Supreme Court dismisses appeal against labor contract classification ruling due to lack of legal interest and inadmissibility.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by 49 individuals against a first-instance judgment regarding their employment contracts. The defendants argued that the appellants lacked legal interest because they were hired as permanent staff in 2019, rendering the appeal moot. The court rejected this, finding the appellants still had standing and that the lower court's refusal to recognize a single indefinite-term employment relationship was legally sound. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the defendant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 570(1) and 559(9) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal where appellants lack legal interest due to subsequent employment status changes, and rejects a ground for appeal based on a plea of inadmissibility when the underlying claim is legally unfounded and futile.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 89 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 89/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Πελαγία Ακάσογλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Κοκοτίνη), Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Παναγιώτη Αθανασόπουλο, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 25η Μαΐου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)…49)…
κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αριστείδη Καζάκου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία Δήμος Θεσσαλονίκης, που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Στράνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-6-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκε η 2641/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Την αναίρεση της ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-6-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
(Ι).- Στην αναιρετική δίκη, κατά το άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ, "Οι διάδικοι δεν είναι υποχρεωμένοι να καταθέσουν προτάσεις, εκτός αν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων. Οι διάδικοι καταθέτουν τις προτάσεις τους είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο".
Η διάταξη αυτή αναφέρεται πρωτίστως στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος προβάλλει ενστάσεις κατά του παραδεκτού και εμπροθέσμου της αίτησης αναίρεσης και των (τυχόν) πρόσθετων λόγων. Αν οι προτεινόμενες ενστάσεις λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως, με βάση γεγονότα που προκύπτουν από αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου, ο Άρειος Πάγος θα τις ερευνήσει, παρά το εκπρόθεσμο των προτάσεων (ΑΠ 1062/2020, ΑΠ 972/2019, ΑΠ 461/2018, ΑΠ 1272/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ-ο.τ.α. προβάλλει με τις προτάσεις του, ένσταση περί απαραδέκτου της ένδικης αίτησης αναίρεσης, όσον αφορά ορισμένους αναιρεσείοντες και συγκεκριμένα τους 5η, 10ο, 12ο, 13ο, 15ο, 18η, 19η, 24η και 31η για το λόγο ότι δεν έχουν έννομο συμφέρον για την αναίρεση της προσβαλλόμενης 2461/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Ειδικότερα, για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του διατείνεται, ότι προσελήφθησαν ως μόνιμοι υπάλληλοι, την 6.9.2019, από το αναιρεσίβλητο με συνέπεια αυτοί να μην έχουν πλέον έννομο συμφέρον για την άσκηση της κρινόμενης αναίρεσης. Η ένσταση, όμως, αυτή, και δεδομένου ότι τα επικαλούμενα γεγονότα δεν προκύπτουν από αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου, είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον όπως εκτέθηκε στην (Ι) μείζονα σκέψη, οι ανωτέρω προτάσεις, με τις οποίες προτείνεται, δεν κατατέθηκαν εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ προθεσμίας των 20 ημερών, πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, αλλά, όπως προκύπτει από την επ' αυτών σφραγίδα, που υπογράφεται από τον αρμόδιο γραμματέα του δικαστηρίου τούτου, κατατέθηκαν την 27.5.2021, δηλ.
μετά τη συζήτηση.
(
ΙΙ).- Περαιτέρω, από το συνδυασμό των ισχυόντων άρθρων 144, 145, 516, 553 παρ.1 στοιχείο (β), 566 παρ.1, 309 εδ. (α), 321, 495 παρ.1 και 577 παρ. 2 ΚΠολΔ συνάγονται (και) τα εξής: Σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση, που έχει καταστεί τελεσίδικη δηλαδή εκείνη, η οποία, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της εφέσεως (ΑΠ Ολ. 5/2001, ΑΠ 891/2014).
Δικαίωμα εφέσεως έχουν, εφ' όσον νικήθηκαν, ολικά ή εν μέρει, στην πρωτόδικη δίκη, ο ενάγων και ο εναγόμενος, επίσης, έφεση έχει δικαίωμα να ασκήσει και ο διάδικος, που νίκησε, εφ' όσον έχει έννομο συμφέρον. Ο χαρακτήρας της αποφάσεως, ως τελεσίδικης [ή μη], κρίνεται, τον χρόνο της ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, ήτοι της καταθέσεως του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως στη γραμματεία του δικαστηρίου, που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ, δεν αρκεί η απόφαση να έχει καταστεί τελεσίδικη, τον χρόνο συζητήσεως της αναιρέσεως (ΑΠ 594/2017 ).
Η κατ' αντιμωλία οριστική απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, μόνο, αφ' ότου έπαυσε να υπόκειται σε έφεση είτε διότι παρήλθε η νόμιμη γνήσια προθεσμία, από την επίδοση της αποφάσεως, των τριάντα (30) ημερών, εάν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα (άρθρο 518 παρ.1 ΚΠολΔ) είτε διότι παρήλθε η νόμιμη καταχρηστική προθεσμία, από τη δημοσίευση της αποφάσεως, αν η απόφαση δεν έχει επιδοθεί, των τριών (3) ετών για απόφαση, που δημοσιεύθηκε μέχρι 31.12.2015 [άρθρα 518 παρ.2 ΚΠολΔ, 13 παρ. 2, 18, 24, 25 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς το άρθρο ένατο - άρθρο 1 ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87/23.7.2015)] ή των δύο (2) ετών για απόφαση, που δημοσιεύθηκε από 1.1.2016 (άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το άρθρο τρίτο - άρθρο 1 ν. 4335/2015).
