Supreme Court annuls lower court ruling and remands case for substantive trial on alimony and insurance liability.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Third Instance Court's decision regarding alimony and insurance liability, remanding the case for a substantive trial. The appellant argued that the lower court failed to address specific alimony deductions and insurance claims, while the appellee contested the scope of the appeal. The court ruled that the appeal was admissible and necessary to resolve the substantive issues, ordering a new hearing before the same panel.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576, 672 of the Code of Civil Procedure; Articles 580, 581 of the Code of Civil Procedure: When an appeal is lodged against a judgment incorporating a prior decision, the Supreme Court must annul the judgment if the appeal covers the substantive issues and remand the case for a new substantive trial before the same panel.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 60 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 60/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", της οποίας ανακλήθηκε η άδεια σύστασης και λειτουργίας, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Προδρομίτη.
Της αναιρεσίβλητης: Μ. χας Γ. Γ., το γένος Χ. Ζ., κατοίκου ..., ατομικά και ως δικαστικής συμπαραστάτιδος της κόρης της Ά. Γ. του Γ., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-7-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 26-5-2009 αγωγή της Ά. Β., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2635/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4289/2012 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το ήδη αναιρεσείον με την από 30-12-2012 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 2031/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 4267/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 30-12-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή -Χαλεβίδου διάβασε την από 14-1-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου λόγου (κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό σκέλος του) και την απόρριψη των λοιπών λόγων της από 30-12-2014 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 4267/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2, 576 παρ. 1 και 672 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι, αν κατά την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει σ’ αυτήν με τον προσήκοντα τρόπο διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιός από τους διαδίκους επέσπευσε την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και αν μεν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολιπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα την συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεως ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε την συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήση.
Περαιτέρω κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ’ και δ’ του Κ.Πολ.Δικ. που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη (άρθρο 575 παρ. 1 εδ. β’ του Κ.Πολ.Δικ.) αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στην σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά την δικάσιμο που ορίσθηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στην δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολιπόμενος κατά την μετ’ αναβολή διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως την συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στην δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως ή είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλητεύσεως αυτού κατά την αρχική δικάσιμο.
Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολιπόμενος κατά την μετ’ αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε εγκύρως την συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί, κατά την αρχική δε αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως, ήτοι μετά ή δια του έχοντος ρητή πληρεξουσιότητα δικηγόρου του, η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο για τη νέα μετ’ αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για την δικάσιμο αυτή, αφού η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της επισπεύσεως ή της κλητεύσεώς του για την αρχική δικάσιμο δεν καλύφθηκε λόγω της μη νόμιμης παραστάσεώς του κατ’ αυτήν (ΑΠ 483/2016, ΑΠ 314/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση η από 30.12.2014 αίτηση για αναίρεση της 4267/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, της οποίας με πράξη του Προέδρου του Τμήματος αυτού είχε οριστεί αρχική δικάσιμος για την συζήτηση της υποθέσεως η 22.1.2016. Κατά την συνεδρίαση του τμήματος στην δικάσιμο αυτή αναβλήθηκε, με αίτηση της αναιρεσίβλητης, η συζήτηση της υποθέσεως για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (21.10.2016).
Κατ’ αυτήν (21.10.2016) η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από την σειρά του οικείου πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, με δήλωση, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., όπως τούτο προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου.
Ωστόσο, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη Μ. χα Γ. Γ., γι’ αυτήν ατομικά και ως δικαστική συμπαραστάτις της θυγατέρας της Ά. κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 22.1.2016 είχε εκπροσωπηθεί από τον δικηγόρο Αθηνών Θ. Π. (βλ. αντίγραφα του πινακίου και των πρακτικών της δικασίμου της 22.1.2016, σε συνδυασμό με το υποβληθέν από τον ως άνω δικηγόρο σημείωμα για την αναβολή της υποθέσεως), στον οποίο είχε χορηγήσει πληρεξουσιότητα, τόσον για να προβεί στον προσδιορισμό δικασίμου για την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, όσο και για να παραστεί κατά την εκδίκασή της κατά την οποτεδήποτε ορισθησομένη δικάσιμο ή σε οποιαδήποτε μετ’ αναβολή δικάσιμο (βλ.
