Supreme Court dismisses appeal against civil judgment regarding inadmissible evidence from annulled criminal case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the second-instance civil judgment regarding the fifth respondent. The appellant argued that the court improperly relied on witness testimonies from an annulled criminal judgment to prove a debt. The court ruled that since the criminal judgment was annulled and its witness statements no longer held legal effect, they could not serve as admissible evidence in the civil proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11)(a) and 140, 141 of the Code of Civil Procedure; Evidence from annulled criminal proceedings is inadmissible in civil cases as the original judgment loses legal force regarding its findings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 89 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 89/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο, και Βασίλειο Μαχαίρα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Κ. του Στυλιανού, κατοίκου Γλυφάδας Αττικής, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεωργίου Κράγκαρη και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "HTC ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΒΙΒΑΣΗΣ ΕΝΤΟΛΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ε. Μ. του Δ., κατοίκου ... Αττικής, ατομικά και σαν Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της ανωτέρω Εταιρείας, 3) Δ. Μ., ατομικά και σαν Αντιπροέδρου της ανωτέρω Εταιρείας, 4) Ι. Α. Π., κατοίκου ... Αττικής, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, 5) Β. Β. του Ε., κατοίκου Αθηνών, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Παναγιώτη Χριστοφοράτου και κατέθεσε προτάσεις, 6) Σ. Π., κατοίκου ... Αττικής, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος του ως άνω αναιρεσείοντος, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε, ότι η υπόθεση δεν εισάγεται προς συζήτηση για τους υπό στοιχεία 1, 2, 3, 4 και 6 αναιρεσίβλητους.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-01-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2526/2001 μη οριστική και 4849/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 4470/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14/12/2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Μαχαίρας ανέγνωσε την από 09-01-2012 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Αντώνιου Ζευγώλη, με την οποία εισηγήθηκε την να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του και να απορριφθούν οι λοιποί. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[Ι] Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 και 3, 568 παρ.1 και 4 και 498 παρ.1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, αν κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ή αν επέσπευσε αυτός τη συζήτηση και σε αρνητική περίπτωση να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση τόσο γι' αυτόν όσο και για τους μετέχοντες στη δίκη περισσότερους διαδίκους. Σε περίπτωση, όμως, απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νόμιμα, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νόμιμα και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ.294,295,297 του ΚΠολΔ,που εφαρμόζονται και στα ένδικα μέσα (άρθρ.298 του ίδιου Κώδικα), ο ενάγων μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικό του ή με δήλωση στις προτάσεις, οπότε η αγωγή θεωρείται πως δεν ασκήθηκε.
Η γινόμενη, όμως, από το δικηγόρο, πληρεξούσιο καλούντος διαδίκου, δήλωση ότι δεν εισάγεται ως προς κάποιο διάδικο η υπόθεση, μη προβλεπόμενη ειδικά από τον ΚΠολΔ, ούτε έχουσα περιβληθεί νομολογιακά ίδιο θεσμικό ένδυμα, δεν έχει την έννοια παραίτησης από ασκηθείσα αγωγή, ένδικο μέσο κλπ, αλλά πρέπει να νοηθεί ως δήλωση παραίτησης του διαδίκου από το δικαίωμα της κλήσης προς συζήτηση της υπόθεσης και, εφόσον πληρούται ο τύπος των άρθρων 298 και 299 ΚΠολΔ, καταχώρηση δηλαδή στα πρακτικά ή επίδοση δικογράφου στον αντίδικο, έχει ως αποτέλεσμα, εάν έχει γίνει κλήση να θεωρείται μη ασκηθείσα, κατ' ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 295 παρ.1 εδ.α ΚΠολΔ, που προβλέπει για την παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής όμοιο αποτέλεσμα, ήτοι ανάκληση της διαδικαστικής πράξης.
Σε περίπτωση τέτοιας δήλωσης δεν ερευνάται αν το ένδικο μέσο είναι βάσιμο ως προς εκείνον που αφορά η δήλωση, ενώ αν ο τελευταίος είναι απών, η συζήτηση κηρύσσεται ως προς αυτόν ματαιωμένη (ΑΠ 584/2019, ΑΠ 673/2013, ΑΠ 610/2011, ΑΠ 1080/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο η πρώτη, δεύτερη, τρίτος, τέταρτος και έκτος από τους αναιρεσίβλητους, ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "HTC ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΒΙΒΑΣΗΣ ΕΝΤΟΛΩΝ", Ε.
Μ., Δ. Μ., Ι. Π. και Σ. Π., αντίστοιχα. Ο αναιρεσείων, που επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, δεν επικαλείται, ούτε προσκομίζει αποδεικτικά επίδοσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης και της από 19-11-2018 κλήσης προς συζήτησή της, μετά από ματαίωση αρχικής δικασίμου, προς τους απολειπόμενους αναιρεσίβλητους. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Γεώργιος Κράγκαρης, μετά του οποίου παραστάθηκε στο ακροατήριο, με δήλωσή του που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα πρακτικά συνεδρίασης, δήλωσε ότι η υπόθεση δεν εισάγεται προς συζήτηση για τους παραπάνω, 1η, 2η, 3ο, 4ο και 6ο αναιρεσιβλήτους.
