Legislator Case Law & Legislation
692/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against insurance company's liability for car accident damages due to failure to notify transfer of vehicle ownership.

Case Number 692/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision to hold the insurance company liable for accident damages. The court found that the insured vehicle's ownership had been transferred to the appellant, who failed to notify the insurer of this change, causing the insurance contract to lapse before the accident occurred. Consequently, the insurer was legally obligated to pay the agreed compensation, and the appellant's claim for reversal was rejected as unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 68, 556, 558 of the Code of Civil Procedure; The insurer is liable for damages if the insured fails to notify the transfer of vehicle ownership, resulting in the lapse of the insurance contract prior to the accident.

Keywords

AI generated
insurance contract lapse transfer of vehicle ownership duty to notify insurer insurance liability civil procedure appeal statutory notice requirement damages compensation

Cited Legislation

AI generated
Article 68 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 19 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 692 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 692/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Λούκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Γ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μπρόβα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "VICTORIA A.A.E. ΖΗΜΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Παγώνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Χ. Π. του Κ., 3) Β. Χ. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/4/2006 αγωγή της πρώτης των ήδη αναιρεσιβλήτων, την από 15/7/2006 αγωγή του τρίτου των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 14/6/2006 παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27617/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 891/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29/10/2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση ανέγνωσε την από 3/1/2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του λόγου της αναίρεσης κατά το μέρος που αποδίδονται στην απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 15 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και την παραδοχή αυτού κατά το μέρος που αποδίδεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τον αναιρεσείοντα 677Β/15-6-2010 και 667Β/14-6-2010 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης Α. Ν. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους δεύτερο αναιρεσίβλητο και τρίτο από τους αναιρεσιβλήτους (Χ. Π. και Β. Χ.). Οι αναιρεσίβλητοι αυτοί δεν εμφανίστηκαν κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο στη σειρά της, ούτε κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και, επομένως, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των εν λόγω αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

ΙΙ. Από το συνδυασμό των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά του νικήσαντος αντιδίκου του αναιρεσείοντος όχι δε και κατά του ομοδίκου του ως προς τον οποίο είναι απαράδεκτη, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος, εφόσον η απόφαση δεν περιέχει διάταξη υπέρ αυτού, η οποία να βλάπτει τον αναιρεσείοντα (ΟλΑΠ 24/1997).

Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, επομένως, κατά το μέρος της με το οποίο στρέφεται κατά του ομοδίκου του αναιρεσείοντος τρίτου αναιρεσιβλήτου Β. Χ., εφόσον δεν περιέχεται υπέρ αυτού και εις βάρος του αναιρεσείοντος διάταξη στην προσβαλλόμενη απόφαση, είναι απαράδεκτη και απορριπτέα. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ. 1 και 577 παράγραφοι 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, μεταξύ των στοιχείων που απαιτούνται για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, είναι να περιέχεται στο δικόγραφο αυτής ένας τουλάχιστον σαφής και ορισμένος λόγος αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 του ίδιου κώδικα, διαφορετικά η αίτηση απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη.

Στην προκείμενη περίπτωση η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απευθύνεται και κατά του Χ. Π., δευτέρου αναιρεσιβλήτου, η εναντίον του οποίου παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, έγινε δεκτή, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση. Όμως, με την κρινόμενη αίτηση δεν προβάλλεται κανένας λόγος αναίρεσης, σχετικά με τη διάταξη της προσβαλλόμενης, που δέχθηκε την άνω παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, εναντίον του αναιρεσιβλήτου Χ.

Π.. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση είναι απαράδεκτη και κατά το μέρος που στρέφεται κατά του άνω αναιρεσιβλήτου.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 15 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παρά το νόμο ανακλήθηκε οριστική απόφαση. Εξάλλου, κατά το εδάφιο α' της διάταξης άρθρο 309 του ίδιου κώδικα, οι αποφάσεις που αποφαίνονται οριστικά σε κύρια ή παρεμπίπτουσα αίτηση δεν μπορούν μετά τη δημοσίευσή τους να ανακαλούνται από το δικαστήριο που τις εξέδωσε.

