Legislator Case Law & Legislation
887/2023 AI generated

Appeal dismissed; appeal rejected as inadmissible because the appealed judgment was already final.

Case Number 887/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final judgment from the Athens Single First Instance Court. The appellant argued for a violation of equal treatment laws regarding football club liabilities, but the court found no merit in this substantive claim. The appeal was rejected primarily because the appealed decision had already become legally final, rendering the appeal procedurally inadmissible under the Civil Procedure Code.

Legislator headnote

AI generated

Art. 552, 553 para. 1 lit. b of the Civil Procedure Code; An appeal is inadmissible if the appealed decision is already final and cannot be challenged by summary proceedings or appeal.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code finality of judgment inadmissible appeal summary proceedings legal finality procedural bar appeal rejection

Cited Legislation

AI generated
Art. 552 of the Civil Procedure Code
Art. 553 para. 1 lit. b of the Civil Procedure Code
Art. 176 of the Civil Procedure Code
Art. 183 of the Civil Procedure Code
Art. 191 para. 2 of the Civil Procedure Code

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 887 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 887/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου και Ελένη Χροναίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 24 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Π. του Ε., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θωμά Γούμενο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: M. W. I. του J., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Μητροπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-9-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 185/2021 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 14-6-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο του 552 του ΚΠολΔ, με αναίρεση μπορούν να προσβληθούν οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και των πολυμελών πρωτοδικείων, καθώς και των εφετείων. Ακόμη, κατά το άρθρο 553 παρ. 1 εδαφ. β' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, ήτοι κατά των ανεκκλήτων ή όσων έγιναν τελεσίδικες (Ολ.

Α.Π. 5/2001, Α.Π. 153/2015). Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (Ολ. Α.Π.17/2013). Ο χαρακτήρας της απόφασης, ως τελεσίδικης ή μη, κρίνεται κατά το χρόνο της άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, ήτοι της κατάθεσης του σχετικού δικογράφου της στη Γραμματεία του Δικαστηρίου, που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση (Ολ ΑΠ 17/2013, Ολ ΑΠ 5/2001, Α.Π. 329/2019, Α.Π. 423/2017, Α.Π. 242/2015).

Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης γίνεται είτε με συνομολόγηση της τελεσιδικίας, είτε με την προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της Γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (Α.Π. 185/2022, Α.Π. 845/2018, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 60/2017).

Αν δεν συνομολογείται ή δεν αποδεικνύεται με την προσαγωγή των παραπάνω εγγράφων, ότι η απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη, κατά τον χρόνο άσκησης της κατ' αυτής αναίρεσης, είτε λόγω παρέλευσης της προθεσμίας της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης, είτε λόγω παραίτησης του δικαιουμένου στην άσκηση των ενδίκων αυτών μέσων από την άσκησή τους, η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 221/2020, Α.Π. 285/2017, Α.Π. 737/2017, Α.Π. 375/2013).

Η προθεσμία δε της άσκησης αναίρεσης κατά απόφασης που εκδόθηκε στον πρώτο βαθμό και ανεξάρτητα αν εκδόθηκε ερήμην ή αντιμωλία, δεν συντρέχει με την προθεσμία άσκησης έφεσης κατ` αυτής. Η πρώτη (προθεσμία αναίρεσης) ηρεμεί κατά τη διάρκεια της δεύτερης (προθεσμία έφεσης) και αρχίζει από τότε που έληξε η προθεσμία για την άσκηση της έφεσης, οπότε η πρωτόδικη απόφαση καθίσταται τελεσίδικη και υπόκειται σε αναίρεση (ΑΠ 330/2022, Α.Π. 423/2017, Α.Π. 153/2015, Α.Π. 793/2014).

Συνακόλουθα, από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων, με εκείνες των άρθρων 518 παρ. 1 και 564 παρ. 1 του ιδίου κώδικα, προκύπτει ότι η αναίρεση κατά πρωτόδικης απόφασης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και επιδόθηκε, ασκείται για τον διαμένοντα στην Ελλάδα διάδικο, μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών, που αρχίζει από την πάροδο άπρακτης της προς έφεση προθεσμίας, που είναι, επίσης, για τους διαμένοντες στην Ελλάδα, τριάντα (30) ημέρες από την επίδοση της απόφασης που περατώνει τη δίκη (Α.Π. 185/2022, Α.Π. 101/2021, Α.Π. 1372/2021).

