Legislator Case Law & Legislation
866/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal claiming evidence distortion, ruling it is merely an appeal against fact-finding. Appeal rejected as inadmissible for challenging evidence evaluation. Court dismisses appeal, ruling it inadmissible as it challenges evidence evaluation rather than document distortion. Appeal rejected; appeal dismissed as inadmissible for challenging evidence evaluation. Appeal dismissed; appeal rejected as inadmissible for challenging evidence evaluation.

Case Number 866/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's final judgment, which had ordered the National Bank of Greece to pay interest on a debt. The appellant argued that the lower court distorted the content of private settlement agreements regarding the company's liquidation status. The court ruled that the appeal was inadmissible because it challenged the evaluation of evidence rather than the actual content of the documents, which falls outside appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 1 KPolD; Art. 577 no. 3 KPolD: An appeal based on alleged distortion of a document is inadmissible if it merely contests the lower court's evaluation of that document alongside other evidence, as such fact-finding is not subject to appellate review.

Keywords

AI generated
appeal inadmissibility evidence evaluation document distortion appellate review scope fact finding appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 552 KPolD
Art. 553 KPolD
Art. 556 KPolD
Art. 558 KPolD
Art. 564 no. 1 KPolD
Art. 566 no. 1 KPolD
Art. 569 KPolD
Art. 144 KPolD
Art. 577 no. 1 KPolD
Art. 246 KPolD
Art. 573 no. 1 KPolD
Art. 577 no. 3 KPolD
Art. 559 no. 1 KPolD
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 866 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 866/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Λουκία Βαρελά και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Β. Ι. ΚΑΙ Π. Α. ΟΕ", που εδρεύει στην ... και ήδη κατόπιν μετατροπής, της τελούσας υπό εκκαθάριση Ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Π. Α. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ - ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ισαάκ Γεροντίδη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/5/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1523/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2197/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27/9/2019 αίτησή της και τους από 4/11/2020 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 27.09.2019 αίτηση αναίρεσης και τους από 04.11.2020 πρόσθετους λόγους προσβάλλεται η 2197/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, και απέρριψε την από 19-10-2017 έφεση και τους από 28-3-2018 πρόσθετους λόγους της τότε εκκαλούσας-εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της εκκαλουμένης υπ' αριθμ.1523/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκε η τελευταία να καταβάλει στην τότε εφεσίβλητη-ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη το ποσό των 25.336,78 ευρώ για τόκους επί τόκων. Η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1, 569 και 144 ΚΠολΔ), ενώ καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου, όπως προκύπτει από την 861/30.09.2019 έκθεση κατάθεσης ενδίκου μέσου της Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών. Ασκήθηκαν, συνεπώς, παραδεκτά (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να συνεκδικασθούν (άρθρο 246, 573 παρ.1 ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ, ΑΠ 24/2020).

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας, και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί, αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 24/1992, ΟλΑΠ 1/1999).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/ 2008, ΑΠ 328/2008).

Δεν αποτελούν "πράγματα" και, άρα, δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008).

Επίσης, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ.14 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική(ΑΠ 748/2017). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361, 760 και 761 ΑΚ, που περιέχουν κανόνες ενδοτικού δικαίου, συνάγεται ότι επί νομίμως υφισταμένης και λειτουργούσας ομόρρυθμης εμπορικής εταιρείας δεν αποκλείεται, δια κοινής συμφωνίας των εταίρων, η δια μεταβιβάσεως της εταιρικής μερίδος είσοδος νέου εταίρου, η οποία, συνιστώντας αλλαγή του προσώπου του εταίρου, αποτελεί, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνει το άρθρο 46 του ΕμπΝ, τροποποίηση του καταστατικού της αρχικής εταιρικής συμβάσεως η οποία συνεχίζεται κατά τα λοιπά (ΟλΑΠ 588/68).

Ούτε η μετατροπή της ομόρρυθμης εταιρείας σε ετερόρρυθμη, με την τήρηση των προβλεπομένων νομίμων διατυπώσεων της δημοσιότητας, επιφέρει διάλυση του νομικού προσώπου της εταιρείας η οποία συνεχίζεται υπό διάφορο νομικό ένδυμα(ΑΠ 1751/2011,ΑΠ 640/1986). Από το συνδυασμό, εξάλλου, των διατάξεων των άρθρων 72, 73, 74 ΑΚ, 23, 24 ΕμπΝ, 62, 73 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος.

Η ικανότητα δε αυτή, η οποία αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης. Η λύση του νομικού προσώπου της ετερόρρυθμης εταιρείας, δεν θίγει την ικανότητά της να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, συνεπώς και την ικανότητα διεξαγωγής των δικών της, ούτε καν επιφέρει βίαιη διακοπή της δίκης, διότι και μετά τη λύση της η νομική προσωπικότητα της εταιρείας λογίζεται υφισταμένη, εφόσον τούτο απαιτείται για τις ανάγκες και προς το σκοπό της εκκαθάρισης.

Εφεξής η εταιρεία εκπροσωπείται από τους εκκαθαριστές, οι οποίοι είναι οι ίδιοι οι εταίροι, αν δεν διορίστηκαν εκκαθαριστές με συμφωνία των εταίρων ή από το δικαστήριο. Το στάδιο της εκκαθάρισης δεν μπορεί να αποκλεισθεί με ρήτρα του καταστατικού ή με απόφαση των εταίρων, αλλά ακολουθεί υποχρεωτικώς και αυτοδικαίως τη λύση της εταιρείας.