Κατά δε το εδάφιο β' της ίδιας διάταξης, όσες αποφάσεις δεν κρίνουν οριστικά, μπορούν είτε αυτεπαγγέλτως είτε με πρόταση κάποιου διαδίκου που υποβάλλεται μόνο στη διάρκεια της συζήτησης της υπόθεσης και όχι αυτοτελώς, να ανακληθούν σε κάθε στάση της δίκης από το δικαστήριο που τις εξέδωσε εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο από την πρώτη από αυτές (αριθμός 15 άρθρου 559) προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης αποτελεί κύρωση του ως άνω εδαφίου α' της δεύτερης από τις εν λόγω διατάξεις (άρθρου 309) και προϋποθέτει α) ότι η ανακαλούμενη απόφαση είναι οριστική και β) ότι και οι δύο αποφάσεις (ανακαλούσα και ανακαλούμενη) είναι του ίδιου δικαστηρίου.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δίκασε α) έφεση της πρώτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας και β) επικουρική έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 27617/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία είχε απορρίψει την κύρια αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας για αποζημίωση, που προκλήθηκε από την παράβαση του ασφαλιστικού βάρους της παράλειψης γνωστοποίησης σ' αυτήν της μεταβολής της κατοχής του αυτοκινήτου, το οποίο αυτοκίνητο προκάλεσε ζημίες σε άλλον τρίτο, και η οποία αγωγή στρεφόταν κατά του οδηγού του ασφαλισμένου αυτοκινήτου (δεύτερου αναιρεσίβλητου), του ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου (τρίτου αναιρεσίβλητου) και του κατόχου του αυτοκινήτου (αναιρεσείοντος), την αγωγή που άσκησε ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου κατά του κατόχου και του οδηγού, καθώς και την παρεμπίπτουσα αγωγή του κατόχου (αναιρεσείοντος) κατά του οδηγού.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε την έφεση της ενάγουσας της κύριας αγωγής ασφαλιστικής εταιρίας (πρώτης αναιρεσίβλητης), καθώς και την επικουρική έφεση του κατόχου του αυτοκινήτου (αναιρεσείοντος) και ακολούθως δέχθηκε την κύρια αγωγή υποχρεώνοντας τους εναγομένους να αποζημιώσουν την ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία, καθώς και την παρεμπίπτουσα αγωγή του κατόχου υποχρεώνοντας τον υπαίτιο οδηγό να τον αποζημιώσει.

Το Εφετείο δέχθηκε τις εφέσεις επειδή σύμφωνα με τα αποδειχθέντα "η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία δεν έλαβε γνώση της μεταβολής της κατοχής του αυτοκινήτου ούτε κατά το προσυμβατικό στάδιο, κατά το οποίον είχε υποχρέωση να της γνωστοποιήσει το γεγονός αυτό, ο δεύτερος εναγόμενος, ως ιδιοκτήτης και αντισυμβαλλόμενος, αφού τα βάρη, κατά το στάδιο αυτό βαρύνουν μόνον τον ίδιο, δεδομένου ότι η μεταβολή είχε λάβει χώρα, πριν τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης, αλλά ούτε και μετά τη σύναψη της σύμβασης, οπότε παρόμοια υποχρέωση είχαν αφενός ο ίδιος, ως ιδιοκτήτης (αντισυμβαλλόμενος), ο οποίος εξακολουθεί να βαρύνεται, μετά τη σύναψη της συμβάσεως, λόγω της ιδιότητάς τους αυτής, έστω και εάν δεν είχε σχέση με το αυτοκίνητο, ως κάτοχος ή οδηγός και αφετέρου οι θεωρούμενοι ως ασφαλισμένοι, πρώτος και τρίτος εναγόμενοι, οδηγός και κάτοχος αντίστοιχα, δηλαδή άπαντες οι προαναφερόμενοι, δεν της γνωστοποίησαν το γεγονός της μεταβιβάσεως της κατοχής και χρήσης του οχήματος στον προστήσαντα, ήδη αναιρεσείοντα.

