Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to unpaid fee and rejects substantive arguments on traffic accident liability.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal as inadmissible because appellants failed to pay the mandatory 300 euro fee required under Article 495 of the Code of Civil Procedure. Substantively, the court rejected arguments claiming the lower court erred in assessing liability for a traffic accident involving a vehicle that violated traffic laws. The court held that such violations do not automatically establish fault and that the lower court's evaluation of evidence regarding causation falls outside the Supreme Court's review scope.
Legislator headnote
AI generatedArt. 495 §4 KPolD; Art. 570, 577 KPolD; Art. 561 §1 KPolD; Art. 2696/1999 (KOK); Art. 330, 914 AC: An appeal is inadmissible without the mandatory fee, and the Supreme Court cannot review factual assessments of evidence or the specific application of traffic law provisions to determine causation in accident cases.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 900 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 900/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Σ. Π. του Δ., κατοίκου ..., 2. Ζ - Μ. Ν. του Σ., κατοίκου ... και 3. Α. Ν. του Σ., κατοίκου ..., ως νομίμων κληρονόμων της αποβιώσασας Α. Ν., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Γεώργιο Σφυρή και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ε. Τ. του Θ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της Μαρίας Κικίδου, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις 2. Του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης από Ατυχήματα Αυτοκινήτων" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "COMMERCIAL VALUE" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεώργιο Μανουσάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 27-4-2008, 8-5-2008, 1-8-2008, 3-1-2008, 31-7-2008 και 6-5-2008 που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 178/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3/2012 του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν oι αναιρεσείοντες με την από αίτησή 25-9-2012 τους και τους από 17-1-2013 πρόσθετους λόγους τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Βασίλειος Λαμπρόπουλος, ανέγνωσε την από 26-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων αυτής.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του 2ου των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 495§4 του ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12§2 του ν. 4055/2012, εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο της αναιρέσεως, υποχρεούται να καταθέσει παράβολο ποσού τριακοσίων (300) ευρώ, το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, σε περίπτωση δε που δεν κατατεθεί το παράβολο το ένδικο αυτό μέσο απορρίπτεται από το δικαστήριο ως απαράδεκτο.
Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 570 και 577 του ΚΠολΔ, το απαράδεκτο της αιτήσεως αναιρέσεως λόγω μη καταβολής του εν λόγω παραβόλου, το οποίο πάντως καταβάλλεται μια φορά και όταν το ένδικο μέσο ασκείται από περισσότερους διαδίκους, προτείνεται από τους διαδίκους με εμπροθέσμως, είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, κατατεθείσες προτάσεις, αλλά εξετάζεται από τον Άρειο Πάγο και αυτεπαγγέλτως, αν δε η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, την απορρίπτει ως απαράδεκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση, το δεύτερο αναιρεσίβλητο "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ, ΕΚ" με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις του προέβαλε ένσταση απαραδέκτου για την από 25.9.2012 ένδικη αίτηση αναιρέσεως λόγω της μη καταθέσεως παραβόλων ισαρίθμων με τον αριθμό των αναιρεσειόντων.
Από την επισκόπηση του δικογράφου της ανωτέρω αιτήσεως αναιρέσεως και την επισυναπτόμενη σε αυτή υπ' αριθ. 819/2012 έκθεση του αρμοδίου γραμματέως προκύπτει, ότι οι αναιρεσείοντες, τρεις τον αριθμό, άσκησαν την εν λόγω αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθ. 3/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας), που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των "Διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης του, άρθρο 681 Α ΚΠολΔ", ο δε πληρεξούσιος δικηγόρος τους για το παραδεκτό της ασκήσεως της κατέθεσε τα αναφερόμενα σε αυτή έξι (6) παράβολα του Ελληνικού Δημοσίου, πενήντα (50) ευρώ έκαστο και ενόλω τριακόσια (300), επί πλέον δε για τον ίδιο σκοπό προσκόμισε με τις προτάσεις του και το υπ' αριθ. 13377985/15.2.2013 διπλότυπο είσπραξης της ΙΓ' ΔΥΟ Αθηνών, ποσού, επίσης, τριακοσίων (300) ευρώ.
Συνεπώς, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην αρχή της παρούσας νομική σκέψη, κατατέθηκε το οριζόμενο από το νόμο παράβολο για την παραδεκτή άσκησή της από 25.9.2012 αιτήσεως αναιρέσεως και δεν απαιτείτο λόγω του αριθμού των αναιρεσειόντων η κατάθεση τριών παραβόλων, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το δεύτερο αναιρεσίβλητο, γι' αυτό και η ένστασή του, ότι είναι απαράδεκτη η ασκηθείσα ανωτέρω αίτηση αναιρέσεως, είναι αβάσιμη και απορριπτέα.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δικής, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται, ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του. Βέβαια, δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αναμφίβολα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.γ' του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση, ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ. ΑΠ 14/2005 και 2/2008, ΑΠ 424/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.γ' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο μεταξύ άλλων, έκρινε ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης, δεν έλαβε υπόψη τα πρακτικά και την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, στα οποία περιέχεται η ανώμοτι κατάθεση του πρώτου αναιρεσείοντος και την από 7/10/2008 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Γ.
Κ., από τα οποία προκύπτει ότι κατά το χρόνο οδήγησης της υπ' αριθ. ... δίκυκλης μοτοσικλέτας και που συνέβει το ένδικο τροχαίο ατύχημα δεν τελούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος και ότι ουδεμία υπαιτιότητα τον βαρύνει για τον τραυματισμό του. Από την επισκόπηση όμως της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα τόσο από την περιεχομένη σε αυτήν γενική μνεία όλων των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων και μάλιστα και των εγγράφων, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δε γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εξετίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα ανωτέρω έγγραφα.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.γ' ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και γιο το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω, για να ιδρυθεί ο λόγος αναιρέσεως από το εδάφιο 1 του άρθρου 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Η παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή η εσφαλμένη υπαγωγή. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου ου ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 177/2008).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: "... Την 11-3-2007 και ώρα 01.45' περίπου ο Σ. Π. οδηγούσε τη με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, 452 κ.ε., ιδιοκτησίας της Α.
Ν., και έβαινε στη Λεωφόρο Χαϊνά στη Χαλκίδα με κατεύθυνση από το κέντρο της πόλεως προς τη Νέα Αρτάκη. Μαζί με αυτόν στην ίδια οδό και με την ίδια κατεύθυνση έβαινε και ο Α. Μ., γεννηθείς το 1969 (ηλικίας 38 στο χρόνο του ατυχήματος), οδηγώντας την με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, 660 κ.ε., ιδιοκτησίας του, και έχοντας ως συνεπιβάτη την Ε.