Η δήλωσή του αυτή δεν ενέχει παραίτηση από το δικόγραφο της αναίρεσης, ως προς αυτούς, αλλά έχει την έννοια παραίτησης του αναιρεσείοντος από το δικαίωμα της κλήσης για συζήτηση της υπόθεσης, ως προς τους πιο πάνω αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι συνδέονται με τον δεσμό της απλής ομοδικίας με τον πέμπτο αναιρεσίβλητο, νόμιμα εκπροσωπούμενο, Β.
Β.. Επομένως, αφού δεν υφίσταται νόμιμη επίσπευση της συζήτησης ως προς τους απολειπομένους αναιρεσιβλήτους, πρέπει να χωριστεί η υπόθεση και, μετά την ως άνω δήλωση του πληρεξουσίου του αναιρεσείοντος, να κηρυχθεί, ως προς αυτούς, ματαιωμένη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης.
[ΙΙ] Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 4470/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η, μεταξύ των άλλων εφέσεων που συνεκδικάστηκαν και η από 08-09-2008 με αριθμό κατάθεσης 9411/2008, έφεση του αναιρεσείοντος κατά της με αριθμό 4849/2008 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη αυτή απόφαση ως προς τα εκκαλούμενα κεφάλαιά της κράτησε την υπόθεση και δίκασε την από 28-01-1999 και με αριθμό κατάθεσης 11130/972/2000 αγωγή του αναιρεσείοντος, που αφορούσε αξιώσεις από αδικοπραξία, την οποία δέχθηκε μερικά στην ουσία της, ως προς τους πρώτη, τρίτη, τέταρτο, πέμπτο και έκτο των εναγομένων (ήδη 1η, 2η, 3ο, 4ο και 5ο αναιρεσιβλήτους), τους οποίους υποχρέωσε να καταβάλουν στον ενάγοντα, σε ολόκληρο ο καθένας, τους νομίμους τόκους υπερημερίας του ποσού (κεφαλαίου) των 72.066,27 ευρώ, από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την ημερομηνία που καταβλήθηκε στον ενάγοντα το εν λόγω ποσό.
Επίσης, αναγνώρισε ότι οι τρίτη, τέταρτος, πέμπτος και έκτος εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν, καθένας, στον ενάγοντα, το ποσό των 2.000 ευρώ, νομιμοτόκως, για χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Η αίτηση αναίρεσης, σχετικά με τον πέμπτο αναιρεσίβλητο, Β. Β., ως προς τον οποίο η συζήτησή της επισπεύδεται νόμιμα, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), όπως το άρθρο 564 ίσχυε κατά το χρόνο της κατάθεσής της, την 14-12-2010, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί προς τους λόγους της.
[ΙΙΙ] Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Αμέλεια, κατ' άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις. Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 88/2019).
Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ) και συντρέχει, αν το δικαστήριο, για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας, αντίστοιχα, ορισμένη ή αόριστη την αγωγή.
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται στο δικόγραφό της όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά το νόμο για τη στήριξη του αιτήματός της, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.8 και 14 του ΚΠολΔ.
Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη του αναγκαία για τη θεμελίωση και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, τα οποία, όμως, δεν εκτίθενται στο δικόγραφό της ή αν απέρριψε ως αόριστη την αγωγή, παραγνωρίζοντας τα γεγονότα που με επάρκεια εκτίθενται σ' αυτήν για τη θεμελίωση και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης, ενώ ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση στην αγωγή των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματός της, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθεται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 585/2019, ΑΠ 1442/2019, ΑΠ 45/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ' άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της από 28-01-1999 αγωγής, προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εξέθεσε, κατ' ορθή εκτίμηση, μεταξύ άλλων και τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά:
Ότι ο πέμπτος εναγόμενος Ι. Π., με τον οποίο συνδεόταν οικογενειακώς και πολλές φορές είχαν συγκυβερνήσει το ίδιο αεροπλάνο, τον Μάρτιο του έτους 1998 τον πληροφόρησε ότι η σύζυγός του Μ. και ο πεθερός του Δ.Μ. (τρίτη και τέταρτος εναγόμενοι) έχουν έτοιμα για υποβολή στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δικαιολογητικά για την ίδρυση χρηματιστηριακής εταιρίας (ΕΠΕΥ) κεφαλαίου 250.000.000 δραχμών.
Πρότεινε δε στον ενάγοντα να συμμετάσχει με ποσοστό 3%, πρόταση που αποδέχθηκε ο ενάγων και κατέθεσε σε τραπεζικό λογαριασμό, που του συνέστησε ο Ι.Π., το συνολικό ποσό των 10.000.000 δραχμών, τμηματικά από 12-3-1998 έως 15-5-1998. Περαιτέρω ότι τον μήνα Ιούνιο του έτους 1998, όταν εισέπραξε αποζημίωση ύψους 41.118.056 δραχμών, ο ίδιος εναγόμενος, Ι.
Π., τον παρότρυνε να επενδύσει το ποσό αυτό στην πρώτη εναγομένη εταιρεία, Πρόεδρος και διευθύνουσα σύμβουλος της οποίας ήταν η σύζυγός του Ε. Μ. και αντιπρόεδρος ο πεθερός του Δ.Μ. (τρίτη και τέταρτος εναγόμενοι), για να τον πείσει δε να προβεί στην επένδυση αυτή ο Ι. Π. του παρέστησε ψευδή περιστατικά για την φερεγγυότητα του ιδίου και της παραπάνω εταιρίας, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στην αγωγή και ακολούθως τον έφερε σε επικοινωνία με τους εναγομένους τρίτη, τέταρτο, καθώς και έκτο Β.