Η (γνήσια) προθεσμία ασκήσεως της αναιρέσεως, αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, είναι τριάντα (30) ημέρες και αρχίζει, από την επίδοση της αποφάσεως (άρθρο 564 παρ. 2 ΚΠολΔ)• ενώ, αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η (καταχρηστική) προθεσμία ασκήσεως της αναιρέσεως είναι τρία (3) έτη και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως, που περατώνει τη δίκη, για απόφαση, που δημοσιεύθηκε μέχρι 31.12.2015 (άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, 13 παρ. 2, 18, 24, 25 ΕισΝΚΠολΔ) ή δύο (2) έτη και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως, που περατώνει τη δίκη, για απόφαση, που δημοσιεύθηκε από 1.1.2016 (άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το άρθρο τρίτο - άρθρο 1 ν. 4335/2015).
Οι πιο πάνω (γνήσιες) προθεσμίες για την άσκηση εφέσεως ή αναιρέσεως, τρέχουν εναντίον και εκείνου, με παραγγελία του οποίου έγινε η επίδοση (άρθρο 144 παρ.2 ΚΠολΔ). Η απόδειξη της τελεσιδικίας της κατ' αντιμωλία οριστικής αποφάσεως του πρωτόδικου δικαστηρίου γίνεται, με την προσκόμιση της σχετικής εκθέσεως επιδόσεως ή με τη βεβαίωση του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο, που επιδόθηκε (άρθρα 122, 123, 139, 140 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τη βεβαίωση - πιστοποιητικό της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε το ένδικο μέσο της εφέσεως.
Αν δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία, η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται, αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη (ΑΠ 221/2020, ΑΠ 737/2017, ΑΠ 92/2017).
Με την από 3.6.2019 και με αριθμό κατάθεσης 11267/1268/14.6.2019 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, την 28.2.2019, κατά την ειδική διαδικασία των ισχυόντων άρθρων 614 παρ.3, 621, 422 ΚΠολΔ, υπ' αριθμ. 2641/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε, ως μη νόμιμη η από 5.6.2018 και με αριθμό κατάθεσης 12811/9816/6.6.2018 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων.
Η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε για πρώτη φορά στον αναιρεσίβλητο ο.τ.α. - Δήμο Θεσσαλονίκης, την 17.4.2019, με την επιμέλεια των αναιρεσειόντων, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 7720 γ/17.4.2019 έκθεση επίδοσης του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, Α.
Χ. Κ. και σύμφωνα με το υπ' αριθμ. 748/9.1.2020 'πιστοποιητικό περί κατάθεσης ενδίκων μέσων' του αρμοδίου Γραμματέως Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης δεν ασκήθηκε μέχρι την 8.1.2020 κανένα ένδικο μέσο παρά μόνο η ένδικη αίτηση αναίρεσης, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, την 14.6.2019.
Κατά συνέπεια, σύμφωνα και με όσα έγιναν δεκτά στην (II) μείζονα σκέψη, κατά το χρόνο ασκήσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως η προσβαλλόμενη απόφαση είχε καταστεί τελεσίδικη, υποκείμενη σε αναίρεση. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1, 518 παρ.1, 511, 145 παρ.2, 144 ΚΠολΔ).
Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
(III).- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 671, 672 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη χρονική διάρκεια για την παροχή της εργασίας ούτε η χρονική διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας.
Η έγκυρη λύση αυτής της σύμβασης εργασίας εργαζομένου (υπαλλήλου ή εργάτη) από τον εργοδότη απαιτεί έγγραφη καταγγελία και καταβολή στον εργαζόμενο της νόμιμης, ανάλογα με το χρόνο διάρκειας της συμβάσεως εργασίας, αποζημιώσεως (άρθρα 1, 2, 3 ν. 2112/1920, 1, 2, 5 . 3198/1955, 1, 3, 5 β.δ. της 16/18.17.1920). Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως, χωρίς να χρειάζεται έγγραφη καταγγελία της από τον εργοδότη και καταβολή αποζημιώσεως στον εργαζόμενο.
Ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό, που δίνουν σε αυτήν οι συμβαλλόμενοι ή ο νόμος διότι ο χαρακτηρισμός, ως κατ' εξοχή έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, ανήκει στο δικαστήριο (άρθρα 26 παρ.3, 87 παρ.2 Συντάγματος). Η δυνατότητα του ορθού νομικού χαρακτηρισμού της έννομης σχέσης, ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις (και) Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ο.τ.α.).
Εξ άλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 8 παράγραφοι 1 και 3 ν 2112/1920, σε συνδυασμό προς το άρθρο 1 β.δ. της 16/18.7.1920, προκύπτει ότι είναι άκυρη οποιαδήποτε σύμβαση εργασίας, που αντίκειται στο ν. 2112/1920, "πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή" για τον εργαζόμενο και ότι όταν καταρτίζονται αλλεπάλληλες - διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της χρονικής διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή από το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από συγκεκριμένο - ειδικό λόγο, που μπορεί να ανάγεται ιδίως στις συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, όπου παρέχεται η εργασία, αλλά έχει τεθεί σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των συμβάσεων αορίστου χρόνου, ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό της ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης (άρθρα 180, 181, 174 ΑΚ) και θεωρείται ότι καταρτίσθηκε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.
Επακολούθησε ο ν. 2190/1994, στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι: "1.- Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων. 2.- Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παραγράφου 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα (12) μηνών.
Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο. Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες".
