Legislator Case Law & Legislation
799/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against eviction judgment for failure to prove facts without evidence.

Case Number 799/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the First Instance Court's eviction judgment. The appellant argued that the lower court accepted unproven facts regarding the tenant's liability and work performance, violating procedural rules. The court ruled that the appellate court cannot re-evaluate evidence or accept facts not supported by proof, thereby upholding the original eviction order.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(10) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the acceptance of unproven facts is inadmissible when the lower court formed its judgment based on legally admissible evidence and factual assessment.

Keywords

AI generated
unproven facts appellate review evidence assessment eviction judgment procedural violation Code of Civil Procedure factual findings

Cited Legislation

AI generated
Articles 647 et seq. of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(10) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 799 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 799/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαρτίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Β. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ασημίνα Μαγγόλα, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 14-2-2020 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εμπορικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΚΟ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ" και το δ.τ. "ΕΚΟ ΑΒΕΕ" και ήδη "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΚΑΥΣΙΜΑ ΟΡΥΚΤΕΛΑΙΑ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το δ.τ. "ΕΚΟ ΑΒΕΕ" (πρώην "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΚΑΥΣΙΜΑ ΟΡΥΚΤΕΛΑΙΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ζαραφέτα, που δήλωσε στο ακροατήριο την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-6-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1264/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 93/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-2-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Γεώργιο Χοϊμέ, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η προσβαλλόμενη 93/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 647 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν καταργηθούν με το ν.4335/2015), αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων:

Η ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά του ήδη αναιρεσείοντος την από 3-6-2013 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 1764/3-6-2013 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η 1264/2015 απόφαση του πιο πάνω δικαστηρίου που την απέρριψε στο σύνολό της, και ειδικότερα, κατά μεν την κύρια βάση της (των άρθρων 361, 574 επ.

ΑΚ, 43 και 44 π.δ. 34/1995), ως απαράδεκτη εξαιτίας αοριστίας, κατά δε την επικουρική βάση της (του αδικαιολόγητου πλουτισμού - άρθρ. 904 επ. ΑΚ), ως μη νόμιμη. Κατά της απόφασης αυτής, η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη άσκησε την από 14-9-2015 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 5269/14-9-2015 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η ήδη πληττόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών που τη δέχθηκε, ως κατ' ουσίαν βάσιμη, και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει διαφορετικά, κράτησε και δίκασε στην ουσία την υπόθεση και, τελικά, δέχθηκε, κατά ένα μέρος, ως ουσιαστικά βάσιμη, την ένδικη αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο - αναιρεσείοντα να καταβάλει στην αντίδικό του - αναιρεσίβλητη το ποσό των 142.318,47 ευρώ.

Συγκεκριμένα, το Εφετείο, αφού έκρινε ότι η αγωγή είναι ορισμένη, κατ' άρθρα 216 παρ.1 και 118 ΚΠολΔ, καθόσον περιέχει τα αναγκαία για την πληρότητα του δικογράφου στοιχεία, ήτοι, την κατάρτιση έγκυρης μισθωτικής σύμβασης μεταξύ των συμβαλλομένων (διαδίκων), τις συμφωνημένες εργασίες - μεταρρυθμίσεις του μισθίου από την ενάγουσα μισθώτρια, το συμφωνημένο μεταξύ των συμβαλλομένων ύψος της δαπάνης εκτέλεσης αυτής, την πραγματοποίηση από την ενάγουσα, με δαπάνες της, των παραπάνω εργασιών και τη συμφωνία των διαδίκων για απόδοση του αναπόσβεστου μέρους της εν λόγω δαπάνης, σε περίπτωση πρόωρης λύσης της μισθώσεως και καταγγελία της μισθωτικής σύμβασης κατ' άρθρο 43 του π.δ/τος 34/1995, δέχθηκε, στη συνέχεια, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: [Δυνάμει του από 1/3/2008 ιδιωτικού συμφωνητικού, ο εφεσίβλητος εκμίσθωσε στην εκκαλούσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΕΚΟ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ" τμήμα ενός ακινήτου, μετά των επ' αυτού κτισμάτων πρατηρίου υγρών καυσίμων (αίθουσα πωλήσεων, πλυντήριο, λιπαντήριο, αποθήκη, WC) (συνιδιοκτησίας του ίδιου και της συζύγου του Ο.

συζ. Γ. Β.), συμπεριλαμβανομένων των αναφερόμενων στο συνημμένο στο εν λόγω μισθωτήριο "Παράρτημα Β'" κινητών πραγμάτων του εφεσιβλήτου, ευρισκομένων στο μίσθιο, επιφανείας 200 τ.μ., που βρίσκεται στην θέση "Α. Κ." της Κοινότητας ..., για χρονική διάρκεια δέκα έξι ετών, αρχόμενη την 1/3/2008 και λήγουσα την 1/3/2024, αντί μηνιαίου μισθώματος 1.450,00 € για το πρώτο μισθωτικό έτος, πλέον του τέλους χαρτοσήμου (3,6%), προκαταβαλλομένου εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου μισθωτικού μηνός, αναπροσαρμοζόμενου μετά το πρώτο μισθωτικό έτος, κατά ποσοστό 5%, ετησίως, επί του μισθώματος του προηγουμένου έτους, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως πρατήριο πετρελαιοειδών προϊόντων της εκκαλούσας και των συναφών με αυτά ειδών (λιπαντικά κλπ) κλπ.

Με τον όρο 7 του μισθωτηρίου εγγράφου ορίστηκε ότι η μισθώτρια έχει το δικαίωμα να πραγματοποιεί ελευθέρως, κατά την κρίση της, με δαπάνη της, εργασίες, μεταρρυθμίσεις, μετατροπές ή/και προσθήκες στο μίσθιο για τον εξωραϊσμό του (βαφή κλπ) ή/και για την εύρυθμη λειτουργία των αναφερομένων στον όρο 3 αυτού, χρήσεων, ώστε το μίσθιο να είναι κατάλληλο για την συμφωνημένη χρήση, οι οποίες θα παραμείνουν εις όφελος του μισθίου, άνευ αποζημίωσης της μισθώτριας, όπως ειδικότερα οι εργασίες αυτές αναφέρονται στο συνημμένο στο μισθωτήριο έγγραφο, "Παράρτημα Κ" και είναι οι εξής: 1) τοποθέτηση δύο βάσεων στεγάστρου 4LG m φωτεινού κορδονιού, 2) τοποθέτηση 45 τ.μ.