Εξάλλου, κατά την παρ. 1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (Α' 48) ορίζεται ότι : " Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α' 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α' 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων, ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων.

Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους " και, τέλος, κατά την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 4792/2021 (A' 54) ορίζεται ότι : " Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α'48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό " Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας, για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00' έως και τη Δευτέρα 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6.00' (Β' 1194), ήτοι η 6.4.2021 " (Α.Π. 987/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 14-06-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 45071/88/14-06-2021 και του παρόντος Δικαστηρίου 984/2021 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών (άρθρα 614 αρ. 3 και 621 επ.

του ΚΠολΔ), με αριθμό 185/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε στο σύνολό της, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, την από 15-09-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 55591/1695/19-09-2016 αγωγή, με αντικείμενο διαφορά από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, ως ποδοσφαιριστή, αφορώσα την καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα, λόγω της ιδιότητας αυτού ως Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνοντος Συμβούλου της Ποδοσφαιρικής Ανώνυμης Εταιρείας (Π.Α.Ε.) με την επωνυμία " ... ".

Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης που επισκοπούνται (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), κατά την έρευνα του παραδεκτού της ένδικης αίτησης αναίρεσης προκύπτει ότι αυτή στρέφεται κατά της ως άνω με αριθμό 185/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο έκρινε ως πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Στην περίπτωση αυτή, με την επίδοση της απόφασης, τρέχουν, διαδοχικά, οι προθεσμίες έφεσης και αναίρεσης και, ως εκ τούτου, η προθεσμία της αναίρεσης αρχίζει μετά την πάροδο της προθεσμίας της έφεσης.

Αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στις 11-03-2021, όπως διαλαμβάνεται στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, χωρίς τούτο να αμφισβητείται από τον αναιρεσίβλητο (άρθρο 261 εδαφ. β' του ΚΠολΔ) και έκτοτε κινήθηκε η προθεσμία για την άσκηση έφεσης, ως προς τον ήδη αναιρεσείοντα, ενώ ο αναιρεσίβλητος δεν είχε έννομο συμφέρον σε άσκηση έφεσης κατά της απόφασης αυτής, λόγω του ότι η ένδικη αγωγή έγινε δεκτή στο σύνολό της.

Περαιτέρω, δεν ασκήθηκε κατά της προσβαλλόμενης απόφασης το ένδικο μέσο της έφεσης, όπως και αυτό δεν αμφισβητείται από τον αναιρεσίβλητο (χωρίς, πάντως, να προσκομίζεται βεβαίωση του αρμόδιου γραμματέα για το ότι δεν ασκήθηκε εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας του άρθρου 518 παρ. 1 του ΚΠολΔ έφεση κατ' αυτής) και, συνεπώς συνομολογείται ότι αυτή κατέστη τελεσίδικη στις 16-05-2021, οπότε έληξε η προθεσμία των τριάντα (30) ημερών για την άσκηση του ενδίκου μέσου της έφεσης, που είχε αρχίσει από την επομένη της επίδοσης αυτής (άρθρα 518 παρ.1 εδ.

α' και 144 παρ.1 του ΚΠολΔ), δεδομένου ότι από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 83 παρ. 1 του Ν. 4790/2021 (ΦΕΚ Α' 48/31.03.2021) και της ερμηνευτικής διάταξης του άρθρου 25 του Ν 4792/2021(ΦΕΚ A' 54/09.04.2021) προκύπτει ότι το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας, ήτοι από 7.11.2020 έως 6.4.2021, δεν υπολογίζεται, μεταξύ των άλλων προθεσμιών και στην προθεσμία των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της απόφασης για την άσκηση έφεσης και συμπληρώνεται αφού παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη της.