Στη συνέχεια, στις παραγράφους 4 και 5 του ίδιου άρθρου (21), ορίζεται ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλουν τις αποδοχές στο προσωπικό, που συμπλήρωσε την άνω οριζόμενη διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές, που καταβλήθηκαν και ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα, που ενεργούν κατά παράβαση των προηγουμένων παραγράφων, διώκονται για παράβαση καθήκοντος, κατ' άρθρο 259 ΠΚ και πειθαρχικά.
Στα νομικά πρόσωπα του άρθρου 14 παρ. 1 στοιχείο (β) του ν. 2190/1994 υπάγονται οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ο.τ.α.) πρώτου και δεύτερου βαθμού, ως νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου [άρθρα 1 παρ.6 περ. (β) του ν. 1256/1982, 19 παρ.5 του ν. 1586/1986].
Οι διατάξεις του άρθρου 103 παράγραφοι 2, 3 και 6 του Συντάγματος ορίζουν τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση, που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό, που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό, που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.
Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις, τις οποίες έχει το προσωπικό, που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). "Οι διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων έχουν εφαρμογή και στους υπαλλήλους της Βουλής, οι οποίοι, κατά τα λοιπά, διέπονται εξ ολοκλήρου από τον Κανονισμό της καθώς και στους υπαλλήλους των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" (παρ. 6).
Με την αναθεώρηση του έτους 2001 [από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων (ΦΕΚ Α. 84/17.4.2001) και (ΦΕΚ Α. 85/18.4.2001)], προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, (πλην περιπτώσεων, που δεν ενδιαφέρουν την ένδικη υπόθεση), γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης Αρχής, όπως νόμος ορίζει.
Επίσης, με την αναθεώρηση αυτή του Συντάγματος, του έτους 2001, στο ίδιο άρθρο (103) προστέθηκε παρ. 8, που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2.
Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 10 και 249 (πριν 5 και 189) ΣυνθΕΚ προκύπτει, ότι οι Οδηγίες αποτελούν παράγωγο κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος - μέλος της Κοινότητας, στο οποίο απευθύνονται, καθόσον αφορούν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών.
Γι` αυτό απευθύνονται, κατ` ανάγκην, όχι απ` ευθείας προς τους ιδιώτες, θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, αλλά μόνο προς τα κράτη - μέλη, αφού μόνο αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα, με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Το κράτος - μέλος, που είναι αποδέκτης της οδηγίας, έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, με μέσα, όμως, τα οποία αυτό θα επιλέξει.
Αν η Οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής (δηλαδή χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής), στην εθνική έννομη τάξη, η παράλειψη του εθνικού νομοθέτη, να την εκτελέσει εμπρόθεσμα, συνεπάγεται την άμεση ισχύ της στην εσωτερική έννομη τάξη του κράτους - μέλους που είναι ο παραλήπτης αυτής.
Η ισχύς της όμως εκτείνεται μόνο κατά του κράτους - μέλους που παρέλειψε να την καταστήσει "εθνικό δίκαιο" και των αντίστοιχων κρατικών φορέων και δεν εκτείνεται και στις μεταξύ των ιδιωτών σχέσεις, είναι δηλαδή κάθετη και όχι οριζόντια. Η οριζόντια ισχύς αυτής ολοκληρώνεται μόνο με την έκδοση πράξης του εθνικού νομοθέτη, που μετατρέπει την οδηγία σε κανόνα του εσωτερικού δικαίου (ολΑΠ 31/2009).
Την 10.7.1999, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (E.E.L. 175/ 10.7.1999), η Οδηγία 1999/70/Ε.Κ. του Συμβουλίου Ε.Ε. της 28.6.1999, ύστερα από την με ημερομηνία 18.3.1999 συμφωνία - πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου των τριών διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα CES, UNICE και CEEP και άρχισε να ισχύει, την 10.7.2001 (άρθρο 2 της Οδηγίας).
Η Οδηγία αυτή δεν απαγορεύει, κατ' αρχήν, την κατάρτιση συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ούτε τη διαδοχική χρησιμοποίησή τους στον ιδιωτικό ή στον δημόσιο τομέα και καθορίζει, ως βασικό στόχο την αποφυγή δυσμενών διακρίσεων σε βάρος των εργαζομένων ορισμένου χρόνου (και) αναφορικά με τις συνθήκες απασχόλησής τους (ρήτρα 4).
Δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισμό συμβάσεως ως αορίστου χρόνου, αλλά επιτρέπει τη θέσπιση κυρώσεων για την αποτροπή της καταχρηστικής ανανεώσεως των συμβάσεων (ρήτρα 5). Δεν περιέχει κανόνες σαφείς και ακριβείς (χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής) δεκτικούς απ' ευθείας εφαρμογής στην εθνική έννομη τάξη [άρθρα 10, 249 (πριν 5, 189) ΣυνθΕΚ, 28 Συντάγματος], αλλά παρέχει στον κοινό νομοθέτη περιθώριο διακριτικής επιλογής για την εξειδίκευση των αντικειμενικών λόγων, που δικαιολογούν την χωρίς περιορισμό ανανέωση συμβάσεων (ή σχέσεων) εργασίας ορισμένου χρόνου, τη μεγίστη χρονική διάρκεια και τον αριθμό τους καθώς και για τον προσδιορισμό των συνθηκών υπό τις οποίες οι συμβάσεις (ή σχέσεις) εργασίας θεωρούνται διαδοχικές (αλλεπάλληλες) και μπορεί να χαρακτηρισθούν ως αορίστου χρόνου.
