάθηκε στο Ελεγκτικό Συνέδριο την 10-9-2007, συνέταξε το από 14-5-2007 υπόμνημα προς το Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και τα από 18-2-2008 δύο υπομνήματα προς το Διοικητικό Εφετείο Θεσσαλονίκης για δύο υποθέσεις και άσκησε την από 15-9-2009 έφεση στο Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, για την ενασχόλησή της δε με τις ως άνω υποθέσεις ορίσθηκε ως δικηγόρος με σχετικές πράξεις του Προέδρου της Πανεπιστημιακής Φοιτητικής Λέσχης του εναγομένου και δεν επιβλήθηκε η υποχρέωση να καλύψει χωρίς αμοιβή τις ανάγκες αυτές της Φοιτητικής Λέσχης, της οποίας οι υποθέσεις είναι ελάχιστες και αφορούν κυρίως σε ζητήματα που ανακύπτουν κατά τις διαγωνιστικές διαδικασίες, ενώ ουδόλως μπορούν να συγκριθούν ποσοτικά και ποιοτικά με τις υποθέσεις των λοιπών νομικών προσώπων και των ιδρυμάτων των δήμων, όπως τα πνευματικά κέντρα, οι οργανισμοί νεολαίας και άθλησης, τα βρεφοκομεία, οι δημοτικές επιχειρήσεις κλπ., τις ανάγκες των οποίων κατά τα άνω καλύπτουν χωρίς πρόσθετη αμοιβή οι δικηγόροι των δήμων και οι οποίες εμφανίζουν ιδιαίτερα αυξημένο όγκο και καλύπτουν το σύνολο του δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, όπως συμβάσεις έργου, εργασίας και προμηθειών, υποθέσεις εργατικών διαφορών, υποθέσεις απαλλοτριώσεων, ότι επίσης οι δικηγόροι των δήμων έχουν υποχρέωση, με βάση το νόμο, να απασχολούνται εντός του οικείου δημοτικού καταστήματος για την εξυπηρέτηση των υπηρεσιακών αναγκών και ανάλογα προς αυτές, τις οποίες δεν δικαιούνται να διεκπεραιώνουν στο προσωπικό τους γραφείο, γεγονός που έχει ως συνέπεια τον περιορισμό της ελεύθερης, επαγγελματικής τους δραστηριότητας και των εξ αυτής προσόδων, ενώ αντίστοιχη υποχρέωση δεν έχει η ενάγουσα, η οποία, κατά τα προαναφερθέντα, κατά την παροχή των υπηρεσιών της στο εναγόμενο έχει υποχρέωση να βρίσκεται στην διάθεσή του τις εργάσιμες ημέρες και ώρες λειτουργίας του, ότι δεν προκύπτει, προκειμένου να επεκταθεί, προς εφαρμογή της αρχής της ισότητας, η ρύθμιση του άρθ.246 ν.1188/1981 και σε άλλη κατηγορία δικηγόρων, όπως αυτή της ενάγουσας (που παρέχει τις υπηρεσίες της με πάγια αντιμισθία σε άλλο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, που δεν ανήκει σε δήμο), ότι η προσφορά της εργασίας της προς το εναγόμενο και τα άλλα νομικά πρόσωπα ή ιδρύματα που ανήκουν σ’ αυτό είναι ίση ποσοτικά και ποιοτικά προς την εργασία των δικηγόρων των δήμων και παρέχεται υπό ουσιωδώς όμοιες με εκείνους συνθήκες, ειδικότερα δε (α) το Δικαστικό Γραφείο του εναγομένου κατά το χρονικό διάστημα 2006-2008 χειρίσθηκε 710 νέες υποθέσεις, δηλ.