αυτοκόλλητης φάσας στεγάστρου και οκτώ αυτοκόλλητων αντλιών, 3) τοποθέτηση 5 μ. επιγραφής από βινύλιο (πλυντήριο 5 χ 0,62), 4) τοποθέτηση 4 μ. επιγραφής από βινύλιο (4 χ 0,62), 5) τοποθέτηση 4 μ. φωτιζόμενης μετώπης με μηνύματα Μ-Α4 χ 0,4), 6) τοποθέτηση 50 m τζαμιών Triplex και 50 m2 υαλοστασίων αλουμινίου, 7) επίστρωση 40 m2 του δαπέδου της αίθουσας πωλήσεων και φιλικών με πλακίδια, 8) τοποθέτηση ψευδοροφής 40 m2 στην αίθουσα πωλήσεων και ψιλικών με ανάλογο φωτισμό, 9) τοποθέτηση 40 m2 ρολών πλυντηρίου, 10) ανακατασκευή 120 m2 δαπέδου κυκλοφορίας με ΜΙΚ-Μπετόν, 11) κατασκευή 670 m2 δαπέδου κυκλοφορίας με άσφαλτο, 12) κατασκευή 46 m2 νέων καναλιών εσχαρών στην είσοδο/έξοδο και πλυντήριοf 13) κατασκευή λιποσυλλέκτη -2 νησίδων -4 στεγανών φρεατίων-αντλιών από PVC, 14) τοποθέτηση νέων υδραυλικών δικτύων καυσίμων-νερού-αέρα και συστήματος περισυλλογής αερίων, 15) τοποθέτηση νέων ηλεκτρ/κών αντλιών και σταθεροποιητή 2000 VA - αποξηλώσεις - μεταφορές δικτύων, 16) UPS - βαφές (εσωτερικές - εξωτερικές, άδειες - νομιμοποιήσεις - τεύχη δημοπράτησης και 17) άδειες Ο.Κ.Ω (ΔΕΗ-ΟΤΕ κλπ), γειώσεις αντλιών Δ/Ξ, εσωτερικές διαρρυθμίσεις κτηρίου, τουαλέτες WC πόρτες - πυροσβεστικά.

Η δαπάνη για την εκτέλεση των ανωτέρω εργασιών προϋπολογίστηκε στο συνολικό ποσό των 204.500 €, το οποίο αποδέχθηκε ανεπιφύλακτα, ο εφεσίβλητος, όπως ρητώς αναφέρεται στο μισθωτήριο έγγραφο. Συμφωνήθηκε, επίσης, (παρ. Δ του ως άνω Παραρτήματος) ότι οι άνω εργασίες/ κατασκευές/μεταρρυθμίσεις στο μίσθιο γίνονται από την εκκαλούσα μισθώτρια υπό την προϋπόθεση "εξαντλήσεως της συμβατικής διάρκειας της από 1/3/08 μίσθωσης.

Αν για οποιοδήποτε λόγο, που δεν ανάγεται σε υπαιτιότητα της EKO ΑΒΕΕ, λυθεί η παρούσα μίσθωση προ του συμφωνηθέντος χρόνου λήξεώς της, ο εκμισθωτής αναλαμβάνει την υποχρέωση επιστροφής αναλογικά, αντιστοίχου ποσού χρημάτων εκ του συνόλου του ποσού της άνω δαπάνης της ΕΚΟ ΑΒΕΕ, με όσο χρόνο θα υπολείπεται από τον χρόνο της λύσεως μέχρι εκείνου της συμβατικής λήξεως του από 1/3/08 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης".

Μετά την σύναψη της ένδικης μισθωτικής σύμβασης σε εκτέλεση αυτής, παραδόθηκε η χρήση του μισθίου πρατηρίου στην εκκαλούσα μισθώτρια, η οποία έκτοτε χρησιμοποιούσε αυτό, όπως συμφωνήθηκε, αφού προηγουμένως προέβη στην εκτέλεση των συμφωνημένων αναγκαίων εργασιών/μεταρρυθμίσεων/μετατροπών στο μίσθιο, προκειμένου αυτό να καταστεί κατάλληλο για την συμφωνηθείσα χρήση, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τον εφεσίβλητο εκμισθωτή, δαπανηθέντος ποσού 204.500 €, σύμφωνα με τον προϋπολογισμό των έργων, που είχε γίνει αποδεκτός ανεπιφύλακτα από τον εφεσίβλητο εκμισθωτή.

Στην συνέχεια, δυνάμει του... .../20.10.2008 συμβολαίου του Συμ/φου της περιφέρειας του Ειρηνοδικείου ... Κ. Γ., οι ως άνω συνιδιοκτήτες παραχώρησαν, λόγω γονικής παροχής, άνευ ανταλλάγματος, προς αποκατάσταση ιδίου οίκου, στην θυγατέρα τους Θ. Β., συζ. Η. Φ., το δικαίωμα ενάσκησης της επικαρπίας επί του μισθίου ακινήτου, για χρονική διάρκεια δέκα (10) ετών, ήτοι από 20/10/2008 έως 19/10/2018.

Η εν λόγω σύμβαση είναι απλή ενοχική σύμβαση και όχι εμπράγματη και δεν δημιούργησε καμιά διαταραχή στην μισθωτική σχέση, ήτοι μεταβίβαση της εκ του νόμου (ex lege), προς στην προς ην η παραχώρηση της άσκησης της επικαρπίας, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στην αρχή αυτής της σκέψεως, και τούτο ανεξάρτητα από το γεγονός ότι οι παραχωρήσαντες το δικαίωμα ενάσκησης επικαρπίας, ήταν συγκύριοι του μισθίου ακινήτου και όχι επικαρπωτές, δυνάμενοι, κατ' άρθρο 1166 AK, να μεταβιβάσουν την ενάσκηση της επικαρπίας.

Εξάλλου, λόγω του ενοχικού χαρακτήρα της εν λόγω σύμβασης, αυτή δεν υποβάλλεται σε ορισμένο τύπο, ούτε εγγράφεται στα βιβλία μεταγραφών...

Συνεπώς, η Ο. συζ. Η. Φ., προς την οποία παραχωρήθηκε για ορισμένη χρονική διάρκεια, η ενάσκηση της επικαρπίας επί του μισθίου ακινήτου, δεν υπεισήλθε στην μισθωτική σύμβαση, στην θέση του ως άνω εκμισθωτή και στα απορρέοντα απ' αυτήν δικαιώματα και υποχρεώσεις, αφού δεν χώρησε νόμιμη μεταβίβαση εμπραγμάτου δικαιώματος, αποκλείοντας την χρήση του μισθίου, κατά τα προεκτεθέντα, και ο ισχυρισμός του εφεσιβλήτου περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως της αγωγής είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με το από 19/9/2011 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ της εκκαλούσας μισθώτριας, του εφεσιβλήτου εκμισθωτή και των μη διαδίκων Ο. συζ. Γ. Β. και Θ. θυγ. Γ. Β., συζ. Η. Φ., τροποποιήθηκε η μισθωτική σύμβαση ως προς τον υπ' αρ. 2 όρο αυτής και συμφωνήθηκε ότι το ήδη καταβαλλόμενο μηνιαίο μίσθωμα ύψους 1.620,58 € θα παραμείνει αμετάβλητο κατά την χρονική περίοδο από 1/7/2011 έως 30/6/2013 και ότι, σε περίπτωση μη συμφωνίας για την επόμενη χρονική περίοδο από 1/7/2013 έως 30/6/2014, θα παραμείνει αμετάβλητο, αναπροσαρμοζόμενο μετά την 1/7/2014, ετησίως, κατά ποσοστό 5%, όπως ορίζεται στο όρο 2 του αρχικού από 1/3/2008 μισθωτηρίου εγγράφου, το οποίο εξακολουθεί να ισχύει και να δεσμεύει τα συμβαλλόμενα μέρη ως προς τους λοιπούς όρους και συμφωνίες αυτού.

