Legislator Case Law & Legislation
8/2020 AI generated

Appeal dismissed for lack of legal basis due to vague reasoning regarding good faith and property rights.

Case Number 8/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Third Instance Court of the Aegean regarding a property dispute. The appellant argued the lower court lacked a legal basis for its decision on good faith and ownership, but the court found the appeal inadmissible because it failed to cite the specific substantive legal rule violated. Consequently, the appeal was rejected as the reasoning was too vague to constitute a valid ground for review.

Legislator headnote

AI generated

Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure; Article 70 of the Code of Civil Procedure: An appeal for lack of legal basis is inadmissible if the specific substantive legal rule violated is not cited in the appeal petition, rendering the argument vague and unreviewable.

Keywords

AI generated
appeal for lack of legal basis good faith in civil law property rights dispute vague reasoning inadmissibility substantive law violation

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 70 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 8 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Κ.Β

Αριθμός 8/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αναστασία Περιστεράκη-Εισηγήτρια, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 18η Σεπτεμβρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. χήρας Π. Π., το γένος Ν. Π., κατοίκου Νέας Ερυθραίας ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Γεωργία Παπαευθυμίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. .

Της αναιρεσίβλητης: Α. - Σ. Π. του Γ., κατοίκου ... ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ηλία Δημακόπουλο, ο οποίος ανακάλεσε την από 26-7-2019 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-8-2009 αγωγή των αρχικώς εναγόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ....

Εκδόθηκε η 83ΤΜ/2011 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που παρέπεμψε την αγωγή προς εκδίκαση στο αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 106ΤΠ/2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, 165/2017 του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-2-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αντίδικος στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Κανόνα ουσιαστικού δικαίου αποτελεί και το άρθρο 70 του ΚΠολΔ που ορίζει ότι "όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή".

Από την ουσιαστικού δικαίου διάταξη αυτή προκύπτει ότι μπορεί να αναγνωριστεί κατόπιν αγωγής η ύπαρξη ή η ανυπαρξία έννομης σχέσεως, η οποία τελεί σε αβεβαιότητα, εφόσον συντρέχει προς τούτο έννομο συμφέρον (ΑΠ977/2012, ΑΠ 1442/2010). Εξάλλου, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559ΚΠοΛΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).

Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ259/2019,ΑΠ 319/2017).

Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 παρ 1 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ" ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.

Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996), ούτε και με τις κατατεθείσες πριν τη συζήτηση προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ259/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση ότι αυτή υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠοΛΔ διαλαμβανόμενη πλημμέλεια. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες δεν είχαν έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ακυρότητα του 5668/1998 συμβολαίου της συμ/φου Μυκόνου Ε.

Κ., δυνάμει του οποίου απέκτησε την πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή ενός αγροτεμαχίου 495 τμ, στη θέση Ε., του δήμου Μυκόνου, με αγορά από τον πατέρα των εναγόντων Γ Π., εμφανιζόμενοι ως καταπιστευματοδόχοι και ζητώντας την ακύρωση του άνω συμβολαίου για το λόγο ότι, αφενός το άνω μεταβιβασθέν ακίνητο αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης και με το άνω συμβόλαιο έγινε άκυρη κατάτμηση αυτού και αφετέρου γιατί ο μεταβιβάσας ήταν βεβαρυμένος με καταπίστευμα, αφού, η υφιστάμενη απαγόρευση μεταβίβασης δυνάμει διαθήκης στον πατέρα των εναγόντων, συνιστά απλή συμβουλή, έτσι ώστε να μην είναι καταπιστευματοδόχος η αναιρεσίβλητη ως μοναδική κληρονόμος λόγω θανάτου του αδελφού της Ν Π. (έτερου ενάγοντος) και αφετέρου γιατί δυνάμει της 700/1990 οικοδομικής άδειας της Πολεοδομίας ...

για την αρχική έκταση 2450,80τμ έχει κτιστεί ήδη οικοδομή και δεν υπάρχει πρόβλημα γι' αυτήν γιατί το εναπομείναν οικόπεδο, μετά την άνω μεταβίβαση, έχει έκταση 2050,80τμ, κρίνοντας δε διαφορετικά το Εφετείο παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το οποίο όφειλε να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως κατ' άρθρο 559αρ. 1 ΚΠοΛΔ.

Με το άνω περιεχόμενο ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αόριστος και συνακόλουθα απαράδεκτος, όπως ορθώς επισημαίνει η αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της, διότι στο δικόγραφο της αναίρεσης δεν διαλαμβάνονται, έστω και συνοπτικά, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (δηλ δεν διαλαμβάνονται τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την κατ'ουσίαν απόρριψη της έφεσης της αναιρεσείουσας, μετά από επικύρωση της ομοίως αποφανθείσας οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε δεχθεί την αγωγή της αναιρεσίβλητης ως ουσιαστικά βάσιμη), υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση, ενώ επιπλέον δεν αναφέρει και τους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου των οποίων επικαλείται την παράβαση.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1.1.2002 μετά την απάλειψη της φράσης "ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά" με το άρθρο 17 παρ.2 του Ν2915/2001, λόγω της κατάργησης του κατά τα άρθρα 341 επόμ. του ΚΠολΔ συστήματος της διεξαγωγής των αποδείξεων με την έκδοση παρεμπίπτουσας (προδικαστικής) περί αποδείξεων απόφασης, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται "πράγματα", δηλαδή; αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώληση δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι' αυτά.

