Legislator Case Law & Legislation
670/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, citing failure to raise statute of limitations at second instance.

Case Number 670/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed both parties' appeals against the Athens Court of Appeal's decision. The plaintiff failed to raise the statute of limitations defense before the appellate court, and the state did not reassert it during its own appeal. The court ruled that since the issue was not raised at the second instance and does not fall under any other exception, it is inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Art. 131§10 of Law 419/1976; Art. 561§2 of the Code of Civil Procedure: A defense based on statute of limitations that was not raised before the Court of Appeal is inadmissible in the appeal stage unless it falls under a specific exception.

Keywords

AI generated
statute of limitations admissibility of appeal second instance procedure civil service benefits procedural default

Cited Legislation

AI generated
Art. 246 of the Code of Civil Procedure
Art. 571§1 of the Code of Civil Procedure
Art. 131§10 of Law 419/1976
Art. 150§1 of the Organization of the Ministry of Foreign Affairs
Art. 561§2 of the Code of Civil Procedure
Art. 90§3 of Law 2362/1995
Art. 22§2 of Law 3693/1957

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 670 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 670/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου: Β. Χ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Βλασσόπουλο, που κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Κωνσταντίνο Κυριόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/12/2004 αγωγή του Β. Χ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 4530/2007 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν ο αναιρεσείων Β. Χ. με την από 11/5/2010 αίτησή του και το Ελληνικό Δημόσιο με την από 13/5/2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος ανέγνωσε τις: α)την από 29/1/2016 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 11/5/2010 αιτήσεως, και β) από 16/9/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου λόγου της από 13/5/2010 αίτησης αναίρεσης και την παραδοχή του δεύτερου λόγου αυτής.

Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατ’ αυτεπάγγελτη εφαρμογή του άρθ.246 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ’ άρθ.573§1 του ίδιου Κώδικα, πρέπει να συνεκδικασθούν, διότι κατά την κρίση του Δικαστηρίου με τον τρόπο αυτόν διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων, οι συζητηθείσες κατά την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο (27-9-2016) ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου αιτήσεις (Α) από 11-5-2010 του Β. Χ. κατά του Ελληνικού Δημοσίου (πιν.26) και (Β) από 13-5-2010 του Ελληνικού Δημοσίου κατά του Β. Χ. (πιν.22), για αναίρεση της 4530/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΙΙ. Επί της από 11-5-2010 αίτησης του Β. Χ. (πιν.26, με στοιχ. Α’ υπόθεση). i.(Α) Με το άρθ.131§10 ν.419/1976 "Περί Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών" που ίσχυε μέχρι την 23-3-1998 (άρθ. 150§1 του μεταγενέστερου Οργανισμού του ΥΠΕΞ που κυρώθηκε με το ν. 2594/1998) παρασχέθηκε στους υπαλλήλους που υπηρετούν στο εξωτερικό προς αντιμετώπιση της διαφοράς κόστους ζωής και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρα, επίδομα αλλοδαπής σε συνάλλαγμα, ανάλογα με τον κλάδο, τον βαθμό, τα οικογενειακά βάρη και το κόστος ζωής του τόπου, στον οποίο υπηρετεί ο υπάλληλος, ειδικότερα δε για τους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου και τους εμπειρογνώμονες του ΥΠΕΞ και ανάλογα με τις συνθήκες στέγασης που επικρατούν στην χώρα που υπηρετούν.

Σύμφωνα με την παρ. 11 του ίδιου άρθρου, το ως άνω επίδομα καθορίζεται κάθε φορά για τους υπαλλήλους που έχουν πρεσβευτικό βαθμό με πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, ύστερ’ από πρόταση των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών και για όλους τους άλλους υπαλλήλους της εξωτερικής υπηρεσίας με την ίδια πράξη σε ποσοστό επί του επιδόματος που καθορίσθηκε για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό.

Το επίδομα αυτό δικαιούνται κατά τα άρθ. 68§4 και 69§1 του άνω ν. 419/1976 και οι ιδιαίτεροι γραμματείς, καθώς και το βοηθητικό προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας που προσλαμβάνονται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Αντίθετα δεν δικαιούνται το επίδομα αυτό οι θυρωροί ή φύλακες των διπλωματικών και προξενικών αρχών, οι οποίοι προσλαμβάνονται, σύμφωνα με το άρθρο 70§2 του ίδιου νόμου από τον προϊστάμενο των αρχών αυτών, με σχέση ιδιωτικού δικαίου, και οι οποίοι δεν ανήκουν στο βοηθητικό προσωπικό, όπως προκύπτει από το άρθ.59§§1,2 και 4 του ως άνω νόμου (κατά το οποίο οι θέσεις του κλάδου βοηθητικού προσωπικού της Κεντρικής και της Εξωτερικής Υπηρεσίας κατατάσσονται στους ακόλουθους βαθμούς κατά την ακόλουθη αντιστοιχία της διοικητικής ιεραρχίας και συγκεκριμένα :

αρχιταξινόμος προς τον του επιμελητή Α’ , ταξινόμος Α’ τάξης προς τον του επιμελητή Β’ , ταξινόμος Β’ τάξης προς τον του επιμελητή Γ’ , αρχικλητήρας προς τον του βοηθού Α’ , κλητήρας Α’ τάξης προς τον του βοηθού Β’ και κλητήρας Β’ τάξης προς τον του βοηθού Γ’ , διαβαθμιζόμενες ειδικά ως προς το βοηθητικό προσωπικό της Εξωτερικής Υπηρεσίας από τον βαθμό του κλητήρα Α’ μέχρι και τον βαθμό του ταξινόμου Α’ , αλλά και το άρθ. 154 που περιέχει τους πίνακες σύνθεσης προσωπικού διπλωματικών και προξενικών αρχών, στους οποίους γίνεται ρητή διάκριση μεταξύ βοηθητικού προσωπικού και φυλάκων-θυρωρών), οι δε αποδοχές τους καθορίζονται κατά το άρθ. 131§14 εδ.

β’ του αυτού νόμου με πράξη Υπουργού και δεν αντιστοιχούν στο μισθολόγιο των υπαλλήλων οποιουδήποτε βαθμού και κλάδου, όπως συμβαίνει με τους ιδιαίτερους γραμματείς και το βοηθητικό προσωπικό. Διαφορετική ρύθμιση δεν προκύπτει ούτε από το ν.1829/1989 "ρύθμιση θεμάτων εκτάκτου προσωπικού διπλωματικών και προξενικών αρχών", στο άρθρο 3§3 του οποίου ορίζεται ότι "όσοι έχουν τις προϋποθέσεις διορισμού σε μόνιμες θέσεις σύμφωνα με το ν. 1476/1984 και διορίζονται στις θέσεις του άρθρου 70§2 του ν.419/1976 εξελίσσονται βαθμολογικά, ύστερα από σύμφωνη γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου ως εξής:

Φύλακας- Θυρωρός Δ’ Τάξης αντίστοιχος του βαθμού κλητήρα Β’ τάξης, Φύλακας- Θυρωρός Γ’ τάξης αντίστοιχος του βαθμού κλητήρα Α’ τάξης ...", καθόσον ο τελευταίος αυτός νόμος ρυθμίζει τα σχετικά με την ένταξή τους στο μόνιμο προσωπικό του ΥΠΕΞ θέματα και δεν αφορά όσους εξακολουθούν να ανήκουν στην κατηγορία του με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου προσωπικού.