Περαιτέρω, με την από 27/7/2012 εξώδικη δήλωσή της, η οποία επιδόθηκε στον εφεσίβλητο εκμισθωτή στις 5/9/2012..., η εκκαλούσα κατήγγειλε την ένδικη μισθωτική σύμβαση πριν από την παρέλευση της συμβατικής διάρκειάς της και κάλεσε αυτόν, μετά την πάροδο τριμήνου από την καταγγελία και την επέλευση των εννόμων αποτελεσμάτων αυτής (λύση της μίσθωσης), να προσέλθει για να παραλάβει το μίσθιο, καταβάλλοντάς της συγχρόνως και το ποσό των 158.871,97 €, δηλώνοντάς του, επίσης, ότι συμψηφίζει την απαίτηση του εφεσιβλήτου επί του ποσού της αποζημίωσης καταγγελίας, ισούμενης προς ένα (1) μηνιαίο μίσθωμα ύψους 1.670,68 €, το οποίο, μετά την αφαίρεση του παρακρατούμενου φόρου 20% ίσου με 334,14 € και του αναλογούντος χαρτοσήμου επί της άνω αποζημίωσης προς απόδοσή του στην αρμόδια Δ.Ο.Υ εκ 60,14 €, διαμορφώνεται στο ποσό των 1.336,54 € με την ανταπαίτηση της εκκαλούσας προς επιστροφή ποσού 300 € που αντιστοιχούν σε μέρος των μη δεδουλευμένων προκαταβληθέντων μισθωμάτων και του ποσού των 159.708,51 € εκ του δαπανηθέντος ποσού των 204.500 € για την εκτέλεση των συμφωνημένων εργασιών/ τροποποιήσεων/μετατροπών του μισθίου με βάση τον αριθμό ετών, που αναλογεί σ' αυτό με βάση τα έτη που υπολείπονται από την πρόωρη λύση της μίσθωσης μέχρι την συμβατική λήξη αυτής, ήτοι συνολικά το ποσό των 158,671,97 €.

Η ως άνω έγγραφη καταγγελία είναι υπογεγραμμένη από την εξουσιοδοτηθείσα από τον τότε διευθύνοντα σύμβουλο και νόμιμο εκπρόσωπο της εκκαλούσας, δυνάμει της από 16/6/2011 απόφασης του ΔΣ αυτής περί παροχής εξουσιοδοτήσεων σ' αυτόν, προσαρτημένης στο... ...1/2011 πληρεξούσιο της Συμ/φου ... Μ. συζ. Ν. Π., Ι. Ψ., προς τούτο πληρεξούσια δικηγόρο της εκκαλούσας Ελένη Αλευρομύτη, δυνάμει του... ...5/19.9.2011 γενικού πληρεξουσίου της ίδιας ως άνω Συμ/φου.

Σημειώνεται ότι η ως άνω πληρεξουσιότητα από τον νόμιμο εκπρόσωπο της εκκαλούσας, προς την υπογράψασα την ως άνω έγγραφη καταγγελία της ένδικης μισθώσεως, δεν απαιτείται να είναι ειδική, δηλαδή να αναφέρεται ειδικώς στην καταγγελία της συγκεκριμένης μίσθωσης, αλλά αρκεί η γενική πληρεξουσιότητα...

Συνεπώς, ο ισχυρισμός του εφεσίβλητου περί ακυρότητας της καταγγελίας, λόγω έλλειψης σχετικής πληρεξουσιότητας της υπογράψασας την ως άνω έγγραφη καταγγελία πληρεξούσιας δικηγόρου της εκκαλούσας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Η ως άνω καταγγελία είναι έγκυρη και νόμιμη και επέφερε τα έννομα αποτελέσματά της μετά την πάροδο τριμήνου από την επίδοσή της στον εφεσίβλητο εκμισθωτή, ήτοι την λύση της ένδικης μισθωτικής σύμβασης, στις 5/12/2012. Σημειώνεται ότι για το έγκυρο της καταγγελίας δεν απαιτείτο η προηγούμενη καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης ίσης με ένα μηνιαίο μίσθωμα ύψους 1.620,58 € (άνευ του τέλους χαρτοσήμου). Υπό τα δεδομένα αυτά, ο εφεσίβλητος υποχρεούται να αποδώσει στην εκκαλούσα το αναλογούν, στα εναπομένοντα από την πρόωρη λύση της μίσθωσης έως την συμβατική λήξη αυτής, ποσό των 143.789,05 (16 έτη = 192 μήνες χ 1065,104 € χ 135 μήνες από Δεκέμβριο 2012 έως Φεβρουάριο 2024) (και όχι 159.708,51 €, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα), εκ του προαναφερόμενου συνολικού ποσού των 204.500 €, το οποίο η εκκαλούσα δαπάνησε για την εκτέλεση των αναγκαίων εργασιών, για να καταστεί το μίσθιο κατάλληλο για την συμφωνηθείσα χρήση και το οποίο ως άνω ποσό (204.500 €), αποδέχθηκε ανεπιφύλακτα ο εφεσίβλητος ότι απαιτείται για την εκτέλεση των προαναφερόμενων εργασιών/μετατροπών/ διαρρυθμίσεων στο μίσθιο και οι οποίες εκτελέστηκαν, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τον τελευταίο.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός του εφεσιβλήτου ότι η αγωγή είναι αόριστη, γιατί δεν αναφέρεται σ' αυτήν πώς προκύπτει το ως άνω ποσό, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον τούτο προκύπτει με βάση απλές αριθμητικές πράξεις, σύμφωνα με διαλαμβανόμενα στον όρο Δ του συνημμένου στο μισθωτήριο έγγραφο Παραρτήματος Κ, τα οποία δεσμεύουν αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη.

Επίσης, επιστρεπτέο, λόγω λύσεως της μίσθωσης, κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις (άρθρα 904 επ. ΑΚ), είναι και το ποσό των 150 €, που αναλογεί στα προκαταβληθέντα και μη δεδουλευμένα μισθώματα (για την χρονική περίοδο από την πρόωρη λύση της μίσθωσης, στις 5/12/2012, έως την συμπλήρωση πενταετίας, την 1/3/2013, ήτοι επί τρεις (3) μήνες χ 50 €, προκαταβληθέν μέρος του συμφωνημένου μισθώματος), εκ του συνολικού ποσού των 3.000 € και όχι 300 €, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα.

Ήτοι συνολικά το ποσό των 143.939,05 (143.789,05 + 150,00) €, απορριπτομένου ως αβάσιμου του επί πλέον ποσού. Το ως άνω ποσό, μετά τον γενόμενο με την εξώδικη καταγγελία συμψηφισμό της ως άνω αξίωσης της εκκαλούσας με την ανταπαίτηση του εφεσιβλήτου για την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, ίσης με ένα μηνιαίο μίσθωμα, ανερχόμενο στο ποσό των 1.620,58 € (χωρίς τέλος χαρτοσήμου), αυτό διαμορφώνεται στο συνολικό ποσό των 142.318,47 (143.939,05 - 620,58) €.