το υπάρχον στη δικογραφία υπ’ αριθμ. .../23.4.2015 πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Δραγκιώτου - Παπαδερού). Επομένως, εφόσον προκύπτει ότι η απολιπομένη αναιρεσίβλητη είχε παραστεί, γι’ αυτήν ατομικά και υπό την προεκτεθείσα ιδιότητά της, νομίμως (ήτοι δια του έχοντος ρητή πληρεξουσιότητα ως άνω δικηγόρου της) κατά την πρώτη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε, με αίτησή της, η συζήτηση της υποθέσεως για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας μετ’ αναβολή δικασίμου ισχύει ως κλήτευσή της για την τελευταία αυτή δικάσιμο.
Επομένως, πρέπει να δικαστεί ερήμην, αλλά η συζήτηση της υποθέσεως θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα. Κατά την διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 περ. β’ του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη την δίκη ή μόνο την δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, δηλαδή απαιτείται η ύπαρξη τελεσίδικης αποφάσεως (άρθρο 321 του Κ.Πολ.Δικ.), κρίσιμος δε χρόνος από τον οποίο κρίνεται ο χαρακτήρας της αποφάσεως ως τελεσίδικης για την άσκηση κατ’ αυτής αιτήσεως αναιρέσεως, είναι ο χρόνος της ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως με την κατάθεση του δικογράφου της στον αρμόδιο γραμματέα, όπως το άρθρο 495 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ορίζει (Ολ.ΑΠ 18/2001).
Επομένως εάν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως απορριφθεί λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως, είναι μόνο η τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου, δηλαδή αυτή που δεν υπόκειται πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας (άρθρο 553 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 και 554 του Κ.Πολ.Δικ.
συνάγεται ότι η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου καθίσταται τελεσίδικη και υπόκειται πλέον σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής, είτε διότι ο διάδικος παραιτήθηκε του δικαιώματος ασκήσεώς της. Η απόδειξη της τελεσιδικίας της Εφετειακής αποφάσεως γίνεται με την προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή ή με την βεβαίωσή του στο δικόγραφο που επιδόθηκε ότι έγινε επίδοση της αποφάσεως (ΑΠ 1127/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την από 12.1.2015 επισημείωση του διενεργήσαντος την επίδοση δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Τ. επί του προσκομιζομένου από το αναιρεσείον αντιγράφου της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι αυτή είχε τελεσιδικήσει κατά τον χρόνο ασκήσεως της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως στις 11.2.2015, εφόσον είχε παρέλθει η οριζόμενη στο άρθρο 503 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.
δεκαπενθήμερη προθεσμία από της επιδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας. Υπό τα ως άνω εκτιθέμενα η αίτηση αναιρέσεως, στρεφομένη κατά της 4267/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε, λόγω της ερημοδικίας του, την ασκηθείσα από το αναιρεσείον Επικουρικό Κεφάλαιο από 20.10.2010 έφεσή του κατά της 2635/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μετά την έκδοση της υπ’ αριθμ. 2031/2013 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η πρότερον επ’ αυτής (από 20.10.2010 εφέσεως) εκδοθείσα υπ’ αριθμ. 4289/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς το κεφάλαιο που αφορούσε την από 2.7.2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, την οποία είχε ασκήσει γι’ αυτήν ατομικά και ως ασκούσα την γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας της Ά., είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.
Κατά την διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ’ αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναιρέσεως αναφέρονται και σ’ αυτήν και κατά την διάταξη του άρθρου 581 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση.
Δεν είναι απαραίτητο να επιδοθεί η αναιρετική απόφαση. Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, μετά την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας (έφεση, αγωγή).
Περαιτέρω, κατά την συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής, εφαρμόζονται οι κανόνες που ρυθμίζουν την διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, αναλόγως αν αυτό δίκασε ως πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά την τακτική ή ειδική διαδικασία και η ερημοδικία των διαδίκων υπόκειται στην ρύθμιση των κανόνων οι οποίοι αναφέρονται στη διεξαγωγή της δίκης στο δευτεροβάθμιο ή πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αναλόγως αν η απόφαση που αναιρέθηκε είναι του δευτεροβαθμίου ή του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και αν πρόκειται για πρώτη ή μεταγενέστερη συζήτηση.