Περαιτέρω, κατά νομική και λογική αναγκαιότητα, οι μη δικαιούμενοι το ΕΥΑ υπό την ισχύ του ν.419/1976, όπως ειδικότερα οι θυρωροί και οι φύλακες των διπλωματικών αρχών της εξωτερικής υπηρεσίας, δεν δικαιούνται, γενικά, ούτε την υπό των κατ’ εξουσιοδότηση του νόμου αυτού εκδοθεισών ΚΥΑ καθοριζόμενη προσαύξηση του επιδόματος αυτού (όπως οι ΚΥΑ ΣΤ1/Φ.083-4/ΑΣ 5172/1993, ΦΕΚ Β’ 568, η ισχύς της οποίας παρατάθηκε με την ΚΥΑ ΑΠΣΤ1/Φ.083-15/ΑΣ 8565/1995, ΦΕΚ Β’ 15, και ΚΥΑ 2025067/3242/1997, ΦΕΚ Β’ 330, ΑΠ 1631/2003).

Οι ως άνω δεν δικαιούνται το ΕΥΑ, κατά πάσα περίπτωση, ούτε κατά τις διατάξεις του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο ν.2954/1998 μεταγενέστερου Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών, που ίσχυσε από 24-3-1998 (μέχρι 5-6-2007, όταν καταργήθηκε με το άρθ.171§2 του νέου Οργανισμού του Υπ. Εξωτερικών που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν.3566/2007), και εφαρμόζεται επίσης στην προκειμένη περίπτωση, αφού σύμφωνα με τα άρθ.135§§1,4 και 5 και 129§§1,2 και 5 αυτού δικαιούνται το επίδομα αυτό, μόνον εάν το ελάμβαναν κατά το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς (ΑΠ 1779/2012, 977/2011).

Εξάλλου, επί παροχής εργασίας με άκυρη, για οποιονδήποτε λόγο, σύμβαση υφίσταται απλή σχέση εργασίας και ο εργοδότης υποχρεούται, κατά την γενική διάταξη του άρθ.904 ΑΚ για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό που εφαρμόζεται και όταν εργοδότης είναι το Δημόσιο κλπ., στην απόδοση της ωφέλειας που αποκόμισε, η οποία συνίσταται στον μισθό και γενικά στις αποδοχές που αυτός (εργοδότης) θα κατέβαλλε στα πλαίσια και σε εκτέλεση έγκυρης σύμβασης, για την ίδια εργασία σε πρόσωπο με τις ίδιες ικανότητες και τα προσόντα του ακύρως απασχοληθέντος, χωρίς, βέβαια, τις προσαυξήσεις που αυτός θα ελάμβανε λόγω συνδρομής ιδιαιτέρων προσωπικών και άλλων περιστάσεων (ΑΠ 1321/2015, 2066/2013, 82/2013).

Κατά συνέπεια των ανωτέρω, οι εργασθέντες με την ειδικότητα αυτήν (του φύλακα διπλωματικών αρχών της Εξωτερικής Υπηρεσίας του ΥΠΕΞ) υπό άκυρη σύμβαση εργασίας δεν δικαιούνται το ΕΥΑ ούτε κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις, το εναγόμενο δεν υποχρεούται να το καταβάλει ούτε στους προσληφθέντες και απασχοληθέντες σε τέτοιες θέσεις με έγκυρη σύμβαση εργασίας, μη υφισταμένου, επομένως, πλουτισμού (και δη αδικαιολογήτου) από την μη καταβολή του στους υπό άκυρη σύμβαση και με απλή σχέση εργασίας εργασθέντες με την ως άνω ειδικότητα (Β) Κατά το άρθρο 90§3 του εφαρμοζομένου στην κρινομένη περίπτωση, ως εκ του εδώ κρισίμου χρόνου, ν. 2362/1995 "Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ’ αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της".

Κατά το άρθρο 91 εδ. α’ του ίδιου νόμου "Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών σαφώς προκύπτει ότι με την πρώτη ρυθμίζεται ειδικά το θέμα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ’ αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, και ορίζεται ως χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξίωσης, ο χρόνος της οποίας (ως άνω παραγραφής) είναι μικρότερος από τον χρόνο παραγραφής που ισχύει κατ’ άρθ.250 αριθ.6 και 17 ΑΚ για παρόμοιες αξιώσεις των εργατών και υπαλλήλων των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από τον οριζόμενο στο άρθ.937 ΑΚ χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία.

Η διάταξη αυτή, είναι ειδική σε σχέση με την διάταξη του άρθρου 91 εδ. α’ του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το θέμα της έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του Δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από την ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, που υπάρχει στο άρθρο 91 εδ.

α, και επομένως κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2008, Ολ.ΑΠ 4/2015, ΑΠ 332/2015), όπως επίσης υπερισχύει ως ειδική και των διατάξεων των άρθ.250 αριθ.6 και 17 και 937 ΑΚ και γενικά κάθε διάταξης, με την οποία ορίζεται μεγαλύτερος χρόνος παραγραφής των ως άνω αξιώσεων κατά του Δημοσίου. Τέλος, κατά το άρθ.93 περ. α’ του ίδιου νόμου η παραγραφή διακόπτεται και με την υποβολή της υπόθεσης στο δικαστήριο, δηλ.

με την άσκηση της σχετικής αγωγής, εφαρμοζομένων στην περίπτωση αυτή και των διατάξεων των άρθ.261 και 263 ΑΚ (ΑΠ 252/2016).

ii. (Α) Σύμφωνα με το άρθ.559 αριθ.9 περ.γ’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "αίτηση" νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, με οποιανδήποτε νόμιμη μορφή της που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, κύριας πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ενδίκου μέσου κλπ. (ΠλΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 962/2013, 513/2011, 1209/2007).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, εάν το συναφές αίτημα ήταν (δικονομικά απαράδεκτο ή αλυσιτελές ή) μη νόμιμο (ΑΠ 850/2009), καθώς και όταν η πρωτόδικη απόφαση δεν μεταβιβάσθηκε στο Εφετείο (με την έφεση, πρόσθετους λόγους ή τις προτάσεις, κατά περίπτωση) και ως προς το φερόμενο ως μη δικασθέν από το Εφετείο αίτημα (άρθ.522 ΚΠολΔ, ΑΠ 394/2002, 181/2002) (Β) Κατά το άρθ.562§2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, ο οποίος στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός εάν πρόκειται για (α) παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί σε αυτό (β) σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή (γ) ισχυρισμό που αφορά την δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ελέγχεται η νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του το ουσιαστικό δικαστήριο, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης του άρθ.559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, πρέπει δηλ.