Ακόμη και μετά τη λήξη των εργασιών της εκκαθάρισης, αν διαπιστωθεί, ότι υπάρχει κάποια εκκρεμότητα, όπως απαίτηση ή χρέος της εταιρείας, επαναλαμβάνονται και πάλι οι εργασίες της εκκαθάρισης και συνεχίζεται η εκπροσώπηση της λυθείσας εταιρείας από τους εκκαθαριστές. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, δεν είναι υποχρεωτικό ούτε προκύπτει ακυρότητα, αν δεν τεθεί μετά την επωνυμία της εταιρείας η μνεία ότι τελεί υπό εκκαθάριση (ΑΠ 216/2012, ΑΠ 693/2008).

Η εκκαθάριση, η οποία ακολουθεί την λύση της εταιρείας και έχει ως σκοπό την διευθέτηση των εκκρεμοτήτων που υπάρχουν, διαφέρει της αναβίωσης, η οποία έχει ως σκοπό την επαναλειτουργία της λυθείσας εταιρείας και για να υπάρξει απαιτείται ομόφωνη απόφαση των εταίρων, για δε την ομόρρυθμη και ετερόρρυθμη εταιρία και η τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας κατά τα άρθρα 42 και 46 ΕμπΝ (ΑΠ 748/2017, ΑΠ 2049/2013, ΑΠ 1036/2007, ΑΠ 486/1971).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι το Δικαστήριο δέχθηκε τα εξής: "Με το από 4.11.1982 ιδιωτικό συμφωνητικό σύστασης ομόρρυθμης εταιρίας, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Αμαλιάδας με αριθμό …/1982, ιδρύθηκε η ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία ¨Β.

Ι.-Π. Α. Ο.Ε.- Ξυλουργικαί εργασίαι¨, με έδρα τη ..., διάρκεια αόριστη και συμμετοχή των εταίρων στα κέρδη και τις ζημίες κατ' ισομοιρία. Το πιο πάνω ιδιωτικό συμφωνητικό σύστασης (καταστατικό) ομόρρυθμης εταιρίας υπέστη τροποποιήσεις που καταχωρήθηκαν στα βιβλία εταιριών του πιο πάνω Πρωτοδικείου με α.α.

…/1984, …/1986, …/1991, …/1996 και …/1996. Με το από 17.7.2008 ιδιωτικό συμφωνητικό που δημοσιεύθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Αμαλιάδας με αριθμό …/2008, συμφωνήθηκε η μεταβίβαση της εταιρικής μερίδας του Β. Ι. προς τον ομόρρυθμο εταίρο Π. Α., κατά ποσοστό 48%, ο οποίος πλέον μετείχε στην εταιρία κατά 98 % και ποσοστό 2% προς τον Π.

Σ.. Έτσι, συντελέστηκε η αποχώρηση του Β. Ι. από την εταιρία και οι εναπομείναντες εταίροι συνέχισαν τη λειτουργία αυτής, μετατρέποντάς την σε ετερόρρυθμη, με ομόρρυθμο εταίρο και διαχειριστή τον Π. Α. και ετερόρρυθμο εταίρο τον Π. Σ.. Με το ίδιο ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποιήθηκε η επωνυμία της εταιρίας σε ¨Π.

Α. & ΣΙΑ Ε.Ε. - ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ¨, η έδρα αυτής μεταφέρθηκε από τη … στο ..., σκοπός της στο εξής θα ήταν αποκλειστικά η παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών σε επιχειρήσεις(σύμβουλοι επιχειρήσεων) και η διάρκειά της συμφωνήθηκε αόριστη. Περαιτέρω, με το από 5.1.2010 ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης-εκκαθάρισης εταιρίας, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με αριθμό 1/2010 στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, οι Π.

Α. και Π. Σ. προέβησαν στη λύση της μεταξύ τους εταιρίας, δηλώνοντας ότι δεν προέκυψε κέρδος ή ζημία, όπως προκύπτει από τον συνημμένο ισολογισμό, ότι δεν έχουν καμία απαίτηση ή αξίωση κατά της εταιρίας ή μεταξύ τους, που προέρχεται από την πιο πάνω αιτία και ορίζουν ως εκκαθαριστή τον Π. Α.. Στη συνέχεια, με το από 21.3.2016 ιδιωτικό συμφωνητικό αναβίωσης εταιρίας-τροποποίησης συμφωνητικού λύσης ¨Π.

Α. & ΣΙΑ Ε.Ε.- ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ¨, που καταχωρήθηκε στο ΓΕΜΗ του Επιμελητηρίου Ηλείας με το α.πρ. …/….7.2016, οι εταίροι Π. Α. και Π. Σ., δηλώνουν ότι με το από 5.1.2010 ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης-εκκαθάρισης εταιρίας, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με αριθμό 1/2010 στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, συμφωνήθηκε η λύση της εταιρίας και δηλώθηκε ότι έγινε η εκκαθάριση από το διαχειριστή-εκκαθαριστή Π.

