Legislator Case Law & Legislation
789/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal claiming lower court ignored evidence regarding driver's liability in traffic accident case.

Case Number 789/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the plaintiffs against the Athens Court of Appeal's judgment. The plaintiffs argued the appellate court failed to consider specific evidence proving the deceased driver was solely responsible for the accident. The court found that the appellate court had indeed examined all submitted evidence, including witness testimonies and police reports, before reaching its conclusion.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 11 lit. c C.Pol.D.; Art. 335, 338-340 C.Pol.D.: An appeal is admissible only if the court of first instance failed to consider evidence adduced by the parties; the appellate court must take into account all evidence lawfully presented, without requiring a separate evaluation of each item, provided it is clear from the decision that all such evidence was considered.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evidence consideration traffic accident liability appellate review burden of proof

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 11 lit. c C.Pol.D.
Art. 335 C.Pol.D.
Art. 338-340 C.Pol.D.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 789 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 789/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2)Χ2 συζύγου Ζ, το γένος Ξ, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ρένο Γεωργιάδη και κατέθεσαν προτάσεις, 3) Ζ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ρένο Γεωργιάδη και κατέθεσε προτάσεις, 4) Χ4 θυγατέρας Ζ, 5) Χ5 θυγατέρας Ζ, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ρένο Γεωργιάδη και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, α) για το ίδιο και β) όπως υπεισήλθε στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ Α.Ε.", το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούρτη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/9/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, την από 1/12/2004 αγωγή του πρώτου των ως άνω ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 2/4/2004 αγωγή του δευτέρου των ως άνω ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 214/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4138/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης, όπως αυτή διορθώθηκε με την με αριθμό 3459/2008 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-9-2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση ανέγνωσε την από 28/4/2009 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Νικολάου Μπιχάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από την προσκομιζόμενη με επίκληση ... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών ... αποδεικνύεται, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου για την 8-5-2009 και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο αυτή, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε νόμιμα από το πινάκιο για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο Ψ. Ο τελευταίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο κατά τη μετ' αναβολή αυτή δικάσιμο και δεν παραστάθηκε με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδ β' και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 4 παρ. 3 του ν 2696/1999 (ΚΟΚ) "οι ρυθμιστικές της κυκλοφορίας πινακίδες τοποθετούνται για να πληροφορούν αυτούς που χρησιμοποιούν τις οδούς για τις ειδικές υποχρεώσεις, περιορισμούς ή απαγορεύσεις, προς τις οποίες πρέπει αυτοί να συμμορφώνονται και η σημασία των πινακίδων αυτών είναι: ...

Υποχρεωτική διακοπή πορείας (1) Η πινακίδα αυτή που τοποθετείται πριν από κόμβο, σημαίνει υποχρεωτική διακοπή πορείας του οχήματος πριν από την είσοδο στον κόμβο και παραχώρηση προτεραιότητας στα οχήματα τα οποία κινούνται στην οδό, προς την οποία πλησιάζει". Κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του ίδιου κώδικα δε "αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.

Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή, να επιδεικνύουν ιδιαίτερη προσοχή στα παιδιά, στους υπερήλικες, στα άτομα με ειδικές ανάγκες και γενικώς στα πρόσωπα που χρειάζονται βοήθεια και να μη προκαλούν γενικά με τη συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών, στους παρόδιους ή στους κατοικούντες πλησίον αυτών".

Εξάλλου, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δημιουργούνται, ο μεν πρώτος, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε κανόνα του ουσιαστικού δικαίου ή τα διδάγματα της κοινής πείρας και εφόσον αυτά αφορούν στην εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, όχι όμως και στην εκτίμηση των αποδείξεων προς εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα του ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.