Β. (ήδη παριστάμενο 5ο αναιρεσίβλητο) και Σ. Π., οι οποίοι του παρείχαν τις ίδιες ψευδείς παραστάσεις περί φερεγγυότητας. Ότι στα πλαίσια της επένδυσης στην πρώτη εναγομένη εταιρία κατέθεσε σε τραπεζικό λογαρισμό συναλλάγματος του Β. Β. το ποσό των 16.500 δολαρίων ΗΠΑ, την 24-04-1998. Ότι οι εναγόμενοι δεν του επέστρεψαν τα ως άνω χρηματικά ποσά που απατηλώς τον είχαν παραπείσει να επενδύσει, ζημιώνοντάς τον παράνομα και υπαίτια, με συνέπεια να υποστεί και ηθική βλάβη.
Με τέτοιο περιεχόμενο η αγωγή, αναφορικά με το ως άνω κονδύλιο της θετικής ζημίας των 10.000.000 δραχμών, είναι, προς τον έκτο εναγόμενο και ήδη παριστάμενο πέμπτο αναιρεσίβλητο Β. Β., αόριστη. Ειδικότερα, το δικόγραφο αυτής πάσχει από ποσοτική αοριστία διότι ο ενάγων ουδόλως εκθέτει πραγματικά περιστατικά ζημιογόνου συμπεριφοράς του εν λόγω εναγομένου, αναγόμενα σε χρόνο πριν το μήνα Ιούνιο του έτους 1998, τα οποία να τον παρέπεισαν να καταθέσει το ποσό αυτό τμηματικά, από 12-03-1998 έως 15-05-1998, για επενδυτικό σκοπό, στον τραπεζικό λογαριασμό που του συνέστησε ο πέμπτος εναγόμενος Ι.
Π..
Επομένως, το Εφετείο που απέρριψε το αγωγικό αυτό κονδύλιο ως αόριστο, με τη νομική αιτιολογία ότι ο ενάγων δεν επικαλέσθηκε "συγκεκριμένα γεγονότα, που του παρέστησε ως αληθή ο ως άνω εναγόμενος και ότι αυτά ήταν ψευδή, ήτοι δεν επικαλέστηκε εάν ιδρύθηκε ή όχι η άνω εταιρεία ούτε ότι ο ίδιος πείσθηκε να καταθέσει το άνω ποσό συνεπεία απατηλής συμπεριφοράς του άνω εναγομένου" (άλλα περιστατικά από τα οποία να είναι δυνατόν να εκτιμηθεί ότι η απόφασή του να καταθέσει το παραπάνω ποσό για τη συμμετοχή του στην υπό ίδρυση εταιρία ήταν συνέπεια της απατηλής συμπεριφοράς των λοιπών εναγομένων), σωστά εκτίμησε το δικόγραφο της αγωγής και ορθά εφάρμοσε τη δικονομική διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 ΚΠολΔ.
Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, ως προς το πρώτο σκέλος του, με το οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για την απόρριψη ως αόριστου, δηλαδή ως απαράδεκτου, του κονδυλίου των 10.000.000 δραχμών, ισχυριζόμενος ότι η αγωγή ήταν ορισμένη και ως προς το κονδύλιο αυτό της θετικής του ζημίας, είναι, ως προς τον πέμπτο αναιρεσίβλητο Β.
Β., ως προς τον οποίο και εισάγεται να συζητηθεί η αίτηση αναίρεσης, αβάσιμος. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ως προς το δεύτερος σκέλος του από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παράβαση του άρθρ. 101 του Ν.Δ. 326/54 επεδίκασε υπέρ του αντιδίκου του, Σ.
Π., κατ' ορθήν εκτίμηση, δικαστικά έξοδα ποσού 12.000 ευρώ, ενώ αυτά δεν μπορούσαν να υπερβούν το ποσό των 3.300 ευρώ, παρέλκει να ερευνηθεί διότι αφορά τον έκτο αναιρεσίβλητο Σ. Π., ως προς το οποίο δεν εισάγεται να συζητηθεί η αίτηση αναίρεσης. Ωσαύτως παρέλκει η έρευνα και του πρώτου αναιρετικού λόγου, για επικαλούμενες πλημμέλειες από τους αριθ. 8 και 11 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, διότι αφορά το κεφάλαιο της κατ' ουσίαν απόρριψης της αγωγής ως προς τον αμέσως παραπάνω αναιρεσίβλητο.
[IV] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 7/2006).