Γ., ηλικίας 19 ετών. Οι οδηγοί αυτοί είχαν ξεκινήσει από το κατάστημα στο οποίο εργάζονταν, την καφετέρια με τον τίτλο ... στη Χαλκίδα. Ο Σ. Π., γεννηθείς το 1984 (ηλικίας 23 ετών στο χρόνο του ατυχήματος), δεν είχε άδεια ικανότητας οδηγήσεως μοτοσικλέτας και βρισκόταν υπό την επίδραση οινοπνεύματος σε ποσοστό 0,70 χιλιοστά ή εβδομήντα εκατοστά του γραμμαρίου (0,70g).
Η μοτοσικλέτα του δεύτερου οδηγού Α. Μ. ήταν ασφαλισμένη στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία Υδρόγειος ΑΕ για την αστική ευθύνη έναντι τρίτων για υλικές ζημίες και σωματικές βλάβες, ενώ η μοτοσικλέτα του πρώτου Σ. Π. δεν ήταν ασφαλισμένη. Ο καιρός ήταν βροχερός, ψιλόβρεχε, το οδόστρωμα υγρό και ολισθηρό λόγω της βροχής, ο τεχνητός φωτισμός ήταν μη επαρκής και η κυκλοφορία οχημάτων μέτρια.
Το επιτρεπόμενο ανώτατο όριο ταχύτητας ήταν 50 χιλιόμετρα ανά ώρα λόγω κατοικημένης περιοχής. Όταν κατέρχονταν την κατωφέρεια της οδού αυτής πριν τη διασταύρωση με την οδό 25ης Μαρτίου, οι παραπάνω οδηγοί έβαιναν με υπερβολική ταχύτητα, άνω των 80 χιλιομέτρων την ώρα, προπορευόταν ο Α. Μ. και ακολουθούσε ο Σ.
Π.. Όταν πλησίαζαν στην παραπάνω διασταύρωση, ο Σ. Π. ανέπτυξε ταχύτητα, έφθασε την άλλη μοτοσικλέτα και οι δύο οδηγοί έβαιναν πλέον παράλληλα με την ίδια υπερβολική ταχύτητα, ειδικότερα ο Α. Μ. έβαινε στο μέσο του ρεύματος πορείας του, ο δε Σ. Π. έβαινε στο κέντρο της οδού (βλ. κατάθεση Γ. Δ.). Το οδόστρωμα μετά τη διασταύρωση της Λεωφόρου με την οδό 25ης Μαρτίου έχει συνολικό πλάτος 11,40 μέτρα, ήτοι το πλάτος καθενός των δύο ρευμάτων είναι 5,70 μέτρα, χωρίζονται δε αυτά με διπλή διαχωριστική γραμμή.
Ο οδηγός Α. Μ. λόγω της υπερβολικής ταχύτητας με την οποία έβαινε, όταν διερχόταν πάνω στη διάβαση πεζών που υπάρχει αμέσως μετά την οδό 25ης Μαρτίου (όπου στη γωνία η ΑΛΦΑ ΒΑΝΚ και το περίπτερο στην απέναντι πλευρά όπου η οδός εισόδου στο Στάδιο), απώλεσε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας, αυτή ανατράπηκε προς την αριστερή πλευρά της προς το κέντρο του δρόμου, σύρθηκε στο οδόστρωμα σε ευθεία γραμμή κατά την πορεία της βγάζοντας σπίθες και προκαλώντας χαραγές μήκους 51 μέτρων στο οδόστρωμα στο μέσο του ρεύματος πορείας προς τη Νέα Αρτάκη και σε απόσταση 3 μέτρων από το άκρο δεξιό του οδοστρώματος, συνέχισε την πορεία της σε ευθεία και ακινητοποιήθηκε μετά τη συμβολή που σχηματίζεται από την οδό που οδηγεί προς το Τάγμα Πεζοναυτών σε σχέση με τη Λεωφόρο Χαϊνά, διανύοντας συρόμενη τουλάχιστον άλλα 20 μέτρα, χωρίς όμως να αποτυπώνεται χαραγή λόγω της μειούμενης σταδιακά ταχύτητας της μοτοσικλέτας, οι δε δύο επιβαίνοντες σ' αυτήν σύρθηκαν αρχικά μαζί με τη μοτοσικλέτα και κατέπεσαν στο οδόστρωμα μετά την παραπάνω συμβολή των οδών, όταν η μοτοσικλέτα απώλεσε εντελώς την ταχύτητα της.
Η συνολική απόσταση που διήνυσε η μοτοσικλέτα από τη διάβαση πεζών, που άρχισε η ανατροπή της, μέχρι τη θέση που τελικά ακινητοποιήθηκε είναι 85 μέτρα περίπου. Το αποτέλεσμα της πτώσης των δυο επιβαινόντων στη μοτοσικλέτα ήταν να υποστούν σωματικές βλάβες, ειδικότερα ο οδηγός της Α. Μ. υπέστη μικροεκδορές στο πόδι και το γοφό (βλ.
την ένορκη προανακριτική του κατάθεση), η επιβαίνουσα Ε. Γ. υπέστη κάταγμα ηβοϊσχιακού κλάδου άμφω, η δε μοτοσικλέτα υπέστη ζημίες στην αριστερή πλευρά. Ο παραπάνω οδηγός Α. Μ., κινούμενος με υπερβολική ταχύτητα και παράλληλα με τη μοτοσικλέτα του Σ. Π., δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του κατά την οδήγηση, ούτε ασκούσε τον αναγκαίο έλεγχο και εποπτεία στο όχημά του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να ακινητοποιήσει αυτό χωρίς να δημιουργηθεί ατύχημα.
Επιπλέον, δεν είχε αντιληφθεί την είσοδο του με αρ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, που οδηγούσε η ενάγουσα Τ. Ε., στο ρεύμα της Λεωφόρου Χαϊνά προς την Νέα Αρτάκη, εξερχόμενου του οχήματος από την δεξιά ευρισκόμενη κατά την πορεία του οδό που οδηγεί στο Τάγμα των Πεζοναυτών. Το αυτοκίνητο αυτό ήταν ιδιοκτησίας της οδηγού αυτής και ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία COMMERCIAL VALUE ΑΕ για την αστική ευθύνη έναντι τρίτων για υλικές ζημίες και σωματικές βλάβες.