Ως εκ τούτου, η τριακονθήμερη προθεσμία προς άσκηση αίτησης αναίρεσης άρχισε αμέσως μετά την εκπνοή της επίσης τριακονθήμερης προθεσμίας προς άσκηση έφεσης, ήτοι στις 17-05-2021. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με κατάθεση του δικογράφου της στη Γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 14-06-2021, όπως προκύπτει από τη με αριθμό 45071/88/14-06-2021 έκθεση κατάθεσης της γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών, που είναι προσαρτημένη πίσω από την τελευταία σελίδα του δικογράφου της αναίρεσης, δηλαδή εντός της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών, που άρχισε από την επομένη ημέρα που κατέστη τελεσίδικη η προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρα 552, 553, 556, 558 παρ. 1, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1, 144 παρ. 1-2 και 147 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα του διαλαμβανομένου σε αυτή λόγου αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Η αρχή της ισότητας, την οποία καθιερώνει το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελεί συνταγματικό κανόνα, που επιβάλλει την ομοιόμορφη μεταχείριση των προσώπων, που τελούν υπό τις αυτές ή παρόμοιες συνθήκες. Ο κανόνας αυτός δεσμεύει, τόσο τον κοινό νομοθέτη, κατά την ενάσκηση της νομοθετικής λειτουργίας, όσο και τη διοίκηση, όταν θεσπίζει, κατά νομοθετική εξουσιοδότηση, κανονιστική ρύθμιση.

Η παραβίαση της συνταγματικής αυτής αρχής ελέγχεται από τα δικαστήρια, στο πλαίσιο του ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων (άρθρα 87 παρ. 2 και 93 παρ. 4 του Συντάγματος), ώστε να διασφαλίζεται η πραγμάτωση του κράτους δικαίου και η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας εκάστου με ίσους όρους (Ολομ. Α.Π. 3/2017).

Κατά τον δικαστικό αυτό έλεγχο, ο οποίος είναι έλεγχος ορίων και όχι έλεγχος της ορθότητας των νομοθετικών επιλογών, αναγνωρίζεται στον κοινό νομοθέτη ή στην κανονιστικώς δρώσα διοίκηση, η ευχέρεια να ρυθμίζουν με ενιαίο ή με διαφορετικό τρόπο τις ποικίλες προσωπικές ή πραγματικές καταστάσεις και σχέσεις, λαμβάνοντας υπόψη τις υφιστάμενες κοινωνικές, οικονομικές, επαγγελματικές ή άλλες συνθήκες, που συνδέονται με κάθε μια από τις καταστάσεις ή σχέσεις αυτές, με βάση γενικά και αντικειμενικά κριτήρια, που βρίσκονται σε συνάφεια προς το αντικείμενο της ρυθμίσεως.

Πρέπει, όμως, η επιλεγόμενη ρύθμιση να κινείται μέσα στα όρια, που διαγράφονται από την αρχή της ισότητας και τα οποία αποκλείουν την εκδήλως άνιση μεταχείριση προσώπων, που τελούν υπό τις αυτές ή παρόμοιες συνθήκες ή την αυθαίρετη εξομοίωση προσώπων, που τελούν υπό ουσιωδώς διαφορετικές συνθήκες. Και μπορεί, μεν, σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, ο νομοθέτης να θεσπίζει αποκλίσεις από τη συνταγματική αρχή της ισότητας, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι σχετικές ρυθμίσεις δικαιολογούνται από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, είναι πρόσφορες για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και τηρείται η αρχή της αναλογικότητας (Ολομ.

ΣτΕ 17/2015, Α.Π. 1351/2017). Επομένως, αν γίνει με νόμο δικαιολογημένη ειδική ρύθμιση για μία κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί με αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση από τη ρύθμιση αυτή μια άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος ευνοϊκής μεταχειρίσεως, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή αυτή διάκριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική (Ολ ΑΠ 16/2015).

Προς αποκατάσταση δε της συνταγματικά επιβαλλόμενης ισότητας πρέπει να εφαρμοσθεί η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση και σε εκείνη την κατηγορία προσώπων, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την παραβίαση της ανωτέρω αρχής (Ολ.

ΑΠ 16/2015). Αντιστοίχως η επιβολή μιας αδικαιολόγητης επιβάρυνσης ή αφαίρεσης δικαιώματος με νομοθετική ρύθμιση κατά τρόπο αντιβαίνοντα στην ως άνω αρχή έχει ως συνέπεια τη μη εφαρμογή της ρύθμισης αυτής. (Ολ ΣτΕ 17/2015). Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 20 του Ν. 3479/2006 " Ίδρυση, οργάνωση και λειτουργία αθλητικών επαγγελματικών ενώσεων και άλλες διατάξεις " (ΦΕΚ Α' 152/19-07-2006) προστέθηκε διάταξη με αριθμό 118 Α' στο Ν. 2725/1999 " Ερασιτεχνικός και επαγγελματικός αθλητισμός και άλλες διατάξεις " (ΦΕΚ Α' 121), υπό τον παράτιτλο " Ευθύνη διοικούντων αθλητικά νομικά πρόσωπα ".