Δεν απαιτείται όμως η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ576/2018). Κατά δε το άρθρ 559 αριθ. 9 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δ/ριο άφησε αδίκαστη αίτηση.

Ως "αίτηση" κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή, κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρεμβάσεως, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, των ενδίκων μέσων της έφεσης, της ανακοπής και τριτανακοπής όχι όμως εκείνη της ενστάσεως ή αντενστάσεως ή του λόγου της έφεσης ως επίσης και το αίτημα για ενέργεια πραγματογνωμοσύνης, γιατί υπόκειται στην κυριαρχική εξουσία του δ/ρίου της ουσίας (ΑΠ 589/2008).

Ο δεύτερος επομένως λόγος αναίρεσης, κατ' εκτίμηση εκ του αριθ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι εκ του αριθ. 8,αφού η σχετική αίτηση δεν μπορεί να θεωρηθεί "πράγμα" (ΑΠ667/2018) και έκτου αριθμού 10 (ΑΠ589/2008) ,ως αναφέρεται στο αναιρετήριο, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του το αίτημά της αναιρεσίβλητης για διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και έτσι άφησε αδίκαστη αίτησή της, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Ειδικότερα, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των διατάξεων τελευταίας βούλησης, γενικοί (άρθρο 173ΑΚ) και ειδικοί (άρθρα 1790 επΑΚ). Παραβιάζονται δε οι ερμηνευτικοί αυτοί κανόνες, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού, ασάφειας ή αμφιβολίας, σχετικά με την έννοια της δήλωσης τελευταίας βούλησης του διαθέτη, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας της (ΟλΑΠ 26/2004) ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους ή όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της αληθινής βούλησης του διαθέτη, παρόλο που δέχεται, επίσης ανέλεγκτα, ότι αυτή είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας ή και στην περίπτωση που, αν και προσέφυγε σε ερμηνεία της διαθήκης, δεν αναζήτησε, ακόμη και λαμβάνοντας στοιχεία εκτός αυτής, την αληθινή βούληση του διαθέτη, κατά την υποκειμενική αυτού άποψη, αλλά ερμήνευσε τη βούλησή του αντικειμενικά, κατά την συναλλακτική καλή πίστη, όπως την εκλαμβάνουν οι τρίτοι (ΑΠ 1179/2010, ΑΠ 1182/2010).

Περαιτέρω, έμμεση διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας, σχετικά με τη δήλωση τελευταίας βούλησης του διαθέτη, προκύπτει και όταν, παρά τη ρητή διαβεβαίωση για την ανυπαρξία τους, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της αληθινής βούλησής του, από την οποία αποκαλύπτεται ότι αντιμετώπισε κενό ή αμφιβολία ως προς την έννοια της, συνεπεία των οποίων δημιουργήθηκε η ανάγκη προσφυγής στην ερμηνεία της.

Η έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας μπορεί να προκύπτει από το γεγονός ότι το δικαστήριο για τη διαπίστωση της αληθινής βούλησης του διαθέτη έλαβε υπόψη και άλλα στοιχεία, που βρίσκονται εκτός του κειμένου της διαθήκης ή χρησιμοποίησε επιχειρήματα. Επομένως, εάν το δικαστήριο της ουσίας, παρά την έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας παραλείπει να προσφύγει στους πιο πάνω ερμηνευτικούς κανόνες, υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ.

Αντίθετα, τόσο η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δήλωση του διαθέτη, όσο και η μετά τη διαπίστωση αυτή κρίση για την αληθινή βούληση του διαθέτη, ως κρίσεις αναγόμενες σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκεινται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο τον Αρείου Πάγου.

Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου της αίτησης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠοΛΔ πλημμέλεια <<της παραβίασης των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών", υποστηρίζοντας ότι είχε προτείνει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και με λόγο έφεσης στο Εφετείο την ένσταση ιδίας κυριότητας με τακτική χρησικτησία, λόγω νομιζόμενου τίτλου, δεκαετούς νομής και καλής πίστης, πλην όμως το Εφετείο, δεν δέχθηκε την καλή της πίστη και δέχθηκε ότι η αυτή (αναιρεσείουσα) ήταν κακής πίστης νομέας και απέρριψε την άνω ένσταση της, αν και η διαθήκη του Γ.