Ο ισχυρισμός του εφεσιβλήτου ότι η ένδικη σύμβαση λύθηκε πρόωρα, πριν την συμβατική της λήξη, από υπαιτιότητα της εκκαλούσας μισθώτριας εταιρίας, καθώς η προδιαληφθείσα ρητή συμφωνία περί επιστροφής της αναλογίας του καταβληθέντος ποσού των 204.500 € για εκτελεσθείσες εργασίες στο μίσθιο, που αντιστοιχεί στα εναπομείναντα έτη από την πρόωρη λύση της μίσθωσης έως την συμβατική της λήξη, σε περίπτωση, λύσεως της ένδικης μίσθωσης, ερμηνευόμενη κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, ισχύει για την περίπτωση, που η πρόωρη λύση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα της μισθώτριας.

Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, η πρόωρη λύση της μισθωτικής σύμβασης μεταξύ των διαδίκων, επήλθε μετά την εκ μέρους της μισθώτριας - εκκαλούσας άσκηση του παρεχόμενου σ' αυτήν από το άρθρο 43 του π.δ/τος 34/1995 νόμιμου δικαιώματος, γεγονός το οποίο δεν συνάδει με υπαιτιότητα, δηλαδή με δόλια ή αμελή συμπεριφορά της, η οποία εξάλλου δεν αποδείχθηκε από το αποδεικτικό υλικό.

Σύμφωνα δε με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής και τα κρατούντα συναλλακτικά ήθη στις ανάλογες συναλλαγές, περιστατικά, τα οποία θα οδηγούσαν σε πρόωρη λύση της ένδικης μίσθωσης από υπαιτιότητα της μισθώτριας αποτελούν, εκτός των άλλων, η μη καταβολή μισθωμάτων εκ δυστροπίας, κακή χρήση του μισθίου, παράβαση συμβατικών όρων, η οποία παρέχει το δικαίωμα καταγγελίας της μίσθωσης κλπ γεγονότα, δηλαδή, τα οποία παρέχουν το δικαίωμα στον εκμισθωτή, να προβεί σε καταγγελία της μισθωτικής σύμβασης, ή η εγκατάλειψη του μισθίου από την μισθώτρια και απόδοσης του μισθίου, χωρίς τις προϋποθέσεις της νόμιμης καταγγελίας και χωρίς την συναίνεση του εκμισθωτή ή άλλα ανάλογα ζητήματα.

Σημειώνεται ότι ο ως άνω συμφωνηθείς όρος μεταξύ των διαδίκων έχει σαφές περιεχόμενο και συνεπώς δεν συντρέχει περίπτωση προσφυγής στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ προς ανεύρεση της αληθούς βουλήσεως των συμβαλλομένων. Επίσης, η επικουρική ένσταση του εναγομένου, η οποία προβλήθηκε παραδεκτώς πρωτοδίκως και επαναφέρεται στο παρόν Δικαστήριο προς αντίκρουση της ένδικης έφεσης, περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής, είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, καθόσον τα επικαλούμενα προς επιστήριξη αυτής περιστατικά δεν είναι διάφορα εκείνων επί των οποίων στηρίζεται η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής εκ μέρους του εναγομένου ήδη εφεσιβλήτου.

Συνεπώς, αυτός υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 142.318,47 ευρώ (από προφανή παραδρομή αναγράφεται 145.559,63 €), νομιμοτόκως από 6/12/2012 (ημερομηνία επέλευσης των εννόμων αποτελεσμάτων της ασκηθείσας εξώδικης καταγγελίας ήτοι λύσεως της μίσθωσης). Το πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε την αγωγή, κατά την κυρία της βάση, ως αόριστη και κατά την επικουρική της (αδικαιολογήτου πλουτισμού), ως μη νόμιμη, έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου...]. Την εφετειακή αυτή απόφαση προσβάλλει ο εναγόμενος - εφεσίβλητος με την υπό κρίση, από 23-2-2018, αναίρεση και για τους λόγους που διαλαμβάνονται σ' αυτή, όπως θα παρατεθούν στις επόμενες σκέψεις της παρούσας.

ΙΙ. Α. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, και: α) έστω και συνοπτικά (ΑΠ Ολομ. Διοικ. 14/2010, όπου και παραπομπές στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ), οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση, και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (ΑΠ Ολομ. 20/2005).

Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 892/2019, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 472/2017). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, κατά συνέπεια, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Συγκεκριμένα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, συνεπώς, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Εξάλλου, με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, ελέγχεται, όπως προεκτέθηκε, η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε, δηλαδή, ο λόγος αυτός προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος.

Έτσι, παρέπεται ότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει την αίτηση παροχής έννομης προστασίας (την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση) ως απαράδεκτη, αόριστη ή μη νόμιμη ή για άλλο τυπικό λόγο, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους (ΑΠ Ολομ. 3/1997, ΑΠ 2004/2017, ΑΠ 870/2017, ΑΠ 204/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά τα σκέλη του πρώτο, δεύτερο και τέταρτο, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι στερείται από νόμιμη βάση, διότι περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα, όπως, κατά λέξη, αναγράφεται στο αναιρετήριο: 1) "...υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης και ανεπάρκεια αιτιολογιών σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω αναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα και τα οποία δεν διερευνήθηκαν, περί του κατά πόσον έγιναν οι εγκαταστάσεις που η ΕΚΟ ανέλαβε την υποχρέωση να ενεργήσει στο μίσθιο, ποιο το ποσό που πράγματι δαπανήθηκε για αυτές, εάν αποξήλωσε ή όχι όλες αυτές τις εγκαταστάσεις, εάν λύθηκε η μίσθωση για λόγο που δεν ανάγεται σε υπαιτιότητα της ΕΚΟ ΑΒΕΕ, προ του συμφωνηθέντος χρόνου λήξεώς της, ώστε να θεμελιώνεται ευθύνη και υποχρέωση του εκμισθωτή να επιστρέψει ένα χρηματικό ποσό στην ΕΚΟ και πώς προκύπτει η αναλογία του ποσού χρημάτων, που συνιστά το αναπόσβεστο ποσό δαπανών, που διενήργησε η ΕΚΟ, με όσο χρόνο θα υπολείπεται από τον χρόνο της λύσεως μέχρι εκείνου της συμβατικής λύσεως του άνω από 1-3-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης" (πρώτο σκέλος), 2) "...ανεπαρκώς αιτιολόγησε το ότι δεν υφίσταται υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης...", αναφορικά με την απόρριψη, ως μη νόμιμης, της (επικουρικής) ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος που είχε προβάλει παραδεκτά (δεύτερο σκέλος) και 3) "...ανεπαρκώς αιτιολογεί την απόρριψη της ένστασής μου, αναφέροντας απλώς ότι τα ποσά προκύπτουν με απλό μαθηματικό υπολογισμό...", αναφορικά με την απόρριψη της ένστασης αοριστίας που είχε παραδεκτά προβάλει για τον τρόπο που προκύπτει το ποσό των 159.708,51 ευρώ για το αναπόσβεστο μέρος των δαπανών που η αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε ότι πραγματοποίησε στο μίσθιο ακίνητο (τέταρτο σκέλος).

Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος και ως προς τα τρία σκέλη του. Συγκεκριμένα:1) κατά μεν το πρώτο σκέλος του, διότι, ανεξάρτητα από το ότι δεν εκτίθενται, έστω και συνοπτικά, οι σχετικές παραδοχές για τα επίμαχα ζητήματα (παρά μόνο για τη μη υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος), εφόσον δεν γίνεται μνεία στο αναιρετήριο ότι η απόφαση στερείται παντελώς από αιτιολογίες, δεν αναφέρονται ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε και ποίοι οι ισχυρισμοί και τα περιστατικά που προτάθηκαν από τον αναιρεσείοντα για τη θεμελίωσή τους, ως προς τους οποίους η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, και πώς συνδέονται με το διατακτικό.

Σε κάθε, πάντως, περίπτωση, ο ίδιος λόγος, κατά το σκέλος του αυτό, είναι απαράδεκτος και διότι, με την επίφαση αναιρετικής πλημμέλειας από το λόγο αυτόν, προβάλλονται αιτιάσεις για την, κατ' άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες ο αναιρεσείων έχει διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα που εκτίθεται σαφώς, ως προς τα παραπάνω ζητήματα και 2) κατά δε το δεύτερο και το τέταρτο σκέλος του, διότι το Εφετείο, απορρίπτοντας, με την αιτιολογία που έχει προπαρατεθεί, τις δύο πιο πάνω ενστάσεις του αναιρεσείοντος, δεν εισήλθε στην ουσία της διαφοράς και δεν διατύπωσε, κατά το στάδιο εκείνο, αποδεικτικό πόρισμα, όπως απαιτείται για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ.

Β. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 43 του π.δ/τος 34/1995 ("Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων εμπορικών μισθώσεων"), όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 παρ.1 του ν. 3853/2010 και όπως ίσχυε πριν το ν.4242/2014 (ΦΕΚ Α'/50/28-2-2014), στις συμβάσεις που ρυθμίζονται από αυτό, "Ο μισθωτής μπορεί μετά την πάροδο ενός (1) έτους από την έναρξη της σύμβασης να καταγγείλει τη μίσθωση.

Η καταγγελία γίνεται εγγράφως, τα δε αποτελέσματά της επέρχονται μετά την πάροδο τριών (3) μηνών από τη γνωστοποίησή της. Στην περίπτωση αυτή ο μισθωτής οφείλει στον εκμισθωτή ως αποζημίωση ποσό ίσο με ένα (1) μηνιαίο μίσθωμα, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί κατά το χρόνο καταγγελίας της μίσθωσης". Με τη διάταξη αυτή, που θεσπίστηκε αρχικά προς προστασία του εκμισθωτή από τον κίνδυνο πρόωρης και αιφνίδιας λύσης της μίσθωσης (ΑΠ 1012/2012), παρέχεται στο μισθωτή εμπορικής μίσθωσης το δικαίωμα, χωρίς τη συνδρομή ορισμένου λόγου, να καταγγείλει, οπωσδήποτε εγγράφως, τη μίσθωση (καταγγελία μεταμέλειας), εφόσον, αφενός μεν, η μίσθωση παραμένει ενεργός, αφετέρου δε, έχει παρέλθει ένα έτος από την έναρξή της.

Για το κύρος της καταγγελίας αυτής δεν απαιτείται, όπως προαναφέρθηκε, η συνδρομή οποιουδήποτε λόγου, αλλά αρκεί η δήλωση του μισθωτή ότι λύει τη μίσθωση, διότι, για λόγους που δεν ενδιαφέρουν, μεταμελήθηκε και δεν επιθυμεί πλέον τη συνέχισή της. Έτσι, με την καταγγελία αυτή, που αποτελεί ενάσκηση δικαιώματος του μισθωτή, επέρχεται, εφόσον, βέβαια, ασκήθηκε νόμιμα, η λύση της μίσθωσης, κατ' άρθρ. 587 ΑΚ και, άρα, ο μισθωτής δεν έχει άλλες υποχρεώσεις, εκτός από εκείνες που για τη συγκεκριμένη καταγγελία ορίζονται στην παραπάνω διάταξη.

Η ίδια καταγγελία τελεί υπό αναβλητική προθεσμία τριών μηνών και συνεπάγεται την υποχρέωση του μισθωτή να καταβάλει στον εκμισθωτή εφάπαξ αποζημίωση ποσού ίσου με ένα μηνιαίο μίσθωμα, υπολογιζόμενο κατά το χρόνο άσκησης της καταγγελίας (σχετ. ΑΠ 1000/2019, ΑΠ 1444/2018, ΑΠ 593/2017, ΑΠ 357/2017, ΑΠ 1013/2015). Η καταβολή της υπόψη αποζημίωσης δεν απαιτείται να γίνει συγχρόνως με την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας και δεν αποτελεί προϋπόθεση του κύρους της καταγγελίας, δηλαδή δεν εμποδίζει την ενέργεια αυτής - τη λύση της μίσθωσης.

Κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, η εν λόγω αποζημίωση δεν οφείλεται, όταν ο μισθωτής καταγγείλει πρόωρα τη μίσθωση, σύμφωνα με τα άρθρα 281, 288, 588, 672 και 766 του ΑΚ για σπουδαίο λόγο, οπότε τα περιστατικά που συγκροτούν το λόγο αυτόν πρέπει να αποτελούν και το περιεχόμενο της καταγγελίας (ΑΠ 1582/2014, ΑΠ 1414/2012, ΑΠ 1516/2011).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης.

Παραβιάζονται οι κανόνες αυτοί, όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων (ΑΠ Ολομ. 26/2004, ΑΠ 163/2015) ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (ΑΠ Ολομ. 26/2004) ή και όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, αν και δέχεται, επίσης ανέλεγκτα, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 635/2011, ΑΠ 604/2011, ΑΠ 211/2011).

Πάντως, μόνη η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αναφέρει ρητά στην απόφασή του ότι για την εξεύρεση της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων προσφεύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των παραπάνω διατάξεων του ΑΚ δεν συνιστά παραβίαση των εν λόγω διατάξεων, αν στην απόφαση εκτίθενται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών (ΑΠ 413/2015).

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν, από όσα δέχεται το δικαστήριο, δεν διευκρινίζεται η θέση του ως προς το αν υπάρχει κενό ή ασάφεια, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι πιο πάνω ερμηνευτικές διατάξεις (ΑΠ 1399/2019, ΑΠ 1636/2018, ΑΠ 763/2016, ΑΠ 215/2016).

Εκ πλαγίου παραβίαση, κατά την προεκτιθέμενη έννοια του άρθρου 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ, μπορεί να συντελεστεί και επί των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Τέτοια παραβίαση υπάρχει α) όταν δεν διευκρινίζεται επαρκώς αν υπάρχει ή όχι κενό στη δικαιοπραξία, αν το δικαστήριο έχει προβεί στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων και αν δεν παραθέτει σαφώς τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, β) όταν η απόφαση περιέχει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την εφαρμογή ή όχι των διατάξεων αυτών του ουσιαστικού δικαίου και γ) όταν το δικαστήριο έσφαλε κατά την υπαγωγή των περιστατικών που έγιναν δεκτά στην έννοια του νόμου (ΑΠ 870/2017, ΑΠ 529/2017, ΑΠ 527/2008).