Με τις παρ. 1 - 3 αυτής, ρυθμίσθηκαν τα της προσωπικής και αλληλέγγυας ευθύνης των διευθυντών, διαχειριστών, διευθυνόντων συμβούλων και εκκαθαριστών των αθλητικών ανωνύμων εταιρειών (Α.Α.Ε.) ή των τμημάτων αμειβομένων αθλητών (Τ.Α.Α.), για την πληρωμή φόρων, που οφείλονται από τα άνω αθλητικά νομικά πρόσωπα, σε περίπτωση διάλυσης ή συγχώνευσης ή διαχωρισμού τους σε νέα νομικά πρόσωπα ανεξαρτήτως του χρόνου βεβαίωσης των φόρων (παρ. 1), τα της εις ολόκληρον ευθύνης των νέων νομικών προσώπων, για την πληρωμή των οφειλομένων φόρων του διαλυομένου ή διαχωριζόμενου νομικού προσώπου, ανεξαρτήτως του χρόνου βεβαίωσης αυτών (παρ. 2) και τα της προσωπικής και αλληλέγγυας ευθύνης των προσώπων της παρ. 1 για τους παρακρατούμενους και επιρριπτόμενους φόρους, κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του εκπροσωπουμένου από αυτούς νομικού προσώπου.

Με τις διατάξεις των παρ. 4 και 5 του ανωτέρω άρθρου ορίσθηκαν, περαιτέρω, τα ακόλουθα : " Οι Πρόεδροι των Δ.Σ., διευθυντές, διαχειριστές, διευθύνοντες σύμβουλοι και εκκαθαριστές των Α.Α.Ε., Τ.Α.Α. ή σωματείων, που συμμετέχουν σε επαγγελματικά πρωταθλήματα, ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με το αντίστοιχο νομικό πρόσωπο για τα χρέη που αυτό δημιουργεί κατά τη διάρκεια της θητείας τους (παρ. 4).

Κατά των μελών των προσωρινών διοικήσεων των Α.Α.Ε., Τ.Α.Α. ή σωματείων που διορίζονται από το αρμόδιο δικαστήριο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 69 του Αστικού Κώδικα, κατόπιν σχετικής αίτησης του οικείου αθλητικού σωματείου ή μέλους αυτού δεν μπορούν να ληφθούν τα δυσμενή μέτρα που προβλέπονται στις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 2523/1997 (ΦΕΚ 179 Α'), όπως αυτές ισχύουν, όσον αφορά τις υποχρεώσεις που ορίζονται από τις διατάξεις του εν λόγω άρθρου των Α.Α.Ε., που γεννήθηκαν από πράξεις προηγουμένων διοικήσεων, έστω και αν αυτά βεβαιώθηκαν ή κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, κατά τη διάρκεια της θητείας της προσωρινής διοίκησης.

Τυχόν δυσμενή μέτρα που έχουν ληφθεί σε βάρος των ως άνω προσώπων έως τη δημοσίευση του παρόντος αίρονται αυτοδικαίως. Πρόεδροι Δ.Σ., διευθυντές, διαχειριστές, διευθύνοντες σύμβουλοι των προσωρινών διοικήσεων ευθύνονται με την ατομική τους περιουσία μόνο για τα χρέη και τις υποχρεώσεις του νομικού προσώπου που δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια της θητείας τους (παρ. 5) ".

Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση της ως άνω διάταξης : " Με το άρθρο αυτό επεκτείνεται και στα πρόσωπα που διευθύνουν ή διαχειρίζονται τις υποθέσεις των αθλητικών οργανώσεων η συνευθύνη των αντιστοίχων προσώπων των εμπορικών ανωνύμων εταιρειών και συνεταιρισμών για την πληρωμή των φόρων προς το Δημόσιο ή χρεών προς τρίτους.

