Legislator Case Law & Legislation
666/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal claiming lower court distorted disciplinary council decision in construction contract dispute.

Case Number 666/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court of Athens' decision in a construction contract dispute. The appellant argued the appellate court distorted the content of a disciplinary council decision regarding an architect's work. The court found the appeal baseless because the appellate court merely considered the disciplinary decision alongside other evidence to form its own conclusion, rather than relying exclusively on it.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(20) and 577 of the Code of Civil Procedure; The appellate court's consideration of a disciplinary decision as one of several evidentiary elements does not constitute a distortion of its content when the final finding is based on a holistic assessment of all evidence.

Keywords

AI generated
appeal admissibility distortion of evidence disciplinary decision appellate review construction contract dispute evidentiary assessment civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) and 144(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 666 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 666/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου - Εισηγήτρια και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Σ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Αδάμη, που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΑΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Ζηβοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/4/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 186/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 5572/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2/4/2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την από 2-4-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 5572/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν εφέσεως του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της 186/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την προσβαλλομένη απόφαση, έγινε δεκτή κατ'ουσίαν η έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφανίστηκε η ως άνω απόφαση του Πρωτοδικείου, έγινε στη συνέχεια η αγωγή εν μέρει δεκτή κατ` ουσίαν και υποχρεώθηκε η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει στο ενάγον το ποσό των 26.157,72 ευρώ νομιμότοκα. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 ΚΠολΔ).

2. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι με την από 1-4-2013 αγωγή, που άσκησε το ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, εξέθετε ότι η τελευταία ανέθεσε εγγράφως στις 20.12.2007 στην υποκαθιστάμενη από αυτό (ενάγον) διπλωματούχο αρχιτέκτονα μηχανικό, Σ. Γ., και η τελευταία ανέλαβε την εκπόνηση των μελετών αρχιτεκτονικών εργασιών, στατικών εργασιών, σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος, θερμομόνωσης, ύδρευσης-αποχέτευσης για το έργο της προσθήκης καθ' ύψος Γ' ορόφου και ανελκυστήρα σε υπάρχουσα κατοικία ιδιοκτησίας της, επί της οδού ..., στο ....

Ότι εις εκπλήρωση των υποχρεώσεων της από την ως άνω σύμβαση, η υποκαθισταμένη προέβη στις ενέργειες που αναλυτικά εκτίθενται στην αγωγή. Ότι οι εκπονηθείσες μελέτες παραδόθηκαν στην εναγόμενη, η οποία κατέβαλε στην υποκαθισταμένη, ως προκαταβολή της αμοιβής της, το ποσό των 6.020,66 ευρώ, ενώ αρνείται, παρά τις οχλήσεις, να καταβάλει την υπόλοιπη οφειλόμενη νόμιμη αμοιβή, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΠΔ 696/1974, όπως αυτή αναλυτικά παρατίθεται στην αγωγή.

Ζήτησε δε το ενάγον να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στην υποκαθισταμένη το οφειλόμενο υπόλοιπο ποσό αμοιβής, που ανέρχεται σε 26.537,06 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της παράδοσης και προσφοράς των μελετών, δηλαδή από 1.11.2008, άλλως από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση, πλέον του αναλογούντος επί του κεφαλαίου Φ.Π.Α, κατά τον χρόνο εξόφλησης της.

Επί της αγωγής εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία απέρριψε ως αόριστο το αίτημα καταβολής του αναλογούντος Φ.Π.Α,, κατά τα λοιπά δε έκρινε την αγωγή νόμιμη και στη συνέχεια την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμα. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε το ενάγον έφεση και επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η προσβαλλομένη, η οποία έκανε δεκτή κατ'ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση και στην συνέχεια δίκασε και έκανε εν μέρει δεκτή ως κατ'ουσίαν βάσιμη την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στο ενάγον το ποσό των 26.157,72 ευρώ, και κατά μερική αποδοχή του αιτήματος περί τοκοδοσίας, επεδίκασε το άνω ποσό, νομιμότοκα από 6-4-2009 και όχι από τον προγεγέστερο χρόνο, ήτοι από1-11-2008 που είχε ζητηθεί με την αγωγή. 3.

