Legislator Case Law & Legislation
849/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on adverse possession claim, ruling 20-year possession is valid even if open and against owner's will.

Case Number 849/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding adverse possession. The appellants argued the lower court erred by accepting unauthorized possession as valid despite the original owner's continued presence and objections. The court ruled that for adverse possession to arise, the possession need not be open or known to the true owner, thereby validating the 20-year period of unauthorized use.

Legislator headnote

AI generated

Articles 974 and 1045 of the Civil Code; Possession for twenty years constitutes ownership by adverse possession even if the possession is not open or known to the true owner.

Keywords

AI generated
adverse possession twenty year period open possession unauthorized use Civil Code provisions ownership acquisition legal title transfer

Cited Legislation

AI generated
Article 974 of the Civil Code
Article 1045 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 588 of the Code of Civil Procedure
Article 74 of the Code of Civil Procedure
Article 76 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 188/1985

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 849 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 849/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1....... και 2. ...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Λιακόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Βαβούρη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-10-2001 τριτανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1134/2003 του ίδιου δικαστηρίου και 349/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-4-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 7 Φεβρουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε, την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ ο λόγος αναιρέσεως εκ του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Εξάλλου κατά το άρθρο 588 παρ. 1 ΚΠολΔ η τριτανακοπή απευθύνεται κατά όλων των διαδίκων μεταξύ των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός αν ασκείται μετά την εκτέλεσή της, οπότε μπορεί να απευθύνεται μόνο κατά του διαδίκου που νίκησε.

Από την διάταξη αυτή σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 74 και 76 παρ. 1 ΚΠολΔ σαφώς προκύπτει ότι εφόσον η τριτανακοπτόμενη απόφαση δεν έχει εκτελεσθεί, η τριτανακοπή απευθύνεται υποχρεωτικώς με ποινή το απαράδεκτο, κατά όλων των αρχικών διαδίκων, καθ' όσον με την διάταξη αυτή καθιερώνεται υποχρεωτική κοινή παθητική νομιμοποίηση των διαδίκων της αρχικής δίκης και κατά νομική συνέπεια υφίσταται μεταξύ τους σχέση αναγκαστικής ομοδικίας (ΑΠ 188/1985).

Ο δεσμός της αναγκαστικής ομοδικίας των αρχικών διαδίκων υφίσταται και όταν ασκήθηκε προηγούμενα τριτανακοπή κατά της ίδιας απόφασης, πρωτόδικα είχε γίνει δεκτή και κατ' έφεση κάποιου από τους αρχικούς διαδίκους και μετά παραδοχή αυτής εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η τριτανακοπή μόνον κατά το μέρος που στρεφότανε κατά του εκκαλούντος αρχικού διαδίκου (αρχικά ενάγοντος ή εναγομένου) διότι το αποτέλεσμα που είχε η άσκηση από τον τελευταίο του ενδίκου μέσου της έφεσης (απόρριψη της πρώτης τριτανακοπής) εκτείνεται σύμφωνα με το άρθρο 76 παρ. 4 ΚΠολΔ και στον αρχικά έτερο διάδικο, που δεν είχε ασκήσει έφεση τον οποίο και ωφελεί η παραδοχή της έφεσης και η εξαφάνιση της απόφασης λόγω της υπάρχουσας μεταξύ τους αναγκαστικής ομοδικίας (ολ.

ΑΠ 11/1982, 63/1981, 321/83).

Εν προκειμένω η προσβαλλόμενη απόφαση ως εκ του περιεχομένου της προκύπτει απέρριψε την ένδικο τριτανακοπή των εκκαλούντων αναιρεσειόντων, με την οποία ζητούσαν την ακύρωση της τριτανακοπτομένης αποφάσεως με αριθμό 1793/1988 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία έκανε δεκτή αναγνωριστική της κυριότητος ακινήτου αγωγή του εφεσιβλήτου-αναιρεσιβλήτου κατά του ....