Στην κρινόμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τους δεύτερο (κατά το δεύτερο σκέλος του) και πρώτο (κατά το τρίτο σκέλος του) λόγους αναίρεσης, προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων (ερμηνευτικών κανόνων) των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, που συνίστανται στο ότι το Εφετείο δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες (των άρθρων 173 και 200 ΑΚ), προκειμένου να βρει την αληθινή έννοια της βούλησης των συμβαλλόμενων μερών στον όρο Δ' του συνημμένου στο από 1-3-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης "Παραρτήματος Κ", παρότι διαπίστωσε, έστω και σιωπηρά, κενό και ασάφεια, ως προς την υποχρέωση αποζημίωσης του εκμισθωτή έναντι της μισθώτριας σε περίπτωση πρόωρης λύσης της μισθώσεως και ειδικά αν η υποχρέωση αυτή εξαρτήθηκε από υπαιτιότητα και μόνο του εκμισθωτή.

Οι λόγοι αυτοί στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και, ως εκ τούτου, είναι αβάσιμοι, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την πληττόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν διαπίστωσε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ούτε έμμεσα, ότι για τον συμφωνημένο επίμαχο όρο υπάρχει κενό ή ασάφεια και, έτσι, δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης.

Άλλωστε, όπως έχει προαναφερθεί, η καταγγελία της επίδικης μίσθωσης, που έγινε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 43 π.δ. 34/1995 (και όχι για σπουδαίο λόγο), αποτελούσε δικαίωμα της μισθώτριας αναιρεσίβλητης που της παρεχόταν με τη διάταξη αυτή και, κατά συνέπεια, δεν νοείται "υπαιτιότητα" της τελευταίας στην εν λόγω καταγγελία (ΑΠ 2178/2013).

Γ. Η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ), αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος.

Αντίθετα, το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής, ως προς την έκθεση σε αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία (ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής), εκτιμά κυριαρχικά το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται, κατά τούτο, η απόφασή του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν αυτό έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν διαλαμβάνονται σε αυτή και που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του για τη νομική βασιμότητά της ή, αντίθετα, έκρινε αόριστη την αγωγή, επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, αν και περιλαμβάνονταν σε αυτή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης (ΑΠ 1399/2019, ΑΠ 143/2018, ΑΠ 496/2016).

Στην παρούσα περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση, κατ' εκτίμηση όσων διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, ότι με την απόφασή του αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για τη γένεση του δικαιώματος αποζημίωσης της αντιδίκου του, καθόσον δεν προσδιορίζεται ο τρόπος με τον οποίο προκύπτει το αιτούμενο ποσό της αποζημίωσης των 159.708,51 ευρώ ως αναπόσβεστο μέρος των δαπανών που η αναιρεσίβλητη υποστηρίζει ότι πραγματοποίησε για εργασίες στο μίσθιο, δηλαδή πρόκειται για συναφή λόγο με τον προαναφερόμενο πρώτο λόγο, κατά το τέταρτο σκέλος του που ερευνήθηκε στην προηγούμενη, υπό στοιχ.

ΙΙΑ, σκέψη. Ο λόγος αυτός, κατά το σκέλος του τούτο, από τον αριθμό 1 και, σε κάθε περίπτωση, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι, όπως ορθά αποφάνθηκε και το Εφετείο, το παραπάνω ποσό προκύπτει με βάση απλές αριθμητικές πράξεις, σύμφωνα και με όσα αναγράφονται στον σχετικό Δ' όρο του Παραρτήματος Κ.

Δ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ.1 εδάφ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, ήτοι τις αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 385/2015, ΑΠ 266/2015, ΑΠ 1591/2014).

Πρέπει, συναφώς, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποία συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση (ΑΠ 704/2017, ΑΠ 951/2015, ΑΠ 222/2015). Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει απ' αυτά που το δικαστήριο, εσφαλμένα, χρησιμοποίησε.

Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του, ο αναιρεσείων μέμφεται την εφετειακή απόφαση, διότι αυτή περιορίστηκε στην αναφορά κάποιων παραδειγμάτων για το τι θεωρείται υπαίτια συμπεριφορά εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, χωρίς να κρίνει αν η συγκεκριμένη συμπεριφορά της είναι αντίθετη με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τα συναλλακτικά ήθη που κρατούν.

Ο λόγος αυτός, από τον αριθμό 1 εδάφ.β' του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, κατά το μέρος που προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι με την προπαρατιθέμενη κρίση του το Εφετείο παραβίασε και τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι, κυρίως, απαράδεκτος, καθόσον οι επικαλούμενες πλημμέλειες δεν αναφέρονται στην ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν πραγματικών περιστατικών αλλά στην εκτίμηση των αποδείξεων.

Μάλιστα, ο λόγος αυτός είναι και αλυσιτελής, διότι η επίμαχη αιτιολογία του Εφετείου εκ περισσού διατυπώθηκε, δηλαδή είναι πλεοναστική (ΑΠ 755/2018, ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 763/2016), όπως επίσης και η συναφής - επάλληλη αιτιολογία ότι, εν πάση περιπτώσει, "...υπαιτιότητα...δεν αποδείχθηκε από το αποδεικτικό υλικό", δεδομένου ότι, όπως αναλύθηκε σε προηγούμενη, υπό στοιχ.

ΙΙΒ, σκέψη, δεν νοείται υπαιτιότητα του μισθωτή στην καταγγελία, κατ' άρθρ. 43 π.δ. 34/1995, που αποτελεί ενάσκηση δικαιώματος που του παρέχει ο νόμος. Ε. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 989/2018, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 358/2017).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009). Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων αιτιάται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από τον αριθμό 8 εδάφ.

β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του για το ότι: 1) αρνήθηκε - αμφισβήτησε την εκτέλεση από την αναιρεσίβλητη του συνόλου των εργασιών που αναφέρονται στο Παράρτημα Κ, καθώς και για το ότι η τελευταία αποξήλωσε και παρέλαβε το σύνολο των εγκαταστάσεων που είχε τοποθετήσει στο μίσθιο, ακόμη και κινητά πράγματα της δικής του κυριότητας, 2) η αγωγή είναι απαράδεκτη, εξαιτίας αοριστίας, επειδή:

α) εσφαλμένα στρέφεται εναντίον του, ενώ επικαρπώτρια του μίσθιου ακινήτου είναι η Θ. Β. (κόρη του), β) δεν διευκρινίζεται αν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του Δ' όρου του Κ Παραρτήματος για επιδίκαση αποζημίωσης, γ) δεν αναφέρεται για ποίο λόγο η αναιρεσίβλητη κατήγγειλε την επίδικη, από 1-3-2008, σύμβαση μίσθωσης, αν η καταγγελία αυτή είναι νόμιμη και, συνακόλουθα, αν έληξε η μίσθωση αυτή και δ) δεν διασαφηνίζει πώς προκύπτει το αιτούμενο ποσό της αποζημίωσης των 159.708,51 ευρώ, 3) η αγωγή δεν είναι νόμιμη, γιατί:

α) δεν αναφέρεται ο τρόπος με τον οποίο προκύπτει το πιο πάνω ποσό της αποζημίωσης και αν η αναιρεσίβλητη πραγματοποίησε, τελικά, τις εργασίες και κατασκευές που διαλαμβάνονται στο συμφωνητικό και β) η τελευταία δεν επικαλείται έλλειψη υπαιτιότητάς της για την πρόωρη λύση της σύμβασης, 4) η αναιρεσίβλητη παρέλαβε όλο τον εξοπλισμό και τα παραρτήματά του και, ως εκ τούτου, δεν δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση και 5) η άσκηση της αγωγής είναι καταχρηστική, κατ' άρθρ. 281 ΑΚ, ενώ, επιπλέον, 6) προέβαλε, επικουρικά, και την ένσταση για μείωση της (μη γνήσιας) ποινικής ρήτρας, ως δυσανάλογα μεγάλης, στο προσήκον μέτρο, κατ' άρθρ. 409 ΑΚ.