κατά μέσο όρο 142 υποθέσεις κατ’ έτος, από τις οποίες 340 (κατά μέσο όρο 68 το έτος) χειρίσθηκε η ενάγουσα-Προϊσταμένη του Δικαστικού Γραφείου, και 370 (74 κατά μέσο όρο κατ’ έτος) εξωτερικοί συνεργάτες δικηγόροι με αμοιβή (β) κατά το ίδιο χρονικό διάστημα η ενάγουσα και οι εξωτερικοί συνεργάτες δικηγόροι πραγματοποίησαν 1556 παραστάσεις (νεοεισερχομένων και παλαιοτέρων υποθέσεων) σε Δικαστήρια της Θεσσαλονίκης και των Αθηνών (κατά μέσο όρο 311 παραστάσεις κατ’ έτος), από τις οποίες η ενάγουσα παραστάθηκε σε 647 συζητήσεις υποθέσεων (κατά μέσο όρο σε 129 κατ’ έτος) και οι εξωτερικοί συνεργάτες δικηγόροι σε 909 συζητήσεις (181 κατά μέσο όρο το έτος) (γ) στα καθήκοντα της ενάγουσας περιλαμβάνονται η δικαστική και εξώδικη εκπροσώπηση του εναγομένου ενώπιον των Δικαστηρίων, εντός και εκτός έδρας και ενώπιον κάθε αρχής προς υποστήριξη των δικαιωμάτων του, η άσκηση κάθε είδους ένδικων βοηθημάτων και μέσων, η σύνταξη γνωμοδοτήσεων και εισηγήσεων επί νομικών ερωτημάτων που τίθενται από τις υπηρεσίες του εναγομένου, η παράσταση στα συλλογικά όργανα του τελευταίου, όταν καλείται σ’ αυτά, η σύνταξη συμβάσεων και ιδιωτικών συμφωνητικών, ο έλεγχος συμβάσεων κλπ., κυρίως δε εστιάζονται τα καθήκοντά της κατά το επίδικο διάστημα στον τομέα του δημοσίου δικαίου (διοικητικές συμβάσεις, διοικητικές πράξεις, υπαλληλικό και πειθαρχικό δίκαιο), δεδομένου ότι και η φύση των υποθέσεων που χειρίσθηκε το Δικαστικό Γραφείο του εναγομένου, διά της ενάγουσας και των εξωτερικών συνεργατών του, είναι κυρίως διοικητικής φύσης, αφού από τις 710 συνολικά ως άνω υποθέσεις, οι 571 είναι διοικητικής φύσης και οι λοιπές 139 ιδιωτικού δικαίου (δ) ο όγκος των δικαστικών υποθέσεων που χειρίζεται κατ’ έτος ένας δικηγόρος του δήμου υπερβαίνει τον ως άνω αριθμό των 68 υποθέσεων που χειρίσθηκε κατά μέσο όρο κατ’ έτος η ενάγουσα κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, ενώ και ως προς την φύση των υποθέσεων αυτών υφίσταται σαφής διαφορά μεταξύ τους ως προς τον βαθμό δυσκολίας και πολυπλοκότητας, αφού οι υποθέσεις τις οποίες χειρίζεται ο έμμισθος με πάγια αντιμισθία δικηγόρος του δήμου, καλύπτουν το σύνολο των υποθέσεων ιδιωτικού και δημοσίου δικαίου και εμφανίζουν ιδιαίτερες δυσκολίες, απαιτώντας εξειδικευμένες γνώσεις, όπως σε υποθέσεις απαλλοτριώσεων, καταπατήσεις δημοτικών και δημοσίων εκτάσεων, είσπραξη τελών κλπ. (ε) το εναγόμενο είναι το πρώτο σε μέγεθος ΑΕΙ της χώρας, περιλαμβάνει 7 σχολές, που συγκροτούνται από 33 τμήματα, 5 μονοτμηματικές σχολές και 4 ανεξάρτητα τμήματα, απασχολεί περίπου 5.000 εργαζομένους και έχει αυξημένες εξώδικες και δικαστηριακές ανάγκες που απαιτούν συνεχή και σε καθημερινή βάση παροχή υπηρεσιών από δικηγόρους, για τον λόγο δε αυτόν άλλωστε το εναγόμενο καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο το Δικαστικό του Γραφείο ήταν στελεχωμένο μόνο από την ενάγουσα, αφού δεν είχαν προσληφθεί οι άλλοι δύο δικηγόροι που προβλέπονται στον Οργανισμό του, εξουσιοδοτούσε άλλους δικηγόρους να παρίστανται ενώπιον των δικαστηρίων με την ανάλογη αμοιβή, με σχετικά δε έγγραφα των εκάστοτε πρυτάνεών του ζητούσε την πλήρωση των δύο θέσεων των δικηγόρων παρ’ εφέταις που προβλέπονται στον Οργανισμό του με την αιτιολογία ότι υφίσταται μεγάλος φόρτος δικαστικών υποθέσεων, για την αντιμετώπιση του οποίου αναγκάζεται να εξουσιοδοτεί άλλους δικηγόρους να παρίστανται ενώπιον των δικαστηρίων με αμοιβή, ενώ ζητήθηκε η τοποθέτηση νομικού συμβούλου του Κράτους προς υποβοήθηση του έργου της Νομικής Επιτροπής και του Δικαστικού Γραφείου, αυτό, όμως, δεν κατέστη εφικτό, επειδή προϋπόθεση για την δημιουργία Γραφείου Νομικού Συμβούλου στο εναγόμενο αποτελούσε η ταυτόχρονη κατάργηση της Νομικής Επιτροπής και του Δικαστικού Γραφείου του εναγομένου, δεν συμφώνησε, όμως, το εναγόμενο, δηλώνοντας ότι δεν επιθυμεί την κατάργηση των ανωτέρω υπηρεσιών του και εμμένει στην υφισταμένη δομή του Οργανισμού του, ταυτόχρονα δε ζήτησε την ενίσχυση της στελέχωσης του Δικαστικού Γραφείου, λόγω του μεγάλου φόρτου εργασίας του τελευταίου, ότι σύμφωνα με τα παραπάνω η προσφορά της εργασίας της ενάγουσας προς το εναγόμενο ν.π.δ.δ.