Μεταφέρεται, εν τέλει, η συγκεκριμένη Οδηγία στην ελληνική έννομη τάξη μετά την εκπνοή (λήξη) της σχετικής προθεσμίας προσαρμογής - ενσωματώσεώς της (άρθρο 2 της Οδηγίας), δηλ. μετά την 10.7.2001, ως άνω (και την παράταση της προθεσμίας για ένα ακόμη έτος, την 10.7.2002), α.- με το π.δ. 81/2003 (ΦΕΚ Α. 77/2.4.2003), το οποίο τροποποιήθηκε με το π.δ. 180/2004 (ΦΕΚ Α. 160/23.8.2004) και β.- με το π.δ. 164/2004 (ΦΕΚ Α. 134/19.7.2004 και διορθώσεις σφαλμάτων στο ΦΕΚ Α. 135/19.7.2004).
Το π.δ. 81/2003 περιέλαβε ρυθμίσεις, που δεν αφορούν τους εργαζόμενους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα. Το π.δ. 164/2004 υπό τον τίτλο "ρυθμίσεις για τους εργαζόμενους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα" ισχύει για τις συμβάσεις (ή σχέσεις) εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου (και) με συμβαλλόμενο ο.τ.α. [άρθρα 1 παρ. 6 περ. (β) ν. 1256/1982, 19 παρ. 5 ν. 1586/1986].
Με το άρθρο 5 του π.δ. 164/2004, το οποίο (άρθρο) ισχύει από 19.7.2004 (άρθρο 12 π.δ. 164/2004), ορίζεται (και) ότι: "1.- Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφ' όσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2.- Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται, κατ' εξαίρεση, εφ' όσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.
Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών, που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. 3.- ... 4.- Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου".
Με το άρθρο 6 του π.δ. 164/2004, το οποίο (άρθρο) ισχύει από 19.7.2004 (άρθρο 12 π.δ. 164/2004) ορίζεται ότι: (1).- Συμβάσεις, που καταρτίζονται διαδοχικώς και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, απαγορεύεται να υπερβαίνουν τους (24) μήνες σε συνολικό χρόνο διάρκειας της απασχόλησης είτε συνάπτονται, κατ' εφαρμογή του προηγούμενου άρθρου (5) είτε συνάπτονται κατ' εφαρμογή άλλων διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας. (2).- Συνολικός χρόνος διάρκειας απασχόλησης άνω των (24) μηνών επιτρέπεται μόνο σε περίπτωση ειδικών από τη φύση και το είδος της εργασίας τους κατηγοριών εργαζομένων, που προβλέπονται από την κείμενη νομοθεσία, όπως, ιδίως, διευθυντικά στελέχη, εργαζόμενοι, που προσλαμβάνονται στο πλαίσιο συγκεκριμένου ερευνητικού ή οιουδήποτε επιδοτούμενου ή χρηματοδοτούμενου προγράμματος, εργαζόμενοι, που προσλαμβάνονται για την πραγματοποίηση έργου σχετικού με την εκπλήρωση υποχρεώσεων, που απορρέουν από συμβάσεις, με διεθνείς οργανισμούς.
Ως κύρωση για την περίπτωση της κατά παράβαση των ως άνω άρθρων 5 και 6 του π.δ. 164/2004 κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων προβλέφθηκε από το άρθρο 7 π.δ. 164/2004 η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία, που παρέσχε, εφ' όσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέσθηκαν εξ ολοκλήρου ή κατά ένα μέρος, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό, "το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του", ενώ θεσπίσθηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.
Επίσης, με το άρθρο 10 του π.δ. 164/2004, το οποίο (άρθρο) ισχύει από 19.7.2004 (άρθρο 12 π.δ. 164/2004) ορίζεται ότι: "Το παρόν διάταγμα δεν θίγει ρυθμίσεις ευνοϊκότερες για τους εργαζόμενους εν γένει καθώς και για τους εργαζόμενους με αναπηρίες". Ακόμη, με το άρθρο 11 παρ.1 του π.δ. 164/2004, το οποίο (άρθρο) ισχύει από 19.7.2004 (άρθρο 12 π.δ. 164/2004), ορίζεται (και) ότι:
Διαδοχικές συμβάσεις, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 5 του παρόντος (διατάγματος), οι οποίες "έχουν συναφθεί" πριν από την έναρξη της ισχύος του παρόντος (διατάγματος), ήτοι πριν από την 19.7.2004 και είναι ενεργείς έως την έναρξη της ισχύος αυτού, συνιστούν "εφ' εξής" σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφ' όσον συντρέχουν, αθροιστικά, οι ακόλουθες προϋποθέσεις, (α).- συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος (19.7.2004) του παρόντος (διατάγματος), ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή (3) τουλάχιστον ανανεώσεις, πέραν της αρχικής σύμβασης, κατά την παράγραφο (1) του άρθρου 5 του παρόντος (διατάγματος), με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης (18) μηνών μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα (24) μηνών από την αρχική σύμβαση, (β) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου (α') να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση, (γ).- το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον, το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός, (δ).- ο κατά τις περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά, που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση.
Από τα προηγούμενα προκύπτουν (και) τα παρακάτω: Α.- Στην ελληνική έννομη τάξη, η διασφάλιση του εργαζομένου από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων του δια της προσχηματικής επιλογής της συμβάσεως εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν, αρχικώς (πριν από την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου Ε.Ε.