Με το πρώτο μέρος του μοναδικού λόγου της αναίρεσης ο αναιρεσείων, κάτοχος του ζημιογόνου αυτοκινήτου αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την προαναφερόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 15 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο ανακάλεσε την απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία είχε κρίνει ότι δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 12 παρ. 3 και 4 της Κ4/585/1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου (παράβαση ασφαλιστικού βάρους κατά τη διάρκεια της σύμβασης), και ότι αντίθετα στη συγκεκριμένη περίπτωση θα μπορούσε να εφαρμοστεί μόνο το προβλεπόμενο από το άρθρο 12 παρ. 2 της ίδιας υπουργικής απόφασης ασφαλιστικό βάρος, το οποίο βαρύνει μόνο τον αντισυμβαλλόμενο.

Ο λόγος της αναίρεσης κατά το ανωτέρω μέρος, σύμφωνα με όσα αναπτύσσονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, είναι απαράδεκτος.

IV. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμός 8 περίπτωση α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που δεν προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι, εφόσον προταθούν νόμιμα, στηρίζουν κατά νόμο αγωγή, ένσταση ή άλλη αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων προς παροχή έννομης προστασίας (ΑΠ 11/1996).

Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι και εκείνοι με την αποδοχή των οποίων μεταβάλλεται η βάση της αγωγής (ΑΠ 276/1998). Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο μέρος του λόγου της αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την προαναφερόμενη πλημμέλεια, ήτοι ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη βάση της αγωγής που θεμελιώνεται στο άρθρο 12 παράγραφος 2 της Κ4/585/1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου, με το οποίο επιβάλλεται στον αντισυμβαλλόμενο με την ασφαλιστική εταιρία να γνωστοποιεί σ' αυτήν κατά τη σύναψη της σύμβασης κάθε στοιχείο που μπορεί να έχει επίδραση στην αναδοχή των κινδύνων και τον υπολογισμό των ασφαλίστρων, η οποία δεν περιεχόταν στην αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας κατά του ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου και αντισυμβαλλομένου της στη σύμβαση ασφάλισης, του ίδιου, ως κατόχου του αυτοκινήτου και δεύτερου αναιρεσιβλήτου, ως οδηγού του αυτοκινήτου.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο πράγματι θεμελιώνει την ευθύνη του ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου τόσο στην παράβαση του ασφαλιστικού βάρους ενημέρωσης κατά τη σύναψη της σύμβασης, όσο και στην παράβαση αυτού κατά τη διάρκεια της σύμβασης (άρθρο 12 παράγραφος 3 της Κ4/585/1978), στην θεμελιώνει και την ευθύνη του αναιρεσείοντος κατόχου και του οδηγού του αυτοκινήτου, πλην όμως από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι σ' αυτή περιέχεται βάση για ευθύνη και κατά του αναιρεσείοντος με περιγραφή αυτής (ευθύνης), έτσι ώστε η ανεύρεση της διάταξης που είναι εφαρμοστέα έγινε αρμοδίως από το δικαστήριο.