να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης είχε προταθεί και μάλιστα νόμιμα, με προσδιορισμό του χρόνου και τρόπου πρότασης ή επαναφοράς του, στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της υποβολής αυτής (ΑΠ 312/2016, 456/2016, 1321/2015). Αλλά και στις περιπτώσεις των ως άνω με στοιχ.

β’ και γ’ εξαιρέσεων για να είναι παραδεκτός ο ισχυρισμός αυτός που προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου (κατά παράλειψη δηλ. της προβολής του στο εκδόσαν την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δικαστήριο), πρέπει τα θεμελιωτικά αυτού περιστατικά να τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου της ουσίας και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της υποβολής αυτής ή να προκύπτουν από την ίδια την προσβαλλομένη απόφαση (ΟλΑΠ 4/2012, 20/2011, 15/2000, ΑΠ 168/2015).

Σε σχέση με την ως άνω με στοιχ. γ’ περίπτωση, αφορά την δημόσια τάξη ισχυρισμός, με τον οποίο προβάλλεται ότι (κοινός) κανόνας δικαίου (ουσιαστικού ή δικονομικού χαρακτήρα) αντίκειται στο Σύνταγμα, όπως ειδικότερα ότι παραβιάζει την καθιερουμένη με την διάταξη του άρθ.4§1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας ή/και την προβλεπομένη από την διάταξη του άρθ.22§1 εδ.

β’ του Συντάγματος (σε συνδυασμό με το άρθ.119 ΣυνΕΟΚ και ήδη 141 ΣυνθΕΕ) αρχή της ίσης μεταχείρισης, που αφορά τις σχέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου (αρχή της ίσης αμοιβής για παρεχομένη εργασία ίσης αξίας, η οποία αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της αρχής της ισότητας, ΑΠ 357/2016, 62/2015), αφού αυτές αποτελούν κανόνες δημόσιας τάξης (ΟλΑΠ 4/2012, 20/2011, ΑΠ 62/2015).

iii. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής : (1) Με την από 15-12-2004 και με αριθ. κατ. 2099/2005 ένδικη αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο εδώ αναιρεσείων (και αναιρεσίβλητος στην με στοιχ.Β’ υπόθεση) εξέθετε, ότι με προφορική σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου προσλήφθηκε την 1-6-1994 από το εναγόμενο αναιρεσίβλητο (και αναιρεσείον στην Β’ υπόθεση) Ελλ.

Δημόσιο, προκειμένου να εργασθεί στην ελληνική πρεσβεία στην Σόφια Βουλγαρίας ως υπάλληλος γενικών καθηκόντων και φύλακας, ότι με την ειδικότητα αυτήν, καθώς και με εκείνη του τηλεφωνητή από τον Οκτώβριο του 1999, και έναντι συμφωνημένου μηνιαίου μισθού, που καταβαλλόταν σε λέβα, ανερχομένου σε 1.200 δολ.

ΗΠΑ, εργάσθηκε μέχρι την 31-7-2001, όταν το εναγόμενο τον απέλυσε χωρίς αποζημίωση, ότι σύμφωνα με τα παραπάνω δικαιούται να λάβει (α) σύμφωνα με την αρχή της ίσης μεταχείρισης, άλλως κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, για μη καταβληθέν ΕΥΑ της περιόδου 1996-2001 το ποσό των 148.890,32€ (β) ως αποζημίωση για μη χορηγηθείσα άδεια και επίδομα αδείας του ίδιου χρονικού διαστήματος το ποσό των 9.786,43€ (γ) για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων των ετών 1996-2000 και Πάσχα του διαστήματος 1996-2001 το συνολικό ποσό των 8.147,32€ (δ) ως αποζημίωση απόλυσης 4.926,68€, ότι περαιτέρω το εναγόμενο ουδέποτε συνήψε με αυτόν έγγραφη σύμβαση εργασίας, τον απέλυσε προφορικά χωρίς αποζημίωση, μετά από 6 και πλέον έτη ευσυνείδητης εργασίας του, και του κατέβαλλε μειωμένες τις αποδοχές του και ως εκ τούτου δικαιούται ως "αποζημίωση" λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την προσβολή της επαγγελματικής του τιμής το ποσό των 29.325,51€, με βάση δε τα παραπάνω και κατά παραδεκτή μετατροπή του αρχικού καταψηφιστικού αιτήματος σε ενμέρει αναγνωριστικό (με δήλωση καταχωρισθείσα στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου) ζήτησε (α) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει 12.000€ για μέρος του ΕΥΑ του έτους 1996 και (β) να αναγνωρισθεί ότι οφείλει να του καταβάλει ως υπόλοιπο του επιδόματος αυτού για (όλο) το ως άνω επίδικο χρονικό διάστημα, καθώς και για τις προαναφερθείσες λοιπές αιτίες το συνολικό ποσό των 189.076,24€ (2) Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την 22/2006 απόφασή του (α) απέρριψε την αγωγή (αα) ως απαράδεκτη ως προς την ερειδομένη στην αρχή της ίσης μεταχείρισης βάση της, αφορώσα, σύμφωνα με το προεκτεθέν περιεχόμενό της, το ΕΥΑ και (ββ) ως νόμω αβάσιμη κατά την βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σε σχέση με την ίδια αξίωση, ως ουσιαστικά δε αβάσιμη ως προς το αίτημα για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, δεχθέν ειδικότερα, ότι ο ενάγων δεν υπέστη (από την καταγγελία) μείωση της προσωπικότητάς του και ηθική βλάβη (β) δέχθηκε αυτήν ως ουσιαστικά βάσιμη (αα) ως προς τα επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, καθώς και για άδεια και επιδόματα αδείας των ετών 1999 και εφεξής, ενώ έκρινε ότι οι αξιώσεις του για τις ίδιες αιτίες των ετών 1996-1998 είχαν υποκύψει στην διετή παραγραφή, και (ββ) ως προς την αποζημίωση απόλυσης, επιδικάζοντας τα εκεί ποσά για τις ως άνω αξιώσεις, για τις οποίες η αγωγή έγινε δεκτή ως ανωτέρω (3) Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης ο ενάγων και εδώ αναιρεσείων άσκησε έφεση (έφεση άσκησε και το εδώ αναιρεσίβλητο και εναγόμενο Ελλ.