Α., που σε κάθε περίπτωση ορίστηκε εκκαθαριστής για ενδεχόμενες υποχρεώσεις και απαιτήσεις της εταιρίας, που προέρχονταν από τη δράση αυτής, καθόσον ήταν ενεργή. Ότι στη συνέχεια παρουσίασαν εξέλιξη τέσσερις δικαστικές υποθέσεις της εταιρίας που ήταν εκκρεμείς πριν από τη λύση της, μεταξύ των οποίων και η χρηματική απαίτηση κατά της ¨Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος¨, που πηγάζει από τις:

με αριθμό 2936/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με αριθμό 1518/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και με αριθμό 1168/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου. Τέλος, με το πιο πάνω συμφωνητικό οι συμβαλλόμενοι τροποποίησαν το από 5.1.2010 ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης και εκκαθάρισης της εταιρίας, που είχε δημοσιευθεί νόμιμα με αριθμό 1/2010 στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, συμφωνώντας την αναβίωση της εταιρίας και τη συνέχιση των εργασιών της εκκαθάρισης, με εκκαθαριστή τον ομόρρυθμο εταίρο Π.

Α.. Ακόμη αποδείχθηκε ότι η εταιρία με την επωνυμία ¨Β. Ι.-Π. Α. Ο.Ε.- Ξυλουργικαί εργασίαι¨ είχε ιδιόκτητο ξυλουργικό εργοστάσιο στη ..., το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τον κίνδυνο της πυρκαγιάς, κυρίως στην εταιρία ¨Εθνική Ασφαλιστική ΑΕΕΓΑ¨, θυγατρική της εναγόμενης εταιρίας ¨Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος¨, η οποία είχε χορηγήσει ενυπόθηκο δάνειο στην ομόρρυθμη εταιρία.

Ότι επήλθε ο κίνδυνος της πυρκαγιάς και η ενυπόθηκη δανείστρια δεν άσκησε, καθ' υποκατάσταση της οφειλέτιδας εταιρίας, την αγωγή της ασφαλισμένης εταιρίας κατά του ασφαλιστή. Ότι στη συνέχεια η ίδια η ομόρρυθμη εταιρία άσκησε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών την από 10.5.2000 αγωγή κατά των ασφαλιστικών εταιριών, που είχαν ασφαλίσει για τον κίνδυνο της πυρκαγιάς το εργοστάσιό της, μεταξύ των οποίων και η εταιρία ¨Εθνική Ασφαλιστική ΑΕΕΓΑ¨ και η τελευταία προσεπικάλεσε την ενυπόθηκη δανείστρια και δικαιούχο του ασφαλίσματος ¨Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.¨ να παρέμβει.

Τελικά εκδόθηκε η με αριθμό 5370/2003 απόφαση του πιο πάνω Δικαστηρίου, η οποία μεταξύ άλλων, έκανε δεκτή την κύρια παρέμβαση. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν εφέσεις οι ασφαλιστικές εταιρίες και η ομόρρυθμη εταιρία, που άσκησε και πρόσθετους λόγους και εκδόθηκε η με αριθμό 5250/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή της ομόρρυθμης εταιρίας και δεκτή την παρέμβαση της ενυπόθηκης δανείστριας.

Σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση, η εταιρία ¨Εθνική Ασφαλιστική ΑΕΕΓΑ¨ υποχρεούται να καταβάλει ως ασφάλισμα το ποσό των 652.459 ευρώ, από το οποίο, ποσό 385.175 ευρώ, νομιμότοκα με τις ειδικότερες διακυμάνσεις που αναφέρονται πλέον ΕΦΤΕ, υποχρεούται να καταβάλει στην ενυπόθηκη δανείστρια ¨Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.¨, καθόσον για τα ποσά αυτά είχε υποκατασταθεί στο ασφάλισμα.

Ακόμη ότι η εταιρία ¨Εθνική Ασφαλιστική ΑΕΕΓΑ¨ υποχρεούται να καταβάλει στην εταιρία ¨Β. Ι.- Π. Α. Ο.Ε.- Ξυλουργικαί εργασίαι¨ το υπόλοιπο που θα προκύψει μετά την αφαίρεση από το ποσό των 652.459 ευρώ, του ποσού που υποχρεούται να καταβάλει στην ¨Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.¨. Τελικά, στις 20.12.2004 η ¨Εθνική Ασφαλιστική ΑΕΕΓΑ¨ κατέβαλε στην ¨Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.¨ το ποσό των 524.914,89 ευρώ, σε πλήρη εξόφληση της απαίτησής της κατά της ¨Β.

Ι.-Π. Α. Ο.Ε.- Ξυλουργικαί εργασίαι¨, από τα οποία ποσό 10.000 ευρώ, ως δικαστική δαπάνη. Το υπόλοιπο ποσό των 127.544,11 ευρώ καταβλήθηκαν από την ασφαλιστική εταιρία στην ασφαλισμένη ομόρρυθμη εταιρία. Στη συνέχεια η ομόρρυθμη εταιρία άσκησε την από 29.12.2006 αγωγή της κατά της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία ¨Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.¨ με την οποία ζητούσε δικονομικούς τόκους επί του ασφαλίσματος των 293.470,29 ευρώ από τις 30.5.2000, ημερομηνία που όφειλε η ενυπόθηκη δανείστρια να ασκήσει την παρέμβασή της και να ζητήσει να της καταβληθεί το ασφάλισμα με τους νόμιμους τόκους, μέχρι τις 20.12.2004, ύψους 153.997,83 ευρώ.