δεν είναι ίση ποιοτικά και ποσοτικά προς την εργασία των δικηγόρων των δήμων και δεν παρέχεται υπό ουσιωδώς όμοιες με εκείνους συνθήκες και ειδικότερα με τον συνάδελφό της αντίστοιχης υπηρεσίας ΟΤΑ με πληθυσμό άνω των 100.000 κατοίκων, ο οποίος λαμβάνει τις παροχές του άρθ.246 ν.1181/1981 όχι αδικαιολόγητα, αλλά αφού λήφθηκε υπόψη η επιβάρυνση που υφίστανται οι δικηγόροι των δήμων σε συνάρτηση με τον συνολικό αριθμό των δημοτών, και ως αντιστάθμισμα της υποχρέωσης των δικηγόρων των ΟΤΑ να παρέχουν τις νομικές υπηρεσίες τους συγχρόνως στους δήμους, στα νομικά πρόσωπα και σε άλλα ιδρύματα των ίδιων δήμων, χωρίς ιδιαίτερη αμοιβή, και της υποχρέωσης αυτών για παροχή υπηρεσίας εντός του οικείου δημοτικού καταστήματος για την εξυπηρέτηση των υπηρεσιακών αναγκών και ανάλογα προς αυτές, τις οποίες δεν δικαιούνται να διεκπεραιώσουν στο προσωπικό τους γραφείο, κριτήρια που δεν πληροί η ενάγουσα, ούτε μπορούν να εφαρμοσθούν γι’ αυτήν, ότι συνεπώς η με το άρθ.246ν.1181/1982, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθ21§3 ν.3274/2004, χορήγηση των ως άνω παροχών στους δικηγόρους που απασχολούνται με μηνιαία αντιμισθία στους δήμους και τα ιδρύματα που υπάγονται σ’ αυτούς, δεν συνιστά δυσμενή διάκριση ως προς την δικηγόρο του εναγομένου ν.π.δ.δ., η οποία έχει προσληφθεί από διαφορετικό εργοδότη, απασχολείται με διαφορετικό νομικό καθεστώς, η δε εργασία της δεν είναι ίση ποιοτικά και ποσοτικά προς την εργασία των δικηγόρων των δήμων και δεν παρέχεται υπό ουσιωδώς όμοιες με εκείνους συνθήκες, η τυχόν δε επέκταση των παραπάνω παροχών και στην ενάγουσα δικηγόρο του εναγομένου ν.π.δ.δ.