Έτσι, επί αδικοπρακτικής ευθύνης προς αποζημίωση ελέγχεται με τον αναιρετικό αυτόν λόγο η αξιολογική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή μη υπαιτιότητας και αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: "Στις 7-4-2001 και περί ώρα 07.00, ο πρώτος εναγόμενος της από 18-9-2002 αγωγής και ενάγων της από 1-12-2002 αγωγής Ψ, οδηγώντας το ...

ΙΧΦ αυτοκίνητο της ιδιοκτησίας του, του οποίου η αστική ευθύνη για τις προκαλούμενες σε τρίτους κατά τη λειτουργία του ζημίες ήταν ασφαλισμένη στην δεύτερη εναγόμενη της από 18-9-2002 αγωγής, ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία *Εγνατία ΑΑΕ*, κινούνταν επί της Λεωφόρου ... στην περιοχή ..., με κατεύθυνση από ....

Την ίδια ώρα, ο ηλικίας 78 ετών παθών Ξ, συνταξιούχος του ΟΓΑ, που οδηγούσε ένα ανασφάλιστο μικρό αγροτικό μηχάνημα (φρέζα), χωρίς κρατικές πινακίδες αριθμού κυκλοφορίας, έβαινε επί της οδού ... με κατεύθυνση από δεξιά προς τα αριστερά αναφορικά με την κατεύθυνση της πορείας του ανωτέρω αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Ψ.

Η Λεωφόρος ... είναι διπλής κατεύθυνσης, διαχωριζόμενη με διπλή συνεχόμενη γραμμή σε δύο ρεύματα πορείας, με μια λωρίδα κυκλοφορίας έκαστο ρεύμα πορείας, η οποία διακόπτεται στη συμβολή της Λεωφόρου αυτής με την οδό ..., επ' αυτής δε υπάρχει πινακίδα περιορισμού της μεγίστης ταχύτητας στον αναγραφόμενο αριθμό (40χλμ/ώρα), ενώ στην οδό ...

υπήρχε ρυθμιστική της κυκλοφορίας των οχημάτων πινακίδα με την ένδειξη STOP. Τη στιγμή που ο Ψ, οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου βρισκόταν σε απόσταση μερικών μέτρων από τη διασταύρωση με την οδό ..., συγχρόνως εισερχόταν στην άνω διασταύρωση το αγροτικό μηχάνημα (φρέζα) που οδηγούσε ο Ξ, με αποτέλεσμα το εμπρόσθιο μέρος του φορτηγού αυτοκινήτου να προσκρούσει επί του εμπρόσθιου μέρους και της αριστερής πλευράς του αγροτικού μηχανήματος, με περαιτέρω συνέπεια το θανάσιμο τραυματισμό του εν λόγω Ξ.

Το θανατηφόρο οδικό τροχαίο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα του οδηγού του ...αυτοκινήτου Ψ και του παθόντος, που προσδιορίζεται σε ποσοστό 50% για τον οδηγό του φορτηγού αυτοκινήτου και σε ποσοστό 50% για τον παθόντα, γενομένης δεκτής ως βάσιμης και κατ' ουσίαν της νόμιμης ένστασης συνυπαιτιότητας, που πρότειναν οι εναγόμενοι στην από 18-9-2002 αγωγή, αλλά και με την από 1-12-2002 αγωγή του ο Ψ.

Ειδικότερα η ευθύνη (υπαιτιότητα) του οδηγού του ... ΙΧΦ αυτοκινήτου συνίσταται στο ότι αυτός, κινούμενος στη λεωφόρο ..., δεν οδηγούσε με σύνεση και επιμέλεια και συγκεκριμένα τη στιγμή που προσέγγιζε προς τη διασταύρωση δεν ανέκοψε την ταχύτητα του υπ' αυτού οδηγούμενου φορτηγού αυτοκινήτου, αλλά συνέχισε με την αυτήν αυξημένη ταχύτητα των 70 και πλέον χιλιομέτρων την ώρα.