Τελικά κρίθηκε τελεσίδικα με τη με αριθμό 1518/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που κατέστη αμετάκλητη με τη με αριθμό 1168/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, ότι η ¨Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.¨ υποχρεούται να καταβάλει στην ¨Β. Ι.- Π. Α. Ο.Ε.- Ξυλουργικαί εργασίαι¨ το ποσό των 134.537,35 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Κατόπιν, η πιο πάνω ομόρρυθμη εταιρία άσκησε κατά της εταιρίας με την επωνυμία ¨Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.¨ την ένδικη από 31.5.2010 αγωγή εκθέτοντας ότι με βάση τη με αριθμό 1518/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών δικαιούται τόκους υπερημερίας για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους και οι δεδουλευμένοι τόκοι αυτών, σύμφωνα με το επιτόκιο, που ίσχυε, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής για την κύρια απαίτηση (29.12.2006), έως την άσκηση της ένδικης αγωγής (31.5.2010), ανέρχονται στο ποσό των 48.957,58 ευρώ, περιόρισε όμως το αγωγικό αίτημα στο ποσό των 25.637,41 ευρώ.

Η εκκαλούσα- εναγομένη με την ένδικη έφεσή της δεν προσβάλλει το κεφάλαιο της απόφασης που αφορά στην υποχρέωσή της να καταβάλει στην εφεσίβλητη-ενάγουσα το πιο πάνω ποσό. Απ' όσα αναφέρονται αναλυτικά παραπάνω, σύμφωνα και με όσα εκτίθενται στη μείζονα πρόταση, αποδεικνύεται ότι η νομική προσωπικότητα της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία ¨Β.

Ι.-Π. Α. Ο.Ε.- Ξυλουργικαί εργασίαι¨, η οποία στις 17.7.2008 μετατράπηκε σε ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία ¨Π.Α. & ΣΙΑ Ε.Ε.-ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ¨, με ομόρρυθμο εταίρο τον Π. Α., έδρα το ..., δεν λύθηκε, αλλά η εταιρία συνέχισε να λειτουργεί με τη νέα της μορφή, στη νέα της έδρα. Περαιτέρω, όταν η ετερόρρυθμη εταιρία λύθηκε και τέθηκε σε εκκαθάριση, στις 5.1.2010, εξακολούθησε να υπάρχει για τις ανάγκες της εκκαθάρισης, καθόσον, παρότι οι εταίροι συμφώνησαν ότι δεν προέκυψε ζημία ή κέρδος και δεν έχουν αμοιβαίες απαιτήσεις ή απαιτήσεις κατά της εταιρίας από τη δράση της, υπήρχε η δικαστική εκκρεμότητα με την αξίωση αποζημίωσης κατά της ασφαλιστικής εταιρίας ¨Εθνική Ασφαλιστική ΑΕΕΓΑ¨, στοιχείο που οδήγησε αυτούς να ορίσουν εκκαθαριστή τον Π.

Α., πράγμα που δεν θα συνέβαινε αν είχαν την άποψη ότι έληξαν οι εργασίες της εκκαθάρισης. Άλλωστε, σύμφωνα και με τη νομική σκέψη που προηγείται, ακόμη και μετά τη λήξη των εργασιών της εκκαθάρισης, αν διαπιστωθεί, ότι υπάρχει κάποια εκκρεμότητα, όπως απαίτηση ή χρέος της εταιρίας, επαναλαμβάνονται και πάλι οι εργασίες της εκκαθάρισης και συνεχίζεται η εκπροσώπηση της εταιρίας που λύθηκε από τους εκκαθαριστές.

Ακολούθως, το από 21.2.2016 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο οι εταίροι με κοινή απόφασή τους τροποποίησαν το από 5.1.2010 ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης και εκκαθάρισης της εταιρίας, συμφωνώντας την αναβίωση της εταιρίας και τη συνέχιση των εργασιών της εκκαθάρισης, με εκκαθαριστή τον ομόρρυθμο εταίρο Π. Α., δεν ασκεί νόμιμη επιρροή στη νομική της προσωπικότητα, κατά την άσκηση της ένδικης αγωγής,(κατάθεση στις 31.5.2010-επίδοση αυτής στη 1.6.2010), χρόνο, κατά τον οποίο η ενάγουσα εταιρία, ήδη βρισκόταν σε καθεστώς εκκαθάρισης, είχε νομική προσωπικότητα και λειτουργούσε για τις ανάγκες αυτής(εκκαθάρισης), μεταξύ των οποίων και η δικαστική εξέλιξη της ένδικης απαίτησης κατά της εναγόμενης τράπεζας.

Άλλωστε η εκκαλουμένη δεν έκρινε ότι υπήρξε αναβίωση της εταιρίας μετά το τέλος της εκκαθάρισης, αλλά έκρινε ότι κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής η ενάγουσα είχε νομική προσωπικότητα, έχοντας μετατραπεί από ομόρρυθμη σε ετερόρρυθμη που πλέον τελούσε υπό εκκαθάριση και η νομική της προσωπικότητα συνέχιζε να υπάρχει για τις ανάγκες της εκκαθάρισης, μεταξύ των οποίων και η δικαστική εξέλιξη της ένδικης υπόθεσης.

Ακόμη αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα εταιρία άσκησε την ένδικη αγωγή με την επωνυμία ¨Β.Ι. Π.Α. Ο.Ε.¨ και με τις προτάσεις της, που κατέθεσε νόμιμα στις 7.11.2016, δηλαδή πριν τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έλαβε χώρα στη 1.12.2016, προέβη σε διόρθωση της επωνυμίας της σε ¨Π.Α. & ΣΙΑ ΕΕ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ¨ που τελεί σε εκκαθάριση.