Εξάλλου κατά το άρθρο 423 ΑΚ «Αν το χρέος αποτελείται από κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, η παροχή καταλογίζεται πρώτα στα έξοδα, έπειτα στους τόκους και τελευταία στο κεφάλαιο. Ο δανειστής μπορεί να αρνηθεί την αποδοχή της παροχής, αν ο οφειλέτης όρισε αλλιώς τον καταλογισμό». Η διάταξη αυτή, που υπηρετεί τα συμφέροντα του δανειστή, αποτελεί ενδοτικό δίκαιο, επομένως επιτρέπεται στα μέρη να συμφωνήσουν διαφορετική σειρά καταλογισμού της παροχής (ΑΠ 1036/2008, ΑΠ 31/2006, ΑΠ 61/2003). Τέτοια συμφωνία μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή, δηλαδή να συνάγεται από τις περιστάσεις, όπως συμβαίνει όταν ο οφειλέτης προβαίνει σε καταλογισμό διαφορετικό από τον προβλεπόμενο στο άρθρο 423 παρ.1 ΑΚ και ο δανειστής δεν αποκρούει την παροχή (ΑΠ 1036/2008, ΑΠ 150/2000, ΑΠ 535/1994).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο διέλαβε στην ελάσσονα πρόταση της προσβαλλόμενης απόφασής του τις ακόλουθες πραγματικές παραδοχές:
«|Τον Ιούνιο του έτους 1998 ο πέμπτος εναγόμενος Ι. Π., ο οποίος ήταν φίλος και συνάδελφος του ενάγοντος στην Ο. Α., όπου υπηρετούσαν ως χειριστές αεροσκαφών, παρότρυνε τον ενάγοντα να επενδύσει το ποσό των 41.118.056 δρχ - που είχε λάβει ως αποζημίωση λόγω συνταξιοδοτήσεως από την ως άνω υπηρεσία - στην πρώτη εναγομένη εταιρία με την επωνυμία "H.T.C.
ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΒΙΒΑΣΗΣ ΕΝΤΟΛΩΝ (ΑΕΛΔΕ)", της οποίας Πρόεδρος και Διευθύνουσα Σύμβουλος ήταν η τρίτη εναγομένη Ε. Μ. σύζυγός του, και αντιπρόεδρος ο τέταρτος εναγόμενος Δ.Μ., πεθερός του. Προκειμένου δε ο ως άνω εναγόμενος (Ι.Π.) να πείσει τον ενάγοντα να αποφασίσει την επένδυση αυτή, τον διαβεβαίωσε ότι τα χρήματά του θα ήταν απόλυτα εξασφαλισμένα στην ως άνω εταιρία και για τον λόγο ότι τα ως άνω πρόσωπα όπως και ο ίδιος είχαν μεγάλη ακίνητη περιουσία.
Ακολούθως, ο Ι. Π., έφερε σε επικοινωνία τον ενάγοντα με τους ως άνω εναγομένους (σύζυγο και πεθερό του), στα γραφεία της πρώτης εναγομένης εταιρίας, όπου και εκείνοι των διαβεβαίωσαν ότι ήταν κύριοι και κάτοχοι ακινήτου περιουσίας στην Ελλάδα. Τις ίδιες διαβεβαιώσςεις έδωσε στον ενάγοντα και ο έκτος εναγόμενος Β.
Β., πρώην χρηματιστής, ειδικός στις επενδύσεις, μέτοχος και ιθύνων νους της ως άνω ΑΕΛΔΕ, βεβαιώνοντάς τον ότι και ο ίδιος ήταν κύριος ακινήτου στη ... αξίας 50.000.000 δρχ. Πεισθείς ο ενάγων από τις διαβεβαιώσεις των παραπάνω εναγομένων (τρίτης, τέταρτου, πέμπτου και έκτου) ότι τα χρήματά του θα τα επένδυαν ασφαλώς, για το χρονικό διάστημα ενός μηνός, στο τέλος του οποίου θα του απέδιδαν για κεφάλαιο και τόκους, συνολικά 41.664.925 δρχ, όπως επίσης τον διαβεβαίωσαν, παρέδωσε στις 29-6-1998 το ποσό της αποζημίωσής του των 41.118.052 δρχ στην εκπροσωπούσα την πρώτη εναγομένη εταιρία (ΑΕΛΔΕ), Ε.
Μ., τρίτη εναγομένη (βλ. την από 29-06-1998 απόδειξη παραλαβής της ως άνω εταιρίας, με τη σφραγίδα αυτής και την μη αμφισβητηθείσα υπογραφή της διευθύνουσας Συμβούλου Ε.Μ. σχετ. με αρ. 1 του ενάγοντος). Στο εν λόγω έγγραφο η υπογράφουσα Ε.Μ. εξηγεί την αιτία λήψης του ως άνω ποσού από τον ενάγοντα ως ακολούθως "προκειμένου αυτό να επενδυθεί με αποκλειστική ευθύνη της εταιρίας για περίοδο ενός μηνός, ανανεωμένου, δηλαδή από 5 Ιουλίου 1998 έως και 5 Αυγούστου 1998".
Έτσι από τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως εκτιμώμενες σε συνδυασμό με το ως άνω έγγραφο και το όλο αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε πλήρως ότι το ως άνω ποσό δόθηκε προς επένδυση (αγορά μετοχών, ομολόγων κλπ) και όχι λόγω δανείου, όπως αβάσιμα ισχυρίσθηκαν οι ως άνω εναγόμενοι, οι οποίοι άλλωστε κανένα μάρτυρα δεν εξέτασαν προς ανταπόδειξη της αγωγής.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στο τέλος της παραπάνω περιόδου (του ενός μηνός) αντί για το συμφωνηθέν ποσό της απόδοσής του, προς επένδυση, ως άνω ποσού η τρίτη εναγομένη χορηγούσε στον εναγόντα νέα "απόδειξη παραλαβής" (επιστολή κατά τον ενάγοντα) ποσού 41.664.925 δρχ στην οποία ανέγραφε ότι στο τέλος της αναφερόμενης σ' αυτήν περιόδου ενός μηνός θα του απέδιδε 42.220.457 δρχ.