της 28.6.1999), με το άρθρο 8 παράγραφοι 1 και 3 ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό προς τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παράγραφοι 1 και 3 Συντάγματος), που είχε εφαρμογή σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου εξαρτημένης εργασίας, ανεξάρτητα, αν είχαν καταρτισθεί στον ιδιωτικό ή στον δημόσιο τομέα. Β.- Με το άρθρο 103 παράγραφοι 7 και 8 του Συντάγματος -το οποίο ισχύει από 17.4.2001 και προσέδωσε συνταγματικό κύρος σε προηγηθείσες ρυθμίσεις του κοινού νομοθέτη για σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξαρτημένης εργασίας προς αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών (άρθρο 21 ν. 2190/1994)- είναι υποχρεωτική η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων και για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών υπηρεσιακών - λειτουργικών αναγκών ο.τ.α.
Διασφαλίζονται οι συνταγματικές αρχές της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας καθώς και της διαφάνειας, κατά τις προσλήψεις και σε ο.τ.α. Επιβάλλονται στον κοινό νομοθέτη και στη Διοίκηση αυστηροί όροι, σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη υπηρεσιακών - λειτουργικών αναγκών ο.τ.α.
Απαγορεύεται, πλέον, αδιακρίτως, η από το νόμο ακόμα μονιμοποίηση του προσωπικού ο.τ.α. ή η μετατροπή των συμβάσεών του (ή σχέσεων) εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου, όχι μόνο στην περίπτωση, που καλύπτονται παροδικές και απρόβλεπτες λειτουργικές - υπηρεσιακές ανάγκες, αλλά και στην περίπτωση που, πράγματι, καλύπτονται πάγιες και διαρκείς τέτοιες ανάγκες ο.τ.α. (ΑΠ ολ. 20/2007, ΑΠ 514/2019).
Γ.- Η πρόβλεψη της μετατροπής των διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας από ορισμένου σε αορίστου χρόνου στις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 παρ.1 π.δ. 264/2004, δεν αντίκειται στο άρθρο 103 Συντάγματος. Τούτο διότι μετά το π.δ. 81/2003, το οποίο δεν είχε σχετική πρόβλεψη, ο νομοθέτης, με το π.δ. 164/2004, έπρεπε να περιλάβει ρυθμίσεις, που να εξασφαλίζουν, οπωσδήποτε, από 10.7.2002, την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 1999/70/ Ε.Κ.
του Συμβουλίου Ε.Ε. της 28.6.1999. Οι διατάξεις των άρθρων 5, 6 και 7 του π.δ. 164/2004 ισχύουν από 19.7.2004, έτσι, για την κάλυψη του προγενέστερου χρονικού διαστήματος, τουλάχιστον μέχρι την 10.7.2002, προστέθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 11 παρ.1 π.δ. 164/2004, ως "μεταβατικές" (όχι ως "πάγιες") και με την ανοχή του συνταγματικού νομοθέτη για την "τακτοποίηση" εκκρεμών εργασιακών σχέσεων (και) ο.τ.α.
μετά των εργαζομένων του, οι οποίοι συνέχισαν, ακόμη και μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 (από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων), να απασχολούνται, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και δεν γνώριζαν τα δικαιώματα, που μπορούσαν να αντλήσουν από την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου Ε.Ε., εν όψει της καθυστερήσεως της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στη συγκεκριμένη Οδηγία.
Η "τακτοποίηση" των εκκρεμών αυτών εργασιακών σχέσεων γίνεται με σύσταση "εφ' εξής" (19.7.2004) συμβάσεως ιδιωτικού δικαίου εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (ΣτΕ 2755/2011, ΣτΕ 2718/2010, ΣτΕ 1041/2009, ΣτΕ 28/2008). Δ.- Διαδοχικές συμβάσεις (ή σχέσεις) ιδιωτικού δικαίου εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίζονται μετά ο.τ.α., υπό την ισχύ του άρθρου 103 Συντάγματος (από 17.4.2001) και του π.δ. 164/2004 (από 19.7.2004), δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν αυτές, πράγματι, πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες λειτουργικές υπηρεσιακές ανάγκες του ο.τ.α.
ούτε αφήνεται πεδίο εκτιμήσεως των επίμαχων συμβάσεων, με ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσεως, κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, στην περίπτωση, που αυτές, πράγματι, καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού ο εργοδότης δεν έχει ευχέρεια για την κατάρτιση συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, εκτός αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της μεταβατικής και εξαιρετικής ρυθμίσεως του άρθρου 11 παρ. 1 π.δ. 164/2004, οπότε συνιστούν αυτές "εφ' εξής" (19.7.2004), ενιαία έγκυρη σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Έτσι, στις συμβάσεις αυτές δεν είναι δυνατή η εφαρμογή του άρθρου 18 παράγραφοι 1 και 3 ν. 2112/1920 και ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός τους, κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεις αορίστου χρόνου είναι αλυσιτελής (ΑΠ ολ. 20/2007, ΑΠ 483/2016, ΑΠ 244/2015, ΑΠ 521/2012). Εξ άλλου, στηρίζουν βάση αγωγής (i).- το άρθρο 167 ν. 4099/2012 (ΦΕΚ Α. 250/20.12.2012) και όπως ισχύει από 20.12.2012 (άρθρο 170 ν. 4099/2012), που αφορά σε ισχύουσες, την 20.12.2012 ή σε λήξασες πριν από την 20.12.2012 ατομικές συμβάσεις εργασίας για την εξυπηρέτηση αναγκών καθαριότητας υπηρεσιών των ο.τ.α.
