Legislator Case Law & Legislation
850/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against tax land ruling, upholding burden of proof allocation to the State.

Case Number 850/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against a lower court ruling that denied tax benefits to specific land parcels. The State argued the lower court ignored a technical expert report, but the Court found the appellate court had properly considered all evidence. Consequently, the Court ruled that the burden of proof regarding the land's nature rested with the State, which failed to meet it.

Legislator headnote

AI generated

Art. 70, 73 KPolD; Art. 559(11)(c), (13) KPolD: An appeal is inadmissible if the lower court correctly applied the burden of proof rules, and the appellant failed to demonstrate a violation of the objective burden of proof standards.

Keywords

AI generated
burden of proof allocation appeal admissibility tax land classification technical expert report objective burden of proof State liability civil procedure law

Cited Legislation

AI generated
Art. 70 KPolD
Art. 73 KPolD
Art. 559(11)(c) KPolD
Art. 559(13) KPolD
Art. 338 KPolD
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD
Art. 22 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 850 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 850/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα - Εισηγήτρια, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Β. του Κ., 2) Γ. Β. του Κ., 3) Α. Β. του Β., 4) Κ. Β. του Β. και 5) Α. Β. του Β., κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Γεωργόπουλο, ο οποίος ανακάλεσε την από 11-1-2019 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο. Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως για τους λόγους που ανέπτυξε. Για το αίτημα της αναβολής τον λόγο έλαβε και ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων, ο οποίος δε συναίνεσε.

Το Δικαστήριο διασκέφθηκε και διά του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-3-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3925/2013 μη οριστική και 1204/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4439/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-12-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ "όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή". Το έννομο όμως συμφέρον του, η συνδρομή του οποίου επιτελεί νομιμοποιητική λειτουργία στην αναγνωριστική αγωγή και εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης (αρθρ.73ΚΠολΔ),πρέπει να είναι άμεσο και παρόν.

Ειδικότερα, α) άμεσο, υπό την έννοια ότι η έννομη προστασία, που ζητείται με τη μορφή έκδοσης αναγνωριστικής απόφασης, ν' αποτελεί πρόσφορο και μοναδικό (όχι όμως απαραιτήτως και το μείζον) ένδικο βοήθημα για την εξάλειψη της αβεβαιότητας, που δυσχεραίνει την άσκηση των δικαιωμάτων του ενάγοντος ή προκαλεί άλλο κίνδυνο στα έννομα συμφέροντά του και β) παρόν, υπό την έννοια ότι η ανάγκη δικαστικής προστασίας είναι ενεστώσα, αφορά δηλαδή έννομες σχέσεις υπαρκτές και παρούσες και όχι υποθετικές και μελλοντικές ή ενδεχόμενες (ΑΠ 772/2014, 205/2014).

Ο κίνδυνος δηλαδή, για τα συμφέροντα του αιτούντος δικαστική προστασία με την άσκηση της αναγνωριστικής αγωγής μπορεί να εξαρτάται και από τη συνδρομή και άλλου μελλοντικού περιστατικού, το δικαίωμα όμως του οποίου ζητείται η προστασία με την εν λόγω αγωγή πρέπει να είναι κεκτημένο και όχι μελλοντικό και ενδεχόμενο.

Εξάλλου, το έννομο συμφέρον, που μπορεί να είναι υλικό ή ηθικό, εξαρτάται από τις εκάστοτε περιστάσεις. Αφετηρία του, όταν η αβεβαιότητα δεν προκύπτει από τα πράγματα, είναι η αμφισβήτηση από τον εναγόμενο της επίδικης έννομης σχέσεως, από την οποία πρέπει να απειλείται βλάβη, για την αποτροπή της οποίας η επιδιωκόμενη απόφαση να αποτελεί πρόσφορο μέσο.

Ειδικότερα δε, αν η προσβολή της κυριότητας συνίσταται σε αμφισβήτηση, προφορική ή και με άλλο δηλωτικό αυτής αλλά ρηματικό τρόπο, τότε ο κύριος δικαιούται να ασκήσει αναγνωριστική της κυριότητάς του αγωγή, στρεφόμενη κατά του αμφισβητούντος το δικαίωμα της κυριότητάς του επί του συγκεκριμένου πράγματος (ΑΠ1442/2010).

Εξάλλου, το έννομο συμφέρον, αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας.

Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχει ή όχι, ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που το δικαιολογούν(Ολ.ΑΠ25/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τον απορριφθέντα πρωτοδίκως και επαναφερθέντα με λόγο έφεσης ισχυρισμό του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος περί αοριστίας της ένδικης από 30-3-2010 αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, ως προς τα εκτιθέμενα σ'αυτή στοιχεία με τα οποία οι τελευταίοι δικαιολογούσαν το έννομο συμφέρον τους για την άσκησή της, δεχόμενο τα ακόλουθα: "Αναφέρεται ειδικότερα (στην αγωγή) ότι η αμφισβήτηση της κυριότητας εκδηλώθηκε ενόψει της κηρυχθείσας απαλλοτρίωσης και προκύπτει από το περιεχόμενο του με αριθμό πρωτ.95206/471/20-2-2004 εγγράφου της Διεύθυνσης Προστασίας Δασών και Φυσικού Περιβάλλοντος του Υπουργείου Γ.ς, προς το Δήμο ..., στο οποίο αναφέρεται ότι το ιδιοκτησιακό της επίδικης έκτασης δεν έχει λυθεί έναντι του Δημοσίου (ήδη αναιρεσείοντος) και ως εκ τούτου θεωρείται κατά τεκμήριο δημόσια δασική έκταση, τα οιαδήποτε δε συμβόλαια ή άλλα στοιχεία διακατοχικών πράξεων διαθέτουν οι προβάλλοντες αξιώσεις επί της ανωτέρω εκτάσεως δεν επιλύουν από μόνα τους το ζήτημα της κυριότητας έναντι του Δημοσίου, τα οποία στοιχεία θα πρέπει να κριθούν είτε με τη διοικητική διαδικασία αναγνώρισης είτε με δικαστική απόφαση για το αν είναι ικανά και επαρκή για την αναγνώριση δικαιωμάτων κυριότητας.