και αναγνώρισε τον αναιρεσίβλητο κύριο του επιδίκου ακινήτου, του οποίου όμως πραγματικοί συγκύριοι είναι οι ίδιοι, ως απαράδεκτη, διότι αυτή απευθυνότανε μόνο κατά του αρχικού ένάγοντος-εφεσιβλήτου όχι δε και κατά του αρχικά εναγομένου .... αφού μεταξύ των εν λόγω δύο διαδίκων της αρχικής δίκης (ενάγοντος-εναγομένου) υπάρχει σχέση αναγκαστικής ομοδικίας, λόγω υποχρεωτικής κοινής παθητικής τους νομιμοποίησης.

Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο ότι η υποχρεωτική κοινή παθητική νομιμοποίηση των πιο πάνω αρχικών διαδίκων στην ένδικη τριτανακοπή δεν αναιρείται από το γεγονός ότι με την προηγηθείσα υπ' αριθμ. 1645/2001 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 17-10-90 πρώτη τριτανακοπή των εκκαλούντων κατά της και τώρα τριτανακοπτομένης απόφασης μόνο κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του αρχικού ενάγοντα (τότε εκκαλούντος και ήδη εφεσιβλήτου) καθ' όσον το αποτέλεσμα που είχε η άσκηση από τον τελευταίο του ενδίκου μέσου της έφεσης (απόρριψη της πιο πάνω πρώτης τριτανακοπής) εκτείνεται κατά το άρθρο 76 παρ. 4 ΚΠολΔ και στον αρχικά εναγόμενο που δεν είχε ασκήσει έφεση λόγω της υφισταμένης μεταξύ τους αναγκαστικής ομοδικίας.

Με αυτά που αποφάσισε το Εφετείο και σύμφωνα με τα προαναφερθέντα δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι δηλαδή παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη την ένδικη τριτανακοπή λόγω του ότι αυτή δεν απευθύνθηκε και κατά των δύο διαδίκων μεταξύ των οποίων εκδόθηκε η τριτανακοπτομένη απόφαση, και ο 1ος λόγος αναιρέσεως εκ του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποί υποστηρίζεται το αντίθετο είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΕΠΕΙΔΗ από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το Δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του ως προς την βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά. Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο αναιρέσεως του αρ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠλΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (ολ. ΑΠ 42/2002).

Εν προκειμένω το Εφετείο όπως ρητώς βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφαση του σχημάτισε την κρίση του επί της ουσίας της υποθέσεως αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τις καταθέσεις των μαρτύρων καθώς και όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, από τη βεβαίωση δε αυτή σε συνδυασμό και με το όλο αιτιολογικό της αποφάσεως δεν απομένει αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα έγγραφα που αναφέρονται στον 2ο λόγο αναιρέσεως χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία αυτών. Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητώς μνημονεύονται από τα εν λόγω έγγραφα, η κατάθεση της μάρτυρος ανταπόδειξης ....., το υπ' αριθμ. .... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ...., οι υπ' αριθμ. .... και .... Πράξεις Τακτοποιήσεως και Αναλογισμού αποζημιώσεως του Πολεοδομικού Γραφείου Θεσσαλονίκης , οι υ π' αριθμ. .... και .... δηλώσεις αποδοχής κληρονομίας ενώπιον των Συμβολαιογράφων .... και .... αντιστοίχως, και το υπ' αριθμ. ....συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ...... Επομένως ο εκ του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ 2ος λόγος αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΕΠΕΙΔΗ με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως εκ των αρ. 11 περ. γ' , 19 και 20 του άρθρου ΚΠολΔ ότι δηλαδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την προσκομισθείσα και επικαλεσθείσα από τους αναιρεσείοντες από Δεκεμβρίου 1998 έκθεση φωτοερμηνείας του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού ..... και περαιτέρω ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της εν λόγω έκθεσης και αρνήθηκε να την συνεκτιμήσει χωρίς επαρκή αιτιολογία, ο λόγος αυτός αναιρέσεως και κατά τα τρία αυτά μέρη του είναι απορριπτέος λόγω της αντιφατικότητάς του, πλέον του ότι κατά το τρίτο μέρος του είναι απορριπτέος και ως αόριστος διότι δεν αναφέρεται σ' αυτή ποια είναι η ανεπαρκής αιτιολογία και σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια της αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης. ΕΠΕΙΔΗ ο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήσσει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήσσει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Εν προκειμένω οι αναιρεσείοντες με τον 4ο λόγο αναιρέσεως θα παραπονούνται ότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 974 ΑΚ, γιατί δεν δέχθηκε ότι αυτοί και οι δικαιοπάροχοί τους άσκησαν πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο οι οποίες λαμβανομένου υπόψη και του χρόνου της χρησιδεσποτείας του επιδίκου πλέον των είκοσι ετών, απεδείκνυαν το ουσία βάσιμο της αγωγής τους που στηρίζονταν στην απόκτηση συγκυριότητος στο επίδικο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και πρέπει ν' απορριφθεί, διότι οι αναιρεσείοντες υπό την επίκληση της παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΚ 974) πλήσσουν την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων, αφού στον οικείο λόγο αναιρέσεως αναφέρεται ότι το Εφετείο έπρεπε να δεχθεί άλλα και δέχθηκε άλλα εσφαλμένα, ως προς βάση της αγωγής τους που στηριζότανε στην έκτακτη χρησικτησία.