Ο λόγος της αναίρεσης, επομένως, κατά το μέρος που αποδίδει πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

V. Κατά το άρθρο 8 παράγραφος 1 της Κ4/585/1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ. 5 του Ν 498/1976, και ίσχυε κατά το χρόνο επέλευσης του ένδικου αυτοκινητικού ατυχήματος, "πάσα μεταβολή της κυριότητος ή κατοχής του οχήματος, επιφέρει μετά πάροδον δέκα πέντε ημερών την αυτοδικαίαν λύσιν της ασφαλιστικής συμβάσεως εκτός αν εντός της αυτής προθεσμίας ο μέχρι τούδε αντισυμβαλλόμενος ή νέος κύριος ή κάτοχος ζητήσουν δι' εγγράφου των περιέχοντος τα ακριβή στοιχεία της μεταβολής, την συνέχισιν της ασφαλιστικής καλύψεως και ο ασφαλιστής δεν αποποιηθεί εγγράφως την αίτησιν εντός 10 ημερών από της λήψεώς της.

Εις την περίπτωσιν αυτήν, η ασφαλιστική σύμβασις λύεται από της αποποιήσεως της αιτήσεως ή μετά πάροδον 16 ημερών από της αποποιήσεως εάν έχουν προκαταβληθή δια το χρονικόν τούτο διάστημα τα ασφάλιστρα". Περαιτέρω, στο άρθρο 12 παράγραφοι 2, 3 και 4 της ίδιας Υπουργικής Απόφασης ορίζονται τα ακόλουθα: "2. Κατά την σύναψιν της ασφαλιστικής συμβάσεως, ο αντισυμβαλλόμενος υποχρεούται να γνωστοποιή εις τον ασφαλιστήν τα στοιχεία του κυρίου ή κατόχου του οχήματος και να γνωρίζει εις αυτόν παν αιτούμενον στοιχείον ή περιστατικόν, δυνάμενον να έχη επίδρασιν επί της αναδοχής των κινδύνων και του υπολογισμού των καταβλητέων ασφαλίστρων. 3.

Διαρκούσης της συμβάσεως, ο αντισυμβαλλόμενος και οι ασφαλισμένοι υποχρεούνται να γνωστοποιούν εις τον ασφαλιστήν εντός τριών εργασίμων ημερών αφ' ης έλαβον γνώσιν πάσαν μεταβολήν των εν τη παραγράφω 2 του παρόντος άρθρου στοιχείων ως και παν περιστατικόν δυνάμενον να μεταβάλη ή να επιτείνη τον κίνδυνον καθώς και πάσαν μεταβολήν της κυριότητος ή κατοχής του οχήματος. 4.

Εν περιπτώσει παραβάσεως των ως άνω ασφαλιστικών βαρών ή εκ δόλου ή βαρείας αμελείας του αντισυμβαλλομένου ή τινός των ησφαλισμένων, ούτος υποχρεούται να αποκαταστήσει οιονδήποτε ποσόν αποζημιώσεως και εξόδων εις άτινα ήθελεν υποβληθή ο ασφαλιστής εκ της παραβάσεως ταύτης". Τέλος, κατά την παράγραφο 1 εδ α' του άρθρου 6 του Ν 489/1976 "η ασφάλιση πρέπει να καλύπτει την αστική ευθύνη του κυρίου, του κατόχου και κάθε οδηγού ή προστηθέντος για την οδήγηση ή υπεύθυνου του ασφαλισμένου αυτοκινήτου".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι επιβάλλεται από το νόμο ασφαλιστικό βάρος στον αντισυμβαλλόμενο στην σύμβαση ασφάλισης αυτοκινήτου κατά το προσυμβατικό στάδιο να γνωστοποιεί στον ασφαλιστή τα στοιχεία του κυρίου και του κατόχου ή οχήματος (παράγραφος 2 του άρθρου 12), και κατά τη διάρκεια της σύμβασης και πριν την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης επιβάλλεται το ασφαλιστικό βάρος για τη γνωστοποίηση στον ασφαλιστή την τυχόν μεταβολή των στοιχείων που αναφέρονται στην ανωτέρω παράγραφο μέσα σε τρεις εργάσιμες ημέρες από όταν έλαβαν γνώση αυτής, στον αντισυμβαλλόμενο και στους ασφαλισμένους.