Δημόσιο), με τους 1ο και 2ο λόγους της οποίας προέβαλε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά παράβαση του (εφαρμοστέου, αλλά μη εφαρμοσθέντος) άρθ.937 ΑΚ, που προβλέπει πενταετή παραγραφή, έκρινε ότι ισχύει διετής παραγραφή και δέχθηκε συνακόλουθα ότι έχουν παραγραφεί οι αξιώσεις του κατά του εναγομένου Ελλ.

Δημοσίου "για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών λόγω εργασίας... στην Ελληνική Πρεσβεία της Σόφιας, για επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, για αποζημίωση και επίδομα αδείας, για δώρα εορτών, για αποζημίωση απόλυσης για αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης", σύμφωνα, όμως, με το προαναφερθέν περιεχόμενο της εκκληθείσας απόφασης η ένδικη αγωγή (α) ως προς το ΕΥΑ απορρίφθηκε το μεν ως απαράδεκτη, το δε ως νομικά αβάσιμη (β) ως προς την αποζημίωση απόλυσης έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (όπως και κατά ένα μέρος, ως ανωτέρω, ως προς τα επιδόματα εορτών και αδείας και αποδοχές αδείας), ενώ το αίτημα "για αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης" απορρίφθηκε όχι λόγω παραγραφής, αλλά διότι δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη.

Το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας επί της αγωγής αυτής (ύστερ’ από εφέσεις αμφοτέρων των διαδίκων), με την προσβαλλομένη 4530/2007 απόφασή του και όπως απ’ αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι ο Έλληνας πρέσβης στην Σόφια της Βουλγαρίας την 1-6-1994, εκπροσωπώντας το Ελληνικό Δημόσιο, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσέλαβε τον αναιρεσείοντα ενάγοντα ως φύλακα στην εκεί Πρεσβεία, ότι η σύμβαση αυτή ήταν άκυρη, καθόσον δεν περιβλήθηκε τον έγγραφο τύπο σύμφωνα με το άρθ.84 ν.δ. 321/1969 και κατά συνέπεια ο ενάγων συνδεόταν με το εναγόμενο Ελλ.

Δημόσιο με απλή σχέση εργασίας, με την οποία απασχολήθηκε σ’ αυτό μέχρι και την 31-7-2001, όταν απολύθηκε, ότι καθόλη την διάρκεια της απασχόλησής του ο ενάγων ως κύρια καθήκοντα είχε αυτά του φύλακα, τα οποία εκτελούσε συνεχώς μέχρι την καταγγελία της σχέσης εργασίας, ότι ο ενάγων, ενίοτε, παράλληλα με τα καθήκοντα του φύλακα ή εκ περιτροπής ορισμένες φορές, εκτελούσε και διάφορες συναφείς βοηθητικές εργασίες, ιδιαίτερα αυτήν του τηλεφωνητή, το γεγονός, όμως, αυτό δεν συνιστά μεταβολή του αντικειμένου της εργασίας του και μεταβολή εντεύθεν της ιδιότητάς του ως φύλακα, με την οποία και προσλήφθηκε, καθόσον ουδέποτε έπαυσε να εκτελεί τα καθήκοντα του φύλακα, τα οποία και αποτελούσαν την κύρια και πρωταρχική απασχόλησή του στο εναγόμενο καθόλη την διάρκειά της σ’ αυτό, ως φύλακας δε ελάμβανε ως μηνιαίο μισθό το ποσό των 1.200 δολ.

ΗΠΑ, ότι σύμφωνα με τις παρατιθέμενες εκεί (και παραπάνω αναφερόμενες) νομικές σκέψεις ο ενάγων ως φύλακας δεν δικαιούται το ΕΥΑ, ούτε σύμφωνα με το άρθ.3 ν.1829/1989 ούτε και με το ν.2594/1998 (νέο Οργανισμό του ΥΠΕΞ), αφού δεν ελάμβανε το επίδομα αυτό κατά το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς του ν.419/1976, ότι κατά συνέπεια, εφόσον δεν υπήρχε νομική υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλλει το ΕΥΑ στους απασχολουμένους με έγκυρη σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του με την ειδικότητα του φύλακα, δεν υπάρχει και πλουτισμός του εναγομένου από την μη καταβολή του ως άνω επιδόματος στον ασκούντα καθήκοντα φύλακα ενάγοντα, ότι ο ενάγων καθόλη την διάρκεια της απασχόλησής του στο εναγόμενο δεν έλαβε τα επιδόματα εορτών, και το επίδομα και τις αποδοχές αδείας (που δικαιούται ευθέως από το νόμο) και επομένως δικαιούται, κατά τα εκεί αναλυτικά εκτιθέμενα, για επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 1999 και 2000 και αποζημίωση και επίδομα αδείας του 2001 το ποσό των 8.933,82€, ότι οι αξιώσεις του ενάγοντος για τις αυτές ως άνω αιτίες που αφορούν τα έτη 1996-1998 έχουν υποκύψει στην 2ετή παραγραφή των άρθ.90§3 και 91 ν.2362/1995, αφού από το τέλος του έτους, εντός του οποίου οι αξιώσεις αυτές κατέστησαν ληξιπρόθεσμες και απαιτητές, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του εναγομένου ή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, μέχρι και την επίδοση της από 27-12-2001 (προηγούμενης) αγωγής του ενάγοντος στο εναγόμενο την 28-12-2001 είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας, ότι το εναγόμενο διά του εκπροσώπου του Έλληνα Πρέσβη στην Σόφια Βουλγαρίας κατήγγειλε την 31-7-2001 την απλή σχέση εργασίας με τον ενάγοντα, χωρίς να του καταβάλει την οφειλομένη αποζημίωση, ανερχομένη στο, μικρότερο από το πρωτοδίκως επιδικασθέν, ποσό των 4.402,05€, και ότι επομένως ο ενάγων δικαιούται για όλες τις παραπάνω αιτίες το συνολικό ποσό των 13.335,87€, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά απέρριψε την έφεση του ενάγοντος, δέχθηκε την έφεση του εναγομένου Ελλ.

Δημοσίου, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δίκασε την αγωγή, δέχθηκε αυτήν ενμέρει και από ουσιαστική άποψη και αναγνώρισε ότι το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα για τις παραπάνω αιτίες το ως άνω ποσό. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο : (Α) Δεν παραβίασεν ευθέως τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθ.59, 69, 70, 131 ν.419/1976, 129§5 ν.2594/1998 και 904 ΑΚ, καθόσον, όπως ορθά δέχθηκε, εφόσον ο ενάγων δεν εδικαιούτο το ΕΥΑ κατά τις διατάξεις αυτές των ν.419/1976 και 2594/1998, και αντίστοιχα το εναγόμενο δεν υπείχε υποχρέωση εκ του νόμου για την καταβολή αυτού, δεν εδικαιούτο αυτό και κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, δεδομένου ότι και εάν το εναγόμενο είχε προσλάβει και απασχολήσει με έγκυρη σύμβαση άλλον υπάλληλο με την ειδικότητα του φύλακα, αυτός επίσης δεν θα εδικαιούτο το επίδικο επίδομα, ως εκ τούτου δε πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος ο από το άρθ.559 αριθ.1 ΚΠολΔ 1ος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του α’ σκέλους του, καθώς και ως προς το β’ σκέλος του.