Το ότι η ενάγουσα εταιρία όταν άσκησε την ένδικη αγωγή δεν αναφέρεται με την επωνυμία της μετά την τροποποίησή της ως ετερόρρυθμη εταιρία, που βρίσκεται σε καθεστώς εκκαθάρισης, αλλά αναφέρεται με την αρχική της επωνυμία ως ομόρρυθμη εταιρία, δηλαδή το ότι γίνεται στην ένδικη αγωγή εσφαλμένη αναγραφή της επωνυμίας της, αυτό, όπως αναφέρεται στη μείζονα πρόταση, δεν επιφέρει ακυρότητα του δικογράφου, αφού δεν γεννιέται καμία αμφιβολία ως προς την ταυτότητα αυτής, σύμφωνα με όσα αναλυτικά αναφέρονται παραπάνω...

Επομένως, πρέπει ν' απορριφθούν, ως ουσία αβάσιμοι, οι λόγοι της έφεσης, καθώς και οι συμπληρωματικοί αυτών πρόσθετοι λόγοι.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι η ενάγουσα εταιρία καλώς άσκησε την ένδικη αγωγή και παραστάθηκε ενώπιόν του έχοντας νομική προσωπικότητα και ικανότητα διαδίκου και ότι η εσφαλμένη αναγραφή της επωνυμίας της δεν επέφερε ακυρότητα του αγωγικού δικογράφου, ορθά εφάρμοσε το νόμο και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις.

Ακολούθως, πρέπει η κρινόμενη έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής ν' απορριφθούν κατ' ουσία.". Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 72, 361,777, 778 ΑΚ, 62, 64 και 313 ΚΠολΔ, καθώς και σ' εκείνες των άρθρων 18, 42-46 του ΕμπΝ, περί προσωπικών εταιρειών, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, μη εφαρμοζομένων εν προκειμένω αναλογικά, των επικαλούμενων από την αναιρεσείουσα διατάξεων του Ν. 2190/ 1920, περί ανωνύμων εταιρειών, ενώ οι καταστατικές μεταβολές που επήλθαν με τη μετατροπή της ομόρρυθμης εταιρείας σε ετερόρρυθμη, και αφορούν την αλλαγή της επωνυμίας της, τη μεταβολή των εταίρων, τη μεταφορά της έδρας της, τη μεταβολή του σκοπού της, την αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου, τη μεταβολή της συμμετοχής στις κερδοζημίες των εταίρων και την αλλαγή της διαχείρισης των εταιρικών υποθέσεων, ελήφθησαν δε με κοινή συμφωνία των εταίρων, στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρ. 361 ΑΚ), συνιστούν συνέχιση της αρχικής εταιρικής συμβάσεως, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, η μετατροπή της ομόρρυθμης εταιρείας σε ετερόρρυθμη, με την τήρηση των νόμιμων διατυπώσεων της δημοσιότητας, δεν επιφέρει διάλυση του νομικού προσώπου της εταιρείας, η οποία συνεχίζεται κατά τα λοιπά (ΟλΑΠ 588/1968, ΑΠ 640/1986).

Επίσης το Εφετείο κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εγκυρότητα της μετατροπής της αρχικής διαδίκου και δικαιούχου της χρηματικής απαίτησης σε βάρος της ανακόπτουσας τραπεζικής εταιρίας ομόρρυθμης εταιρείας σε ετερόρρυθμη εταιρεία με συνέχιση της νομικής της προσωπικότητας και την ύπαρξη εκκρεμούς δίκης της ομόρρυθμης, η οποία νομίμως συνεχίστηκε, μετά τη μετατροπή της σε ετερόρρυθμη εταιρεία από την τελευταία και κατά το στάδιο της εκκαθάρισής της, υπό το οποίο αυτή τελούσε.

Συνακόλουθα το Εφετείο ορθά έκρινε ότι η ως άνω διάδικος πρώην ομόρρυθμη εταιρεία και ήδη, λόγω της γενόμενης μετατροπής της, υπό εκκαθάριση ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Π.Α. & ΣΙΑ ΕΕ-ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ" εγκύρως άσκησε την ένδικη αγωγή και παραστάθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου έχοντας νομική προσωπικότητα και ικανότητα διαδίκου και ότι η εσφαλμένη αναγραφή της επωνυμίας της δεν επέφερε ακυρότητα του αγωγικού δικογράφου, και, στη συνέχεια, απέρριψε κατ' ουσία την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής, κατά της εκκαλουμένης υπ' αριθμ. 1523/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο επί της ασκηθείσας από την ήδη αναιρεσίβλητη επίμαχης ως άνω αγωγής της έκρινε ομοίως, δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή αυτή και επιδίκασε στην τελευταία το αιτηθέν ποσό των 25.336,78 ευρώ.

Τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα και δη κατά το μέρος που επικαλείται την έλλειψη νόμιμης βάσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και παραδοχών της, που συνιστούν αντιφατικές αιτιολογίες, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμα, ενώ κατά το σκέλος που αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, όπως και σε επιχειρήματα αυτής, που κατά την κρίση της, οδηγούν σε διαφορετικό αποτέλεσμα, δεν ελέγχονται αναιρετικά διότι αναφέρονται στην ουσία της υπόθεσης.

Επομένως, οι αποδιδόμενες στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, με τους δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης και συναφή τμήματα των πρώτου και δεύτερου πρόσθετων λόγων αυτής, είναι αβάσιμες και οι σχετικές αιτιάσεις, στις οποίες στηρίζονται οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν.