Το ίδιο επαναλαμβανόταν στη συνέχεια με τις επισυναπτόμενες στο με αρ. σχετ. 1 του ενάγοντος δέκα (10) "αποδείξεις παραλαβής" που χορηγούσε η τρίτη εναγομένη στον ενάγοντα, στις οποίες αναγράφονταν τα οφειλόμενα μηνιαίως προς αυτόν ποσά ως απόδοση των χρημάτων του, χωρίς να του καταβάλλονται τα ποσά αυτά, ενώ ο Ι.
Π. τον διαβεβαίωνε ότι τα χρήματα αυτά ήταν εξασφαλισμένα. Τον Ιούλιο 1999, ο ενάγων ζήτησε από από την τρίτη εναγομένη τα χρήματά του και η τελευταία του παρέδωσε μία επιταγή 64.100.000 USD, εκδόσεως 22-09-1999, από προσωπικό της λογαριασμό στην Τράπεζα "Merrill Lynch" του Λονδίνου, η οποία δεν πληρώθηκε κατά τη λήξη της, ελλείψει υπολοίπου.
Στη συνέχεια η ίδια εναγομένη, εγχείρισε στον ενάγοντα και νέα επιταγή 20.000.000 δρχ εκδόσεως 12-10-1999, από λογαριασμό της "HTC ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΥΨΗΛΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ" στην Τράπεζα Πίστεως χωρίς να θέσει την σφραγίδα της εταιρίας, η οποία, εμφανισθείσα την 18-10-1999, επίσης δεν πληρώθηκε, ελλείψει επαρκούς υπολοίπου.
Τα παραπάνω γεγονότα, δεν αμφισβητήθηκαν από τις εναγόμενες (άρθρο 261 ΚΠολΔ). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, μετά από καταγγελίες πελατών της πρώτης εναγομένης διενεργήθηκε έρευνα από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, κατά την οποία, διαπιστώθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η εν λόγω εναγομένη α) παρείχε επενδυτικές υπηρεσίες διαχείρισης χαρτοφυλακίου σε επενδυτές, χωρίς να της έχει παρασχεθεί άδεια από την ως άνω Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, κατά παράβαση των άρθρων 3 παρ.10 και 4 του Νόμου 2396/1996, β) δεν κατέγραφε τις εντολές πελατών της, γ) είχε μεγάλο έλλειμα στο ταμείο της και δ) δεν ενέγραφε στις πινακίδες της εταιρίας την ένδειξη ΕΛΔΕ και έτσι οι επενδυτές μπορούσαν να παραπλανηθούν ως προς το αντικείμενο της δραστηριότητάς της.
Με την με αριθμό 7Β/187/21-3-2000 απόφασή της, η ως άνω επιτροπή απαγόρευσε την λειτουργία της πρώτης εναγομένης. Ο εναγόμενος Ι.Π. γνώριζε ότι η ως άνω εταιρία (πρώτη εναγομένη) - στην οποία συμμετείχαν με τις προαναφερόμενες ιδιότητες, η σύζυγός του, τρίτη εναγομένη και ο πεθερός του, τέταρτος εναγόμενος - δεν μπορούσε να ενεργεί νόμιμα επενδυτικές πράξεις και να λαμβάνει χρήματα από επενδυτές, ωστόσο παρέστησε ψευδώς στον ενάγοντα ότι μπορούσε αυτός να επενδύσει το προαναφερθέν ποσό της αποζημίωση, λόγω συνταξιοδοτήσεως με ασφάλεια και ότι η εταιρία αυτή λειτουργούσε νόμιμα, ότι ήταν φερέγγυα, όπως και ο ίδιος.
Όμως, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η εταιρία δεν λειτουργούσε νόμιμα και δεν θα διασφαλιζόταν το προς επένδυση δοθέν ως άνω ποσό, γεγονός που γνώριζαν και οι λοιποί εναγόμενοι, οι οποίοι διαβεβαίωσαν και αυτοί τα ίδια στον ενάγοντα, όταν ο Ι.Π. τον έφερε σε επαφή με αυτούς στα γραφεία της ως άνω εταιρίας αποκρύπτοντάς του ότι η εταιρία δεν μπορούσε να μετέρχεται επενδυτικές πράξεις.
Ψευδώς εξάλλου ο Ι. Π., όπως και οι τρίτη, τέταρτος και έκτος εναγόμενοι διαβεβαίωσαν τον ενάγοντα ότι η επένδυσή του θα ήταν εξασφαλισμένη, λόγω της μεγάλης οικονομικής επιφάνειάς τους, με ακίνητη περιουσία, καθόσον δεν είχαν τέτοια πρόθεση, αρνούμενοι, όταν εκείνος ζήτησε την απόδοση των χρημάτων του, να του παράσχουν εμπράγματες ασφάλειες, όπως του είχαν υποσχεθεί, γεγονότα τα οποία επίσης δεν αμφισβητήθηκαν από τους εναγομένους (άρθρ. 261 ΚΠολΔ).