Έτσι, όταν αντιλήφθηκε, από απόσταση μερικών μέτρων, το αγροτικό μηχάνημα (φρέζα) να βρίσκεται καθέτως στο οδόστρωμα, παρά την αναποτελεσματική τροχοπέδηση και τον ελιγμό που ενήργησε προς τα δεξιά του, δεν μπόρεσε να αποφύγει τη σύγκρουση, λόγω της υπερβολικής ταχύτητάς του, και επέπεσε με σφοδρότητα επί του αγροτικού μηχανήματος (φρέζας), με συνέπεια, αφού προηγουμένως, διέγραψε επί του οδοστρώματος ίχνη τροχοπεδήσεως (πριν από τη σύγκρουση) μήκους αριστερού εμπρόσθιου τροχού 30 μέτρων και δεξιού εμπρόσθιου τροχού 28,6 μέτρων, το σώμα του οδηγού του Ξ, να εκτιναχθεί σε απόσταση 5 μέτρων περίπου επί του οδοστρώματος του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας.

Έπρεπε, τηρώντας τους κανόνες της σωστής οδήγησης, να ανακόψει την ανεπιτρέπτως αυξημένη ταχύτητα του φορτηγού αυτοκινήτου, ενόψει της διασταυρώσεως, αλλά και του ότι περιοριζόταν, κατά ένα μέρος η ορατότητα του οδηγού συνεπεία του τσιμεντένιου ερείσματος και των δένδρων που υπάρχουν κατά μήκος αυτού όπως κατέθεσε ο μάρτυρας του ενάγοντος ....

Αν μείωνε την ταχύτητα του αυτοκινήτου του, θα μπορούσε, ενδεχομένως, τροχοπεδώντας, να ακινητοποιήσει τούτο με αποτελεσματική τροχοπέδηση είτε να αντιπαρέλθει το αγροτικό μηχάνημα με εφικτό ελαφρό προς τα αριστερά ελιγμό, ενώ σε κάθε περίπτωση, η σύγκρουση δεν θα είχε την ίδια σφοδρότητα και ούτε, ως εκ τούτου, θα είχε ως συνέπεια το θανάσιμο τραυματισμό του παθόντος.

Η ύπαρξη προτεραιότητας στον ισόπεδο οδικό κόμβο δεν σημαίνει, αυτή καθ' εαυτήν, την ανέλεγκτη και με ανεπίτρεπτη ταχύτητα είσοδο του οχήματος στη διασταύρωση (άρθρα 330 εδ β' ΑΚ, 12παρ. 1, 19 παρ. 1, 3, 20, 26 παρ. 1 ΚΟΚ). Το πταίσμα, εξάλλου, του παθόντος συνίσταται στο ότι αυτός, δεν οδηγούσε με σύνεση και επιμέλεια και συγκεκριμένα τη στιγμή που πλησίαζε στη διασταύρωση δεν διέκοψε την πορεία του αγροτικού του μηχανήματος ακριβώς στη συμβολή των οδών, όπως είχε υποχρέωση, προκειμένου αφενός μεν να ελέγξει την κίνηση των τροχοφόρων στο ρεύμα της Λεωφόρου ...

με κατεύθυνση από ... (χωρίς να διατρέχει κίνδυνο λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι το εν λόγω αγροτικό μηχάνημα δεν έχει τη δυνατότητα να αναπτύξει ταχύτητα ώστε να απομακρυνθεί) και αφετέρου να παραχωρήσει, όπως όφειλε, προτεραιότητα στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Ψ, αφού στην πορεία του υπήρχε, όπως προαναφέρθηκε, η πινακίδα με την ένδειξη STOP, αλλά από απρονοησία εισήλθε στη διασταύρωση στο ρεύμα πορείας του αυτοκινήτου, με αποτέλεσμα να αποφράξει την πορεία του άνω φορτηγού αυτοκινήτου και να προκληθεί και από δική του συνυπαιτιότητα το επίμαχο αυτοκινητικό ατύχημα".

Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ατυχήματος ήταν ο πρώτος αναιρεσίβλητος, οδηγός του ιδιωτικής χρήσης φορτηγού αυτοκινήτου και ακολούθως δέχθηκε εν μέρει τις αντίθετες αγωγές, καθώς και την παρεμπίπτουσα αγωγή του Επικουρικού Κεφαλαίου.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού για τα ουσιώδη ζητήματα της υπαιτιότητας των οδηγών των εμπλακέντων στο ατύχημα οχημάτων, καθώς και του ουσιώδους συνδέσμου μεταξύ των παραβάσεων του ΚΟΚ και του επελθόντος αποτελέσματος, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων.

Ειδικότερα, προσδιορίζονται με σαφήνεια και πληρότητα οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το ατύχημα, η πορεία του οχήματος που οδηγούσε το θύμα και συγγενής των αναιρεσειόντων από την οποία προκύπτει η αμελής συμπεριφορά αυτού κατά την οδήγηση, η οποία και βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με το γεγονός της πρόκλησης του ατυχήματος από το οποίο προήλθε ο θάνατος του.

Ο πρώτος και ο δεύτερος λόγοι της αναίρεσης, επομένως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ β' ΚΠολΔ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Κατά τη σαφή έννοια της παραπάνω διάταξης η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης, μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων α' αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρεί την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι ανέλεγκτη αναιρετικά.

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ β' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο παρέλειψε εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας σύμφωνα με τα οποία: α) η κίνηση οχήματος, πολύ περισσότερο ενόψει διασταύρωσης, με την υπερβολική ανεπιτρέπτως αυξημένη ταχύτητα των 70 και πλέον χιλιομέτρων την ώρα, ενώ στην πορεία του υπάρχει ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα η οποία καθορίζει ως ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας τα 40 χιλιόμετρα ανά ώρα, δεν καταλείπει καμία αμφιβολία στον οδηγό του οχήματος που οδηγεί με σύνεση και επιμέλεια και πλησιάζει στη διασταύρωση με πρόθεση να εισέλθει σε αυτή και ελέγχει την κίνηση των οχημάτων στο οδόστρωμα ότι το παραπάνω αναφερόμενο όχημα βρίσκεται σε σημαντική απόσταση από το σημείο της διασταύρωσης και ως εκ τούτου μπορεί με ασφάλεια να εισέλθει στη διασταύρωση, δεδομένου ότι ούτε μπορεί, ούτε οφείλει να γνωρίζει ότι το εν λόγω όχημα παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 3, 20, 26 παρ. 1 του ΚΟΚ και κινείται με υπερβολική ταχύτητα και μάλιστα διπλάσια από την ανώτατη επιτρεπόμενη και συνεπώς θα διανύσει την απόσταση που χωρίζει τα οχήματα στο μισό χρόνο από αυτόν που θα χρειαζόταν κατά την κανονική και συνήθη πορεία των πραγμάτων, β) σε ισόπεδο οδικό κόμβο, η τοποθέτηση του εισερχόμενου αγροτικού μηχανήματος (φρέζα), το οποίο δεν μπορεί να αναπτύξει ταχύτητα, κάθετα στο οδόστρωμα, δηλώνει με σαφήνεια ότι το εν λόγω αγροτικό μηχάνημα βρίσκεται στο οδόστρωμα σημαντικό χρονικό διάστημα και ως εκ τούτου ο οδηγός που κινείται στο εν λόγω οδόστρωμα οφείλει και μπορεί να αντιληφθεί εγκαίρως το αγροτικό μηχάνημα και να ενεργήσει τους ενδεδειγμένους και επιβαλλόμενους ελιγμούς, γ) η συμπεριφορά οδηγού αγροτικού μηχανήματος (φρέζα), το οποίο δεν μπορεί να αναπτύξει ταχύτητα και το οποίο βρίσκεται κάθετα στο οδόστρωμα σε ισόπεδο οδικό κόμβο, όταν πίπτει επί αυτού με σφοδρότητα όχημα που κινείται στο οδόστρωμα με ανεπιτρέπτως αυξημένη ταχύτητα και μάλιστα διπλάσια από το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο, δεν έχει καμία αιτιώδη συνάφεια με το ζημιογόνο αποτέλεσμα και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία αυτού, ικανή να επιφέρει τη σύγκρουση και δ) η συμπεριφορά οδηγού φορτηγού αυτοκινήτου, ο οποίος κινείται, πολύ περισσότερο ενόψει διασταύρωσης, με την υπερβολική ανεπιτρέπτως αυξημένη ταχύτητα των 70 και πλέον χιλιομέτρων την ώρα, ενώ στην πορεία του υπάρχει ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα η οποία καθορίζει ως ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας τα 40 χιλιόμετρα ανά ώρα και ο οποίος, αφού προηγουμένως διαγράψει επί του οδοστρώματος ίχνη τροχοπεδήσεως μήκους αριστερού εμπρόσθιου τροχού 30 μέτρων και δεξιού εμπρόσθιου τροχού μήκους 28,6 μέτρων, πίπτει με σφοδρότητα επί αγροτικού μηχανήματος, το οποίο δεν μπορεί να αναπτύξει ταχύτητα και βρίσκεται κάθετα στο οδόστρωμα, με συνέπεια τον θανάσιμο τραυματισμό του οδηγού του αγροτικού μηχανήματος και την εκτίναξη του σώματός του σε απόσταση 5 μέτρων περίπου, δεν καταλείπει καμία αμφιβολία στον μέσο χρηστό και συνετό άνθρωπο-οδηγό ότι η εν λόγω συμπεριφορά αποκλειστικά και μόνο επιφέρει τη σύγκρουση και τον θανάσιμο τραυματισμό του οδηγού του αγροτικού μηχανήματος, δεδομένου ότι κατά την κανονική και συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν κινούνταν εντός του επιτρεπομένου ορίου ταχύτητας, θα μπορούσε να τροχοπεδήσει αποτελεσματικά και να ενεργήσει τους ενδεδειγμένους και επιβαλλόμενους ελιγμούς και ως εκ τούτου να μην επέλθει το ζημιογόνο αποτέλεσμα.