Ο άλλος οδηγός, Σ. Π., μόλις αντελήφθη στο ύψος της διάβασης πεζών την απώλεια ελέγχου της άλλης μοτοσικλέτας από τον οδηγό Α. Μ. και την ανατροπή αυτής με την αριστερή πλευρά της προς το κέντρο της Λεωφόρου, για να αποφύγει τη σύγκρουση των δύο μοτοσικλετών ή την πρόσκρουση της δικής του μοτοσικλέτας στην ανατραπείσα μοτοσικλέτα και τους επιβαίνοντες σ' αυτή, εισήλθε καθ' ολοκληρία στο αντίθετο ρεύμα προς Χαλκίδα, κινήθηκε σ' αυτό με την ίδια υπερβολική ταχύτητα, χωρίς να δείξει την προσοχή που έπρεπε και να αντιληφθεί ότι στο αντίθετο αυτό ρεύμα, που είχε εισέλθει, εισερχόταν ήδη με αριστερή στροφή το επιβατηγό αυτοκίνητο της προαναφερόμενης οδηγού για να κατευθυνθεί προς το κέντρο της πόλεως της Χαλκίδας, και, όταν προσέγγιζε στο ύψος της οδού που οδηγεί στο Τάγμα των Πεζοναυτών, ευρισκόμενος στο μέσο του αντιθέτου αυτού ρεύματος και έχοντας διανύσει απόσταση 75 μέτρων περίπου από τη διάβαση πεζών, προσέκρουσε με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο μέρος της μοτοσικλέτας του στο εμπρόσθιο μέρος του προαναφερόμενου αυτοκινήτου.
Η οδηγός αυτού είχε εισέλθει κατά το μεγαλύτερο μέρος του οχήματος της (OPEL CORSA) στο ρεύμα της Λεωφόρου προς Χαλκίδα με ελιγμό προς τα αριστερά, έχοντας εξέλθει από το δεξιό ρεύμα της οδού που οδηγεί στο Τάγμα Πεζοναυτών, όπου υπήρχε πινακίδα SΤΟΡ στην πορεία της, και έχοντας ήδη διέλθει κατά πρώτο το ρεύμα της Λεωφόρου προς τη Νέα Αρτάκη, στο οποίο είχε εισέλθει.
Το αποτέλεσμα της σύγκρουσης ήταν να εκτιναχθεί ο οδηγός της μοτοσικλέτας σε απόσταση 15 μέτρων κατά τη νοητή πορεία της μοτοσικλέτας, το δε επιβατηγό αυτοκίνητο, λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης, να υποστεί εκτεταμένες υλικές ζημίες στο εμπρόσθιο μέρος του και να κινηθεί προς τα πίσω σε απόσταση 1,20 μ περίπου και να καλύπτει κατά την ακινητοποίηση του μικρό μέρος του ρεύματος προς το κέντρο της Χαλκίδας και 2,50 μέτρα περίπου του ρεύματος πορείας προς τη Νέα Αρτάκη(όσο το υπόλοιπο μήκος του) σε λοξή θέση με μέτωπο προς το ρεύμα προς το κέντρο της Χαλκίδας και αφήνοντας ελεύθερο το οδόστρωμα προς τη Νέα Αρτάκη σε πλάτος 3,20 μέτρων (βλ.
φωτογραφίες και πρόχειρο σχεδιάγραμμα). Ο οδηγός της μοτοσικλέτας υπέστη βαριές σωματικές βλάβες, όπως θα εκτεθεί στη συνέχεια, μετά τη σύγκρουση απώλεσε τις αισθήσεις του και παρέμεινε στη θέση, όπου κατέπεσε, μέχρι που τον παρέλαβε ασθενοφόρο και διακομίστηκε στο Νοσοκομείο Χαλκίδας. Τα συγκρουσθέντα οχήματα υπέστησαν εκτεταμένες υλικές ζημίες από τη σφοδρή αυτή σύγκρουση (βλ.
φωτογραφίες). Το ελεύθερο πλάτος του ρεύματος προς τη Νέα Αρτάκη κατά τη στιγμή της σύγκρουσης ήταν 4,40 μέτρα περίπου και μετά τη σύγκρουση και την ακινητοποίηση του επιβατηγού αυτοκινήτου ήταν 3,20 μέτρα (βλ. πρόχειρο σχεδιάγραμμα και φωτογραφίες). Μετά τη χρονική στιγμή της σύγκρουσης των παραπάνω δύο οχημάτων, η μοτοσικλέτα του Α.
Μ., που συρόταν ακόμη στο οδόστρωμα, διήλθε συρόμενη πίσω από το επιβατηγό όχημα στο ρεύμα της Λεωφόρου προς τη Νέα Αρτάκη σε μήκος τουλάχιστον 10-15 μέτρων και σε κάθετη απόσταση 3 μέτρων από το άκρο δεξιό της Λεωφόρου στο ρεύμα προς Νέα Αρτάκη, κατά την κάθετη απόσταση της χαραγής από το ίδιο άκρο, χωρίς να προσκρούσουν στο επιβατηγό αυτοκίνητο ούτε η μοτοσικλέτα ούτε οι επιβαίνοντες σ' αυτήν, το δε ελεύθερο πλάτος του δρόμου του ρεύματος προς Νέα Αρτάκη από τη στιγμή της σύγκρουσης και μετά επέτρεπε τη διέλευση όχι μόνο μοτοσικλέτας αλλά και επιβατηγού αυτοκινήτου (βλ.