ΕΠΕΙΔΗ ο 5ος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1α ΚΠολΔ και ειδικότερα για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης των άρθρων 974 και 981 ΑΚ είναι απορριπτέος ως αόριστος διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο α) οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας β) το συγκεκριμένο σφάλμα του Εφετείου κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των ως είρηται διατάξεων με τρόπο σαφή και ορισμένο, και γ) η επίδραση του σφάλματος αυτού στο διατακτικό της απόφασης, στοιχεία απαραίτητα για το ορισμένο του λόγου αυτού κατά τα άρθρα 118 αριθμ. 4, 559 παρ. 1α και 566 παρ. 1 ΚΠολ.Δ.

ΕΠΕΙΔΗ κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, ο κανόνας δε δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (ολ. ΑΠ 36/1988). Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, μπορεί να έχει ως περιεχόμενο και την αιτίαση ότι η αγωγή επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ενώ συνέβηκε το αντίθετο, σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 531/94).

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 1041, 1042 και 1044 ΑΚ, προκύπτει ότι για να αποκτήσει κάποιος κυριότητα σε ακίνητο με τακτική χρησικτησία, απαιτούνται φυσική εξουσίαση του πράγματος με διάνοια κυρίου (νομή), καλή πίστη που πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο κατά τον οποίο αποκτάται η νομή, νόμιμος τίτλος, πράγμα δεκτικό χρησικτησίας και παρέλευση δεκαετίας.

Ειδικότερα ως προς το στοιχείο της καλής πίστης, αυτό συντρέχει όταν ο νομέας με βάση τα εκάστοτε συντρέχοντα περιστατικά έχει κατά την κτήση της νομής την πεποίθηση η οποία δεν οφείλεται σε βαριά αμέλεια ότι απέκτησε την κυριότητα. Εξάλλου κατά τις διατάξεις των άρθρων 1041, 1193, 1195, 1198 και 1846 ΑΚ νόμιμο τίτλο προς απόκτηση κυριότητος ακινήτου με τακτική χρησικτησία αποτελεί και η κληρονομία υπό την προϋπόθεση ότι έχει μεταγραφεί η δήλωση αποδοχής της κληρονομίας ή το σχετικό κληρονομητήριο.

Δεδομένου δε ότι εδώ η μεταγραφή ενεργεί αναδρομικά (άρθρο 1199 ΑΚ) αρκεί αυτή να γίνει και μεταγενεστέρως και δεν εμποδίζεται η χρησικτησίας εξαιτίας του ότι δεν υπήρχε κατά το χρόνο της κτήσεως της νομής (ΑΠ 448/2001, ΑΠ 408/1985). Για τη κτήση κυριότητος με τακτική χρησικτησία κατά το άρθρο 1043 ΑΚ αρκεί και ο νομιζόμενος τίτλος εφόσον δικαιολογείται η καλή πίστη του νομέα.