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης προσάπτει η αναιρεσείουσα στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι ενώ ζητήθηκε με την αγωγή τοκοδοσία από 1-11-2008, άλλως από την επίδοση της αγωγής(20-5-2013), το Εφετείο χωρίς να του ζητηθεί επεδίκασε τόκους από 6-4-2009. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι ενώ ζητήθηκε τοκοδοσία από 1-11-2008 και το Εφετείο κατά μερική αποδοχή του αιτήματος αυτού, επεδίκασε το ποσό αυτό νομιμότοκα από 6-4-2009, δεν επεδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, αφού στο μείζον περιλαμβάνεται και το έλασσον. 4.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 232/2018, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1.1.2002 μετά την απάλειψη της φράσης "ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά" με το άρθρο 17 παρ.2 του Ν. 2915/2001, λόγω της κατάργησης του κατά τα άρθρα 341 επόμ. του ΚΠολΔ συστήματος της διεξαγωγής των αποδείξεων με την έκδοση παρεμπίπτουσας (προδικαστικής) περί αποδείξεων απόφασης, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώληση δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι' αυτά.

Δεν απαιτείται όμως η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 576/2018, ΑΠ 237/2016, ΑΠ 360/2016, ΑΠ 1935/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 273/1011, ΑΠ 1700/2009, ΑΠ 259/2007).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή όπου υπό την επίφαση αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της προσβαλλομένης απόφασης, απορρίπτεται ως απαράδεκτος. 5.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι δέχθηκε χωρίς απόδειξη, ότι οι αρχιτεκτονικές μελέτες υποβλήθηκαν προς έλεγχο στην αρμόδια Πολεοδομία του Δήμου … με την …07/25-1-2008 αίτηση και μετά από έλεγχο εγκρίθηκαν την 1-10-2008, ο δε έλεγχος έφθασε μέχρι την προτελική φάση, δηλαδή τα φορολογικά, ότι η εναγομένη καθυστέρησε να δώσει εντολή στη μηχανικό για κατάθεση της στατικής μελέτης και πέρασαν 9 μήνες και ο φάκελος κατέστη ανενεργός....

Όμως ότι τα ανωτέρω δεν αποδείχθηκαν από κανένα έγγραφο αλλά ούτε και από την μαρτυρική κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης και ότι αντιθέτως είναι αληθές ότι η αρχιτέκτονας μηχανικός ουδέποτε ετοίμασε και της παρέδωσε οποιαδήποτε μελέτη, κυρίως στατική, που ήταν άκρως απαραίτητη για την έκδοση αδείας. Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Η εναγομένη ανέθεσε τον Δεκέμβριο του 2007 στην υποκαθισταμένη από το ενάγον, διπλωματούχο αρχιτέκτονα μηχανικό, Σ.

Γ., η οποία συνεργαζόταν με τον πολιτικό μηχανικό Δ. Π., το έργο της προσθήκης καθ' ύψος Γ' τρίτου ορόφου και ανελκυστήρα σε κατοικία ιδιοκτησίας της στο ..., επί της οδού .... Για την εκτέλεση του έργου αυτού, το οποίο και ανέλαβε η ως άνω μηχανικός, αυτή προέβη στην εκπόνηση μελέτης αποτύπωσης αρχιτεκτονικών εργασιών υπάρχοντος κτιρίου (κατόψεις - όψεις), στη μελέτη αποτύπωσης στατικών εργασιών υπάρχοντος κτιρίου, στον έλεγχο των στατικών φορτίων και τον έλεγχο δυναμικών φορτίων, στη μελέτη αρχιτεκτονικών εργασιών προσθήκης γ' ορόφου και στέγης (κατόψεις - όψεις - τομές), στη μελέτη στατικών - αντισεισμικών εργασιών της προσθήκης γ' ορόφου και στέγης με ενίσχυση, στη μελέτη θερμομόνωσης, ύδρευσης, αποχέτευσης για την προσθήκη, στη σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος και διαγράμματος κάλυψης, και στη σύνταξη των σχετικών τευχών δημοπράτησης για αποτύπωση υπάρχοντος και προσθήκη (τεχνική περιγραφή - προϋπολογισμό μελέτης - προμετρήσεις - τιμολόγια).