Η παραπάνω ευθύνη δεν αφορά μέλη προσωρινών διοικήσεων που ορίσθηκαν με δικαστικές αποφάσεις, παρά μόνο για τα χρέη που οι ίδιοι δημιούργησαν". Με τις παραπάνω διατάξεις, οι οποίες, για τους κατωτέρω εκτιθέμενους λόγους, δεν αντιβαίνουν προς τις διατάξεις των άρθρων 4, 5 παρ. 1 και 3, 25 παρ. 1 και 106 του Συντάγματος, με τις οποίες κατοχυρώνεται η αρχή της ισότητας και το δικαίωμα της οικονομικής ελευθερίας, όπου περιλαμβάνεται το δικαίωμα ανάπτυξης επιχειρηματικής δραστηριότητας, με την ίδρυση και λειτουργία εμπορικών εταιρειών, όπως είναι οι ανώνυμες αθλητικές εταιρείες, καθιερώνεται προσωπική ευθύνη των ως άνω προσώπων, που φέρουν την ανωτέρω ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου ή του εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου αθλητικής ανώνυμης εταιρείας, όπως είναι υποχρεωτικά, κατά το άρθρο 108 παρ. 2 και 4 του Ν. 2725/1999, η Α.Α.Ε., που μετέχει σε επαγγελματικό πρωτάθλημα, για χρέη που δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια της θητείας τους, πέραν της ευθύνης του νομικού προσώπου ώστε να δημιουργείται μεταξύ του νομικού προσώπου και των ως άνω μελών της διοίκησης αυτού παθητική εις ολόκληρο ενοχή (άρθρο 480 του Α.Κ.).

Όπως δε προκύπτει από τη διατύπωση των παρ. 4 και 5 εδ. τελ. της άνω διάταξης, η ευθύνη αυτή δεν περιορίζεται σε φορολογικές υποχρεώσεις των εν λόγω νομικών προσώπων, αλλά εκτείνεται και σε άλλα χρέη έναντι τρίτων που το νομικό πρόσωπο δημιούργησε κατά τη διάρκεια της θητείας του ή, προκειμένου ειδικότερα περί Πρόεδρων Δ.Σ., διευθυντών, διαχειριστών και διευθυνόντων σύμβουλων, ως μελών διορισθείσας προσωρινής διοίκησης, κατ' άρθρο 69 του Α.Κ., αυτή (ευθύνη) εκτείνεται και σε άλλα χρέη, που οι ίδιοι, υπό την προαναφερθείσα ιδιότητά τους, δημιούργησαν στο νομικό πρόσωπο (Α.Π. 1378/2015).

Σημειώνεται ότι η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 118 Α' του Ν. 2527/1999 συνιστά περίπτωση νομοθετικής (ex lege) άρσης της αρχής της αυτοτέλειας των ως άνω νομικών προσώπων και ειδικότερα της αθλητικής ανώνυμης εταιρείας και της συνακόλουθης προς την αρχή αυτή διάκρισης της περιουσίας αυτών από την περιουσία των μελών τους ή των προσώπων που τα διοικούν, η οποία καθιερώνεται από τις διατάξεις των άρθρων 70 του Α.Κ.

και 1 παρ. 1 του κ.ν. 2190/1920, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του Ν. 3604/2007 και, κατά συνέπεια θεσπίζει εξαιρετικό δίκαιο. Ως εκ τούτου, η ανωτέρω διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται στενά, με συνέπεια να καταλαμβάνει στο ρυθμιστικό της πεδίο μόνο τα ρητώς διαλαμβανόμενα σε αυτή πρόσωπα και αφορά μόνο τα χρέη που δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια της θητείας τους (Α.Π. 1124/2022, Α.Π. 378/2019).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1, εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.

Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση, κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.

Α.Π. 27/1998), καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 19/2020, Α.Π. 381/2019, Α.Π. 319/2017 Α.Π. 1420/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα : Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, στην ένδικη αγωγή του, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών εξέθετε ότι προσλήφθηκε και απασχολήθηκε στην ποδοσφαιρική ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία " ...", της οποίας ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων διετέλεσε, καθόλη τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας του, Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνων Σύμβουλος, με έγκυρη σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, διάρκειας από 12.07.2008 έως 30.06.2012, ως επαγγελματίας ποδοσφαιριστής, αντί συμφωνηθέντος μηνιαίου μισθού, ποσού οκτακοσίων (800,00) ευρώ, πλέον δώρων εορτών και επιδόματος αδείας, καθώς και ποσού εξακοσίων σαράντα χιλιάδων (640.000,00) ευρώ, ως " δόσεων συμβολαίου ", που συμφωνήθηκαν καταβλητέες σε σαράντα (40) μηνιαίες δόσεις από 31.08.2008 έως 31.05.2012.