Εξάλλου, προϋπόθεση του παραδεκτού της συζητήσεως της εφέσεως είναι η, κατά τους ορισμούς του άρθρου 271 του Κ.Πολ.Δικ., στο οποίο παραπέμπει η διάταξη του άρθρου 524 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, έρευνα της νόμιμης κλητεύσεως του απολιπομένου διαδίκου ή της επισπεύσεως της συζητήσεως από τον τελευταίο για την ορισθείσα νομίμως δικάσιμο, αλλιώς είναι απαράδεκτη η συζήτηση.
Τέλος, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 674 παρ. 2 εδ. β’ του Κ.Πολ.Δικ, "σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται". Από την τελευταία διάταξη, η οποία εφαρμόζεται και κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από την σύμβαση της ασφαλίσεώς του (άρθρο 681Α’ του Κ.Πολ.Δικ.), προκύπτει ότι αν ερημοδικεί ο εκκαλών κατά την συζήτηση της εφέσεως, το δικαστήριο, αν η συζήτηση γίνεται με την επιμέλεια του ιδίου (εκκαλούντος) ή αυτός κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον εφεσίβλητο, απορρίπτει την έφεση, χωρίς έρευνα του παραδεκτού και βασίμου των λόγων της, γιατί κατά πλάσμα του νόμου ο εκκαλών θεωρείται ότι παραιτήθηκε από το ασκηθέν ένδικο μέσο της εφέσεως.
Αν δε το Εφετείο, κατά παραβίαση των ανωτέρω δικονομικών διατάξεων δεν απορρίψει την έφεση, λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δικ., γιατί η μη παραίτηση από το ασκηθέν ένδικο μέσο της εφέσεως είναι διαδικαστική προϋπόθεση του παραδεκτού της, κατ’ άρθρο 532 του Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ 314/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτώς εκτιμά ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.) το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. .../17.2.2014 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ.
Τ., που προσκομίζει νόμιμα η καλούσα - εφεσίβλητη Μ. Γ., ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 3-2-2014 κλήσης της, με πράξη κατάθεσης, ορισμού δικασίμου και κλήση προς μετ’ αναίρεση συζήτηση της από 20-10-2010 έφεσης για τη σημερινή δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στο καθ’ ου - εκκαλούν, ν.π.ι.δ., με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ".
Το τελευταίο όμως δεν παραστάθηκε κατά τη σημερινή δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου και συνεπώς, πρέπει να δικαστεί ερήμην" και παρακάτω ότι "Με την από 3-2-2014 κλήση της εφεσίβλητης Μ. Γ., ατομικά και υπό την ιδιότητα αυτής ως δικαστικής πλέον συμπαραστάτιδας της κόρης της Ά. Γ., δυνάμει της 6731/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (Τμ.
Εκούσιας Δικαιοδοσίας), φέρεται προς συζήτηση στο παρόν Δικαστήριο, το οποίο συγκροτήθηκε από άλλους Δικαστές, η από 20-10-2010 έφεση του τρίτου εναγομένου της από 2-7-2009 αγωγής, ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", ως ειδικού διαδόχου της ασφαλιστικής εταιρείας "...". Έτσι, η συζήτηση της από 20-10-2010 έφεσης επισπεύδεται για τη σημερινή δικάσιμο από την εφεσίβλητη και αφού το εκκαλούν "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", αν και κλητεύθηκε νόμιμα, δεν παραστάθηκε, δικάζεται ερήμην.
Επομένως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην παραπάνω μείζονα σκέψη (κατά την οποία "επί υποθέσεων που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α’ του Κ.Πολ.Δικ., σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται"), πρέπει να απορριφθεί η έφεσή του...". Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, απέρριψε την έφεσή του, λόγω της ερημοδικίας του, ενώ θα έπρεπε να προχωρήσει στην συζήτηση της εφέσεως σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (και συνεπώς και το αναιρεσείον), καθ’ όσον, κατά τους ισχυρισμούς του, επί διαφορών εκδικαζομένων κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α’ του Κ.Πολ.Δικ.
σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση δεν απορρίπτεται, αλλά η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως, ο οποίος, κατ’ ορθήν εκτίμηση αυτού, θεμελιώνεται στο άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δικ. (και όχι στο άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο) είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 271, 524 παρ. 1, 674 παρ. 2 εδ.
β’ και 681Α’ του Κ.Πολ.Δικ., σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος, η έφεση απορρίπτεται, όπως τούτο συνέβη και στην προκειμένη περίπτωση και, συνεπώς, ορθώς το Εφετείο, αυτεπαγγέλτως ερευνώντας την τήρηση της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως, απέρριψε την έφεση, λόγω της ερημοδικίας του νομίμως κλητευθέντος και μη παραστάντος εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος.
Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση, κατά το προαναφερθέν κεφάλαιό της, και τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 6, 8 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, γιατί οι πλημμέλειες αυτές μόνο εναρίθμως αναφέρονται.
Ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 18 του Κ.Πολ.Δικ., ιδρύεται όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, δηλ. δεν ακολούθησε, όσον αφορά το νομικό ζήτημα για το οποίο απαγγέλθηκε η αναίρεση, την λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο. Αν η απόφαση αναιρέθηκε λόγω παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), μη συμμόρφωση από το δικαστήριο της παραπομπής υπάρχει, όταν αυτό υιοθέτησε ως προς το νοηματικό περιεχόμενο του κανόνα αυτού εκδοχή ασυμβίβαστη, προς εκείνη στην οποία στηρίχθηκε η αναιρετική απόφαση (ΑΠ 2226/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, με την προσβαλλομένη ήδη με την κρινόμενη από 30.12.2014 αίτηση αναιρέσεως υπ’ αριθμ. 4267/2014 απόφασή του, όπως έχει ήδη εκτεθεί και παραπάνω, απέρριψε την έφεση, λόγω της ερημοδικίας του, νομίμως κλητευθέντος και μη παραστάντος, εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, με συνέπεια να μην δύναται στη συνέχεια να εκδικάσει την υπόθεση και να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση.
Κατ’ ακολουθίαν ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, δεν συμμορφώθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, προς την 2031/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε, για τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.
λόγο, η 4289/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ο οποίος επιχειρείται να θεμελιωθεί επί του αριθμού 18 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να απορριφθεί ως ερειδόμενος επί ανακριβούς προϋποθέσεως.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β’ και 524 παρ. 3 εδ. α’ του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι η απόρριψη της εφέσεως λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος δεν είναι τυπική, αλλά γίνεται κατ’ ουσίαν, διότι, αν και οι λόγοι της εφέσεως στην πραγματικότητα δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητά τους, ωστόσο θεωρούνται κατά πλάσμα του νόμου ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού το δικαστήριο δεν έχει την δυνατότητα να εκδώσει αντίθετη απόφαση, δεχόμενο τους λόγους της εφέσεως.
Επομένως, εάν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως απορριφθεί, λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως είναι, όπως προαναφέρθηκε, μόνον η τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται έκτοτε η πρωτόδικη απόφαση (ΑΠ 265/ 2012). Έτσι τα τυχόν σφάλματα της πρωτόδικης αποφάσεως, που με την έννοια αυτή επικυρώνεται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναιρέσεως ως σφάλματα της εφετειακής αποφάσεως, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτώς προβαλλομένους (Ολ.ΑΠ 16/1990, ΑΠ 2231/2013, ΑΠ 361/2011, ΑΠ 1099/2011).