Π. (παππού της), με την οποία απέκτησε το όλο ακίνητο χρήζει ερμηνείας. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ο οποίος αναφέρεται στην παραβίαση κανόνων ερμηνείας της διαθήκης και όχι των δικαιοπραξιών (όπως λανθασμένα υπολαμβάνει η ανΐρεσείουσα) είναι απαράδεκτος ως αόριστος, καθόσον δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι αν και διαπιστώθηκε από το δικαστήριο της ουσίας έστω και εμμέσως κενό ή ασάφεια στο περιεχόμενο της πιο πάνω διαθήκης δεν προσέφυγε στην ερμηνεία της.

Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013) καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στο δικόγραφο της αγωγής κλπ., εφ' όσον δεν επέρχεται μεταβολή της ιστορικής της βάσεως, (ΑΠ 1530/2008, ΑΠ 559/2008).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 388/2018). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπ' όψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014) γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 841/2017).

Με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι αν και πρότεινε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στο Εφετείο με λόγο έφεσης την ένσταση ιδίας κυριότητας με τακτική χρησικτησία, στηριζομένη σε νομιζόμενο τίτλο, δεκαετή νομή και καλή πίστη το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη την ένσταση αυτή, έκρινε δε ότι αυτή ήταν κακής πίστης νομέας και την απέρριψε.

Ο λόγος είναι αβάσιμος αφού ως και η ίδια δέχεται το δικαστήριο εξέτασε την άνω ένσταση και την απέρριψε Με τα τρίτο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για την εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠΛΔ πλημμέλεια, υποστηρίζοντας ότι η προσβαλλομένη απόφαση έλαβε ως αληθινά χωρίς απόδειξη πράγματα τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στη δίκη και, συγκεκριμένα, ότι αυτή ήταν κακής πίστης νομέας, σχετικά με το επίδικο ακίνητο και έτσι δεν απέκτησε την κυριότητα σ' αυτό με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας με αποτέλεσμα να απορρίψει την σχετική ένσταση ιδίας κυριότητας λόγω τακτικής χρησικτησίας που είχε προτείνει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε με λόγο έφεσης στο Εφετείο.

Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, σχετικά με το ενδιαφέρον ζήτημα, προκύπτει ότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα για την έλλειψη καλής πίστης στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας και την απόρριψη της ένστασης ιδίας κυριότητας λόγω τακτικής χρησικτησίας, έλαβε υπόψη του αποδείξεις και, ειδικότερα, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Γ.

Τ. και Θ. Σ. που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν . Ο λόγος αυτός, λοιπόν, είναι αβάσιμος.

Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 εδαφ.

α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε, εξ άλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξ αιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).

Συνεπώς, η έλλειψη νόμιμης βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 55S αριθ. 19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή, από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και βάσει των οποίων, ως αναγκαίων, το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απορρίψεως της αγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998).

Επιπλέον για το ορισμένο του από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠοΛΔ λόγου αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύεται στο αναιρετήριο, εκτός άλλων, ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών (ΑΠ 129/2019,ΑΠ 766/2017).

Με το τέταρτο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559ΚΠολΔ της έλλειψης νόμιμης βάσης, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο για το κρίσιμο ζήτημα της καλής της πίστης σχετικά με την ένσταση ιδίας κυριότητας στηριζόμενης στην τακτική χρησικτησία επί του επιδίκου ακινήτου που προέβαλε τόσον στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε με λόγο έφεσης στο Εφετείο "δεχόμενο βαρειά αμέλεια αυτής γιατί μπορούσε να ενημερωθεί πριν τη σύνταξη του συμβολαίου μεταβίβασης από μηχανικό ή δικηγόρο "δεν διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του επαρκή αιτιολογία, άλλως) διέλαβε αντιφατική αιτιολογία".

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο η σχετική ουσιαστική διάταξη (ο κανόνας δικαίου) που παραβιάστηκε(ΑΠ129/2019)ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να διαλαμβάνονται στην προσβαλλομένη απόφαση και που εντοπίζεται η αντίφασή της ,ως προς το ανωτέρω ζήτημα.

Κατόπιν τούτων πρέπει ν' απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης ,καθώς και ο ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης ότι η ένδικη αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στην γραμματεία του Εφετείου από ασκούμενη δικηγόρο εξουσιοδοτημένη από την υπογράφουσα το δικόγραφο της αναίρεσης δικηγόρο στο όνομα και της οποίας ασκήθηκε, ελλείψει εννόμου συμφέροντος μετά την απόρριψη της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

Μετά ταύτα πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρθ. 495 ΚΠοΛΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της (αρθ. 176, 183,191 παρ 2 ΚΠοΛΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-2-2018 αίτηση αναίρεσης της Ε. χας Π. Π. κατά της 165/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα τη αναιρεσίβλητης που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2020.

Η ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Σελίδα 2 της 8/2020 πολιτικής απόφασης του Αρείου Πάγου