Στη συνέχεια, οι αρχιτεκτονικές μελέτες υποβλήθηκαν προς έλεγχο στην αρμόδια Πολεοδομία Δήμου …, με τη με αριθμό πρωτοκόλλου 2807/25.1.2008 αίτηση, και μετά από έλεγχο εγκρίθηκαν την 1.10.2008, ο δε έλεγχος έφτασε μέχρι την προτελική φάση, δηλαδή τα φορολογικά. Μέχρι την ολοκλήρωση του ελέγχου, είχε εκπονηθεί από την ως άνω μηχανικό και είχε τεθεί στη διάθεση της εναγομένης και η στατική μελέτη για την ενίσχυση του φέροντα οργανισμού του κτιρίου, η οποία (ενίσχυση) είχε κριθεί απαραίτητη.

Όμως, η εναγομένη καθυστέρησε να δώσει στη μηχανικό εντολή για την κατάθεση της εν λόγω στατικής μελέτης, με συνέπεια να παρέλθουν εννέα μήνες χωρίς να προχωρήσει η διαδικασία περαίωσης του φακέλου των μελετών και, συνακόλουθα, ο σχετικός φάκελος να καταστεί ανενεργός. Τον Απρίλιο του 2009 η εναγομένη έδωσε νέα εντολή στην ως άνω μηχανικό για επανυποβολή των μελετών στην Πολεοδομία, υπογράφοντας τη με αριθμό 10257/7.4.2009 αίτηση, ενώ ως μελετητής και επιβλέπων μηχανικός των στατικών εργασιών ανέλαβε ο πολιτικός μηχανικός Ε.

Φ.. Οι υποβληθείσες μελέτες εγκρίθηκαν την 15.5.2009 από τους αρμόδιους μηχανικούς, ωστόσο ο έλεγχος έφτασε και πάλι μέχρι την προτελική φάση, δηλαδή στο στάδιο των φορολογικών, οπότε έπρεπε να καταβληθούν οι αμοιβές των μελετητών και να υπογραφούν από την ιδιοκτήτρια εναγομένη οι υπεύθυνες δηλώσεις για την ενίσχυση των υποστυλωμάτων.

Η εναγομένη αρνήθηκε να συμπράξει περαιτέρω για τη διεκπεραίωση του φακέλου των μελετών υπογράφοντας τις απαιτούμενες υπεύθυνες δηλώσεις, καθώς επίσης αρνήθηκε να καταβάλει στην υποκαθισταμένη μηχανικό τη νόμιμη αμοιβή της, πλην του ποσού των 6.400 ευρώ, το οποίο είχε προκαταβάλει σ' αυτή (βλ. προσκομιζόμενο γραμμάτιο είσπραξης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.).

Το γεγονός ότι η καταβολή του ποσού των 6.400 ευρώ αποτελούσε προκαταβολή της νόμιμης αμοιβής της υποκαθισταμένης μηχανικού κατέθεσαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου τόσο ο μάρτυρας απόδειξης όσο και ο μάρτυρας ανταπόδειξης, ενώ, αντίθετα, δεν αποδείχθηκε από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο ότι η αμοιβή της μηχανικού είχε συμφωνηθεί στο ποσό των 6.400 ευρώ.

Επίσης, δεν αποδείχθηκε από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο, ότι το ως άνω περιγραφόμενο έργο ανατέθηκε από κοινού στην υποκαθισταμένη μηχανικό και στον πολιτικό μηχανικό Δ. Π., όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη, ούτε η τήρηση από τους ως άνω κοινού τραπεζικού λογαριασμού, στον οποίο κατατέθηκε το ποσό των 6.400 ευρώ, οδηγεί οπωσδήποτε στο συμπέρασμα περί ανάθεσης του έργου σε αμφότερους τους μηχανικούς.

Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, η υποκαθισταμένη εκπόνησε τις απαιτούμενες για την ολοκλήρωση του αναληφθέντος από αυτή έργου μελέτες, οι οποίες και εγκρίθηκαν από τους αρμόδιους μηχανικούς της Πολεοδομίας, όπως άλλωστε διαπίστωσε και το Πειθαρχικό Συμβούλιο του ΤΕΕ με τη με αριθμό Νο 14Γ απόφαση του και γι' αυτό έκρινε, ότι η (και) η εδώ υποκαθισταμένη μηχανικός δεν έχει υποπέσει σε πειθαρχικό παράπτωμα και αποφάσισε ομόφωνα την απαλλαγή της.