και σε παράταση ισχύος αυτών των συμβάσεων, (ii).- το άρθρο 25 ν. 4456/2017 (ΦΕΚ Α. 24/1.3.2017) και όπως ισχύει από 1.3.2017 (άρθρο 60 ν. 4456/2017), που ορίζει (και) ότι θεωρούνται 'σύννομες' οι δαπάνες για την καθαριότητα υπηρεσιών των ο.τ.α., (iii).- το άρθρο δέκατο παράγραφοι 1 και 4 ν. 4506/2017 (ΦΕΚ Α. 191/12.12.2017) και όπως ισχύει από 12.12.2017 (άρθρο δέκατο τρίτο ν. 4506/2017), που αφορά σε απασχόληση, έναντι αποζημιώσεως ανά ώρα απασχολήσεως, προσωπικού απασχόλησης (και) υπηρεσιών ο.τ.α.
για την κάλυψη 'επειγουσών αναγκών' και προβλέπει τη μη εφαρμογή των κυρώσεων των άρθρων 7 π.δ. 164/2004 και 21 παρ.5 . 2190/1994 και (iv).- το άρθρο τρίτο παράγραφοι 2 και 3 ν. 4528/2018 (ΦΕΚ Α. 50/16.3.2018) και όπως ισχύει από 16.3.2018 (άρθρο πέμπτο ν. 4528/2018) και αφορά παράταση προθεσμίας εκτέλεσης δρομολογίων μεταφοράς μαθητών και προσωρινούς μειοδότες.
Ακόμη, το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που, μετά την κύρωσή του με το άρθρο 'πρώτο' του ν.δ. 53/1974 (ΦΕΚ Α. 256/20.9.1974) αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ.1 Συντάγματος) ορίζει ότι: "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού, ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους, όπως θέσει εν ισχύϊ νόμους, ούς ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών, συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".
Με τη διάταξη αυτή, προστατεύονται όλα τα δικαιώματα περιουσιακής φύσεως ατόμου (ΑΠ ολ. 40/1998). Εν τούτοις, δεν θίγεται το δικαίωμα Κράτους - μέλους να θέσει σε ισχύ νόμο αναγκαίο για τη ρύθμιση της χρήσεως αγαθών για το δημόσιο συμφέρον. Έτσι, παρέχεται (και) το δικαίωμα στο Κράτος - μέλος να θέσει σε ισχύ νόμο για τον προσδιορισμό των συνθηκών υπό τις οποίες συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας θεωρούνται διαδοχικές και μπορούν να χαρακτηρισθούν ως αορίστου χρόνου.
Τέλος, το άρθρο 103 παρ.8 Συντάγματος δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έρχεται σε αντίθεση προς τα άρθρα 26 παρ.3, 87 παρ.2, 25 παράγραφοι 1 και 3, 2 παρ.1, 5 παρ.1 και 22 παρ.1 Συντάγματος, εν όψει της τυπικής νομικής ισοδυναμίας όλων των διατάξεων του Συντάγματος και αρχών, που πηγάζουν από αυτές (ΑΕΔ 11/2003).
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο ως άνω λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται (και) αν ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του.
Η παραβίαση εκδηλώνεται (και) ως ψευδής ερμηνεία, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στον κανόνα ουσιαστικού δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή (ΑΠ Ολ. 31/2009, ΑΠ Ολ. 7/2006, ΑΠ 253/2016, ΑΠ 21/2015, ΑΠ 220/2012). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής (ΚΠολΔ 561 παρ.2), οι ενάγοντες (αναιρεσείοντες), ισχυρίστηκαν τα εξής:
Ότι εργάστηκαν στον εναγόμενο (αναιρεσίβλητο) ο.τ.α. - Δήμο Θεσσαλονίκης, απασχολούμενοι στη Διεύθυνση Καθαριότητας με τις ειδικότητες και τους εργασιακούς όρους που περιγράφουν, με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου κατά τις αναφερόμενες ειδικότερα για έκαστο από αυτούς ημερομηνίες με την τελευταία επιμέρους σύμβασή τους να λήγει την 31.3.2018.
Ότι οι συμβάσεις αυτές, οι οποίες καταρτίσθηκαν υπό την ισχύ του άρθρου 103 παράγραφοι 7 και 8 του Συντάγματος και οι συμβάσεις ορισμένων εξ αυτών (αναιρεσειόντων) καταρτίσθηκαν πριν από την 19.7.2004, καταχρηστικά χαρακτηρίστηκαν ως συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου προς καταστρατήγηση των εργασιακών τους δικαιωμάτων, ενώ στην πραγματικότητα αποτελούν ενιαία σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού κάλυπταν εξ αρχής πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου στον τομέα της καθαριότητας, ο δε εναγόμενος έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους από 31.3.2018, καταγγέλοντας ακύρως την αορίστου χρόνου σύμβασή τους, δηλ.