πρόχειρο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας και φωτογραφία). Η οδηγός Ε. Τ. ειδικότερα, οδηγώντας το αυτοκίνητό της, έβαινε αρχικά στην οδό που οδηγεί προς το Τάγμα Πεζοναυτών στο ρεύμα πορείας με κατεύθυνση προς την Λεωφόρο Χαϊνά και ήθελε να εισέλθει στη Λεωφόρο αυτή στο ρεύμα προς το κέντρο της Χαλκίδας με στροφή προς τα αριστερά, όταν έφθασε στη συμβολή των οδών αυτών, όπου στην πορεία της υπήρχε πινακίδα SΤΟΡ, ακινητοποίησε το όχημα της, ήλεγξε την κίνηση των οχημάτων στην οδό που θα εισερχόταν και στα δύο ρεύματα, ειδικότερα από αριστερά της στο ρεύμα της Λεωφόρου Χαϊνά είδε ένα μικρό φως και υπολόγισε, ότι προλαβαίνει να διέλθει κατά πρώτο το ρεύμα της Λεωφόρου προς τη Νέα Αρτάκη, εισήλθε και διήλθε το ρεύμα αυτό και όταν με αριστερή στροφή είχε εισέλθει κατά το μισό περίπου του μήκους του οχήματός της και ευθυγράμμιζε αυτό στο ρεύμα της Λεωφόρου προς το κέντρο της Χαλκίδας, τότε αντελήφθη ότι η μοτοσικλέτα (το όχημα με το μικρό φως) κινείται στο αντίθετο ρεύμα της Λεωφόρου Χαϊνά, ήτοι στο ρεύμα προς Χαλκίδα με κατεύθυνση όμως προς τη Νέα Αρτάκη, και όχι στο ρεύμα προς τη Νέα Αρτάκη και με την ίδια αντίστοιχη κατεύθυνση, και εν τέλει προσέκρουσε στο όχημά της στο εμπρόσθιο μέρος του". "...
Αλλά και στην περίπτωση που ο οδηγός είχε αντιληφθεί το αυτοκίνητο να εισέρχεται και να διέρχεται στο ρεύμα προς τη Νέα Αρτάκη και τροχοπέδησε αιφνίδια γι' αυτό το λόγο, τότε, λαμβανομένου υπόψη του μέσου χρόνου αντιδράσεως, η αντίληψή του αυτή θα είχε σχηματιστεί πριν ακόμη φθάσει στη διάβαση πεζών όπου ανατράπηκε η μοτοσικλέτα, κατά συνέπεια η απόσταση στην οποία θα βρισκόταν κατ' εκείνη τη στιγμή θα ήταν ακόμη μεγαλύτερη από την προαναφερόμενη σε σχέση με τη διάβαση πεζών και δεν θα υπήρχε, ακόμη περισσότερο, κανένας κίνδυνος για σύγκρουση της μοτοσικλέτας του με το αυτοκίνητο ώστε να ήταν αναγκαία με τέτοιο σκοπό η τροχοπέδηση του οχήματος του από τόσο μεγάλη απόσταση.
Η μεγάλη απόσταση όμως των 75 μέτρων περίπου από τη διάβαση πεζών, που άρχισε η ανατροπή της μοτοσικλέτας, μέχρι τον τόπο του συγκρούσεως των άλλων δύο οχημάτων και το μήκος της χαραγής των 51 μέτρων της μοτοσικλέτας του προαναφερόμενου καταδεικνύουν, ότι δεν μεσολάβησε για κανένα λόγο χρόνος αντιδράσεως του οδηγού Α.
Μ. πριν την ανατροπή της μοτοσικλέτας αυτής στη διάβαση πεζών, αλλ' αυτή ανατράπηκε λόγω απώλειας του ελέγχου από τον οδηγό της και όχι γιατί από τόσο μεγάλη απόσταση έγινε αντιληπτό να εισέρχεται το παραπάνω αυτοκίνητο στο ρεύμα προς Νέα Αρτάκη με αριστερή στροφή προς Χαλκίδα. Όπως αναφέρεται στην έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα, στον τόπο του ατυχήματος, που συνέβη νύχτα (01.45' περίπου ημέρα Κυριακή), η Λεωφόρος Χαϊνά είναι διπλής κατευθύνσεως με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση, τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας χωρίζονται με διπλή διαχωριστική γραμμή που διακόπτεται στις διασταυρώσεις και τις συμβολές άλλων οδών με Λεωφόρο, το συνολικό πλάτος του οδοστρώματος είναι 11,40 μέτρα, ήτοι 5,70 μέτρα κάθε ρεύμα κυκλοφορίας, το πεζοδρόμιο στην πλευρά του ρεύματος προς τη Νέα Αρτάκη είναι 0,70 μέτρα, στην πλευρά του ρεύματος προς το κέντρο της Χαλκίδας είναι 5,50 μέτρα, η Λεωφόρος σε απόσταση περί τα 200 έως 250 μέτρα είναι ευθεία, κατωφερής στην κατεύθυνση προς τη Νέα Αρτάκη, στη συνέχεια και στον τόπο του ατυχήματος είναι ευθεία και ελαφρά κατωφερής, ο τεχνητός φωτισμός δεν ήταν επαρκής, η κατάσταση της οδού ήταν υγρή, ο καιρός βροχερός, η ορατότητα καλή, χωρίς εμπόδια, η κυκλοφορία οχημάτων ήταν μέτρια, κυκλοφορία πεζών δεν διαπιστώθηκε, το ανώτατο όριο ταχύτητας ήταν 50 χιλιόμετρα λόγω κατοικημένης περιοχής, σε απόσταση 100 μέτρων περίπου πριν από το σημείο του ατυχήματος κατά την πορεία προς την Νέα Αρτάκη υπάρχει διάβαση πεζών, στη συμβολή της οδού που οδηγεί προς το Τάγμα Πεζοναυτών με τη Λεωφόρο Χαϊνά υπάρχει σήμα STOΡ, στο οδόστρωμα βρέθηκαν χαραγές σε μήκος 51 μέτρων στο ρεύμα προς τη Νέα Αρτάκη προερχόμενες από τη μοτοσικλέτα του Α.
Μ., στο ρεύμα προς το κέντρο της Χαλκίδας βρέθηκαν στον τόπο του ατυχήματος θραύσματα γυαλιών, εξαρτήματα από τα συγκρουσθέντα οχήματα, νερά και ίχνη από σύρσιμο ελαστικού, τα παπούτσια του οδηγού Σ. Π. βρέθηκαν πριν από το σημείο της σύγκρουσης, αίματα βρέθηκαν σε απόσταση 15 μέτρων μετά το σημείο της σύγκρουσης στο ίδιο ρεύμα στη θέση όπου, μετά την εκτίναξη από τη σύγκρουση, κατέπεσε ο παραπάνω οδηγός.
Στην έκθεση αναφέρονται επίσης τα εξής: Στο ατύχημα, όπως εξακριβώθηκε, ενεπλάκη και η μοτοσικλέτα του Α. Μ., ο οποίος κατά την άφιξη της Αστυνομίας στο σημείο του ατυχήματος δεν δήλωσε την εμπλοκή του στο συμβάν ούτε παρουσιάστηκε στη συνέχεια να την αναφέρει. Στα παθόντα πρόσωπα αναφέρεται η Ε. Γ. ως επιβαίνουσα στο δεύτερο δίκυκλο, δηλαδή τη μοτοσικλέτα του Α.