Με το περιεχόμενο αυτό ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας δεν αφορά την ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, αλλά την εκτίμηση των αποδείξεων για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών.

IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ 11 περίπτωση γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.

Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο της αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του, ότι βαρύνει και τον θανόντα οδηγό του αγροτικού μηχανήματος συνυπαιτιότητα στην πρόκληση του ατυχήματος, χωρίς να λάβει υπόψη και να συνεκτιμήσει αποκλειστικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, από τα οποία αποδεικνύονταν, ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος είναι ο πρώτος αναιρεσίβλητος.

Ειδικότερα, προβάλλουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της τις φωτογραφίες που περιέχονται στα έγγραφα της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας, την ένορκη κατάθεση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου του μάρτυρα ..., την μαρτυρική κατάθεση της δεύτερης αναιρεσείουσας που δόθηκε στα πλαίσια της ποινικής δικογραφίας, την 8917/2005 απόφαση του (ποινικού) Εφετείου Αθηνών και το με αριθμό πρωτοκόλλου ...

πιστοποιητικό του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης-διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών. Από τη βεβαίωση, όμως, του δικαστηρίου στην προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει αναμφίβολα ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη του, μεταξύ άλλων, και τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν ένορκα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και όλα τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα, στα οποία μνημονεύεται και η 8917/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, δηλαδή έλαβε υπόψη και τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα.

Ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης, συνεπώς, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας κατά τη συζήτηση δεύτερης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, όπως στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-9-2008 αίτηση της Χ1 κλπ για αναίρεση της 4138/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της δεύτερης αναιρεσίβλητης εταιρίας, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 6 Μαΐου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