Εξ άλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 25 παρ. 4 του ν. 489/1976 που προστέθηκε με το άρθρο 50 παρ. 13 του ν. 1569/1985 και ορίζει ότι "από την ημερομηνία, που ασφαλιστική επιχείρηση κηρύσσεται σε κατάσταση πτώχευσης ή ανακαλείται η άδεια λειτουργίας της για παράβαση νόμου, το Επικουρικό Κεφάλαιο (Ε.Κ.) υπεισέρχεται αυτοδίκαια στο σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της ασφαλιστικής επιχείρησης, που πηγάζουν από ασφαλιστικές συμβάσεις του κλάδου αστικής ευθύνης από χερσαία αυτοκινητικά οχήματα" σαφώς προκύπτει ότι το Επικουρικό Κεφάλαιο σε περίπτωση πτωχεύσεως ή ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας της ασφαλιστικής επιχειρήσεως, οφείλει να καταβάλει στο ζημιωθέν πρόσωπο ό,τι όφειλε να καταβάλει σ’ αυτό η πτωχεύσασα κ.λπ.
ασφαλιστική επιχείρηση, μόνο από την σύμβαση ασφαλίσεως και όχι από άλλο νόμιμο λόγο. Ειδικότερα αν η ασφαλιστική εταιρία αναδέχθηκε σωρευτικά με τον ασφαλισμένο, κατά την έννοια του άρθρου 477 του Α.Κ. να καταβάλει αποζημίωση, το Επικουρικό Κεφάλαιο από την σωρευτική αυτή αναδοχή από την οποία παράγεται πρόσθετη και αυτοτελής ενοχή, δεν ευθύνεται.
Τούτο ευθύνεται μόνο για την, από το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 489/1976 έναντι του ζημιωθέντος προσώπου, ευθύνη της ασφαλιστικής εταιρίας, η οποία πηγάζει από την ασφαλιστική σύμβαση, η δε αξίωση αυτή του ζημιωθέντος προσώπου κατά της ασφαλιστικής εταιρίας "παραγράφεται μετά πάροδο δύο ετών από την ημέρα του ατυχήματος επιφυλασσομένων των κειμένων διατάξεων για την αναστολή και διακοπή της παραγραφής" (άρθρο 10 παρ. 2 ν. 489/1976) (ΑΠ 2031/2013, ΑΠ 289/2010, ΑΠ 319/ 2005).
Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 580 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δικ., που ορίζει ότι "οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", προκύπτει ότι οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των Τμημάτων του Αρείου Πάγου είναι δεσμευτικές για όλα τα δικαστήρια, που επιλαμβάνονται της ίδιας υποθέσεως, δηλαδή και για τον ίδιο τον Άρειο Πάγο, αν επανέλθει σ’ αυτόν η υπόθεση ύστερα από νέα αναίρεση κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου της παραπομπής.
Στην προκειμένη περίπτωση, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 2635/2010 οριστική απόφασή του, η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, ενσωματώθηκε στην προσβαλλομένη υπ’ αρθμ. 4267/2014 εφετειακή απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής, έκρινε ότι από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου Ι. Β., οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης Κ. Β., το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "... Α.Ε.Γ.Α.", προκλήθηκε ο θανάσιμος τραυματισμός του Γ. Γ., συζύγου και πατέρα, αντίστοιχα, της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, Μ. χήρας Γ. Γ.
και της εκπροσωπουμένης από αυτήν θυγατέρας της Ά. Γ., κατά το τροχαίο ατύχημα που έλαβε χώρα στις 3.9.2004, επί της ΝΕΟ Αθηνών - Κορίνθου. Ότι μεταξύ της προαναφερόμενης ασφαλιστικής εταιρίας και των εναγουσών καταρτίστηκε σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους της κυρίας του ως άνω ζημιογόνου αυτοκινήτου, ασφαλισμένου στην παραπάνω ασφαλιστική εταιρία και προστήσασας τον υπαίτιο οδηγό στην οδήγηση του εν λόγω αυτοκινήτου, ενόψει της καταθέσεως από τον τελευταίο (υπαίτιο οδηγό) στην Αστυνομική Αρχή Μεγάρων βεβαιώσεως ασφαλίσεως του αυτοκινήτου τούτου.
Ότι το τρίτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ν.π.ι.δ., με την συντετμημένη επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", το οποίο υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ως άνω ασφαλιστικής εταιρίας, λόγω ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας της, δυνάμει της ...4.1.2006 αποφάσεως του Υπουργού Αναπτύξεως, υποκαταστάθηκε και στις υποχρεώσεις της εν λόγω ασφαλιστικής εταιρίας, τις απορρέουσες από την, κατά τα άνω, μεταξύ αυτής και της ενάγουσας γι’ αυτή ατομικά και υπό την προεκτεθείσα ιδιότητά της συνομολογηθείσα σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους και ότι η ένδικη από 2.7.2009 αγωγή έχει ως νομική βάση την σωρευτική αναδοχή χρέους (άρθρο 477 του Α.Κ.).