Ότι η εργοδότριά του εταιρεία ήταν ασυνεπής στην καταβολή των συμφωνημένων ως άνω αποδοχών του, με συνέπεια τη λύση της μεταξύ τους σύμβασης εργασίας, με υπαιτιότητά της, ώστε, κατά ρητό όρο της σύμβασης, να έχει αξίωση για την καταβολή όλων των ανωτέρω ποσών. Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά τον, παραδεκτώς γενόμενο κατ' άρθρα 223 παρ. 1, 294, 295 παρ. 1 εδ.

β' και 297 του ΚΠολΔ, περιορισμό του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής εν μέρει σε αναγνωριστικό και εν μέρει σε καταψηφιστικό, με σχετική προφορική δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου του, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχεται στις έγγραφες προτάσεις του, τις οποίες νομότυπα και εμπρόθεσμα κατέθεσε, κατά τη προφορική συζήτηση της αγωγής, ζήτησε κυρίως μεν με βάση τη σύμβαση εργασίας του, επικουρικά, δε, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί άκυρη η άνω σύμβαση εργασίας, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει, εις ολόκληρον ευθυνόμενος μετά της εργοδότριάς του εταιρείας, για τις παραπάνω αιτίες, το συνολικό χρηματικό ποσό των δέκα εννέα χιλιάδων (19.000,00) ευρώ και, περαιτέρω, να αναγνωρισθεί ότι του οφείλει επιπλέον ποσό διακοσίων είκοσι εννέα χιλιάδων τριακοσίων (229.300,00) ευρώ και τα παραπάνω χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο αφότου έκαστη επιμέρους απαίτηση κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή τους εξόφληση.

Επί της υπόθεσης αυτής, η οποία συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία που ακολουθείται για την επίλυση των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών (άρθρα 614 αρ. 3 και 621 επ. του ΚΠολΔ, όπως αυτά ίσχυαν, ενόψει του χρόνου άσκησης της αγωγής, μετά την τροποποίησή τους από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015 - ΦΕΚ Α' 87 / 23.07.2015, ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 01.01.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015), το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών εξέδωσε τη με αριθμό 185/2021 οριστική απόφασή του, με την οποία έκρινε την αγωγή ως ορισμένη και νόμιμη και, ακολούθως, δέχθηκε αυτήν στο σύνολό της, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, κατά την κύρια βάση αυτής, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των δέκα εννέα χιλιάδων (19.000,00) ευρώ και αναγνωρίζοντας την υποχρέωση του εναγομένου να του καταβάλει το συνολικό χρηματικό ποσό των διακοσίων είκοσι εννέα χιλιάδων τριακοσίων (229.300,00) ευρώ, με το νόμιμο τόκο κατά τις διακρίσεις, που ειδικότερα διαλαμβάνονται στο διατακτικό της απόφασης αυτής.

Ειδικότερα, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, έκρινε ότι η ένδικη αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, επαγγελματία ποδοσφαιριστή, ο οποίος είχε καταρτίσει μετά της ποδοσφαιρικής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία " ... " σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, διάρκειας από 12.7.2008 έως 30.6.2012, παραδεκτώς στρεφόταν κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, υπό την επίκληση της ιδιότητάς του ως Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της εργοδότριας ανώνυμης ποδοσφαιρικής εταιρείας, με την ειδικότερη αιτιολογία ότι : " με τη διάταξη του άρθρου 118 Α' του ν. 2725/1999, η οποία προστέθηκε με τη διάταξη του άρθρου 20 του ν. 3479/2006 και δεν είναι αντίθετη προς το άρθρο 5 του Συντάγματος, συνάγεται ότι ο νομοθέτης, κατά παρέκκλιση του άρθρου 32 του ΕμπΝ, καθιέρωσε τις αθλητικές ανώνυμες εταιρείας, που συμμετέχουν στα επαγγελματικά πρωταθλήματα, συνυπεύθυνη για τα χρέη των τελευταίων προς τρίτους και των φυσικών προσώπων, τα οποία διευθύνουν ή διαχειρίζονται τις υποθέσεις αυτών και συγκεκριμένα των προέδρων των Δ.Σ., των διευθυνόντων συμβούλων, καθώς και των εκκαθαριστών, εφόσον τα τελευταία ασκούν τη διαχείριση των υποθέσεων των εν λόγω εταιρειών ... ".