Σχετικά εξάλλου με τον τίτλο της αμερικάνικης εταιρίας "ΚΟΓΙΟΤ ΤΗΛΕΚΟΜΟΥΝΙΚΕΣΙΟΝ", που κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή παρέδωσε ο Ι. Π. στον ενάγοντα προκειμένου να τον πείσει να αποφασίσει την ως άνω επένδυση των 41.118.056 δρχ, δεν αποδείχθηκε ότι το γεγονός αυτό έλαβε χώρα πριν από την απόφαση του ενάγοντος να προβεί στην ως άνω επένδυση, αλλά ότι αυτό συνέβη αργότερα, όταν δηλαδή αυτός διεκδικούσε τα χρήματά του από τους εναγομένους, η επικαλούμενη επομένως συμπεριφορά του εναγομένου Ι.
Π. σχετικά με το γεγονός αυτό δεν συνδέεται αιτιωδώς με την απόφαση του ενάγοντος να προβεί στην επένδυση των παραπάνω χρημάτων του, και την επικαλούμενη ζημία του. Αποδείχθηκε, τέλος, ότι οι προαναφερθέντες εναγόμενοι, προέβησαν στις ψευδείς ως άνω παραστάσεις προς τον ενάγοντα για να τον πείσουν να καταθέσει τα χρήματά του (41.118.056 δρχ) στην πρώτη εναγομένη, προκειμένου να περιποιήσουν σ' αυτήν παράνομα περιουσιακά οφέλη, με αποτέλεσμα να προκαλέσουν περιουσιακή ζημία στον ενάγοντα, που κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής ανερχόταν στο ως άνω ποσό των 41.118.056 δρχ.
Ευθύνονται επομένως προς αποκατάσταση της ζημίας αυτής που υπέστη ο ενάγων τόσο τα ως άνω φυσικά πρόσωπα, όσο και η πρώτη εναγομένη εταιρία που έλαβε το ως άνω ποσό και για λογαριασμό της οποίας ενεργούσαν η τρίτη και τέταρτος εναγόμενοι, ως νόμιμοι εκπρόσωποι αυτής, με την προαναφερθείσα ιδιότητά τους, στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους [...].
Ωστόσο από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη παραδεκτώς, όπως προαναφέρθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με αρ. 4739/2008 απόφαση του Ε' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων έχει λάβει από τις εναγόμενες "το κεφάλαιο των 51.000.000 δρχ και 16.500 δολ. ΗΠΑ", όπως ακριβώς ο ίδιος κατέθεσε ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου (βλ.
σελ. 21 της εν λόγω απόφασης). Επομένως αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενες (πρώτη και τρίτη) έχουν αποκαταστήσει στον ενάγοντα μετά την άσκηση της αγωγής την προκληθείσα σ' αυτόν ζημία των 41.118.056 δρχ ή 72.066,27 ευρώ. Ο δε ισχυρισμός αυτού ότι η καταβολή των 17.000.000 δρχ έγινε έναντι τόκων και εξόδων, πέραν της αοριστίας του, καθόσον δεν προσδιορίζει το ύψος αυτών, είναι και αβάσιμος καθόσον, ο ίδιος με την προαναφερθείσα κατάθεσή του ενώπιον του ποινικού Δικαστηρίου, ομολόγησε ότι έλαβε το κεφάλαιο της ζημίας.
Κατά συνέπεια πρέπει ν' απορριφθεί η αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, ως προς το κεφάλαιο αυτό της αποζημίωσης και να επιδικαστούν στον ενάγοντα μόνον οι αιτηθέντες με την αγωγή νόμιμοι τόκοι υπερημερίας του ως άνω ποσού της αποζημιώσεως, από την επίδοση της αγωγής μέχρι της ημερομηνίας που εξοφλήθηκε το εν λόγω ποσό των 41.118.056 δρχ ή 72.066,27 ευρώ.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από την αδικοπραξία της τρίτης, τετάρτου, πέμπτου και έκτου των εναγομένων ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να του επιδικασθεί το ποσό των 2.000 Ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών, κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, του βαθμού υπαιτιότητας των εναγομένων (δόλος) της επελθούσης στον ενάγοντα ζημίας, καθώς και της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των διαδίκων μερών […]|».
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, ως προς το τρίτο σκέλος του, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 423 ΑΚ, με την παραδοχή της ότι έχει εξοφληθεί το κεφάλαιο και όχι οι τόκοι και τα έξοδα της απαίτησής του για ζημία. Οι ως άνω παραδοχές του Εφετείου, όμως, ότι μετά την άσκηση της αγωγής οι πρώτη και τρίτη εναγόμενες κατέβαλαν στον ενάγοντα το κεφάλαιο των 51.000.000 δραχμών και των 16.500 δολαρίων ΗΠΑ και έχουν αποκαταστήσει τη ζημία του των 41.118.056 δραχμών ή 72.066,27 Ευρώ, αποδεικνυομένης της καταβολής του κεφαλαίου της ζημίας και από εξώδικη ομολογία του, δικαιολογούν την εφαρμογή της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 423 ΑΚ, ως προς τη σειρά καταλογισμού της παροχής που δέχθηκε το Εφετείο, σύμφωνα και με τη νομική σκέψη που προεκτέθηκε στην παρούσα απόφαση. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, ως προς το τρίτο σκέλος του, είναι, αναφορικά με τον παριστάμενο αναιρεσίβλητο Β. Β. αβάσιμος.