Μ.. Στην οδηγό του αυτοκινήτου έγινε αλκοτέστ με ηλεκτρονική συσκευή με αποτέλεσμα αρνητικό. Από τον οδηγό Σ. Π. έγινε λήψη αίματος για τη διερεύνηση μέθης. Όπως δε αναφέρεται στη σχετική 3000022/10/456σ/20-4-2007 έκθεση εξετάσεως αίματος, ο οδηγός αυτός βρέθηκε να είναι κατά την οδήγηση υπό την επίδραση οινοπνεύματος σε ποσοστό 70 χιλιοστά ανά λίτρο αίματος ή 70 εκατοστά του γραμμαρίου, ήτοι επίδραση ανώτερη από την προβλεπομένη κατά τη διάταξη του άρθρου 42 ΚΟΚ κατά το χρόνο του ατυχήματος για να κριθεί, ότι ο οδηγός βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος.
Με βάση όλα τα προαναφερθέντα και από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία κρίνεται ότι ο οδηγός Α. Μ. είναι υπαίτιος για την ανατροπή της μοτοσικλέτας του, τις υλικές ζημίες και τις σωματικές βλάβες αυτού και της επιβαίνουσας Ε. Γ. ως και για τη σύγκρουση του αυτοκινήτου της Ε. Τ. με τη μοτοσικλέτα του Σ. Π., τις υλικές ζημίες των οχημάτων αυτών και τις σωματικές βλάβες του οδηγού της μοτοσικλέτας Σ.
Π.. Η υπαιτιότητα του συνίσταται στο "ότι επέδειξε αμέλεια, ήτοι έλλειψη της προσοχής και επιμέλειας που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει ως μέσος συνετός οδηγός, καθόσον, κατερχόμενος τη Λεωφόρο Χαϊνά έβαινε με υπερβολική ταχύτητα, παρά τις συνθήκες που επικρατούσαν (κατωφέρεια, νύχτα, μη επαρκής φωτισμός, υγρή κατάσταση του οδοστρώματος λόγω βροχής) και παρά το ότι είχε και συνεπιβάτη στη μοτοσικλέτα του, όταν έφθασε στη διασταύρωση της οδού 25ης Μαρτίου με τη Λεωφόρο, έβαινε παράλληλα με τη μοτοσικλέτα του Σ.
Π., δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του κατά την οδήγηση, ούτε ασκούσε τον αναγκαίο έλεγχο και εποπτεία στο όχημα του ώστε να μπορεί, έχοντας και συνεπιβάτη, να ακινητοποιήσει αυτό σε κάθε στιγμή χωρίς να δημιουργηθεί ατύχημα, με αποτέλεσμα να απολέσει τον έλεγχο του οχήματος του στο ύψος της διάβασης πεζών αμέσως μετά την παραπάνω διασταύρωση, να ανατραπεί η μοτοσικλέτα του και να συνεχίσει την πορεία της συρόμενη κατά την κατεύθυνση και πορεία που είχε.
Η ανατροπή αυτή είχε ως αποτέλεσμα να προσπαθήσει ο οδηγός της άλλης μοτοσικλέτας Σ. Π. να αποφύγει τη σύγκρουση με την ανατραπείσα μοτοσικλέτα ή την πρόσκρουση στους επιβαίνοντες στη μοτοσικλέτα, περιστατικά που ήταν σφόδρα πιθανά, αφού οι δύο μοτοσικλέτες μέχρι τη στιγμή της ανατροπής έβαιναν παράλληλα, να εισέλθει εξ ολοκλήρου στο αντίθετο ρεύμα και να συνεχίσει σ' αυτό την πορεία του.
Η εξ αιτίας της παραπάνω υπαίτιας συμπεριφοράς του Α. Μ. είσοδος του οδηγού Σ. Π. στο αντίθετο ρεύμα είχε στη συνέχεια ως αποτέλεσμα τη σύγκρουση της μοτοσικλέτας αυτού με το επιβατηγό όχημα της Ε. Τ., τις βαριές σωματικές κακώσεις του οδηγού της μοτοσικλέτας και τις υλικές ζημίες των συγκρουσθέντων οχημάτων.
Ο παραπάνω υπαίτιος οδηγός Α. Μ. όφειλε να έχει λάβει υπόψη όλες τις προαναφερόμενες συνθήκες που επικρατούσαν, να μην οδηγεί με υπερβολική ταχύτητα, να μη βαίνει παράλληλα με την άλλη μοτοσικλέτα και να ασκεί τον αναγκαίο κατά νόμο έλεγχο στη μοτοσικλέτα του. Αν τηρούσε τις υποχρεώσεις του αυτές, η μοτοσικλέτα του δεν θα είχε ανατραπεί στο υγρό οδόστρωμα της Λεωφόρου Χαϊνά, ούτε θα είχε αναγκαστεί ο άλλος οδηγός, βλέποντας την ανατροπή της μοτοσικλέτας, να εισέλθει εξ ολοκλήρου στο αντίθετο ρεύμα.
Σημειωτέον ότι η απαγόρευση της παράλληλης οδήγησης μοτοσικλετών αποσκοπεί στην αποφυγή των κινδύνων ατυχήματος που εγκυμονεί αυτή. Υπάρχει πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της υπαίτιας αυτής συμπεριφοράς του προαναφερόμενου οδηγού Α. Μ., της ανατροπής της μοτοσικλέτας του και των υλικών ζημιών αυτής, της εισόδου του οδηγού της άλλης μοτοσικλέτας στο αντίθετο ρεύμα, της σύγκρουσης των δύο οχημάτων στο αντίθετο ρεύμα και των προαναφερθεισών συνεπειών της σύγκρουσης αυτής.
Ομοίως, κρίνεται ότι και ο οδηγός Σ. Π. είναι υπαίτιος για τη σύγκρουση της μοτοσικλέτας του με το επιβατηγό αυτοκίνητο και τα αποτελέσματα αυτής, καθόσον επέδειξε αμέλεια, ήτοι έλλειψη της προσοχής και επιμέλειας που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει ως μέσος συνετός οδηγός, ειδικότερα οδηγούσε τη μεγάλου κυβισμού μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας της Α.