Ειδικότερα, κατά τον τελευταίο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, όπως αυτός προτάθηκε στα δικαστήρια ουσίας (πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο), "...άλλως και όλως επικουρικώς, σε περίπτωση κατά την οποία κρίνει το Δικαστήριό σας ότι θα πρέπει να υποχρεωθώ να της καταβάλω οιαδήποτε αποζημίωση, αυτή αιτούμαι να μειωθεί στο προσήκον μέτρο, διότι είναι δυσανάλογα μεγάλη, με τη συνδρομή των διατάξεων των (άρθρων) 173 και 200 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 409 ΑΚ...".

Παράλληλα, το Εφετείο, κατά τον ίδιο λόγο αναίρεσης, δεν έλαβε υπόψη τις μαρτυρικές καταθέσεις, τις ένορκες βεβαιώσεις και το φωτογραφικό υλικό που προσκομίστηκε, σχετικά με τους ισχυρισμούς του αυτούς. Από τους επιμέρους πιο πάνω ισχυρισμούς: α) Οι υπό στοιχ. 1 και 4 δεν είναι αυτοτελείς αλλά αρνητικοί της αγωγής και, επομένως, δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε.

Στην πραγματικότητα, με τις αιτιάσεις αυτές, υπό το πρόσχημα της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στην παραπάνω διάταξη, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ). β) Οι υπό στοιχ. 2, 3 και 5 λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο, αξιολογήθηκαν και απορρίφθηκαν ρητά με την προαναφερόμενη αιτιολογία και γ) Ο υπό στοιχ.6 ισχυρισμός που πράγματι δεν λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο δεν είναι νόμιμος, γιατί η επίμαχη συμφωνία των διαδίκων, για την απόδοση του ποσού που αντιστοιχούσε στο αναπόσβεστο τμήμα των εργασιών που η αναιρεσίβλητη μισθώτρια είχε ήδη εκτελέσει στο μίσθιο ακίνητο, δεν έχει το χαρακτήρα (μη γνήσιας) ποινικής ρήτρας, που αποτελεί αυτοτελή σύμβαση, η οποία δεν εξαρτάται και δεν έχει σκοπό την ενίσχυση άλλης (κύριας) σύμβασης (ΑΠ 845/2019, ΑΠ 859/2017), ανεξάρτητα, βέβαια, και από το γεγονός ότι σε μια τέτοια περίπτωση ο αναιρεσείων θα έπρεπε να επικαλεστεί, για το ορισμένο της ένστασής του, κατ' άρθρ. 409 ΑΚ (που εφαρμόζεται και επί μη γνήσιας ποινικής ρήτρας) ορισμένα περιστατικά, εξαιτίας των οποίων η ποινή παρίσταται υπέρμετρη (ΑΠ 874/2017, ΑΠ 811/2013), τέτοια, όμως, περιστατικά δεν επικαλέστηκε ο αναιρεσείων.

Κατόπιν τούτου, αφού το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη μη νόμιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος που, συνακόλουθα, δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν ιδρύεται, κατά το σκέλος του αυτό, ο παρών λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 εδάφ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ως προς την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις μαρτυρικές καταθέσεις, τις ένορκες βεβαιώσεις και το φωτογραφικό υλικό που προσκομίστηκε, είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, δεδομένου ότι δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ, τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων (και των λοιπών αποδεικτικών μέσων), όπως αναπτύχθηκε στην αρχή της παρούσας σκέψης και, συνεπώς, δεν ιδρύεται στην εξεταζόμενη περίπτωση ο παρών αναιρετικός λόγος, κατά το σκέλος του αυτό (βλ.

και ΑΠ 14/2011). Σε κάθε περίπτωση, και με την εκδοχή ότι προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ' ΚΠολΔ, ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (4ο φύλλο αυτής) ότι λήφθηκαν υπόψη, μεταξύ των άλλων, η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του εναγομένου-αναιρεσείοντος ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη δεν εξέτασε δικό της μάρτυρα), η 155/2017 ένορκη βεβαίωση, ενώπιον της Ειρηνοδίκη Καστοριάς, της Π.

Φ. και φωτογραφίες, στις οποίες αποτυπώνεται το μίσθιο ακίνητο, σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενό της, προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και τα έγγραφα αυτά. Στην πραγματικότητα, οι προβαλλόμενες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ανάγονται στην εσφαλμένη αξιολόγηση και παραγνώριση της αποδεικτικής αξίας των εν λόγω αποδεικτικών μέσων και αποτελούν ουσιαστικές, εκ μέρους του, προσεγγίσεις, που εκτιμά διαφορετικά τα αποδεικτικά αυτά μέσα, οι οποίες και απαραδέκτως προβάλλονται, κατ' άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ.

ΣΤ. Ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι όμως και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατ' άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, και όχι όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΑΠ Ολομ.2/2008, ΑΠ 1217/2018, ΑΠ 1953/2017).

Περαιτέρω, για τη θεμελίωση του αναιρετικού αυτού λόγου, πρέπει επιπλέον το έγγραφο να αφορά απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, δηλαδή η κρίση του δικαστηρίου για απόδειξη ή όχι του ισχυρισμού αυτού να είναι επιβλαβής για τον αναιρεσείοντα. Αντίθετα, αν το έγγραφο αφορά απόδειξη επουσιώδους ισχυρισμού, ήτοι ισχυρισμού που δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είναι απαράδεκτος (ΑΠ 1548/2018, ΑΠ 2060/2007).

Πρόκειται, επομένως, για έλεγχο του αιτιώδους συνδέσμου της παραβίασης προς σφάλμα του διατακτικού της απόφασης (ΑΠ 1548/2018, πρβλ. και ΑΠ 1563/2014, ΑΠ 662/2014, ΑΠ 1288/2012, ΑΠ 333/2011). Τέλος, παραμόρφωση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, επίσης, και όταν το δικαστήριο, κατά την ανάγνωση του εγγράφου, παρέλειψε φράσεις ή περικοπές του κειμένου του που είναι κρίσιμες, δηλαδή τέτοιες που να μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό συμπέρασμα.