[V] Σύμφωνα με το άρθρο 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο για τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο αυτό. Ανάμεσα στους λόγους αυτούς δεν περιλαμβάνονται και οι παραδρομές, κατά τη σύνταξη της απόφασης, εξαιτίας των οποίων έγιναν λάθη γραφικά ή λογιστικά, για τη διόρθωση των οποίων προβλέπουν ειδικά τα άρθρα 315 επ. ΚΠολΔ, αφού δεν αποτελούν διαγνωστικά σφάλματα του δικαστηρίου, που αναφέρονται στην ερμηνεία και στην εφαρμογή ουσιαστικής διάταξης (πρβλ ΑΠ 1672/2001). Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι ενώ η τελευταία δέχθηκε να επιδικασθούν στον ενάγοντα οι αιτηθέντες με την αγωγή νόμιμοι τόκοι υπερημερίας της αποζημίωσης του ποσού των 41.118.056 δραχμών, από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ημερομηνία που εξοφλήθηκε το ποσό αυτό, κατά την μετατροπή του σε Ευρώ, υπολόγισε το άνω ποσό σε 72.066,27 Ευρώ, αντί του ορθού 120.669,27 Ευρώ, επί του ποσού δε των 72.066,27 ευρώ υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν τους νόμιμους τόκους υπερημερίας. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, αφού η επικαλούμενη πλημμέλεια συνιστά λογιστικό λάθος και δεν ιδρύει αναιρετικό λόγο, αλλά λόγο διόρθωσης της απόφασης από το δικαστήριο που την εξέδωσε.
[VΙ] Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, συντρέχει όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 25/2004, ΑΠ 275/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ.19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται η πλημμέλεια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες διότι: α) ενώ δέχεται να επιδικασθούν στον ενάγοντα μόνο οι αιτηθέντες με την αγωγή νόμιμοι τόκοι υπερημερίας του κεφαλαίου των 41.118.056 δραχμών από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ημερομηνία που εξοφλήθηκε το εν λόγω ποσό, δεν ορίζει ημεροχρονολογία μέχρι την οποία πρέπει να καταβληθούν οι τόκοι και β) ενώ δέχεται ότι ο εκ των εναγομένων Σ.
Π. ως νικήσας διάδικος δικαιούται να λάβει δικαστική δαπάνη από τον ενάγοντα, στο διατακτικό της καταδικάζει τους εναγομένους - εφεσιβλήτους (χωρίς να τον εξαιρεί) σε μέρος της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος Π.Κ.. Ο λόγος αυτός ως προς το πρώτο σκέλος του είναι προεχόντως απαράδεκτος, ένεκα αοριστίας, διότι ο αναιρεσείων δεν παραθέτει στο αναιρετήριο τη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε (ΑΠ 326/2018, ΑΠ 69/2016, ΑΠ 1454/2014).
Σε κάθε δε περίπτωση είναι απαράδεκτος και διότι δεν αφορά αιτιολογίες κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, δηλαδή ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στις οποίες στήριξε την κρίση του για την συνδρομή των όρων εφαρμογής ουσιαστικής διάταξης. Παρέλκει δε η έρευνα του δεύτερου σκέλους του λόγου αυτού, καθόσον αφορά κεφάλαιο σχετικό με τον έκτο αναιρεσίβλητο Σ.
Π., ως προς τον οποίο δεν εισάγεται να συζητηθεί η αίτηση αναίρεσης.
[VΙI] Εξάλλου ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ καθιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" δε, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι έφεσης, που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή μη έχοντα αυτοτέλεια επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1/2019, ΑΠ 933/2018).
Ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν από εσφαλμένη εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, το οποίο παραδεκτά ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τα στηρίζοντα το δικαίωμα και εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά (ΑΠ 1734/2019, ΑΠ 866/2017, ΑΠ 38/2016). Στην ένδικη περίπωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, ως προς το πρώτο σκέλος του, από τον αριθ. 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων βάλει κατά της απόφασης του Εφετείου διότι απέρριψε σχετικό λόγο έφεσής του ως μη νόμιμο, επειδή δήθεν ζητήθηκε αλλοδαπό νόμισμα και όχι ημεδαπό, ενώ ο ενάγων στο δικόγραφο της αγωγής του είχε μετατρέψει το ποσό των δολαρίων σε ημεδαπό νόμισμα, με τιμή ισοτιμίας 305 δραχμές ανά δολάριο ΗΠΑ, κονδύλιο που η εκκαλούμενη απόφαση είχε δεχθεί ως νόμιμο και το είχε απορρίψει κατ' ουσίαν.
Ότι, έτσι, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι στο ιστορικό της ο ενάγων υπολόγισε αρχικά το ποσό των 16.630,625 δολαρίων ΗΠΑ στο ποσό των 5.000.000 δραχμών, στη συνέχεια όμως, τόσο στο ιστορικό, ανακεφαλαιώνοντας τις αξιώσεις του, όσο και στο αιτητικό της (με στοιχείο Ε' αίτημα) ζήτησε να του καταβληθεί αυτούσιο το ποσό των 16.630,625 δολαρίων ΗΠΑ, με το νόμιμο τόκο.