Ν., χωρίς να έχει την απαιτούμενη άδεια ικανότητας οδηγήσεως για μοτοσικλέτα, οδηγούσε αυτήν, ενώ ήταν υπό την επίδραση οινοπνεύματος σε ποσοστό 70 εκατοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο αίματος, όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ώστε να αντιλαμβάνεται την κίνηση των άλλων οχημάτων στην οδό στην οποία έβαινε, οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα, ήτοι άνω των 80 χιλιομέτρων ανά ώρα, και παρά το ότι οι συνθήκες που επικρατούσαν ήταν δυσμενείς (ήταν νύχτα, ο τεχνητός φωτισμός δεν ήταν επαρκής, το οδόστρωμα υγρό και ολισθηρό λόγω βροχής) και επέβαλαν οδήγηση με μειωμένη ταχύτητα και τεταμένη την προσοχή, ενώ αρχικά ακολουθούσε τον Α.
Μ., ανάπτυξε ταχύτητα στη συνέχεια και οδηγούσε στο κέντρο της οδού (στη διαχωριστική γραμμή) και παράλληλα με τη μοτοσικλέτα του Α. Μ., κατά παράβαση της υποχρέωσης του να μην οδηγεί παράλληλα με την άλλη μοτοσικλέτα, όταν η μοτοσικλέτα του Α. Μ. ανατράπηκε, αυτός εισήλθε και έβαινε πλέον εξ ολοκλήρου στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας με την ίδια υπερβολική ταχύτητα, ενώ έπρεπε να μην εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα, αλλά να μειώσει ταχύτητα ή να τροχοπεδήσει ώστε να αποφύγει τον τυχόν κίνδυνο που ανέκυπτε γι' αυτόν από την ανατροπή της άλλης μοτοσικλέτας, περαιτέρω, διανύοντας τη μεγάλη πράγματι απόσταση των 51 μέτρων τουλάχιστον στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όσο δηλαδή η χαραγή της άλλης μοτοσικλέτας στο οδόστρωμα, δεν έκανε καμιά προσπάθεια μειώσεως της ταχύτητας του ή τροχοπέδησης ώστε να απομακρυνθεί από αυτόν η συρόμενη μοτοσικλέτα, αυτός δε να εγκαταλείψει έγκαιρα το αντίθετο ρεύμα και να επανέλθει χωρίς κανένα κίνδυνο στο δικό του ρεύμα, δεν επέδειξε τη δέουσα προσοχή ώστε να αντιληφθεί ότι στο αντίθετο ρεύμα που έβαινε, και μπροστά του, εισερχόταν με αριστερή στροφή κατά τα παραπάνω το επιβατηγό αυτοκίνητο, ότι η σύγκρουση των δύο οχημάτων θα ήταν αναπόφευκτη, αν εξακολουθούσε την ίδια πορεία, και να προβεί σε κάποια αποφευκτική ενέργεια από τις προαναφερόμενες και να επανέλθει στο ρεύμα πορείας του.
Η έλλειψη της προσοχής που έδειξε ο παραπάνω οδηγός, ηλικίας 23 ετών, οι παράνομες και εσφαλμένες ενέργειες αυτού κατά την οδήγηση (υπερβολική ταχύτητα και είσοδος στο αντίθετο ρεύμα), η απειρία και η μη άσκηση του ελέγχου της μοτοσικλέτας, η έλλειψη αντίληψης των συνθηκών που επικρατούσαν και η αδυναμία έγκαιρης και ορθής αντίδρασης οφείλονται στην παντελή ανικανότητα του οδηγού αυτού να οδηγεί τη μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού που οδηγούσε, στην επίδραση του οινοπνεύματος που είχε καταναλώσει, η οποία επίδραση μείωσε ειδικότερα την ικανότητα αντίληψης και έγκαιρης αντίδρασης αυτού και εξουδετέρωσε την αίσθηση του κινδύνου, γι' αυτό και έτρεχε με υπερβολική ταχύτητα παράλληλα με την άλλη μοτοσικλέτα, αρχικά στο κέντρο της οδού και στη συνέχεια στο αντίθετο ρεύμα.
Αν ο παραπάνω οδηγός είχε τουλάχιστον μειώσει την άνω των 80 χιλιομέτρων ανά ώρα υπερβολική ταχύτητα του στην κατωφέρεια της Λεωφόρου Χαϊνά και δεν είχε εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, αλλά οδηγούσε εντός του ρεύματος πορείας του προς την Νέα Αρτάκη, τότε θα είχε διέλθει με ασφάλεια στο τόπο όπου συνέβη το ατύχημα, αφού η οδηγός του επιβατηγού αυτοκινήτου θα είχε ήδη διέλθει από το ρεύμα αυτό και θα είχε εισέλθει εξ ολοκλήρου στο ρεύμα προς το κέντρο της Χαλκίδας, στο οποίο θα συνέχιζε την πορεία της, το δε ελεύθερο ρεύμα πορείας προς τη Νέα Αρτάκη επέτρεπε πλέον τη διέλευση οχήματος με ασφάλεια.
Η οδηγός Ε. Τ. δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα για την ανατροπή και τις υλικές ζημίες της μοτοσικλέτας του Α. Μ., καθόσον επέδειξε την επιμέλεια που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει ως μέσος συνετή οδηγός. Ειδικότερα αυτή ακινητοποίησε το όχημα της όταν έφθασε στη Λεωφόρο Χαϊνά στο ρεύμα προς τη Νέα Αρτάκη, ήλεγξε την κίνηση των οχημάτων από αριστερά της, διαπίστωσε ότι το όχημα που πλησίαζε, κινούμενο στο ρεύμα αυτό, βρισκόταν σε μεγάλη απόσταση από τη θέση στην οποία αυτή θα διερχόταν το ρεύμα αυτό, έτσι ώστε θα διερχόταν χωρίς κίνδυνο συγκρούσεως, ήλεγξε την κίνηση των οχημάτων από δεξιά της στο ρεύμα προς το κέντρο της Χαλκίδας, διαπίστωσε ότι μπορούσε να εισέλθει με στροφή αριστερά στο ρεύμα προς το κέντρο της Χαλκίδας χωρίς κίνδυνο συγκρούσεως, αφού δεν προσέγγιζαν οχήματα από τη Νέα Αρτάκη, και τότε εισήλθε κάθετα στο πρώτο ρεύμα, διήλθε αυτό και με αριστερή στροφή εισήλθε στο δεύτερο ρεύμα προς το κέντρο της Χαλκίδας, αλλά πριν ακόμη ευθυγραμμιστεί εξ ολοκλήρου στο ρεύμα αυτό, ο οδηγός Σ.