χωρίς να τους επιδώσει έγγραφο και χωρίς να τους καταβάλει αποζημίωση. Ζητούσαν δε: α) Να αναγνωριστεί ότι οι μεταξύ αυτών και του εναγομένου συμβάσεις αποτελούν ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, β) να αναγνωριστεί ότι η καταγγελία από τον εναγόμενο της σύμβασης εργασίας τους την 31.3.2018 είναι άκυρη και ο εναγόμενος έχει περιέλθει σε υπερημερία εργοδότη, "με τη μη αποδοχή των πραγματικώς και προσηκόντως προσφερομένων από αυτούς υπηρεσιών", γ) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους στην ίδια ή σε ανάλογη θέση με αυτή που κατείχαν πριν από την απόλυσή τους, καταδικαζόμενος σε χρηματική ποινή τριακοσίων (300) ευρώ, για κάθε ημέρα που θα αρνείται να το πράξει.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ως εξής: "Η αγωγή είναι μη νόμιμη και συνακόλουθα απορριπτέα, όσον αφορά το υπό στοιχείο α' αίτημά της, κατά το μέρος της που επιχειρείται να θεμελιωθεί στις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 2112/1920, διότι και αν υποτεθεί ότι είναι αληθή τα εκτιθέμενα σ' αυτήν περιστατικά, οι μεταξύ των διαδίκων διαδοχικές συμβάσεις εργασίας καταρτίστηκαν υπό την ισχύ των αναθεωρημένων διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και ειδικότερα των παραγράφων 7 και 8 αυτού, με τις οποίες απαγορεύεται η κατά τις διατάξεις του Ν. 2112/1920 μετατροπή σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου που έχουν καταρτιστεί, μεταξύ άλλων, με οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, ακόμα και αν με αυτές καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη ούτε καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, αφού βάσει των πιο πάνω διατάξεων ο εργοδότης δεν έχει ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου ...
Επιπλέον, δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της μεταβατικής διάταξης του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, με την οποία προβλέπονται οι προϋποθέσεις για την μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αόριστης διάρκειας, στον δημόσιο τομέα, σε συμμόρφωση της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ, αφού κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτήν, αφενός ως προς τους 13°, 18η, 37°, 41η, 47°, 48°, 60°, 71°, 72°, 75η, 79° και 90η των εναγόντων η συνολική χρονική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων δεν ήταν τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος (19.7.2004), ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων, ούτε υπήρξαν τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του εν λόγω διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση, αφετέρου ως προς τους λοιπούς ενάγοντες, οι διαδοχικές ένδικες συμβάσεις τους δεν εμπίπτουν στο χρονικό διάστημα από την 10.7.2002 (ημέρα, που έπρεπε να ενσωματωθεί στην ελληνική έννομη τάξη η παραπάνω Οδηγία) έως την 19.7.2004 (ημέρα έναρξης ισχύος του π.δ. 164/2004), αλλά είναι κατά πολύ μεταγενέστερες, η δε οδηγία 1999/70/ΕΚ καθ' αυτή, δεν έχει άμεση ισχύ στην ημεδαπή έννομη τάξη.
Εφόσον λοιπόν η υπό κρίση αγωγή δεν είναι νόμιμη κατά το υπό στοιχείο α' αίτημά της, δεν είναι αυτή νόμιμη και κατά τα λοιπά αιτήματά της διότι δεν πρόκειται περί καταγγελίας της σύμβασης, αλλά περί λήξης της ορισμένου χρόνου διάρκειάς της. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω η κρινόμενη αγωγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της".
Με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην 2641/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την πλημμέλεια ότι ψευδώς ερμήνευσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 8 παράγραφοι 1 και 3 ν. 2112/1920 σε συνδυασμό προς τις επίσης ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 10 παρ.1 π.δ. 164/2004, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ, 281 και 671 ΑΚ. 'Ετσι, απέρριψε την αγωγή, ως μη νόμιμη, εν όψει των άρθρων 5, 6, 7 και 11 του π.δ. 164/2004 της Οδηγίας 1999/70/Ε.Κ. του Συμβουλίου Ε.Ε. της 28.6.1999 (ρήτρες 4, 5) και 103 παρ.8 του Συντάγματος, τα οποία η 2641/2019 απόφαση "έπρεπε να παραμερίσει και να μην εφαρμόσει", ακόμη, "το άρθρο 103 παράγραφοι 7 και 8 του Συντάγματος έπρεπε να ερμηνευθεί με τρόπο συστηματικό και ελεύθερο αντιφάσεων προς τα άρθρα 26 παρ.3, 87 παρ.2, 25 παράγραφοι 1 και 3, 2 παρ.1, 5 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος". Επίσης, το δικαστήριο της ουσίας στην 17418/2018 απόφαση ευθέως παραβίασε τα άρθρα 167 ν. 4099/2012, 25 ν. 4456/2017, δέκατο παράγραφοι 1 και 4 ν. 4506/2017 καθώς και τρίτο παράγραφοι 2 και 3 ν. 4528/2018, τα οποία ψευδώς ερμήνευσε και απέρριψε την αγωγή, ως μη νόμιμη.
Υπό το προηγούμενο περιεχόμενο, η αγωγή δεν είναι νόμιμη. Τούτο διότι στην ένδικη υπόθεση δεν είναι εφαρμοστέες οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 8 παράγραφοι 1 και 3 ν. 2112/1920, αφού οι επίδικες συμβάσεις εργασίας των αναιρεσειόντων καταρτίστηκαν υπό την ισχύ του άρθρου 103 παράγραφοι 7 και 8 Συντάγματος ως ορισμένου χρόνου.
Ειδικότερα, το αναιρεσίβλητο είναι ο.τ.α. [άρθρα 1 παρ.6 περ. (β) του ν. 1256/1982, 19 παρ.5 ν. 1586/1986] και δεσμεύεται από την επιταγή του άρθρου 103 παρ.8 Συντάγματος για τη μη μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας του προσωπικού του από ορισμένου σε αορίστου χρόνου. Οι επίδικες συμβάσεις εργασίας δεν μπορούν να μετατραπούν σε αορίστου χρόνου, έστω και αν καλύπτονται πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες και απρόβλεπτες λειτουργικές - υπηρεσιακές ανάγκες του αναιρεσίβλητου.