Ομοίως απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 (εκ παραδρομής αναφερόμενος ως λόγος αρ. 9 του άρθρου 559) ΚΠολΔ τέταρτος λόγος αναίρεσης. Περαιτέρω με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσής της και το συναφές τμήμα των πρώτου και δεύτερου των πρόσθετων λόγων αυτής, η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον πρώτο λόγο της έφεσής της και τον πρώτο πρόσθετο λόγο αυτής περί μη δυνατότητας μετατροπής της ομόρρυθμης εταιρείας σε ετερόρρυθμη, και ότι, σε κάθε περίπτωση, η ομόρρυθμη εταιρεία παύει να υπάρχει ως νομικό πρόσωπο, από και δια της μετατροπής, καθώς και ότι δεν επρόκειτο για λανθασμένη αναγραφή της επωνυμίας της τότε εφεσίβλητης-ενάγουσας στο δικόγραφο της αγωγής της, επειδή η ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Π.Α.

ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ-ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ" είναι νέα εταιρεία από την οποία απορροφήθηκε η ομόρρυθμη με την επωνυμία "Β.Ι.-Π.Α. Ο.Ε.".Ότι, συνακόλουθα αυτών, όταν η τελευταία ως ενάγουσα εταιρεία ήγειρε κατά της τότε εκκαλούσας-εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας την επίδικη από 31-5-2010 αγωγή της με αριθμ. καταθ. δικογρ. 101149/ 5924/2010, δεν υφίστατο ως νομικό πρόσωπο με ικανότητα δικαίου και διαδίκου.

Και, τέλος, ότι δεν ελήφθη, επίσης, υπόψη ο ισχυρισμός της που προέβαλε με τον τρίτο κύριο και δεύτερο πρόσθετο λόγο της έφεσής της, ότι ήταν άκυρες οι διαδικαστικές πράξεις, οι οποίες έλαβαν χώρα μετά τη λύση και εκκαθάριση της ετερόρρυθμης εταιρείας, την 5η-1-2010, ήτοι από ανύπαρκτο νομικό πρόσωπο. Ο λόγος, όμως, αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, καθόσον το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, όπως προεκτέθηκε, εξέτασε διεξοδικά τους ως άνω ισχυρισμούς της τότε εκκαλούσας-εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, που προέβαλε με τους πρώτο, τρίτο κύριους λόγους της ένδικης έφεσής της και πρώτο, δεύτερο πρόσθετους λόγους αυτής κατά της εκκαλουμένης πρωτόδικης ως άνω υπ' αριθμ. 1523/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και απέρριψε αυτούς ως κατ' ουσίαν αβάσιμους κρίνοντας στη μείζονα σκέψη της ότι "Σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές του εμπορικού δικαίου, μετατροπή υπάρχει όταν μια εταιρία με νομική προσωπικότητα μεταβάλει την μορφή, τον εταιρικό τύπο, υπό τον οποίο υφίστατο μέχρι το χρονικό σημείο της μεταβολής, χωρίς να επέρχεται καμία μεταβολή στη νομική της προσωπικότητα...

Επίσης, η μεταβολή, απλώς της επωνυμίας της εταιρίας, η παράταση της διάρκειας αυτής ή η μετατροπή της ομόρρυθμης σε ετερόρρυθμη, που γίνονται με τροποποίηση του καταστατικού, δεν επιδρούν στη νομική προσωπικότητα της εταιρίας, η οποία συνεχίζεται κατά τα λοιπά. Τα αυτά ισχύουν και επί ομόρρυθμης εταιρίας, της οποίας ειδικότερα η νομική προσωπικότητα μένει αναλλοίωτη και η εταιρία συνεχίζεται, έστω και αν είναι διμελής, στην περίπτωση, που ο ένας από τους εταίρους αποχωρήσει και στη θέση αυτού υπεισέλθει άλλος, νέος εταίρος, κατά τροποποίηση του καταστατικού.

Επίσης, η εσφαλμένη αναγραφή της επωνυμίας της εταιρίας δεν επιφέρει ακυρότητα του δικογράφου, αφού δεν γεννιέται καμία αμφιβολία ως προς την ταυτότητα αυτής. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 72, 73, 74 ΑΚ..., 62, 73 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος.

Η ικανότητα αυτή, η οποία αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης. Η λύση του νομικού προσώπου της ετερόρρυθμης εταιρείας, δεν θίγει την ικανότητά της να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, συνεπώς και την ικανότητα διεξαγωγής των δικών της, ούτε καν επιφέρει βίαιη διακοπή της δίκης, διότι και μετά τη λύση της η νομική προσωπικότητα της εταιρείας λογίζεται υφιστάμενη, εφόσον αυτό απαιτείται για τις ανάγκες και προς το σκοπό της εκκαθάρισης.

Εφεξής η εταιρεία εκπροσωπείται από τους εκκαθαριστές, οι οποίοι είναι οι ίδιοι οι εταίροι, αν δεν διορίστηκαν εκκαθαριστές με συμφωνία των εταίρων ή από το δικαστήριο. Το στάδιο της εκκαθάρισης δεν μπορεί να αποκλεισθεί με ρήτρα του καταστατικού ή με απόφαση των εταίρων, αλλά ακολουθεί υποχρεωτικώς και αυτοδικαίως τη λύση της εταιρίας.