θα αποτελούσε εξομοίωση καταστάσεων και προσώπων, που ο νομοθέτης θέλησε να ρυθμίσει με διαφορετικό τρόπο, ότι επομένως, εφόσον οι παροχές αυτές χορηγήθηκαν στην προαναφερομένη κατηγορία δικηγόρων, ενόψει των καθηκόντων τους και των υπηρεσιών που προσφέρουν, καθώς και των συνθηκών, οι οποίες είναι διαφορετικές από τις υπηρεσίες της ενάγουσας και παρέχονται υπό διαφορετικές συνθήκες, δεν είναι δυνατόν να χορηγηθούν (παροχές) και στην ενάγουσα, δικηγόρο με σχέση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία του εναγομένου ν.π.δ.δ.

κατ’ εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας, καθόσον με βάση τα παραπάνω δεν είναι δυνατόν να εξομοιωθούν, κατ’ επίκληση της αρχής της ισότητας, το περιεχόμενο και η έκταση των καθηκόντων, των υπηρεσιών και των συνθηκών, υπό τις οποίες προσφέρει τις υπηρεσίες της η ενάγουσα δικηγόρος του εναγομένου ν.π.δ.δ., που αμείβεται με πάγια αντιμισθία, με το περιεχόμενο και την έκταση των καθηκόντων, των υπηρεσιών και των συνθηκών, υπό τις οποίες προσφέρουν τις υπηρεσίες τους οι αμειβόμενοι με πάγια αντιμισθία δικηγόροι των δήμων (και δη με πληθυσμό άνω των 100.000 κατοίκων), αφού κατά τα ως άνω οι υπηρεσίες κάθε ενός εξ αυτών δεν είναι ίσες ποιοτικά και ποσοτικά, παρέχονται υπό διαφορετικό νομικό καθεστώς και όχι κάτω από ουσιωδώς όμοιες συνθήκες, τυχόν δε επέκταση των παραπάνω παροχών και στην ενάγουσα, δικηγόρο του εναγομένου ν.π.δ.δ., είναι ανεπίτρεπτη, ως οδηγούσα πλέον στην ενιαία μεταχείριση προσώπων που τελούν υπό διαφορετικές συνθήκες, με βάση εντελώς τυπικά κριτήρια (ύπαρξη δικηγορικής ιδιότητας).

Με βάση τα γενόμενα ως άνω δεκτά, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του εναγομένου και τώρα αναιρεσιβλήτου ν.π.δ.δ. ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δίκασε την αγωγή και την απέρριψε στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο : (Α) Παραβίασεν εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις με ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα, αν η παροχή των υπηρεσιών της αναιρεσείουσας ενάγουσας ήταν ποσοτικά και ποιοτικά ανάλογη με αυτήν ενός δικηγόρου που παρέχει με πάγια μηνιαία αντιμισθία υπηρεσίες σε δήμο με πληθυσμό άνω των 100.000 κατοίκων, αν πρόκειται δηλ.

για ουσιωδώς όμοιες καταστάσεις παροχής ίδιας εργασίας υπό τις αυτές συνθήκες, και εντεύθεν αν πρόκειται για δικαιολογημένη ή μη δυσμενή μισθολογική μεταχείριση της ενάγουσας έναντι των δικηγόρων των δήμων, καθόσον στην αναιρεσιβαλλομένη ουδέν αναφέρεται ως προς (α) τον αριθμό και το είδος των υποθέσεων που η ενάγουσα έπρεπε να διεκπεραιώσει ή να χειρισθεί μέσα στο κρίσιμο χρονικό διάστημα σε σχέση προς αντίστοιχο δικηγόρο δήμου με τον ως άνω πληθυσμό, ως προς τον οποίο, δικηγόρο δήμου, δεν αναφέρει τον αριθμό των υποθέσεων που χειρίζεται, αλλά ότι αυτός υπερβαίνει τον αριθμό των 68 υποθέσεων που χειρίσθηκε κατά μέσο όρο η ενάγουσα (β) την φύση και τον βαθμό της δυσχέρειας των υποθέσεων που χειρίζεται η ίδια σε σχέση με τους δικηγόρους του δήμου και (γ) το αν η ίδια ασκεί στην πραγματικότητα ελεύθερο επάγγελμα και εκτός του Πανεπιστημίου, διατηρώντας γραφείο, στο οποίο μπορεί, από άποψη ελεύθερου χρόνου, να χειρίζεται άλλες υποθέσεις.