Νομιζόμενος τίτλος είναι και ο αυθαίρετος τίτλος ο οποίος κατά την, χωρίς βαρειά αμέλεια, πεποίθηση του νομέα εκλαμβάνεται υπό τούτου ως υπάρχων, ενώ πράγματι δεν υπήρξε καθόλου, αρκεί στη συγκεκριμένη περίπτωση να δικαιολογείται η πεποίθηση του νομέα για την ύπαρξη εγκύρου νομίμου τίτλου και την δυνάμει αυτού κτήση της κυριότητος.

Εν προκειμένω οι ενάγοντες-αναιρεσείοντες, με την κρινόμενη αγωγή τους και για τη θεμελίωση της κτήσης απ' αυτούς κυριότητας στο επίδικο με τακτική χρησικτησία ως από την επισκόπηση του δικογράφου της προκύπτει (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ισχυρίσθηκαν ότι από το χρόνο του θανάτου της μάμμης τους Χ1 (10-11-81) απέκτησαν τη νομή του επιδίκου ακινήτου και έκτοτε το νεμήθηκαν επί δέκα συνεχή έτη, με διάνοια κυρίων, καλή πίστη και με νόμιμο ή άλλως νομιζόμενο τίτλο την εκ διαθήκης κληρονομία.

Ειδικότερα δε ως προς την καλή πίστη ισχυρίσθηκαν ότι παρότι η από 21-7-1980 ιδιόγραφη διαθήκη της μάμμης τους, που δημοσιεύθηκε στις 17-10-1983 με το 1071/17-10-89 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ήταν πλαστή και άκυρη και ο πατέρας τους .....αποδέχθηκε με τις υπ' αριθμ. ..... και .... συμβολαιογραφικές πράξεις που μεταγράφηκαν νόμιμα, την κληρονομία της ανωτέρω μητέρας του ως μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτής, αυτοί επίστευον ότι η μάμμη τους συνέταξε έγκυρη διαθήκη με την οποία άφησε αυτούς κληρονόμους της.

Το Εφετείο, ως εκ της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ως προς την κυρία βάση της, δηλαδή της κτήσεως της κυριότητος του επιδίκου από τους ενάγοντες με τακτική χρησικτησία, δεχόμενο ότι οι ενάγοντες εφόσον δεν είναι κληρονόμοι εκ διαθήκης της ανωτέρω μάμμης τους δεν έχουν νόμιμο τίτλο κληρονομίας, αλλά και περαιτέρω ούτε και νομιζόμενο τίτλο, διότι υπό τα ανωτέρω εκτεθέντα περιστατικά στην αγωγή δεν μπορεί να δικαιολογηθεί η ύπαρξη στους ενάγοντες κατά τον επικαλούμενο απ' αυτούς χρόνο κτήσης της νομής του επιδίκου πεποίθησης ότι ήταν εκ διαθήκης κληρονόμοι της μάμμης τους, αφού η ως άνω άκυρη διαθήκη αυτής δημοσιεύθηκε στις 17-11-89 οπότε και έλαβον για πρώτη φορά γνώση του περιεχομένου της.

Με το να απορρίψει ως μη νόμιμη την αγωγή το Εφετείο, λόγω μη ύπαρξης νομιζόμενου τίτλου και σύμφωνα με τα προαναφερθέντα δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες διατάξεις και επομένως δεν δημιουργείται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, και ο περί του αντιθέτου σχετικός 6ος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΕΠΕΙΔΗ κατά το άρθρο 983 ΑΚ η νομή μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του νομέα. Προϋποθέσεις δε γι' αυτήν τη μεταβίβαση είναι αφενός η κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου νομή του πράγματος εκ μέρους αυτού και αφετέρου η κατά τον ίδιο χρόνο στ πρόσωπο του διαδόχου στη νομή, ύπαρξη της ιδιότητας του αληθούς κληρονόμου είτε εκ διαθήκης είτε εξ αδιαθέτου. Η μεταβίβαση της νομής επέρχεται είτε καλής πίστεως είτε κακής πίστεως νομέας ήταν ο κληρονομούμενος.