Ωστόσο, η εναγομένη αρνούνταν, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της από τη μηχανικό, να της καταβάλει τη νόμιμη αμοιβή της. Ενόψει της εν λόγω άρνησης της εναγομένης, η μηχανικός απευθύνθηκε στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας και ζήτησε τον υπολογισμό της νόμιμης ελάχιστης αμοιβής, που δικαιούνταν. Το Τ.Ε.Ε.

υπολόγισε την αμοιβή αυτή, σύμφωνα με το Β.Δ. 30/31.5.1956 και το Π.Δ. 696/1974, με βάση την προϋπολογισθείσα ολική δαπάνη των μελετηθέντων έργων,.......... Ακολούθως, η συνολική αμοιβή που δικαιούται η υποκαθισταμένη μηχανικό ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 32.557,72 ευρώ και αφαιρουμένου του ποσού τοον 6.400 ευρώ αυτή δικαιούται το ποσό των (32.557,72 - 6.400= 26.157,72 ευρώ".

Επομένως το Εφετείο με τις παραδοχές του αυτές προκύπτει ότι έλαβε υπόψη του τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν νόμιμα είτε προς πλήρη απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, προκειμένου να καταλήξει στην ουσιαστική του κρίση (βλ. 4ο φύλλο αυτής).

Μάλιστα στην προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνεται ειδικότερα και το περιεχόμενο των επί μέρους αποδεικτικών στοιχείων που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, ως και οι επί μέρους σκέψεις του δικαστηρίου, βάσει των οποίων διαμόρφωσε την κρίση του. Επομένως δεν στοιχειοθετείται αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, και ο δεύτερος λόγος είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Ούτε ιδρύεται αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα α) ως προς το ότι η εναγομένη καθυστέρησε να δώσει στην μηχανικό Σ. Γ. την εντολή για την κατάθεση της εν λόγω στατικής μελέτης, καθώς και β) ως προς ότι μέχρι την ολοκλήρωση του ελέγχου 1-10-2008 είχε εκπονηθεί από την μηχανικό και είχε τεθεί στη διάθεσή της και η στατική μελέτη ενίσχυσης του φέροντα οργανισμού του κτιρίου, εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα στην προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον τυχόν ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογίας.

Συνεπώς και ο τέταρτος λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά το μέρος του τελευταίου αυτού λόγου, με το οποίο προσάπτει στην προσβαλλομένη, ότι περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες που συνίστανται στο ότι "ενώ στην 4 σελίδα αυτής δέχεται, ότι η εναγομένη καθυστέρησε να δώσει στην μηχανικό Σ. Γ. την εντολή για την κατάθεση της εν λόγω στατικής μελέτης, και ότι μέχρι την ολοκλήρωση του ελέγχου 1-10-2008 είχε εκπονηθεί από την μηχανικό και είχε τεθεί στη διάθεσή της και η στατική μελέτη ενίσχυσης του φέροντα οργανισμού του κτιρίου, στη συνέχεια στο φύλλο 6 αυτής καταλήγει (εννοεί αντιφατικά), ότι η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη.......", ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού στον λόγο αυτό, έτσι όπως διατυπώνεται, δεν προκύπτει κάποια αντίφαση της προσβαλλομένης. Επίσης οι ίδιοι λόγοι (δεύτερος και τέταρτος), όπου υπό την επίφαση αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

6. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340, 341 και 346 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι ο δικαστής, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, άλλως η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11γ του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.

Ο λόγος αναιρέσεως αυτός είναι αβάσιμος, εφόσον από την απόφαση αποδεικνύεται, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποια από αυτά προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, αν από την αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν καταλείπεται αμφιβολία περί του ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και ιδίως έγγραφο.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο του δικογράφου της αναιρέσεως προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισε σε αυτό με επίκληση και ειδικότερα α)την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της ανταπόδειξης πολιτικού μηχανικού β) την βεβαίωση του Γ.