Ο αυτός 1ος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του α’ σκέλους του (από τη ίδια διάταξη), με το οποίο προβάλλεται ότι η εξαίρεση των φυλάκων, ως ο αναιρεσείων ενάγων, από την καταβολή του ΕΥΑ παραβιάζει ευθέως την ερειδομένη στα άρθ.22 παρ.1 του Συντάγματος και 141ΣυνθΕΕ αρχή της ίσης μεταχείρισης, αλλά και το άρθ.4§1 του Συντάγματος και την καθιερουμένη σ’ αυτήν (γενικότερη) αρχή της ισότητας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ναι μεν στηρίζεται σε ισχυρισμό που αφορά την δημόσια τάξη (αντίθεση σε συνταγματικές διατάξεις και σε απορρέουσες απ’ αυτές αρχές, μη υπαγόμενος σε άλλη εξαίρεση του άρθ.562 παρ.2 ΚΠολΔ), πλην, όμως, τα θεμελιωτικά αυτού περιστατικά (α) δεν τέθηκαν υπόψη του Εφετείου (ούτε υπάρχει σχετικός ισχυρισμός στο αναιρετήριο), καθόσον η ερειδομένη στον ισχυρισμό αυτόν της αρχής της ίσης μεταχείρισης βάση της ένδικης αγωγής (που αφορούσε μόνο τις αξιώσεις του ενάγοντος για το ΕΥΑ), απορρίφθηκε με την πρωτόδικη απόφαση ως απαράδεκτη και όχι λόγω παραγραφής, όπως ανακριβώς αναφέρεται στην έφεση του ενάγοντος, και δεν μεταβιβάσθηκε με αυτήν στο Εφετείο (το οποίο, ως εικός, δεν ασχολήθηκε με την βάση αυτήν, άρθ.522 ΚΠολΔ), αφού με τους 1ο και 2ο λόγους της έφεσής του (ο 3ος λόγος αναφερόταν σε μη λήψη υπόψη αποδεικτικών εγγράφων) ο ενάγων προέβαλε μόνο ότι εσφαλμένα κρίθηκε ότι οι ένδικες αξιώσεις του υπόκεινται σε 2ετή και όχι 5ετή παραγραφή, απορριφθείσες γι’ αυτόν τον λόγο, η βάση, όμως, από την αρχή της ίσης μεταχείρισης απορρίφθηκε, ως ανωτέρω, για άλλη αιτία και δη ως απαράδεκτη (β) ούτε προκύπτουν από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση (Β) Ορθά έκρινε ότι οι αξιώσεις του ενάγοντος, από οποιαδήποτε αιτία, υπόκεινται στην κατά τα άρθ.90§3 και 90 εδ.

α’ ν.2362/1995 διετή παραγραφή και όχι την πενταετή που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθ.937 και 250 ΑΚ, τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε, αφού δεν ήταν εφαρμοστέες (στην συνέχεια δε, αν και εσφαλμένα δέχθηκε ότι η διετής παραγραφή των αξιώσεων των υπαλλήλων του Δημοσίου κατ’ αυτού για αποδοχές και κάθε είδους απολαβές από οποιανδήποτε αιτία-σύμβαση, αδικοπραξία, αδικαιολόγητο πλουτισμό-αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, εντός του οποίου κατέστησαν ληξιπρόθεσμες και απαιτητές, αντί του ορθού από την γένεσή τους, ορθά κατ’ αποτέλεσμα έκρινε ότι οι αξιώσεις του ενάγοντος για το χρονικό διάστημα 1996-1998 είχαν παραγραφεί, αφού υφ’ οιανδήποτε εκδοχή μέχρι την επίδοση της προηγουμένης από 27-12-2001 αγωγής του ενάγοντος στο εναγόμενο την 28-12-2001 οι αξιώσεις αυτές είχαν πράγματι υποκύψει στην παραγραφή) και ως εκ τούτου είναι απορριπτέος ο συναφής 2ος λόγος αναίρεσης από τον αριθ.1 του ίδιου άρθρου (Γ) Διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα παραπάνω ζητήματα και επομένως πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου συναφής 3ος λόγος αναίρεσης από τον αριθ.19 του άρθ.559 ΚΠολΔ (Δ) Δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από την διάταξη του αριθ.9 του άρθ.559 ΚΠολΔ, όπως προβάλλει ο αναιρεσείων με τον συναφή 5ο λόγο αναίρεσης (και τελευταίο), ισχυριζόμενος ειδικότερα ότι "δεν αποφάνθηκε επί του νόμιμου και βάσιμου αιτήματος...

για αποζημίωση (χρηματική ικανοποίηση) λόγω ηθικής βλάβης... παρότι συνέτρεχαν οι εκ του νόμου προϋποθέσεις (άρθ.914 επ., 932 ΑΚ)", καθόσον η πρωτόδικη απόφαση, με την οποία το αίτημα αυτό απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν και δη επειδή δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων (και εδώ αναιρεσείων) υπέστη ηθική βλάβη, δεν μεταβιβάσθηκε στο εκδόσαν την προσβαλλομένη απόφαση δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την έφεσή του και ως προς το αίτημα αυτό, αφού με αυτήν προσεβλήθη η πρωτόδικη απόφαση για εσφαλμένη απόρριψη της αγωγής (και) ως προς το ως άνω αίτημα λόγω παραγραφής, ως υπέλαβε με την έφεσή του ο αναιρεσείων, ενώ ως προς αυτό είχε απορριφθεί, όπως προαναφέρθηκε, για άλλον λόγο, ήταν δε αυτό και μη νόμιμο, καθόσον ειδικότερα (α) από τις διατάξεις του άρθρου μόνου του α.ν. 690/1045 και των άρθ.57,59,299,914 και 932ΑΚ προκύπτει ότι (αα) χρηματική ικανοποίηση παρέχεται, με την συνδρομή απαραίτητα και του στοιχείου της υπαιτιότητας, και στις περιπτώσεις παρανόμων ενεργειών (πράξεων ή παραλείψεων) του εργοδότη, με τις οποίες προσβάλλεται η προσωπικότητα του εργαζομένου υπό οποιανδήποτε εκδήλωσή της (ββ) η μη εκπλήρωση από τον εργοδότη της υποχρέωσής του για την πληρωμή του μισθού που απορρέει από την σύμβαση ή σχέση εργασίας αποτελεί ποινικό αδίκημα, με την παράλειψη, όμως, πληρωμής αυτού, ολικά ή εν μέρει, ο εργαζόμενος δεν χάνει τις καθυστερούμενες αποδοχές και συνεπώς δεν υπάρχει ζημία με αιτία την παράνομη, σε σχέση με τον α.ν.690/1945, συμπεριφορά του εργοδότη και επομένως η μη εκπλήρωση από τον εργοδότη της υποχρέωσής του για την καταβολή των ενοχικά οφειλομένων αποδοχών και η παρακράτησή τους απ’ αυτόν δεν συνιστά αδικοπραξία και, κατά περαιτέρω συνέπεια, δεν θεμελιώνει ούτε αξίωση για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη λόγω προσβολής της προσωπικότητας, αφού και αυτή προϋποθέτει αδικοπραξία (ΑΠ 1114/2013, 574/2007), ενώ τα αυτά ισχύουν και σε σχέση με το Δημόσιο ως προς το απασχολούμενο σ’ αυτό προσωπικό με σχέση ιδιωτικού δικαίου (β) από τις διατάξεις των άρθ.1,3 ν.2112/1920 και 5 ν.3198/1955 προκύπτει, ότι αποζημίωση οφείλεται σε περίπτωση καταγγελίας όχι μόνο (έγκυρης) σύμβασης εργασίας αλλά και απλής εργασιακής σχέσης αορίστου χρόνου (πρβλ.