Εν προκειμένω το Εφετείο ως εκ της προσβαλλόμενης απόφασή τους προκύπτει δέχθηκε ότι μετά το θάνατο της μάμμης των αναιρεσειόντων Χ1 η νομή επί του επιδίκου ακινήτου δεν μεταβιβάσθηκε σε αυτούς ως εγγονούς της κατ' άρθρο 983 ΑΚ καθ' όσον ούτε η μάμμη τους είχε τη νομή της στο επίδικο ακίνητο κατά το χρόνο του θανάτου τους, αλλ' ούτε οι ενάγοντες εγγονοί της ήταν κατά τον ίδιο χρόνο εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής, δοθέντος ότι η από 21-7-80 ιδιόγραφη διαθήκη της Χ1, με την οποία αυτή φέρεται ότι κατέλιπε το επίδικο στους ενάγοντες, ακυρώθηκε ως πλαστή με την 8911/94 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και συνεπώς αφού χώρισε η εξ αδιαθέτου διαδοχή, κλήθηκε στην κληρονομία της, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, ο γιός της και πατέρας των εναγόντων ..... ο οποίος και αποδέχθηκε την κληρονομία της άνω μητέρας του ως μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτής με τις υπ' αριθμ. ....και .... πράξεις αποδοχής των συμβολαιογράφων .... και .... αντιστοίχως. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε την διάταξη του άρθρου 983 ΑΚ και ο 7ος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΕΠΕΙΔΗ κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Άσκηση νομής η οποία χρειάζεται για την κτήση κυριότητος από τακτική ή έκτακτη χρησικτησία (1041, 1045 ΑΚ) αποτελούν όταν πρόκειται για ακίνητα οι υλικές και εμφανείς πάνω σ' αυτά πράξεις που προσιδιάζουν στην φύση και τον προορισμό του ακινήτου με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δική του.

Ως πράξεις νομής θεωρούνται μεταξύ των άλλων, η επίβλεψη, η επίσκεψη του ακινήτου, η φύλαξή του, οι καταμετρήσεις και η σύνταξη διαγραμμάτων και αναφορά κληρονομιαίο ακίνητο η αποδοχή της κληρονομίας και η καταβολή φόρου κληρονομίας. Τέλος η απόφαση που αναγνωρίζει κυριότητα σε ακίνητο από τακτική ή έκτακτη χρησικτησία για να μη στερείται νομίμου βάσης πρέπει να αναφέρει στο αιτιολογικό της μεταξύ των άλλων στοιχείων της χρησικτησίας και τις πράξεις του νομέα ή του αντιπροσώπου του που συνιστούν την επί του πράγματος άσκηση της νομής αυτού, χωρίς να απαιτείται ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο χρησικτησίας, ως και η περί εξουσιάσεως του πράγματος βούληση να επεκτείνεται σε όλα τα μέρη του πράγματος.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ότι ο εναγόμενος αναιρεσίβλητος απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, καθ' όσον νεμήθηκε τούτο επί μία εικοσαετία πριν από την έγερση της αγωγής. Ειδικότερα δέχθηκε ότι η Χ1, μάμμη των εναγόντων είχε αγοράσει τον αγρό των τριών (3) στρεμμάτων με το 786/1942 συμβόλαιο, ότι σε αυτόν περιλαμβάνεται το επίδικο ακίνητο έκτασης 580,70 τ.μ.