Στη συνέχεια, δε, το δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε, μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι η εργοδότρια του ενάγοντος ποδοσφαιρική ανώνυμη εταιρεία είχε καθυστερήσει έως και τις αρχές Νοεμβρίου του έτους 2011, τις τακτικές αποδοχές των μηνών Φεβρουάριου 2011- Οκτωβρίου έτους 2011, δώρα Πάσχα και επίδομα αδείας έτους 2011, καθώς επίσης ποσό 3.400,00 ευρώ, εκ της δόσης συμβολαίου της 31-01-2011, ως και όλες τις δόσεις από Φεβρουάριο του έτους 2011 έως και Οκτώβριο του έτους 2011.

Ότι ο ενάγων προσέφυγε στην Πρωτοβάθμια Επιτροπή Επίλυσης Οικονομικών Διαφορών της Ε.Π.Ο., η οποία με τη με αριθμό 116/2012 απόφασή της : (i) αναγνώρισε ότι η ως άνω σύμβαση λύθηκε στις 16.11.2011, με αποκλειστική υπαιτιότητα της εργοδότριάς του, (ii) υποχρέωσε αυτήν να του καταβάλει τις τακτικές αποδοχές του για τον υπολειπόμενο χρόνο μέχρι τη λήξη της επομένης από τη λύση μεταγραφικής περιόδου (31.1.2012), πλέον του αναλογούντος δώρου εορτών, ήτοι τις τακτικές μηνιαίες αποδοχές μηνών Νοεμβρίου 2011-Ιανουάριου έτους 2012, πλέον δώρου Χριστουγέννων, ήτοι συνολικό ποσό των 3.200 ευρώ και (iii) ως αποζημίωση, ποσό 133.000 ευρώ, που αφορούσε στις υπολειπάμενες δόσεις συμβολαίου μέχρι τη συμβατική του λήξη, ήτοι συνολικά για τις παραπάνω αιτίες ποσό 136.200 ευρώ, καθώς και iν) τις ήδη καθυστερούμενες ως άνω δεδουλευμένες αποδοχές, επιδόματα εορτών και αδείας και δόσεις εκ ποσού 136.400 ευρώ και συνολικά για όλες τις παραπάνω αιτίες ποσό 272.600 ευρώ, εκ του οποίου ποσό 261.400 ευρώ καθαρά και τα ποσά αυτά νομιμότοκα από την επίδοση της προσφυγής του ενάγοντος.

Ότι ο εναγόμενος εξακολουθούσε καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα να τελεί Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνων Σύμβουλος της εργοδότριας Π.Α.Ε. και ότι ενέχεται εις ολόκληρον μετ' αυτής, ευθύνεται δε στο μέτρο που ευθύνεται και η εργοδότρια του, ήτοι για τις οφειλές αυτής, που επιδικάσθηκαν από το ανωτέρω Διαιτητικό Δικαστήριο.

Ότι ο εναγόμενος, κατέβαλε σε μερική εξόφληση των εν λόγω απαιτήσεων, τμηματικά, συνολικό ποσό 24.300 ευρώ, το οποίο και είναι καταλογιστέο, κατ' επιλογήν του οφειλέτη, στο υπόλοιπο της δόσης συμβολαίου Ιανουάριου έτους 2011 (ποσό 3.400 ευρώ), σε εξόφληση της δόσης Φεβρουαρίου του έτους 2011, ποσού 17.000 ευρώ και σε μέρος της δόσης Μαρτίου (ποσό 3.900 ευρώ).