Ακόμη και μετά τη λήξη των εργασιών της εκκαθάρισης, αν διαπιστωθεί, ότι υπάρχει κάποια εκκρεμότητα, όπως απαίτηση ή χρέος της εταιρείας, επαναλαμβάνονται και πάλι οι εργασίες της εκκαθάρισης και συνεχίζεται η εκπροσώπηση της λυθείσας εταιρείας από τους εκκαθαριστές. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, δεν είναι υποχρεωτικό ούτε προκύπτει ακυρότητα, αν δεν τεθεί μετά την επωνυμία της εταιρείας η μνεία ότι τελεί υπό εκκαθάριση...

Η εκκαθάριση, η οποία ακολουθεί την λύση της εταιρείας και έχει ως σκοπό την διευθέτηση των εκκρεμοτήτων που υπάρχουν, διαφέρει της αναβίωσης, η οποία έχει ως σκοπό την επαναλειτουργία της υφιστάμενης για τις ανάγκες της εκκαθάρισης της εταιρίας, επερχόμενης έτσι, με την ομόφωνη απόφαση των εταίρων, συνέχισης της παλαιάς εταιρίας και όχι σύστασης νέας, ενώ επιπλέον για την ομόρρυθμη και ετερόρρυθμη εταιρία απαιτείται και η τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας..." και καταλήγοντας στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι "Απ' όσα αναφέρονται αναλυτικά παραπάνω...

αποδεικνύεται ότι η νομική προσωπικότητα της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία ¨Β. Ι.-Π. Α. Ο.Ε.- Ξυλουργικαί εργασίαι¨, η οποία στις 17.7.2008 μετατράπηκε σε ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία ¨Π.Α. & ΣΙΑ Ε.Ε.-ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ¨, με ομόρρυθμο εταίρο τον Π. Α., έδρα το ..., δεν λύθηκε, αλλά η εταιρία συνέχισε να λειτουργεί με τη νέα της μορφή, στη νέα της έδρα.

Περαιτέρω, όταν η ετερόρρυθμη εταιρία λύθηκε και τέθηκε σε εκκαθάριση, στις 5.1.2010, εξακολούθησε να υπάρχει για τις ανάγκες της εκκαθάρισης, καθόσον, παρότι οι εταίροι συμφώνησαν ότι δεν προέκυψε ζημία ή κέρδος και δεν έχουν αμοιβαίες απαιτήσεις ή απαιτήσεις κατά της εταιρίας από τη δράση της, υπήρχε η δικαστική εκκρεμότητα με την αξίωση αποζημίωσης κατά της ασφαλιστικής εταιρίας ¨Εθνική Ασφαλιστική ΑΕΕΓΑ¨, στοιχείο που οδήγησε αυτούς να ορίσουν εκκαθαριστή τον Π.

Α., πράγμα που δεν θα συνέβαινε αν είχαν την άποψη ότι έληξαν οι εργασίες της εκκαθάρισης. Άλλωστε, σύμφωνα και με τη νομική σκέψη που προηγείται, ακόμη και μετά τη λήξη των εργασιών της εκκαθάρισης, αν διαπιστωθεί, ότι υπάρχει κάποια εκκρεμότητα, όπως απαίτηση ή χρέος της εταιρίας, επαναλαμβάνονται και πάλι οι εργασίες της εκκαθάρισης και συνεχίζεται η εκπροσώπηση της εταιρίας που λύθηκε από τους εκκαθαριστές.

Ακολούθως, το από 21.2.2016 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο οι εταίροι με κοινή απόφασή τους τροποποίησαν το από 5.1.2010 ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης και εκκαθάρισης της εταιρίας, συμφωνώντας την αναβίωση της εταιρίας και τη συνέχιση των εργασιών της εκκαθάρισης, με εκκαθαριστή τον ομόρρυθμο εταίρο Π. Α., δεν ασκεί νόμιμη επιρροή στη νομική της προσωπικότητα, κατά την άσκηση της ένδικης αγωγής,(κατάθεση στις 31.5.2010-επίδοση αυτής στη 1.6.2010), χρόνο, κατά τον οποίο η ενάγουσα εταιρία, ήδη βρισκόταν σε καθεστώς εκκαθάρισης, είχε νομική προσωπικότητα και λειτουργούσε για τις ανάγκες αυτής(εκκαθάρισης), μεταξύ των οποίων και η δικαστική εξέλιξη της ένδικης απαίτησης κατά της εναγόμενης τράπεζας.

Άλλωστε η εκκαλουμένη δεν έκρινε ότι υπήρξε αναβίωση της εταιρίας μετά το τέλος της εκκαθάρισης, αλλά έκρινε ότι κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής η ενάγουσα είχε νομική προσωπικότητα, έχοντας μετατραπεί από ομόρρυθμη σε ετερόρρυθμη που πλέον τελούσε υπό εκκαθάριση και η νομική της προσωπικότητα συνέχιζε να υπάρχει για τις ανάγκες της εκκαθάρισης, μεταξύ των οποίων και η δικαστική εξέλιξη της ένδικης υπόθεσης.

Ακόμη αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα εταιρία άσκησε την ένδικη αγωγή με την επωνυμία ¨Β.Ι. Π.Α. Ο.Ε.¨ και με τις προτάσεις της, που κατέθεσε νόμιμα στις 7.11.2016, δηλαδή πριν τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έλαβε χώρα στη 1.12.2016, προέβη σε διόρθωση της επωνυμίας της σε ¨Π.Α. & ΣΙΑ ΕΕ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ¨ που τελεί σε εκκαθάριση.