Μ. ποσού 10.000 ευρώ καθώς και γ) την τεχνική έκθεση του αρχιτέκτονα μηχανικού Α. Μ., που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με τα παραπάνω εκτεθέντα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, όπως προκύπτει αδιστάκτως από την πληττόμενη απόφαση, από το όλο περιεχόμενο και τις ειδικότερες αιτιολογίες της, το Εφετείο, για τη θεμελίωση του πορίσματός του έλαβε, μεταξύ άλλων, υπόψη του :

α) τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την πρωτόδικη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σε αυτές δε περιλαμβάνεται και η κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης (εναγομένης-αναιρεσείουσας) Γ. Μ., πολιτικού μηχανικού, στην οποία μάλιστα γίνεται και ρητή αναφορά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (βλ.

πρόσθια όψη προς το μέσο του 5ου φύλλου της πληττόμενης) και β) όλα ανεξαιρέτως τα από τους διαδίκους με επίκληση νομίμως προσκομισθέντα έγγραφα, μεταξύ αυτών δε και τα προσκομισθέντα από την εναγομένη, ήτοι α) την βεβαίωση του Γ. Μ. ποσού 10.000 ευρώ και β)την τεχνική έκθεση του αρχιτέκτονα μηχανικού Α. Μ., 7.

Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενο αυτού κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που δεν επιδέχεται αναιρετικό έλεγχο (ΚΠολΔ 561 παρ.1).

Σε κάθε περίπτωση, όμως, για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε. Δεν αρκεί το ότι το συνεκτίμησε, απλώς, με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενο του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 627/2003, ΑΠ 402/2004, ΑΠ 832/2009, ΑΠ 1627/2010). 8.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο της αίτησης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της Νο 14 Γ' απόφασης του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας, δεχόμενο στο τέλος του 5ου φύλλου αυτής κάτι διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο του άνω εγγράφου, καταλήγοντας εσφαλμένα στην κρίση ότι η υποκαθισταμένη μηχανικός Σ.

Γ. "εκπόνησε τις απαιτούμενες για την ολοκλήρωση του αναληφθέντος από αυτή έργου μελέτες, οι οποίες και εγκρίθηκαν από τους αρμόδιους μηχανικούς της Πολεοδομίας, όπως άλλωστε διαπίστωσε και το πειθαρχικό συμβούλιο του ΤΕΕ με την Νο 14 Γ'απόφασή του και γι'αυτό έκρινε ότι η (και) η εδώ υποκαθισταμένη μηχανικός δεν έχει υποπέσει σε πειθαρχικό παράπτωμα και αποφάσισε ομόφωνα την απαλλαγή της", ενώ το αληθινό περιεχόμενο είναι "ότι πέρασε το 9μηνο χωρίς να εκδοθεί άδεια, διότι δεν είχε συμπληρωθεί ο φάκελος και υποβλήθηκε πάλι την 7-4-2009 και ότι πουθενά στο εν λόγω έγγραφο δεν αναφέρεται ότι όλες οι μελέτες είναι της μηχανικού Σ.Γ., που ζητεί την αμοιβή της".

Ο λόγος αυτός με το περιεχόμενο αυτό, πέραν της αοριστίας του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον από την επισκόπηση της προσβαλλομένης προκύπτει ότι η κρίση του Εφετείου, ότι η υποκαθισταμένη Σ. Γ. εκπόνησε τις απαιτούμενες μελέτες του έργου καθώς και ότι αυτές εγκρίθηκαν από την πολεοδομία, δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά στην άνω απόφαση του ΤΕΕ, αλλά από την άνω γραμματική διατύπωση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι στη άνω κρίση της, ότι δηλ.

από την υποκαθισταμένη εκπονήθηκαν όλες οι μελέτες, (στην οποία άχθηκε από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους), ενισχυτικό στοιχείο ήταν και η απόφαση του ΤΕΕ, που την απάλλαξε του πειθαρχικού ελέγχου, την οποία(απόφαση του ΤΕΕ) απλώς συνεκτίμησε μαζί με τα άλλα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία, προκειμένου να αχθεί στο άνω αποδεικτικό πόρισμα.

9. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση στο σύνολό της. Πρέπει δε να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα ως ηττώμενη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που δεν κατέθεσε προτάσεις(άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-4-2018 αίτηση περί αναιρέσεως της 5572/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.- Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα σε χίλια εκατό(1100) ευρώ, για δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουνίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