Επομένως ο συναφής 1ος κύριος λόγος αναίρεσης από το άρθ.559 αριθ.19 ΚΠολΔ είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός (Β) Ουδόλως άφησε αδίκαστα αιτήματα της ένδικης αγωγής, όπως αβάσιμα προβάλλεται, με τον 2ο (και τελευταίο) κύριο λόγο αναίρεσης, που είναι, άρα, απορριπτέος, αφού, όπως προκύπτει από το προδιαληφθέν περιεχόμενο και το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, η αγωγή απορρίφθηκε στο σύνολό της, δηλ.

ως προς όλα τα αιτήματά της, όπως άλλωστε και από τις αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτει, καθόσον εκεί ρητά και κατ’ επανάληψη αναφέρεται ότι δεν μπορεί να γίνει επέκταση και στην ενάγουσα της χορήγησης όλων των παροχών, αδιακρίτως, χωρίς εξαίρεση και χωρίς περιορισμό σε κάποια απ’ αυτές (και δη στην προσαύξηση κατά 30% της πάγιας αντιμισθίας της) που προβλέπονται στο άρθ.246 ν.1188/1981 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθ.21§3 ν.3274/2004), το οποίο ακριβώς αφορά όλα τα επίδικα ποσά που ζητήθηκαν με αυτοτελή αιτήματα, δηλ. (α) την προσαύξηση κατά ποσοστό 30% επί της πάγιας μηνιαίας αντιμισθίας (άρθ.246 εδ.

β’ πρώτη περίπτωση) (β) το επίδομα θέσης προϊσταμένης ποσοστού 20% επί της πάγιας αντιμισθίας (άρθ.246 εδ. β’ περίπτωση δεύτερη) (γ) τις δαπάνες μετακίνησης (άρθ.246 εδ.γ’ και δι’ αυτού παραπομπή στο άρθ.5§3 ν. 2685/1999) και (δ) το επίδομα ειδικής απασχόλησης (άρθ.246 εδ. γ’ και παραπομπή με αυτό στο άρθ.8§6 περ. γ’ ν.3205/2003).

Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω και κατά παραδοχή του ως άνω 1ου κύριου λόγου αναίρεσης (παρελκούσης της έρευνας των παραδεκτά ασκηθέντων από 1-6-2016 προσθέτων λόγων) πρέπει ν’ αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται διευκρινίσεις, προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, εφόσον αυτό μπορεί να συγκροτηθεί από άλλον δικαστή (άρθ.580§3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθ.176, 183, 191§2 ΚΠολΔ), η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθ. 495§4 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή προστεθείσα με το άρθ. 12§2 ν. 4055/1912 ίσχυε (από 2-4-2012) κατά τον χρόνο άσκησης της ένδικης αίτησης, εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης υποχρεούται να καταθέσει παράβολο ποσού 200, 300 και 400€ αντίστοιχα, το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, διαφορετικά (σε περίπτωση δηλ. μη κατάθεσης του αντίστοιχου παραβόλου) το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, η υποχρέωση, όμως, αυτή δεν ισχύει, μεταξύ άλλων, για τις διαφορές του άρθ.677 ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων και οι διαφορές για αμοιβές δικηγόρων (αριθ. 1 της ως άνω διάταξης, όμοια και η ισχύουσα για τα ασκούμενα από 1-1-2016 ένδικα μέσα ρύθμιση των άρθ.495§3 και 614 αριθ.5 ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα αυτά τροποποιήθηκαν με τα άρθρα τρίτο και τέταρτο του άρθ.1 ν.4335/2015). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, αν και δεν υπεχρεούτο, από προφανή παραδρομή κατέθεσε, για το παραδεκτό της ασκηθείσας απ’ αυτήν ένδικης αναίρεσης, παράβολο ποσού 300 ευρώ, όπως προκύπτει από την βεβαίωση της αρμόδιας γραμματέως στην συνταχθείσα απ’ αυτήν σχετική έκθεση κατάθεσης του ενδίκου αυτού μέσου, και επομένως πρέπει (κατά παραδοχή και σχετικού αιτήματός της) να διαταχθεί η επιστροφή του σ’ αυτήν (βλ. ΑΠ 2061/2014, 1125/2013).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1620/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου 300€.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Οκτωβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Νοεμβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