το οποίο το έτος 1951 είχε περιφράξει με συρματόπλεγμα, ότι ο εναγόμενος σταδιακώς και αυθαίρετα κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1958-1961 κατέλαβε την επίδικη έκταση και από τότε την κατέχει και τη νέμεται με διάνοια κυρίου μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (8-11-2002) ασκώντας επ' αυτής εμφανείς υλικές πράξεις και ότι κατά το διάστημα των ετών 1958-1961 την περιέφραξε από πασσάλους και αγκαθωτό σύρμα, φύτεψε 51 συνολικά καρποφόρα δένδρα (ελαιόδενδρα, καρυδιές, δαμασκηνιές, συκιές) τα οποία έκτοτε περιποιείται και καρπώνεται συνεχώς μέχρι σήμερα, ότι το 1958 κατασκεύασε αυθαιρέτως ένα ορνιθώνα και μία μικρή και πλήρως λειτουργική οικία εμβαδού 44 τ.μ.

στην οποία και διέμενε μέχρι το έτος 1961 κατά το οποίο αποπερατώθηκε η κυρία κατοικία του που ανήγειρε σ' αυτό και έκτοτε χρησιμοποιεί την μικρή οικία ως αποθηκευτικό χώρο και ότι έκτοτε νέμεται την επίδικη έκταση και από τις παραπάνω εμφανείς υλικές πράξεις του εναγομένου συνάγεται τόσο η φυσική εξουσία υπό τούτου του επιδίκου ακινήτου συνεχώς από το έτος 1961 μέχρι την άσκηση της αγωγής όσο και η βούληση αυτού να εξουσιάζει τούτο ως δικό του.

Όλα τα ανωτέρω που δέχθηκε το Εφετείο συνιστούν κατά νόμο πράξεις νομής ως προαναφέρθηκε, χωρίς να απαιτείται ημερολογικός προσδιορισμός των πράξεων ούτε απαιτείται η περί εξουσιάσεως του πράγματος βούληση να επεκτείνεται σε όλα τα μέρη του πράγματος και αβασίμως με τους 8ο και 10ο λόγους αναίρεσης εκ του αρ. 19 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τα αντίθετα υποστηρίζοντας ότι δηλαδή το Εφετείο με την απόφασή του στέρησε αυτή από νόμιμη βάση λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών και ότι παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 974 ΑΚ με το να δεχθεί ως πράξεις νομής τις ανωτέρω υποσχετικοί λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

ΕΠΕΙΔΗ από τις διατάξεις των άρθρων 974 και 1045 ΑΚ προκύπτει ότι για την κτήση της κυριότητος ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται εικοσαετής νομή πράγματος. Η νομή αυτή δεν απαιτείται να είναι ανεπίληπτη, γι αυτό και αυτός που απέβαλε βίαια τον κύριο από το ακίνητο ή το κατέλαβε αυθαίρετα αποκτά κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία, αν παραμείνει είκοσι χρόνια στη νομή του πράγματος. Επίσης για την έναρξη της 20ετίας δεν απαιτείται να γνωστοποιήσει σε κανέναν ο χρησιδεσπόζων την πρόθεσή του να νέμεται το πράγμα για δικό του λογαριασμό, γιατί το στοιχείο αυτό είναι απαραίτητο μόνο μεταξύ του χρησιδεσπόζοντος και άλλων όταν υπάρχει νόμιμη σχέση κοινωνίας.

Εν προκειμένω με τον 9ο λόγο αναιρέσεως, προβάλλεται κατά της προσβαλλομένης απόφασης η πλημμέλεια εκ του αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 974 και 982 ΑΚ, με το να δεχθεί την ένσταση του εναγομένου περί ιδίας κυριότητος στο επίδικο κτηθείσα με έκτακτη χρησικτησία με νομή στο επίδικο κτηθέν αυθαίρετα και εν αγνοία της πρώην νομέας του επιδίκου δια του τρίτου των εναγόντων μάμμης τους Χ1. Ο λόγος αυτός αναίρεσης κατά τα προεκτεθέντα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος γιατί η νομή του πράγματος στην έκτακτη χρησικτησία δεν απαιτείται να είναι ανεπίληπτη.

Για τους λόγους αυτούς

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την ένδικη αίτηση, για αναίρεση της υπ΄ αριθμ. 349/2005 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 18 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