Οι έννομες συνέπειες της παράβασης από τον αντισυμβαλλόμενο ή τον ασφαλισμένο των ανωτέρω ασφαλιστικών βαρών ρυθμίζονται από την παρατιθέμενη παραπάνω παράγραφο 4 του άρθρου 12 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: "Στις 15-7-2005 και περί ώρα 10.40' πρωϊνή ο πρώτος εναγόμενος και παρεμπιπτόντως εναγόμενος οδηγώντας το υπ' αριθμ ...

ΔΧΦ αυτοκίνητο (βυτιοφόρο), ιδιοκτησίας του δεύτερου εναγομένου, το οποίον ανήκε κατά κατοχήν στον τρίτο εναγόμενο και παρεμπιπτόντως ενάγοντα, κινούνταν στην περιφερειακή εθνική οδό Θεσσαλονίκης-Βέροιας, για προσωπικούς του δε λόγους, το στάθμευσε για μικρό χρονικό διάστημα, κοντά σε παρακείμενο πρατήριο υγρών καυσίμων, που βρίσκεται στο 12ο χιλμ της άνω οδού, χωρίς όμως να μεριμνήσει για την ασφάλεια του αυτοκινήτου που οδηγούσε και συγκεκριμένα, σε ασφαλές δέσιμο του χειρόφρενου, ενόψει μάλιστα του γεγονότος ότι ήταν έμφορτο με καύσιμη ύλη, με αποτέλεσμα συνεπεία της κατηφορικής κλίσεως του οδοστρώματος, να κινηθεί ανεξέλεγκτα, προς τα πίσω, λόγω της βαρύτητας και αφού εισήλθε κάθετα στο οδόστρωμα της άνω οδού, προσέκρουσε με το εμπρόσθιο τμήμα του στη δεξιά πλευρά, του κανονικά κινουμένου, στην άνω οδό υπ' αριθμ ...

ΔΧ υπεραστικού αυτοκινήτου, στο οποίο προκάλεσε εκτεταμένες υλικές ζημιές, εξαιτίας των οποίων και καταστράφηκε αυτό ολοσχερώς. Ακόμη, αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος εναγόμενος, με σύμβαση ασφαλίσεως που συνήψε με την ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία, είχε ασφαλίσει το άνω αυτοκίνητό του, για τις έναντι τρίτων υλικές ζημίες, στην τελευταία, με το υπ' αριθμ 1902307666/2003 ασφαλιστήριο συμβόλαιο, από 22-11-2004 ενώ προηγουμένως, με το από 21-9-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό με άτυπη σύμβαση το παραχώρησε κατά κατοχή και χρήση, στις 21-9-2004, στον τρίτο εναγόμενο και παρεμπιπτόντως ενάγοντα, για τις επαγγελματικές υποχρεώσεις του, όπως δεν αμφισβητείται.

Ο τελευταίος προσέλαβε με σχέση προστήσεως τον άνω οδηγό, κάτι που δεν αμφισβητείται, ο οποίος όπως προαναφέρθηκε, ενεπλάκη στο ένδικο τροχαίο ατύχημα. Η άνω σύμβαση ασφαλίσεως είχε συναφθεί με βάση τις ισχύουσες διατάξεις του νόμου 489/1976, όπως τροποποιήθηκε έκτοτε και ΥΑΕ Κ4/585/78 (ΦΕΚ 795/8-4-1978), που τέθηκαν υπόψη του αντισυμβαλλομένου-ασφαλιζομένου κυρίου, έγιναν αποδεκτές από αυτόν και αποτέλεσαν συμβατικούς όρους, κατά τη ρητή μνεία και της πρώτης σελίδας του ασφαλιστηρίου συμβολαίου.