Το ότι η ενάγουσα εταιρία όταν άσκησε την ένδικη αγωγή δεν αναφέρεται με την επωνυμία της μετά την τροποποίησή της ως ετερόρρυθμη εταιρία, που βρίσκεται σε καθεστώς εκκαθάρισης, αλλά αναφέρεται με την αρχική της επωνυμία ως ομόρρυθμη εταιρία, δηλαδή το ότι γίνεται στην ένδικη αγωγή εσφαλμένη αναγραφή της επωνυμίας της, αυτό, όπως αναφέρεται στη μείζονα πρόταση, δεν επιφέρει ακυρότητα του δικογράφου, αφού δεν γεννιέται καμία αμφιβολία ως προς την ταυτότητα αυτής, σύμφωνα με όσα αναλυτικά αναφέρονται παραπάνω.".

Τέλος, απορριπτέος είναι και ο πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης και το συναφές τμήμα των πρώτου και δεύτερου των προσθέτων λόγων αυτής, με τους οποίους η αναιρεσείουσα αιτιάται το Εφετείο για την απόρριψη της ένστασής της περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας, ισχυριζόμενη ότι υφ' οιανδήποτε νομική μορφή και να ήθελε ειδωθεί, δηλαδή είτε, ως ομόρρυθμη εταιρία, είτε ως η διάδοχος αυτής, ετερόρρυθμη εταιρία, η τελευταία δεν υφίστατο ως νομικό πρόσωπο με ικανότητα δικαίου και ικανότητα διαδίκου κατά την 31-5-2010, όταν άσκησε την ένδικη αγωγή της, επί της οποίας η εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 1523/2017 απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, και συνεπώς το δικόγραφο της αγωγής ήταν άκυρο και ανυπόστατο, όπως άκυρη ήταν και η παραπάνω απόφαση.

Ο λόγος αυτός, εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι ειδικότερα απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν, η αναιρεσίβλητη ετερόρρυθμη εταιρεία λογίζεται, ότι εξακολουθεί να υφίσταται, ακόμη και μετά τη λύση και τη θέση της υπό εκκαθάριση, όπως και μετά τη λήξη των εργασιών εκκαθάρισης, εφόσον διαπιστώθηκε, στη συνέχεια, ότι υπήρχε κάποια εκκρεμότητα που δέχθηκε και η προσβαλλομένη απόφαση, και συγκεκριμένα η αξιούμενη με την έγερση της ένδικης αγωγής απαίτησή της κατά της τότε εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας τραπεζικής εταιρείας, οπότε επαναλαμβάνονται και πάλι οι εργασίες της εκκαθάρισης και συνεχίζεται η νομική προσωπικότητα αυτής (αναιρεσίβλητης).

Συνακόλουθα το Εφετείο που δέχθηκε ότι "...το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι η ενάγουσα εταιρία, καλώς άσκησε την ένδικη αγωγή και παραστάθηκε ενώπιόν του έχοντας νομική προσωπικότητα και ικανότητα διαδίκου και ότι η εσφαλμένη αναγραφή της επωνυμίας της δεν επέφερε ακυρότητα του αγωγικού δικογράφου...", δεν υπέπεσε στην προαναφερόμενη εκ του άρθρου 559 αρ.14 πλημμέλεια.

Ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο "αποδεικτικού", κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ίδιου Κώδικα, εγγράφου. Τούτο συμβαίνει, όταν, από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου ή από παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμου μέρους του, δέχτηκε το δικαστήριο, ότι περιέχει περιστατικά, με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει.

Αντίθετα, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας συνάγει από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, καθόσον πρόκειται, τότε, για παράπονο ως προς την εκτίμηση γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου.

Πάντως, για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος, θα πρέπει, επιπλέον, το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμόρφωσε, όχι δε και όταν έχει συνεκτιμήσει απλώς το έγγραφο αυτό, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 799/2020, ΑΠ 312/2020, ΑΠ 1287/2019, ΑΠ 666/2019, ΑΠ 402/2019 κ.ά.).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και το συναφές τμήμα του δεύτερου πρόσθετου λόγου αυτής διατείνεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 5-1-2010 ιδιωτικού συμφωνητικού λύσης και εκκαθάρισης της ετερόρρυθμης εταιρείας, καθώς και του από 21-3-2016 ιδιωτικού συμφωνητικού αναβίωσης, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στα έγγραφα αυτά και ειδικότερα, επειδή το Εφετείο από την αποδεικτική αξιολόγηση των εγγράφων αυτών κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η εκκαθάριση δεν περατώθηκε, αλλά αντίθετα συνεχίστηκε και ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε κατά τη διάρκεια της εκκαθάρισης, ενώ κατά την άποψή της θα έπρεπε να καταλήξει στο αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα.

Σύμφωνα, όμως, με τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, ο εν λόγω προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, επειδή με τον λόγο αυτό η αναιρεσείουσα δεν βάλλει, στην ουσία, κατά της αλλοίωσης του περιεχομένου των παραπάνω εγγράφων, αλλά κατά της εκτίμησης των αποδείξεων από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και δη της συνεκτίμησης από αυτό του περιεχομένου των εγγράφων αυτών, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, και της συναγωγής από αυτά αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικού από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ως ορθό, η οποία όμως δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Μετά απ' αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς διερεύνηση, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι της στο σύνολό τους, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27.09.2019 αίτηση αναίρεσης και τους από 04.11.2020 πρόσθετους λόγους κατά της 2197/2019 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Δεκεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

(Και τούτης αποχωρήσασας από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης)

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 2021.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