Π. έχοντας εισέλθει από απόσταση πενήντα περίπου μέτρων στο αντίθετο ως προς την πορεία του αυτό ρεύμα, προσέκρουσε με σφοδρότητα στο εμπρόσθιο μέρος του οχήματος της με τα παραπάνω αποτελέσματα. Η οδηγός αυτή με βάση όλες τις συνθήκες που επικρατούσαν ορθά ήλεγξε την κίνηση των οχημάτων στο ρεύμα προς τη Νέα Αρτάκη και διαπίστωσε, ότι με βάση τη μεγάλη απόσταση, άνω των 75 μέτρων περίπου, που βρίσκονταν τα δύο οχήματα και την ταχύτητα τους δεν θα παρεμπόδιζε την κίνηση αυτών διερχόμενη από το ρεύμα προς την Νέα Αρτάκη και εισερχόμενη με στροφή αριστερά στο ρεύμα προς το κέντρο της Χαλκίδας.
Η είσοδος του αυτοκινήτου στη Λεωφόρο, η διέλευση του από το ρεύμα προς τη Νέα Αρτάκη και η είσοδος με αριστερή στροφή στο ρεύμα προς το κέντρο της πόλεως Χαλκίδας δεν παρεμπόδιζε ούτε παρεμπόδισε την πορεία των μοτοσικλετών, καθόσον η απόσταση στην οποία αυτές βρίσκονταν, πριν τη διάβαση πεζών, και παρά την ταχύτητα τους, επέτρεπε με ασφάλεια την διέλευση του οχήματος και στη συνέχεια την διέλευση των μοτοσικλετών χωρίς να συγκρουσθούν αυτές με το επιβατηγό όχημα.
Ειδικότερα, τόσο η μοτοσικλέτα του Α. Μ. όσο και η μοτοσικλέτα του Σ. Π., αν θα έβαιναν κανονικά στο ρεύμα της Λεωφόρου προς τη Νέα Αρτάκη, και με την ταχύτητα ακόμη με την οποία έβαιναν, θα διέρχονταν ακίνδυνα από το χώρο του ρεύματος προς τη Νέα Αρτάκη από τον οποίο διήλθε κατά πρώτο το αυτοκίνητο. Αν η παραπάνω οδηγός, με την είσοδο και τη διέλευση της στο ρεύμα της Λεωφόρου προς τη Νέα Αρτάκη, είχε παρεμποδίσει τον οδηγό της μοτοσικλέτας Α.
Μ. στην πορεία του, αντιλαμβανόμενος αυτός την είσοδο της από την προαναφερόμενη μεγάλη απόσταση πριν τη συμβολή των οδών αυτών, και στην προσπάθεια του να τροχοπεδήσει για την αποφυγή σύγκρουσης, ανατράπηκε η μοτοσικλέτα του, τότε και ο οδηγός της άλλης μοτοσικλέτας Σ. Π. θα είχε ομοίως αντιληφθεί από την ίδια μεγάλη απόσταση είσοδο του οχήματος με αριστερή στροφή, θα είχε τροχοπεδήσει, έστω και ενστικτωδώς, στο κέντρο της οδού, όπου έβαινε, και δεν θα είχε εισέλθει εξ ολοκλήρου στο αντίθετο ρεύμα, χωρίς να προβεί παντελώς σε τροχοπέδηση, για την αποφυγή της σύγκρουσης, συναγομένου και εκ τούτου ότι η ανατροπή της μοτοσικλέτας του Α.
Μ. δεν είχε παντελώς ως αιτία την είσοδο οχήματος στο ρεύμα πορείας του και δη της οδηγού Ε. Τ.. Η οδηγός αυτή δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα για τη σύγκρουση του οχήματος της με τη μοτοσικλέτα του Σ. Π. καθόσον κατά τα προαναφερόμενα επέδειξε την επιμέλεια που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει ως μέσος συνετή οδηγός.
Η οδηγός αυτή, διερχόμενη το ρεύμα προς τη Νέα Αρτάκη, δεν μπορούσε να προβλέψει ότι ο οδηγός Σ. Π. μετά τη διάβαση πεζών θα εισερχόταν με τη μοτοσικλέτα του και θα έβαινε πλέον στο αντίθετο ρεύμα, στο οποίο εκείνη θα εισερχόταν με αριστερή στροφή κατευθυνόμενη προς το κέντρο της Χαλκίδας. Λόγω της αιφνίδιας και με την παραπάνω υπερβολική ταχύτητα εισόδου του προαναφερόμενου οδηγού στο αντίθετο ρεύμα, η αποφυγή της σύγκρουσης ήταν αδύνατη, αφού η οδηγός του αυτοκινήτου, εισερχόμενη με ταχύτητα εκκίνησης στο ρεύμα αυτό προς Χαλκίδα για να ελευθερώσει μάλιστα το ρεύμα προς Νέα Αρτάκη, από το οποίο διήλθε και στο οποίο, κινούμενη η μοτοσικλέτα, κατά την αρχική της πορεία και την αντίστοιχη αντίληψη της οδηγού, προσέγγιζε στο χώρο από τον οποίο διήλθε, δεν είχε καμιά δυνατότητα να τροχοπεδήσει ή να ενεργήσει άλλο ελιγμό.
Με βάση όλα τα προαναφερθέντα περιστατικά αμελούς συμπεριφοράς καθενός των προαναφερομένων υπαιτίων για το όλο ατύχημα οδηγών και τη βαρύτητα των παραβάσεων, στις οποίες υπέπεσε καθένας τους, το ποσοστό συνυπαιτιότητας του Σ. Π. είναι 70% και του Α. Μ. είναι 30% ...". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν.
Έλαβε υπόψη του όλους τους προσδιοριστικούς παράγοντες του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος (συνθήκες κυκλοφορίας, είδος οχημάτων, θέση και τρόπος κίνησης αυτών, συμπεριφορά των οδηγών, κατάσταση της οδού) και κατέληξε σε σαφές πόρισμα αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας των ως άνω οδηγών και συγκρουσθέντων οχημάτων, σε σχέση με τη κίνηση και τη θέση τους κατά το χρόνο της σύγκρουσης καθώς και με το σημείο της σύγκρουσης.