Ακολούθως απέρριψε τη νομίμως προβληθείσα από το τρίτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Επικουρικό Κεφάλαιο ένσταση της διετούς παραγραφής, με την αιτιολογία ότι η παραγραφή των ασκουμένων με την ένδικη αγωγή αξιώσεων των εναγουσών δεν είναι διετής, κατά την διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 489/ 1976, αλλά πενταετής, διότι η αγωγή έχει ως βάση την στερητική αναδοχή χρέους και ότι η παραγραφή δεν είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 10.3.2009 που δημοσιεύθηκε η 1260/2009 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών για αξιώσεις προγενεστέρου χρονικού διαστήματος, υποκείμενες πλέον αυτές (ένδικες αξιώσεις) στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 268 εδ.
α’ του Α.Κ. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή ως εν μέρει κατ’ ουσίαν βάσιμη και αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι (δηλ. και το τρίτο εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο) οφείλουν, καθένας εις ολόκληρον, να καταβάλουν στην ενάγουσα γι’ αυτήν ατομικά και υπό την προεκτεθείσα ιδιότητά της τα αναφερόμενα στο διατακτικό της ως άνω αποφάσεώς του χρηματικά ποσά.
Από την επισκόπηση της 2031/2013 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία, κατά τα προεκτεθέντα, αναιρέθηκε η 4289/ 2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι το ως άνω νομικό ζήτημα λύθηκε, κατά τρόπο δεσμευτικό, από τον Άρειο Πάγο, με την αιτιολογία ότι "το Εφετείο, με το να δεχθεί ως νόμω βάσιμη την αγωγή (κατά το μέρος αυτής που απευθύνεται κατά του τρίτου εναγομένου Επικουρικού Κεφαλαίου) για το λόγο ότι το αναιρεσείον Επικουρικό Κεφάλαιο υποκαταστάθηκε σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία "...
Α.Ε.Γ.Α.", της οποίας ανεκλήθη η άδεια συστάσεως και λειτουργίας..., αντί να δεχθεί... ότι το αναιρεσείον Επικουρικό Κεφάλαιο υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της εν λόγω ασφαλιστικής εταιρίας και δη μόνον αυτών που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση μεταξύ αυτής και του ασφαλισμένου της και όχι αυτών που απορρέουν, ως εν προκειμένω, από την μεταξύ της ασφαλιστικής εταιρίας και των αναιρεσιβλήτων σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους και να απορρίψει έτσι την αγωγή (ως προς αυτό) ως νόμω αβάσιμη, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εφαρμόζοντας εσφαλμένα την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 25 παρ. 4 του ν. 489/1976".
Επομένως είναι βάσιμος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται το συγκεκριμένο σφάλμα στην ενσωματωμένη στην προσβαλλομένη εφετειακή απόφαση πρωτόδικη απόφαση, δοθέντος ότι το ως άνω νομικό ζήτημα λύθηκε, με την προαναφερομένη απόφαση του Αρείου Πάγου, κατά τον προεκτεθέντα τρόπο, που είναι δεσμευτικός ακόμη και για τον Άρειο Πάγο, στον οποίο επανήλθε η υπόθεση, ως εν προκειμένω, με νέα αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου της παραπομπής.