Δεν υπάρχει όμως παραμόρφωση, όταν το δικαστήριο συνεκτιμά το έγγραφο με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα ή δεν παραλείπει να λάβει υπόψη όλα τα γεγονότα που περιέχονται στο έγγραφο (ΑΠ 749/2018, ΑΠ 640/2016, ΑΠ 612/2016, ΑΠ 695/2008, ΑΠ 112/2008). Στην υπό κρίση περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ που συνίσταται στο ότι, προκειμένου να απορρίψει τους σχετικούς ισχυρισμούς του που παρατίθενται παρακάτω, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 1-3-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού (εμπορικής) μίσθωσης ακινήτου και του συνημμένου σ' αυτό Παραρτήματος Κ.

Ειδικότερα, με το λόγο αυτόν της αναίρεσης προβάλλεται ότι το Εφετείο: 1) Παραμόρφωσε το περιεχόμενο του όρου Δ' του Παραρτήματος Κ με αποτέλεσμα να δεχθεί, τελικά, πραγματικά περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, ενώ, αν λάμβανε υπόψη τα τελευταία, θα μπορούσε να οδηγηθεί σε διαφορετικό, από εκείνο που έγινε δεκτό, αποδεικτικό πόρισμα, υπέρ των απόψεων του αναιρεσείοντος, κατά τις οποίες η υποχρέωσή του για αποζημίωση της αναιρεσίβλητης (δηλαδή για την απόδοση του ποσού που αντιστοιχούσε στο αναπόσβεστο τμήμα των εργασιών που η αναιρεσίβλητη μισθώτρια είχε εκτελέσει στο μίσθιο ακίνητο) ίσχυε μόνο εφόσον η σύμβαση μίσθωσης λυόταν από δική του υπαιτιότητα, όπως τούτο προκύπτει, κατά τα αναγραφόμενα στο λόγο αυτόν, από "την πραγματική ερμηνεία και το πραγματικό περιεχόμενο του εγγράφου" και 2) Κατ' εκτίμηση όσων διαλαμβάνονται στο λόγο αυτόν, παρέλειψε να αναγνώσει μέρος του όρου 7 του παραπάνω συμφωνητικού μίσθωσης, σύμφωνα με το οποίο "οι εργασίες...που θα παραμείνουν σε όφελος του μισθίου..." με αποτέλεσμα να οδηγηθεί στο επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποτέλεσμα ότι αυτός οφείλει αποζημίωση, ανεξάρτητα από το αν οι εργασίες κ.λπ.

που η αναιρεσίβλητη πραγματοποίησε στο μίσθιο ακίνητο παρέμειναν ή όχι σ' αυτό, ενώ η ενεργοποίηση του όρου για την καταβολή της αποζημίωσης (για το αναπόσβεστο μέρος των δαπανών) είχε ως απαραίτητη προϋπόθεση, εκτός από την ύπαρξη υπαιτιότητας στο πρόσωπο του εκμισθωτή - αναιρεσείοντος, ότι οι εν λόγω εργασίες κ.λπ.

έπρεπε να παραμείνουν σε όφελος του μισθίου, πράγμα, όμως, που δεν έγινε. Κατ' αρχάς, πρέπει να επισημανθεί ότι δεν γίνεται μνεία στο αναιρετήριο ότι προβλήθηκε στα δικαστήρια ουσίας ισχυρισμός για το αληθινό περιεχόμενο του όρου 7, ούτε από την παραδεκτή επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει κάτι τέτοιο (ΑΠ 333/2009, ΑΠ 1725/2008, ΑΠ 1765/2006, βλ.

και ΑΠ 1563/2014, ΑΠ 1288/2012). Εν πάση, πάντως, περιπτώσει, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί το Εφετείο δεν υπέπεσε, ως προς τα έγγραφα αυτά, σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση των εγγράφων, επειδή, δήθεν, δέχτηκε ότι στο κείμενό τους, περιέχουν περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνουν, αλλά απλώς από το περιεχόμενο των εγγράφων, που σωστά ανέγνωσε, οδηγήθηκε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, οπότε πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο και, σε κάθε περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα εν λόγω έγγραφα που φέρεται ότι παραμορφώθηκαν, αλλά προέβη στην εκτίμηση του περιεχομένου τους σε συνδυασμό με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν κατέληξε σε εσφαλμένο, κατά τον αναιρεσείοντα, αποδεικτικό πόρισμα.

Στην πραγματικότητα οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος δεν αναφέρονται στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα προσδιόρισε το κείμενο των επίμαχων όρων του συμφωνητικού μίσθωσης και του συνημμένου Παραρτήματος Κ, αλλά στο ότι εσφαλμένα αντιλήφθηκε το νόημά τους (οι οποίοι, όμως, ορθά αποτυπώθηκαν στην εφετειακή απόφαση), προβαίνοντας σε εσφαλμένη αξιολόγηση του περιεχομένου τους, οπότε δεν τίθεται ζήτημα παραμόρφωσης εγγράφου, αλλά σφάλματος εκτίμησης που είναι αναιρετικά ανέλεγκτο (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνακόλουθα, δεν θεμελιώνεται ο παρών λόγος από το άρθρο 559 αριθμ. 20 του ίδιου Κώδικα (σχετ.

ΑΠ 1044/2013, ΑΠ 1645/2009, ΑΠ 155/1996).

Ζ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει, από 1-1-2002, κατ' άρθρ.15 ν.2943/2001, μετά την τροποποίηση με το άρθρο 17 παρ.2 ν.2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά.

Ο όρος "πράγματα", στην παρούσα περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου. Συγκεκριμένα, δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποία από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποία για έμμεση απόδειξη.

Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποία ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την πληττόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα.

Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 750/2018, ΑΠ 576/2018, ΑΠ 232/2018, ΑΠ 1864/2017). Στην παρούσα περίπτωση, με τον πέμπτο (και τελευταίο) λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι αυτή εσφαλμένα δέχθηκε, ως αληθινά, πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς αυτά να έχουν αποδειχθεί, και συγκεκριμένα α) τη μη έλλειψη υπαιτιότητας της αναιρεσίβλητης μισθώτριας, β) την εκτέλεση απ' αυτή των εργασιών, γ) το κόστος αυτών και, συνακόλουθα, το ποσό που ζήτησε ως αποζημίωσή της και δ) ότι οι εργασίες αυτές παρέμειναν σε όφελος του μισθίου.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την πληττόμενη απόφαση, το Εφετείο διαμόρφωσε την ουσιαστική του κρίση και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρα του εναγομένου, την πιο πάνω ένορκη βεβαίωση, τα έγγραφα και το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν νόμιμα και, επομένως, δεν δέχθηκε, παρά το νόμο, "πράγματα" που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Ο αναιρεσείων απλώς, με το πρόσχημα της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσης του λόγου αυτού στο παραπάνω άρθρο, πλήττει την, αναιρετικά, ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), με επαναξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή τους, κατέληξε σε εσφαλμένη για τα πράγματα κρίση.

ΙΙΙ. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει). Τέλος, ο αναιρεσείων που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23 Φεβρουαρίου 2018 και με αύξοντα (ειδικό) αριθμό κατάθεσης 198/7-3-2018 αίτηση του Γ. Ν. Β. για αναίρεση της 93/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