Από τις αιτιολογίες αυτές δεν διατυπώνονται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης ενδοιαστικές σκέψεις και το πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο σε σχέση με τη μη ύπαρξη συνυπαιτιότητας της πρώτης αναιρεσίβλητης και οδηγού του υπ' αριθ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου είναι αναμφίβολο και μη εξαρτώμενο από υποτιθέμενες και ενδοιαστικώς διατυπούμενες εκδοχές.
Συνεπώς το δικαστήριο με τις ανωτέρω εκδοχές δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια των αριθ. 1 περ.α' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και οι σχετικοί πέμπτος κύριος λόγος αναιρέσεως και οι πρώτος και τέταρτος πρόσθετοι λόγοι με τους οποίους οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται τα αντίθετα, κυρίως εις ότι αφορά την συνυπαιτιότητα της πρώτης, αναιρεσίβλητης στην επέλευση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, είναι, καθόλα τα σκέλη αυτών, αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Ο από τη διάταξη 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 22/2005, ΑΠ 1182/2010, ΑΠ 517/2010).
Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον αποτελούντα πράγμα ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο (ΑΠ 1080/2009, ΑΠ 1731/2008, ΑΠ 1729/2008, ΑΠ 1703/2008), γεγονός το οποίο συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ 1731/2008).
Πράγμα υπό την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ αποτελεί και ο λόγος έφεσης, που περιέχει παράπονο κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του αντιδίκου του. Ο λόγος, όμως, αυτός δεν ιδρύεται αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε το λόγο της έφεσης ως απαράδεκτο ή αβάσιμο, γεγονός που σημαίνει ότι τον έλαβε υπόψη (ΑΠ 309/2009, ΑΠ 1921/2008, ΑΠ 1703/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 8 περ.β πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους, που αποτελούσε και λόγο εφέσεώς τους, ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη και οδηγός του υπ' αριθ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου είναι συνυπαίτια του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος κατά ποσοστό τουλάχιστον 95%, διότι δεν ακινητοποίησε το όχημά της έμπροσθεν της πινακίδος με την ένδειξη SΤΟΡ, ότι η ταχύτητα της υπ' αριθ.
κυκλ. ... δίκυκλης μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν υπερέβαινε τα 75 χιλιόμετρα ωριαίως και ότι η σύγκρουση των ως άνω οχημάτων ήταν "μετωπική- έκκεντρη" και υπό λοξή γωνία. Ο προβαλλόμενος με λόγο εφέσεως ανωτέρω ισχυρισμός, κατά το μεν πρώτο σκέλος του αποτελούσε πράγμα (ένσταση συνυπαιτιότητας), αλλά λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο, όπως από το σύνολο των παραδοχών του προκύπτει, και απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμος, κατά τα λοιπά δε μέρη του οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί δεν αποτελούσαν "πράγματα", αλλά πραγματικά περιστατικά αντλούμενα από τους αναιρεσείοντες από τη γενόμενη από τους ίδιους εκτίμηση των αποδείξεων και επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεών τους.
Επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 8 περ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ.β' ΚΠολΔ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.
Κατά τη σαφή έννοια της παραπάνω διάταξης η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι ανέλεγκτη αναιρετικά.
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τους δεύτερο κύριο λόγο και τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως από τον αριθ. 1 περ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση παρέλειψε εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία η παραβίαση της ρυθμιστικής πινακίδας της τροχαίας με την ένδειξη p2 (stop) και μάλιστα σε οδό μεγάλης κυκλοφορίας με διπλή διαχωριστική γραμμή, θεμελιώνει υπαιτιότητα στην επέλευση τροχαίου ατυχήματος κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 10 Ν.
ΓΠΝ/1911, 297, 298, 300, 330, 914, 4 παρ.3, 12 παρ.1, 19 παρ.1, 2, 20 και 26 παρ.14 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ). Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι διότι το φερόμενο ως παραβιασθέν δίδαγμα της κοινής πείρας, δεν αφορά την ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, αλλά την εκτίμηση των αποδείξεων για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών (ΑΠ 789/2010).
Ο εκ του άρθρου 559 αριθ.1 περ.α' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την προσβαλλόμενη κατά την εκτίμηση των αποδείξεων υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007).
Εξ' άλλου, η παραβίαση των διατάξεων του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 789/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο κύριο λόγο αναιρέσεως και δεύτερο πρόσθετο τοιούτο προβάλλουν τις αιτιάσεις, ότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ.3, 12 παρ.1, 19 παρ.1-3, 21 παρ.1, 26 παρ.1, 42 παρ.1 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), 330 και 914 ΑΚ, γιατί δέχθηκε ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη και οδηγός του υπ' αριθ.
κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου παρά το γεγονός ότι παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα εις ότι αφορά την επέλευση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος. Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι, διότι οι αναιρεσείοντες υπό την επίκληση της παραβίασης κανόνων ουσιαστικού δικαίου πλήττουν την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων, αφού στους λόγους αυτούς αναιρέσεως αναφέρεται, μεταξύ των άλλων, ότι το Εφετείο έπρεπε να δεχθεί ότι η παραβίαση των άρθρων 4 παρ.3, 19 παρ.1, 4, 5 και 26 του Ν. 2696/1996 (ΚΟΚ) από την πρώτη αναιρεσίβλητη και οδηγό του υπ' αριθ.
κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, συνετέλεσε στην επέλευση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και μάλιστα κατά ποσοστό τουλάχιστον 95%, ενώ το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα αντίθετα και ειδικότερα ότι την ως άνω αναιρεσίβλητη δεν βαρύνει καμία υπαιτιότητα.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου των 300 (6 Χ 50) ευρώ στο Δημόσιο ταμείο, η επιστροφή του δια του ως άνω διπλοτύπου καταβληθέντος ποσού των τριακοσίων (300) ευρώ στη δεύτερη και τρίτη εκ των αναιρεσειόντων ως μη αναγκαίου και μη αναλωθέντος και τέλος να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα, εκάστου αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-9-2012 αίτηση αναιρέσεως και τους από 7-1-2013 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως κατά της υπ' αριθ. 3/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική Έδρα Χαλκίδος).
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο ταμείο, καθώς επίσης την επιστροφή του δια του υπ' αριθ. 13377985 διπλοτύπου είσπραξης της ΙΓ ΔΟΥ Αθηνών καταβληθέντος ποσού των τριακοσίων (300) ευρώ στη δεύτερη και τρίτη εκ των αναιρεσειόντων.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα κάθε αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο χρηματικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ δι' έκαστον.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Μαΐου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