ΑΠ 833/2015, 341/2011), η μη καταβολή, όμως, της οφειλομένης νόμιμης αποζημίωσης δημιουργεί αξίωση προς λήψη αυτής και δεν συνιστά αδικοπραξία (γ) από το άρθ.84 εδ.α’ , β’ και γ’ του ισχύοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο ν.δ.321/1969, εάν για την σύμβαση εργασίας που καταρτίζει το Δημόσιο με κάποιον εργαζόμενο δεν τηρηθεί ο προβλεπόμενος έγγραφος τύπος, που είναι συστατικός, η σύμβαση είναι άκυρη (και θεωρείται ως μη γενομένη, άρθ.158, 159§1,189ΑΚ) και υπάρχει απλή σχέση εργασίας, για την οποία δεν οφείλεται μισθός, αλλά αποζημίωση κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό των άρθ.904 επ.

ΑΚ, με την προδιαληφθείσα έννοια (ΑΠ 1135/2010, 250/2006, παρόμοιες προβλέψεις περιέχονται στα άρθ. 41 ν.δ.496/1974, 1 ν.2285/1995, 80 ν.2362/1995, βλ. γενικότερα ΑΠ 1358/2015), η σύναψη, όμως, μιας τέτοιας σύμβασης εργασίας (προφορικής) με το Δημόσιο, άκυρης λόγω μη τήρησης του εγγράφου τύπου, δεν συνιστά αδικοπραξία και γενικότερα προσβολή της προσωπικότητας, δημιουργούσα αξίωση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης, αλλά, όπως προαναφέρθηκε απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι η ρύθμιση αυτή (για ακυρότητα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, που συνάπτει κάποιος εργαζόμενος με το Δημόσιο, στην περίπτωση που δεν τηρηθεί ο έγγραφος τύπος, και η λειτουργία απλής εργασιακής σχέσης) δεν προσκρούει στις διατάξεις των άρθ.4§1 και 22§1 του Συντάγματος (ΑΠ 1358/2015, 250/2006), τέλος δε ειδικά ως προς την καταγγελία της σχέσης εργασίας του αναιρεσείοντος ενάγοντος δεν αναφέρονται προς θεμελίωση του αιτήματος για χρηματική ικανοποίηση περιστατικά, υπό τα οποία πραγματοποιήθηκε, επαγόμενα προσβολή της προσωπικότητάς του.

Επομένως, ο λόγος αυτός πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος.

iv. Από τις διατάξεις των άρθ. 335, 338, 339 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας για να σχηματίσει την κρίση του σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι προς απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτών, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθ. 559 αριθ. 11 περ.

γ’ ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, για την στοιχειοθέτηση του οποίου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς την λήψη υπόψη συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου. Ο λόγος αυτός ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλομένη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τ’ αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου, καθόσον καμία διάταξη δεν επιβάλλει αυτήν και μόνον αν από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, θεμελιώνεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, ενώ από την αναφορά στην απόφαση των αποδεικτικών μέσων και δη εγγράφων που κατά την εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας είχαν ιδιαίτερη αποδεικτική αξία και σημασία δεν συνάγεται κατ’ ανάγκην ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα λοιπά (ΑΠ 49/2015, 137/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον 4ο λόγο αναίρεσης από την διάταξη αυτή ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τα νόμιμα προσκομισθέντα απ’ αυτόν (και πάντως κάπως αόριστα αναφερόμενα) έγγραφα, καθώς και την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατάθεση του μάρτυρά του. Ο λόγος αυτός πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την περιεχομένη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση ότι το δικαστήριο για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος συνεκτίμησε την κατάθεση αυτήν και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και τα αποδεικτικά αυτά μέσα.

ΙΙΙ. Επί της από 13-5-2010 αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου (πιν.22, με αριθ.Β’ υπόθεση).

i.Σύμφωνα με το άρθ.2§1 α.ν. 539/1945 κάθε μισθωτός μετά από συνεχή απασχόληση τουλάχιστον 12 μηνών δικαιούται κάθε ημερολογιακό έτος άδεια με αποδοχές 24 ημερών κλπ, επαυξανομένη κατά τις εκεί διακρίσεις, κατά την διάρκεια της οποίας δικαιούται, κατ’ άρθ.3§1 του ως άνω α.ν. τις συνήθεις αποδοχές που θα ελάμβανε, εάν απασχολείτο κατά τον χρόνο της αδείας του (όπως επίσης δικαιούται, σύμφωνα με το άρθ.3§16 ν.4504/1966, επίδομα αδείας, μη δυνάμενο να υπερβεί τις αποδοχές ενός δεκαπενθημέρου για τους αμειβομένους με μηνιαίο μισθό κλπ.), τις αποδοχές δε αυτές δικαιούνται ευθέως από το νόμο (όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αλλά) και οι παρέχοντες τις υπηρεσίες τους με απλή σχέση εργασίας λόγω της ακυρότητας της σχετικής σύμβασης (ΑΠ 131/2015).

Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθ.5§4 του αυτού ως άνω α.ν.539/1945 (όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθ.1§3 ν.1346/1983) συνάγεται ότι οι μισθωτοί, των οποίων η σχέση εργασίας λύεται κατά οποιονδήποτε τρόπο (ή η εποχιακή απασχόληση λήγει) πριν από την συμπλήρωση δωδεκαμήνου, δικαιούνται από τον εργοδότη λόγω αδείας δύο ημερομίσθια για κάθε μήνα απασχόλησης (και ισόποσο επίδομα αδείας, υπό τον ως άνω περιορισμό, άρθ.3§16 ν.4504/1966).

Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρο 5§1 εδ. β’ α.ν 539/1945 που ορίζει ότι "επιφυλασσομένων των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας, εργοδότης αρνούμενος την χορήγησιν εις μισθωτόν αυτού της νομίμου κατ’ έτος αδείας του, υποχρεούται όπως άμα τη λήξει του έτους καθ’ ο δικαιούται αδείας ο μισθωτός, και μετά προηγουμένην διαπίστωσιν της παραλείψεως ταύτης υπό οργάνου του Υπουργείου Εργασίας, καταβάλη εις αυτόν τας αντιστοίχους αποδοχάς των ημερών αδείας ηυξημένας κατά 100%", για την θεμελίωση της αξίωσης του μισθωτού προς λήψη της ανωτέρω κατά 100% προσαύξησης σε περίπτωση μη χορήγησης της ετήσιας άδειας, που έχει τον χαρακτήρα ποινής, απαιτείται υπαιτιότητα του εργοδότη, έστω και σε βαθμό ελαφράς αμέλειας, η οποία υπάρχει όταν ο μισθωτός ζήτησε την άδεια και ο εργοδότης δεν την χορήγησε (ΑΠ 1240/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας επί της ως άνω ένδικης αγωγής του εδώ αναιρεσιβλήτου (αναιρεσείοντος στην με στοιχ. Α’ υπόθεση) κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου (αναιρεσιβλήτου στην με στοιχ. Α’ υπόθεση), με την προσβαλλομένη 4530/2007 απόφασή του και όπως απ’ αυτήν προκύπτει δέχθηκε, μεταξύ άλλων που δεν ενδιαφέρουν εδώ, ότι με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ο αναιρεσίβλητος ενάγων προσλήφθηκε την 1-6-1994 από τον Έλληνα πρέσβη στην Σόφια, που εκπροσωπούσε το αναιρεσείον εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ως φύλακας στην εκεί πρεσβεία, ότι η σύμβαση αυτή μεταξύ των διαδίκων, εφόσον δεν περιβλήθηκε τον έγγραφο τύπο, ήταν άκυρη και κατά συνέπεια ο ενάγων συνδεόταν με το εναγόμενο με απλή σχέση εργασίας, με βάση την οποία απασχολήθηκε σ’ αυτό ως φύλακας μέχρι και την καταγγελία της σχέσης αυτής την 31-7-2001, λαμβάνοντας ως μηνιαίο μισθό το ποσό των 1200 δολ.

ΗΠΑ, ότι καθόλη την διάρκεια της απασχόλησής του στο εναγόμενο ο ενάγων δεν έλαβε, πλην άλλων, επίδομα και αποδοχές αδείας, που δικαιούται ευθέως από το νόμο, ότι, επομένως, το εναγόμενο, πέραν των επιδομάτων εορτών, οφείλει στον ενάγοντα "1) για άδεια του 1999 το ποσόν των 1.155,8 ευρώ και για επίδομα αδείας το ποσό των 577,90 ευρώ (1.155,80 : 2) 2) για άδεια του 2000 το ποσό των 1.199,12 και γα επίδομα αδείας το ποσόν των 599,56 ευρώ (1.199,12 : 2) 3) για αποζημίωση αδείας 2001 το ποσόν των 741,52 ευρώ (1.200 δολ.

ΗΠΑ?376 δρχ. η ισοτιμία=451.200 δρχ. : 25=18.040 δρχ. το ημερομίσθιο?2?7 μήνες που απασχολήθηκε το 2001=252.672 δρχ. ή 741,52 ευρώ) και 4) το ποσόν των 741,52 για επίδομα αδείας", με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά αναγνώρισε ότι το εναγόμενο οφείλει στον ενάγοντα τα ως άνω ποσά για τις παραπάνω αιτίες (μαζί με άλλα), τα οποία και επιδίκασε σ’ αυτόν, επικυρώνοντας κατά τούτο την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, το οποίο, όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασής του (και δη το ύψος των επιδικασθέντων ποσών), αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου για την καταβολή στον ενάγοντα αποδοχών και επιδόματος αδείας των ετών 1999-2001 και όχι της προσαύξησης (αστικής ποινής) κατά 100% των αποδοχών λόγω μη χορήγησης ζητηθείσας ετήσιας άδειας, ειδικότερα δε για το έτος 2001, εντός του οποίου ο αναιρεσίβλητος ενάγων απασχολήθηκε 7 μήνες (μέχρι 31-7-2001, όταν, κατά τις ως άνω παραδοχές, το αναιρεσείον κατήγγειλε την σχέση εργασίας του), δύο ημερομισθίων για κάθε έναν από τους 7 μήνες απασχόλησής του (και ισόποσου επιδόματος αδείας), διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη επαρκείς αιτιολογίες και επομένως ο 1ος λόγος αναίρεσης από το άρθ.559 αριθ.19 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο το δευτεροβάθμιο δικαστήριο "δεν διαλαμβάνει καμία αιτιολογία αναφορικά με τα κρίσιμα κατά το νόμο (άρθ.5 παρ.1 α.ν. 539/1945) πραγματικά περιστατικά της άρνησης του εργοδότη (Ελληνικού Δημοσίου) να χορηγήσει στον ενάγοντα...

άδεια κατά τα έτη 1999-2001 και της διαπίστωσης της παράλειψης αυτής από το αρμόδιο όργανο του Υπουργείου Εργασίας...", ερείδεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του αναιρεσείοντος για την καταβολή προσαύξησης 100% των αποδοχών αδείας και πρέπει ν’ απορριφθεί. ii. Κατά το άρθ.562§2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, ο οποίος στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός εάν πρόκειται για (α) παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί σε αυτό (β) σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή (γ) ισχυρισμό που αφορά την δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ελέγχεται η νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του το ουσιαστικό δικαστήριο, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης του άρθ.559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, πρέπει δηλ.

να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης είχε προταθεί και μάλιστα νόμιμα, με προσδιορισμό του χρόνου και τρόπου πρότασης ή επαναφοράς του, στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της υποβολής αυτής (ΑΠ 312/2016, 456/2016, 1321/2015). Αλλά και στις περιπτώσεις των ως άνω με στοιχ.

β’ και γ’ εξαιρέσεων για να είναι παραδεκτός ο ισχυρισμός αυτός που προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου (κατά παράλειψη δηλ. της προβολής του στο εκδόσαν την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δικαστήριο), πρέπει τα θεμελιωτικά αυτού περιστατικά να τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου της ουσίας και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της υποβολής αυτής ή να προκύπτουν από την ίδια την προσβαλλομένη απόφαση (ΟλΑΠ 4/2012, 20/2011, 15/2000, ΑΠ 168/2015).