Ο τελευταίος, όπως προαναφέρθηκε, το ανωτέρω αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, το παραχώρησε κατά κατοχή και χρήση, στις 21-9-2004, στον τρίτο εναγόμενο και παρεμπιπτόντως ενάγοντα, ο οποίος, ως κάτοχος, το εκμεταλλευόταν, για την άντληση, από τη λειτουργία του οικονομικού οφέλους και ειδικότερα το χρησιμοποιούσε για την κάλυψη των αναγκαίων μετακινήσεων του υπαλλήλου του και υπαίτιου οδηγού Χ.

Π., τον οποίον αυτός, είχε προστήσει στην οδήγηση του παραπάνω αυτοκινήτου (βυτιοφόρο) και ειδικότερα το χρησιμοποιούσε, για την πραγματοποίηση μεταφορών υγρών καυσίμων. Ακόμη, αποδείχθηκε ότι ο προαναφερόμενος ιδιοκτήτης μολονότι είχε ήδη μεταβιβάσει, την κατοχή του άνω φορτηγού αυτοκινήτου, στις 21-9-2004, στον τρίτο εναγόμενο και παρεμπιπτόντως ενάγοντα, κατά τη σύναψη μεταγενέστερα, μετά πάροδο δύο (2) μηνών, της επίδικης ασφαλιστικής σύμβασης, στις 21-11-2004, δεν ενημέρωσε προς τούτο, δηλαδή κατά το προσυμβατικό στάδιο, την ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία, η οποία σημειωτέον δεν ενημερώθηκε, από αυτόν (ιδιοκτήτη) ούτε και μετά τη σύναψη αυτής (ασφαλιστικής σύμβασης), εντός προθεσμίας τριών (3) ημερών.

Έτσι για τη μεταβολή της κατοχής του ζημιογόνου οχήματος δεν έγινε η αναγκαία, κατά το νόμο και την προαναφερθείσα σύμβαση, γνωστοποίηση στην ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία, με αποτέλεσμα, παρά το γεγονός ότι είχε επέλθει η ακύρωση της ασφαλιστικής σύμβασης, αυτή έκτοτε να παραμένει σε ισχύ, έναντι των τρίτων, όταν συνέβη το ένδικο ατύχημα.

Στη συνέχεια, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι αμέσως μετά το ατύχημα, το οποίον έλαβε χώρα, στις 15-7-2005, ο οδηγός του ζημιογόνου οχήματος Χ. Π. υπέβαλε προς την ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία, την από 18-7-2005 έγγραφη υπεύθυνη δήλωση ατυχήματος, στην οποίαν δεν ανέφερε, για τη μεσολαβήσασα πριν το ατύχημα μεταβολή της κατοχής, ανέφερε όμως για τις ζημιογόνες συνέπειες του ατυχήματος και συγκεκριμένα για την πρόκληση υλικών ζημιών, στα άνω εμπλακόντα, στο επίδικο ατύχημα, οχήματα, ενώ παρόμοια αναφορά δεν έγινε ούτε και κατά τη σύνταξη του από 15-7-2005 δελτίου οδικού τροχαίου ατυχήματος υλικών ζημιών, από τα αρμόδια όργανα της τροχαίας Σίνδου.

Συνεπώς, κατά τα προεκτεθέντα, η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία δεν έλαβε γνώση της μεταβολής της κατοχής ούτε κατά το προσυμβατικό στάδιο, κατά το οποίο είχε υποχρέωση να της γνωστοποιήσει το γεγονός αυτό, ο δεύτερος εναγόμενος, ως ιδιοκτήτης και αντισυμβαλλόμενος, αφού τα βάρη, κατά το στάδιο αυτό, βαρύνουν μόνον τον ίδιο, δεδομένου ότι η μεταβολή είχε λάβει χώρα, πριν τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης, αλλά ούτε και μετά τη σύναψη της σύμβασης, οπότε παρόμοια υποχρέωση είχαν αφενός ο ίδιος, ως ιδιοκτήτης (αντισυμβαλλόμενος), ο οποίος εξακολουθεί να βαρύνεται, μετά τη σύναψη της συμβάσεως, λόγω της ιδιότητάς τους αυτής, έστω και εάν δεν είχε σχέση με το αυτοκίνητο, ως κάτοχος ή οδηγός, και αφετέρου οι θεωρούμενοι ως ασφαλισμένοι, πρώτος και τρίτος εναγόμενοι, οδηγός και κάτοχος αντίστοιχα, δηλαδή άπαντες οι προαναφερόμενοι, δεν της γνωστοποίησαν το γεγονός της μεταβιβάσεως της κατοχής και χρήσης του οχήματος στον προστήσαντα, τον υπαίτιο πρώτο εναγόμενο οδηγό, τρίτο εναγόμενο.