Ακόμη, έστω και αν καλύπτονται, πράγματι, πάγιες και διαρκείς υπηρεσιακές - λειτουργικές ανάγκες του αναιρεσίβλητου, δεν μπορεί οι επίδικες συμβάσεις εργασίας να χαρακτηρισθούν, ορθώς, νομικώς, κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεις αορίστου χρόνου, αφού και αυτό να γίνει το αναιρεσίβλητο, κατά τις διατάξεις, που αναφέρονται στην (III) νομική σκέψη, δεν έχει ευχέρεια για την κατάρτιση συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δηλ.
ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι αλυσιτελής. Εξ άλλου, εφ' όσον, κατά το ως άνω ιστορικό της αγωγής, δεν συντρέχουν στο πρόσωπο των ως άνω αναιρεσειόντων, που κατονομάζονται, οι προϋποθέσεις του π.δ. 164/2004, μετατροπή των επίδικων συμβάσεων εργασίας, σε αορίστου χρόνου εξαρτημένης εργασίας δεν μπορεί να γίνει, έστω και αν καλύπτονται πάγιες και διαρκείς λειτουργικές - υπηρεσιακές ανάγκες του αναιρεσίβλητου και το άρθρο 8 παράγραφοι 1 και 3 ν. 2112/1920 ούτε κατά την Οδηγία 1999/70/Ε.Κ.
του Συμβουλίου Ε.Ε. της 28.6.1999 (ρήτρες 4, 5) έχει εφαρμογή. Επομένως, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, ως προς το άρθρο 8 παράγραφοι 1 και 3 ν. 2112/1920 σε συνδυασμό προς τα άρθρα 10 παρ.1 π.δ. 164/2004, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, 281 και 671 ΑΚ, που οι αναιρεσείοντες επικαλούνται.
Έτσι, κατά τούτο, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, το δικαστήριο της ουσίας στην 2641/2019 απόφαση δεν στήριξε την κρίση του για τις επίδικες συμβάσεις εργασίας των αναιρεσειόντων στα άρθρα 167 ν. 4099/2012, 25 ν. 4456/2017, δέκατο παράγραφοι 1 και 4 ν. 4506/2017 καθώς και τρίτο παράγραφοι 2 και 3 ν. 4528/2018 ώστε οι ίδιοι λόγοι πρώτος, δεύτερος και τρίτος αναιρέσεως, ως προς το μέρος αυτό, είναι αβάσιμοι, κατ' άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ, αφού στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση (ΑΠ 1449/2019).
Τέλος, το άρθρο 103 παρ. 8 Συντάγματος δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έρχεται σε αντίθεση με τα άρθρα 26 παρ. 3, 87 παρ. 2, 25 παράγραφοι 1 και 3, 2 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 2 παρ. 1 Συντάγματος, έτσι ώστε οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως και κατά το μέρος αυτό είναι αβάσιμοι.
(IV).- Κατά το άρθρο 559 αριθμός 9 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται (και) όταν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως ''αίτηση'' νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία. Τέτοια αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης, αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ανακοπής και κάθε ενδίκου μέσου (ΟλΑΠ 25/2003).
Ο ανωτέρω λόγος δεν ιδρύεται αν το αίτημα ήταν δικονομικά απαράδεκτο ή μη νόμιμο ή αλυσιτελές (ΑΠ 615/2019, ΑΠ 670/2016, 850/2009). Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, πλήττουν την 2641/2019 απόφαση και για την πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης άφησε αδίκαστο το αίτημά τους "να αναγνωρισθεί κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό ότι οι συμβάσεις εργασίας τους αποτελούν μία ενιαία σχέση εργασίας αορίστου χρόνου και όχι κατά μετατροπή".
Κατά την ως άνω έρευνα της βασιμότητας των πρώτου, δεύτερου και τρίτου λόγων αναιρέσεως, ειπώθηκε ότι έστω και αν οι αναιρεσείοντες καλύπτουν, πράγματι, πάγιες και διαρκείς λειτουργικές - υπηρεσιακές ανάγκες του αναιρεσίβλητου, δεν μπορεί οι επίδικες συμβάσεις τους να χαρακτηρισθούν ορθώς νομικώς, κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεις αορίστου χρόνου, αφού και αυτό να γίνει, το αναιρεσίβλητο, κατά τις διατάξεις, που αναφέρονται στην (III) μείζονα σκέψη, δεν έχει ευχέρεια για την κατάρτιση σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δηλ.
ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι αλυσιτελής. Επομένως και κατά τα εκτεθέντα στην (IV) μείζονα σκέψη, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται, αφού ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός των επίδικων συμβάσεων εργασίας των αναιρεσειόντων, κατά την διαδικαστική διαδικασία, σύμφωνα με το αίτημα της αγωγής τους, είναι αλυσιτελής.
Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176,183,106 και 191 παρ.2), μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων". Ειδικότερα, τα δικαστικά έξοδα ορίζονται στο συνολικό ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ και οι αναιρεσείοντες ενέχονται, προς τούτο, κατ' ίσα μέρη, σύμφωνα με το άρθρο 180 παρ.1 ΚΠολΔ (δηλ. 600 ευρώ : 49).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3.6.2019 αίτηση περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 2641/ 2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες, κατ' ίσα μέρη, στην πληρωμή εξακοσίων (600) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 16 Νοεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 20 Ιανουαρίου 2022.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