Επομένως, το Εφετείο, αφού απάντησε στο σχετικό λόγο έφεσης και τον απέρριψε, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, έλαβε υπόψη του τόσο το λόγο αυτό, καθώς και τους αγωγικούς ισχυρισμούς που θεμελίωναν το αίτημα της αγωγής για καταβολή αυτούσιου αλλοδαπού νομίσματος. Άρα ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, ως προς το πρώτο σκέλος του, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου, από τον αριθ.15 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, για ανάκληση, παρά το νόμο, της συνεκκαλουμένης, με αριθμό 2526/2001 προδικαστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κρίνει ως νόμιμη την αγωγή, τυγχάνει απαράδεκτος διότι η διάταξη του αριθ.15 αρθρ. 559 ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται "αν παρά το νόμο ανακλήθηκε οριστική απόφαση", δεν ιδρύεται όταν ανακαλείται μη οριστική απόφαση (ΑΠ 504/2011, ΑΠ 140/2006). Εάν δε εκτιμηθεί ο λόγος αυτός ως ανάκληση της παραπάνω απόφασης κατά το μέρος που με οριστική της διάταξη έκρινε νόμιμη την αγωγή, κατά παράβαση του άρθρ. 309 εδ.α' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι "Οι αποφάσεις που αποφαίνονται οριστικά σε κύρια ή παρεμπίπτουσα αίτηση δεν μπορούν μετά τη δημοσίευσή τους να ανακαλούνται από το δικαστήριο που τις εξέδωσε", είναι ωσαύτως απαράδεκτος, διότι η ως άνω απαγόρευση αφορά ανάκληση οριστικής απόφασης από το δικαστήριο που την εξέδωσε και δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος κατά απόφασης που εκδίδεται επί ασκηθέντος ενδίκου μέσου κατά της πρωτόδικης απόφασης (ΑΠ 755/2012, ΑΠ 692/2011, ΑΠ 357/2008).
[VIIΙ] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ.α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει". Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται αν το δικαστήριο έχει εισέλθει στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα μη προβλεπόμενα από τις διατάξεις των άρθρων 335 επ.
ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/1987, ΑΠ 1043/2013, ΑΠ 394/2012), καθώς και όταν το αποδεικτικό μέσο περιλαμβάνεται στα προβλεπόμενα από το άρθρ. 339 ΚΠολΔ, δεν επιτρέπεται όμως η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση, λόγω της φύσης της υπόθεσης (ΑΠ 639/2009), ή όταν προβλέπεται απόδειξη μόνο με συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1698/1986). Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο και τελευταίο λόγο της αίτησης, από το αριθ.11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με τις ουσιαστικές του παραδοχές έκρινε ως αποδεδειγμένο γεγονός πως η πρώτη και η τρίτη εναγόμενες μετά την άσκηση της αγωγής κατέβαλαν στον ενάγοντα τα ποσά κεφαλαίου των 51.000.000 δραχμών και των 16.500 δολαρίων ΗΠΑ, λαμβάνοντας υπόψη ως αποδεικτικό μέσο την ομολογία του ενάγοντος, που περιέχεται στην με αριθμό 4739/2008 ποινική απόφαση του Ε' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, η οποία όμως στη συνέχεια αναιρέθηκε, με την με αριθμό 2139/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Ο λόγος αυτός της αίτησης είναι απαράδεκτος, διότι δεν συνιστά μη επιτρεπόμενο από το νόμο αποδεικτικό μέσο η λήψη υπόψη, προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, των μαρτυρικών καταθέσεων που περιέχονται στα πρακτικά αναιρεθείσας ποινικής απόφασης, καθόσον η τελευταία αναιρείται και δεν ισχύει ως προς το διατακτικό της, όχι δε και ως προς τις καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται σ' αυτήν, δεδομένου και του ότι κατά τα άρθρα 140 και 141 Κ.Π.Δ τα πρακτικά συνεδρίασης διακρίνονται από τη σύνταξη της απόφασης κατ' άρθρ. 144 του ίδιου Κώδικα.
Κατ' ακολουθίαν, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, ως προς τον πέμπτο αναιρεσίβλητο Β. Β..Ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου αυτού, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του, που περιέχεται, κατόπιν δήλωσης του πληρεξουσίου δικηγόρου του, στα ταυτάριθμα πρακτικά συνεδρίασης (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει ματαιωμένη τη συζήτηση της από 14-12-2010 αίτησης αναίρεσης ως προς τους πρώτη, δεύτερη, τρίτο, τέταρτο και έκτο των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, εταιρία με την επωνυμία "HTC ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΒΙΒΑΣΗΣ ΕΝΤΟΛΩΝ", Ε. Μ., Δ. Μ., Ι. Π. και Σ. Π..
Απορρίπτει την από 14-12-2010 αίτηση του Π. Κ., για αναίρεση της με αριθμό 4470/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ως προς τον πέμπτο αναιρεσίβλητο Β. Β..
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του παραπάνω πέμπτου αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