Με τον ίδιο ως άνω (δεύτερο) λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον προσάπτει στην ενσωματωμένη στην προσβαλλομένη εφετειακή απόφαση πρωτόδικη απόφαση την αιτίαση ότι κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε την, σωρευόμενη στο ίδιο (από 2.7.2009) δικόγραφο της κρινόμενης αγωγής, πλαγιαστική αγωγή της αναιρεσίβλητης, γι’ αυτήν ατομικά και υπό την προεκτεθείσα ιδιότητά της, κατ’ αυτού, διότι οι συνεναγόμενοί του (οδηγός και κυρία) του ζημιογόνου αυτοκινήτου δεν έχουν καμία αξίωση εναντίον του και, συνεπώς, αυτή είναι νόμω αβάσιμη.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απαράδεκτος (άρθρο 580 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δικ.), διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ως άνω 2031/2013 αποφάσεως του Αρείου Πάγου κρίθηκε με αυτήν ότι "ο λόγος αυτός, που εκτιμάται ως αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε ανακριβή προϋπόθεση, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της πρωτόδικης αποφάσεως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν ερεύνησε την ανωτέρω πλαγιαστική αγωγή κατ’ ουσίαν, διότι ασκήθηκε επικουρικά για την περίπτωση απορρίψεως της ευθείας αγωγής κατά του ήδη αναιρεσείοντος Επικουρικού Κεφαλαίου", με συνέπεια να δεσμεύεται, σύμφωνα με όσα έχουν προαναφερθεί, και το παρόν δικαστήριο.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους το αναιρεσείον αποδίδει στην ενσωματωμένη στην προσβαλλομένη εφετειακή απόφαση πρωτόδικη απόφαση τις αιτιάσεις: α) ότι απέρριψε την ένσταση του αναιρεσείοντος ότι οι αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων καλύπτονται από το δεδικασμένο που απορρέει από την 1477/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί προγενέστερης αγωγής και β) ότι δεν αφαίρεσε από τα επιδικαζόμενα ποσά διατροφής των αναιρεσιβλήτων αφενός μεν την σύνταξη που λαμβάνει η πρώτη τούτων, λόγω του θανάτου του συζύγου της, αφετέρου δε την σύνταξη που λαμβάνει η εκπροσωπούμενη από αυτήν ανήλικη θυγατέρα της από το Ι.Κ.Α., λόγω της αναπηρίας της, οι οποίοι (αναιρετικοί λόγοι) αναφέρονται στο ίδιο κεφάλαιο της από 2.7.2009 ευθείας αγωγής και καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου που έγινε δεκτός, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη, στην οποία ενσωματώνεται η υπ’ αριθμ. 2635/ 2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το κεφάλαιο αυτής που αφορά στην από 2.7.2009 ευθεία αγωγή και κατά το μέρος αυτής που στρέφεται κατά του τρίτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ν.π.ι.δ., με την συντετμημένη επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ".
Στη συνέχεια η υπόθεση πρέπει να κρατηθεί από τον Άρειο Πάγο, προκειμένου να δικαστεί κατ’ ουσίαν, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ., όπως ήδη αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 του ν. 4139/2013. Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο από την διάταξη αυτή υποχρεώσεως για εκδίκαση μετά από δεύτερη αναίρεση, της υποθέσεως κατ’ ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υποθέσεως μετά την έκδοση της αναιρετικής αποφάσεως ενώπιον του ιδίου Τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο της ουσίας, σε νέα προς το σκοπό αυτό δικάσιμο, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διατάξεως του άρθρου 581 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή, ώστε κατ’ αυτήν οι διάδικοι, να διαμορφώσουν ανάλογα τους ισχυρισμούς και τις προτάσεις τους.
Η αναιρεσίβλητη, γι’ αυτήν ατομικά και υπό την προεκτεθείσα ιδιότητά της, ως ηττώμενη διάδικος, πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, το οποίο κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στο αναιρεσείον του καταβληθέντος εκ μέρους του παραβόλου, ενόψει της νίκης του (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε’ του Κ.Πολ.Δικ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4267/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, στην οποία ενσωματώνεται η υπ’ αριθμ. 2635/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το κεφάλαιο αυτής που αφορά στην από 2.7.2009 ευθεία αγωγή και κατά το μέρος αυτής που στρέφεται κατά του τρίτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ν.π.ι.δ., με την συντετμημένη επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ".
Κρατεί την υπόθεση στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της και την παραπέμπει για περαιτέρω κατ’ ουσίαν εκδίκαση στο ίδιο τμήμα, σε ιδιαίτερη συζήτηση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. Και Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στο καταθέσαν τούτο αναιρεσείον.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2016. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