Εξάλλου, η έννοια της δημόσιας τάξης, όπως αυτή οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ.33 ΑΚ, 323 αριθ.5, 897 αριθ.6 ΚΠολΔ, περιλαμβάνει τους κανόνες, με τους οποίους η Ελληνική Πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του εννόμου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές ή κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στην Χώρα γενική περί δικαίου συνείδηση (ΟλΑΠ 4/2012, 15/2000, ΑΠ 312/2016).

Συνεπώς, οι ισχυρισμοί που λαμβάνονται αυτεπάγγελτα υπόψη δεν είναι αναγκαίως και δημόσιας τάξης (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 312/2016, 1321/2015). Σύμφωνα με τα παραπάνω ο από το άρθ.90§3 ν.2362/1995 ισχυρισμός περί διετούς από την γένεσή τους παραγραφής των αξιώσεων των υπαλλήλων του Δημοσίου κατ’ αυτού που αφορούν σε αποδοχές ή άλλης φύσεως απολαβές, αν και λαμβάνεται αυτεπάγγελτα υπόψη (άρθ.94 εδ.

δ’ του ως άνω νόμου), δεν αφορά την δημόσια τάξη με την προεκτεθείσα έννοια, αλλά τις ιδιωτικές σχέσεις μεταξύ του Δημοσίου και των μισθωτών αυτού (ΑΠ 1321/2015, 596/2015, 183/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον Ελλ. Δημόσιο (και αναιρεσίβλητο στην με στοιχ. Α’ υπόθεση) με τον 2ο λόγο αναίρεσης (τελευταίο) από τον αριθ.1 του άρθ.559 ΚΠολΔ προσάπτει την αιτίαση ότι το Εφετείο κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθ.90§3 και 91 εδ.

α’ ν.2362/1995 δέχθηκε ότι η διετής παραγραφή των αξιώσεων του εδώ αναιρεσιβλήτου ενάγοντος (αναιρεσείοντος στην με στοιχ. Α’ υπόθεση), από την μεταξύ τους εργασιακή σχέση, για επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, επίδομα και αποζημίωση αδείας έτους 1999 άρχισε από το τέλος του έτους, εντός του οποίου γεννήθηκαν, ενώ με ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων αυτών έπρεπε να δεχθεί ότι οι αξιώσεις αυτές είχαν υποπέσει στην διετή παραγραφή, αρχομένη από την γένεσή τους, δεδομένου ότι, εκθέτει περαιτέρω το αναιρεσείον, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, προηγουμένη αγωγή του αναιρεσιβλήτου είχε επιδοθεί σ’ αυτό την 28-12-2001, τέλος δε, κατά το τότε ισχύον νομοθετικό καθεστώς, το επίδομα εορτών Χριστουγέννων καταβάλλεται την 16.12 κάθε έτους, το επίδομα εορτών Πάσχα 10 ημέρες πριν το Πάσχα και το επίδομα αδείας την1.7 κάθε έτους.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, όπως και από το αναιρετήριο προκύπτει, ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται (παραγραφή των ως άνω αξιώσεων του αναιρεσιβλήτου), που δεν αφορά, όπως προαναφέρθηκε, την δημόσια τάξη, δεν είχε προταθεί ενώπιον του Εφετείου, ενώ δεν υπάγεται σε άλλη εξαίρεση, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει το αναιρεσείον.

Ειδικότερα, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθ.561§2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: (α) Με την 22/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κρίθηκε ότι είχαν υποπέσει σε παραγραφή οι αξιώσεις του ενάγοντος και εδώ αναιρεσιβλήτου από τις ως άνω αιτίες για τα έτη 1996-1998 (β) Κατά της απόφασης αυτής παραπονέθηκε με την έφεσή του ο αναιρεσίβλητος (και) για την κρίση αυτή του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ενώ το αναιρεσείον Ελλ.

Δημόσιο, το οποίο, σημειώνεται, στον πρώτο βαθμό είχε προτείνει παραγραφή των συναφών αξιώσεων και του έτους 1999, δεν επανέφερε με την δική του έφεση, ή με τις επ’ αυτής προτάσεις του (με τις οποίες, σημειώνεται, έγινε μόνον επίκληση των προσκομιζομένων εγγράφων) τον ισχυρισμό αυτόν (περί παραγραφής των ως άνω αξιώσεων), αλλά προέβαλε (πέραν της εσφαλμένης επιβολής της δικαστικής δαπάνης) ότι κακώς το Πρωτοδικείο έκρινε ότι το αναιρεσείον Ελλ.

Δημόσιο όφειλε στον αναιρεσίβλητο αποζημίωση απόλυσης, άλλως αυτή ήταν μικρότερη της γενομένης δεκτής, καθώς και ότι εσφαλμένα αναγνωρίσθηκε η υποχρέωσή του για την καταβολή στον αναιρεσίβλητο αποζημίωσης για μη χορηγηθείσα άδεια για τα έτη 1999-2001, παρότι, εξέθετε στην συνέχεια στην έφεσή του το ήδη αναιρεσείον, δεν αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος εργάσθηκε κατά το διάστημα των διακοπών των αντίστοιχων ετών και ότι δεν του χορηγήθηκε άδεια, πέραν δε τούτου δεν αναφέρθηκε στις αξιώσεις του έτους 1999 ούτε και με τις υποβληθείσες προς αντίκρουση της έφεσης του ενάγοντος και εδώ αναιρεσιβλήτου προτάσεις του, στις οποίες ρητά ανέφερε ότι "ορθά έκρινε η εκκαλουμένη...

ότι οι ένδικες αξιώσεις των ετών 1996-1998 έχουν υποκύψει σε διετή και όχι πενταετή παραγραφή... από τα παραπάνω συνάγεται ότι οι επίδικες αξιώσεις των ετών 1996-1998 που κρίθηκαν παραγεγραμμένες... υπόκειντο στην ειδική διετή παραγραφή του άρθ.90 παρ.3 του Ν.2362/1995... Κρίνοντας κατά τον τρόπο αυτό η εκκαλουμένη ορθά απεφάνθη...".

Εξάλλου, δεν πρόκειται ούτε για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την αναιρεσιβαλλομένη, αφού το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με το θέμα αυτό, το οποίο, άλλωστε, δεν επαναφέρθηκε ενώπιόν του.

IV. Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω πρέπει ν’ απορριφθούν αμφότερες οι αιτήσεις αναίρεσης και να συμψηφισθούν ολικά δικαστικά έξοδα των διαδίκων σύμφωνα με τα άρθ.22 παρ.2 ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθ.52 αριθ.18 ΕισΝΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις αιτήσεις (Α) από 11-5-2010 του Β. Χ. και (Β) από 13-5-2010 του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 4530/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Απορρίπτει αυτές.

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Οκτωβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