Κατόπιν, αποδείχθηκε ότι μετά την επέλευση του ατυχήματος, η άνω ασφαλιστική εταιρία, προήλθε σε εξώδικο συμβιβασμό με την παθούσα και ιδιοκτήτρια του βλαβέντος αυτοκινήτου Π. Π., στην οποίαν και κατέβαλε, το συνολικόν ποσόν των 39.000 ευρώ. Κατά συνέπειαν, εφόσον η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία δεν είχε έγκαιρα πληροφορηθεί την γενόμενη μεταβολή της κατοχής του ένδικου αυτοκινήτου, δεν είχε δυνατότητα να καταγγείλει τη σύμβαση ασφαλίσεως (η οποία όπως προαναφέρθηκε ήδη είχε ακυρωθεί) και ακολούθως να προβεί στη γνωστοποίησή της, ώστε τουλάχιστον από τις 29-6-2005, να έχει επέλθει η λήξη της ασφαλιστικής συμβάσεως, προκειμένου να μη γεννάται ευθύνη της, από το ένδικο ατύχημα την 15-7-2005, δηλαδή μετά παρέλευση 16 ημερών, από τις 29-6-2005.

Επομένως, υπήρξε αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της επελθούσας, στην ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία ζημίας και της παραβάσεως του ασφαλιστικού βάρους, εκ μέρους των εναγομένων. Έτσι, αυτή (ενάγουσα) ασκώντας νόμιμο δικαίωμά της, ζητά με την ένδικη αγωγή της, ως αποζημίωσή της το παραπάνω ποσόν των 39.000 ευρώ, ενώ παρέλκει η έρευνα της σωρευόμενης, στο δικόγραφο της αγωγής βάσης, που αφορά τον επίδικο όρο εξαίρεσης από την ένδικη ασφαλιστική σύμβαση".

Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε την έφεση της ασφαλιστικής εταιρίας, καθώς και την επικουρική έφεση του αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει την κύρια αγωγή της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας και την αγωγή του αναιρεσείοντος και ακολούθως δέχθηκε τις αγωγές.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, εφόσον σύμφωνα με τις παραδοχές υπήρξε μεταβολή της κατοχής του αυτοκινήτου, και κάτοχος του αυτοκινήτου και κατά τη διάρκεια της σύμβασης ήταν ο αναιρεσείων, ο οποίος, σύμφωνα με τις διατάξεις που παρατίθενται στην αρχή της παραγράφου, βαρυνόταν με την υποχρέωση (ασφαλιστικό βάρος) να ειδοποιήσει την ασφαλιστική εταιρία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και ως εκ τούτου δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η οποία κατ' εκτίμηση προτείνεται, ούτε σε αυτήν από τον αριθμό του άρθρου 19 όπως προτείνεται με το τρίτο μέρος του λόγου αναίρεσης.

Ο λόγος της αναίρεσης επομένως κατά το τρίτο μέρος του είναι αβάσιμος.

VI. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης εταιρίας, η οποία παραστάθηκε και υποβλήθηκε σε δαπάνη.

ΓIA TOYΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-10-2009 αίτηση του Ν. Γ. για αναίρεση της 891/2009 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαΐου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