Ότι, επομένως ως εις ολόκληρον ενεχόμενος μετά της εργοδότριας Π.Α.Ε., ο εναγόμενος εξακολουθούσε να οφείλει στον ενάγοντα το συνολικό χρηματικό ποσό των διακοσίων σαράντα οκτώ χιλιάδων τριακοσίων (248.300,00) ευρώ. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών έκρινε ότι για το χρέος αυτό της ανώνυμης ποδοσφαιρικής εταιρείας, ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 118 Α' παρ. 4 του Ν. 2725/1999, όπως προστέθηκε με το άρθρο 20 του Ν. 3479/2006 και ο εναγόμενος, καθόσον αποδείχθηκε ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του, ασκούσε καθήκοντα Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνοντος Συμβούλου της εργοδότριας Π.Α.Ε.

Με το μοναδικό λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, υποστηρίζοντας ότι η διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 118 Α' του Ν. 2725/1999, με την οποία θεσπίζεται εις ολόκληρον ευθύνη των διευθυντικών στελεχών για κάθε είδους χρέη των Ποδοσφαιρικών Ανωνύμων Εταιρειών, επιφυλάσσει όλως διακριτική μεταχείριση στα στελέχη αυτά και, συνεπώς, αντίκειται ευθέως στη συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχή της ισότητας, καθώς θεσπίστηκε αποκλειστικά και μόνο για τις ποδοσφαρικές ανώνυμες εταιρείες και δεν καταλαμβάνει καμία άλλη ανώνυμη εταιρεία.

Ο ανωτέρω ισχυρισμός τυγχάνει νόμω αβάσιμος και απορριπτέος, διότι η ανωτέρω διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 118 Α' του Ν. 2725/1999 δεν παραβιάζει την συνταγματική αρχή της ισότητος, η οποία σύμφωνα με όσα αναλυτικά αναπτύχθηκαν στην οικεία μείζονα νομική σκέψη, προϋποθέτει την ίση μεταχείριση ομοίων περιπτώσεων ή καταστάσεων, όπερ δεν συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση, καθόσον ο νομοθέτης, κατ' απόκλιση του κανόνα της ευθύνης μόνο των νομικών προσώπων, καθιέρωσε στις αθλητικές ανώνυμες εταιρείες (και στα άλλα νομικά πρόσωπα που αναφέρονται στη διάταξη), που συμμετέχουν στα επαγγελματικά πρωταθλήματα, συνευθύνη για τα χρέη των τελευταίων προς τους τρίτους, των φυσικών προσώπων, τα οποία διευθύνουν ή διαχειρίζονται τις υποθέσεις αυτών και συγκεκριμένα των προέδρων των διοικητικών συμβουλίων, των διευθυντών, των διαχειριστών, των διευθυνόντων συμβούλων και των εκκαθαριστών, εφόσον τα τελευταία ασκούν τη διαχείριση των υποθέσεων των εν λόγω νομικών προσώπων.

Ειδικότερα η θεσπιζόμενη με την ανωτέρω διάταξη εις ολόκληρον ευθύνη των διευθυντικών στελεχών των ποδοσφαιρικών ανωνύμων εταιρειών για τα πάσης φύσεως χρέη που αυτές δημιουργούν προς τρίτους, δεν συνιστά διακριτική (άνιση) μεταχείριση αυτών, σε σχέση με τα διευθυντικά στελέχη των λοιπών ανωνύμων εταιρειών.

Και τούτο διότι η διαφορετική μεταχείριση αυτών, με την θέσπιση της εις ολόκληρον ευθύνης των διοικούντων για τα χρέη που δημιουργούνται κατά τη διάρκεια της θητείας τους, δικαιολογείται, λόγω της φήμης, του κύρους και της δημοσιότητας που απολαμβάνουν και της ιδιαίτερης επιρροής, που ασκούν σε μεγάλο αριθμό του οπαδικού πληθυσμού, ιδιαίτερα δε στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο, γεγονός που επάγεται μεγάλη αναγνώρισιμότητα αυτών και συνακόλουθα θετικές επιπτώσεις και στην λοιπή επιχειρηματική τους δραστηριότητα.

Επομένως, έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 118 Α' του Ν. 2527/1999, που προστέθηκε με το άρθρο 20 του Ν. 3479/2006, την οποία αντιθέτως ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε ούτε τις πιο πάνω συνταγματικές διατάξεις και, ως εκ τούτου, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε στη δίκη και κατέθεσε έγγραφες προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-06-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 45071/88/14-06-2021 και του παρόντος Δικαστηρίου 984/2021 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 185/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Επιβάλλει εις βάρος του αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Απριλίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