Η παραπάνω σαφής αμφισβήτηση της κυριότητας των εναγόντων στην επίδικη έκταση, αρκεί για να θεμελιωθεί το έννομο συμφέρον τους για δικαστική προστασία με την άσκηση της κρινόμενης αναγνωριστικής αγωγής, για την άρση της αμφισβήτησης αυτής και δεν είναι αναγκαία προς τούτο (θεμελίωση εννόμου συμφέροντος,) η εξέλιξη της απαλλοτρίωσης, ή η έκδοση απόφασης αποχής από το Δικαστήριο σε δίκη αναγνώρισης δικαιούχων της αποζημίωσης, προς διερεύνηση της κυριότητας". 'Ετσι που έκρινε και με αυτό που δέχθηκε το Εφετείο, ότι από μόνη την αμφισβήτηση από το αναιρεσείον της συγκυριότητας των αναιρεσιβλήτων επί της επίδικης και κηρυχθείσας απαλλοτριωτέας εδαφικής έκτασης, δικαιολογείται το παρόν και άμεσο έννομο συμφέρον αυτών για την άσκηση της ένδικης αγωγής, χωρίς αυτό να συνδέεται καθ'οιονδήποτε τρόπο με την εκκρεμούσα διαδικασία απαλλοτρίωσης αυτού, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης, κατά το οικείο μέρος του, με τον οποίο το αναιρεσείον, επικαλούμενο αοριστία της αγωγής όσον αφορά την έκθεση των στοιχείων που δικαιολογούν το έννομο συμφέρον των αναιρεσιβλήτων, λόγω της αποσύνδεσής του από τη διαδικασία της απαλλοτρίωσης ,προσάπτει στην προσβαλλόμενη αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. (κατ'εκτίμηση) 14ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Κατά τα άρθρα 1-3 του Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856) και το μουσουλμανικό δίκαιο που ίσχυε πριν από αυτόν, οι γαίες διακρίνονται στις ακόλουθες πέντε κατηγορίες: α) τΙς γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), (οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες), των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία, περί μεταβίβασης, β) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ), (καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση), των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), γ) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ), (δημόσιοι δρόμοι, πλατείες), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και ε) τις νεκρές γαίες (μεβάτ), (τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο.

Επακολούθησαν τα πρωτόκολλα του Λονδίνου της 3-2-1830, 4/16-6- 1830 και 19τ6/1-7-1830, με τα οποία κυρώθηκε η Ανεξαρτησία της Ελλάδος και ρυθμίσθηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τις άλλοτε ιδιοκτησίες των Οθωμανών στην Ελλάδα, ορίζοντας, σε συνδυασμό με την από 9-7-1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως "Περί διαρρυθμίσεως των Ελληνικών συνόρων", ότι το Ελληνικό Δημόσιο αποκτά την κυριότητα στα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία είχε καταλάβει κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα (έως τις 3-2-1830) και είχε δημεύσει κατά τη διάρκεια του πολέμου, καθώς και εκείνα τα οποία, κατά το χρόνο της υπογραφής των πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους άλλοτε κυρίους τους Οθωμανούς, οι οποίοι απεχώρησαν και δεν εξουσιαζόταν πλέον από αυτούς, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημόσιων κτημάτων", περιερχόμενα, κατά το άρθρο 16 αυτού στην κυριότητα του Δημοσίου, ως αδέσποτα.

Με τις ρυθμίσεις αυτές το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των Οθωμανών, αλλά διαδέχθηκε το Τουρκικό Δημόσιο in globo με τη γενόμενη δήμευση "δικαιώματι πολέμου" ως ειδικού τίτλου, στο δικαίωμα κυριότητος των κτημάτων τα οποία κατείχονταν μόνο από τους Οθωμανούς κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης και ή κατέλαβε διαρκούντος του πολέμου, ή ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους, δεν κατέχονταν πλέον από αυτούς.

Η διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο Τουρκικό Δημόσιο "δικαιώματι πολέμου" δεν έθιξε τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) και τα δικαιώματα εξουσίασης "τεσσαρούφ", τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημοσίων γαιών σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο (ΑΠ Ολ. 1/2013, ΑΠ 31/2016, ΑΠ 368/2015), ούτε αφορά τα ακίνητα που κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης και ακολούθως κατέχονταν από Έλληνες ιδιώτες με διάνοια κυρίου, έστω και χωρίς έγκυρο και ισχυρό τίτλο (ταπί, χοτζέτι, βουγιουρδί - ΑΠ 1354/2014, ΑΠ 52/2014). ).

Σημειωτέον, ότι ως προς τα ευρισκόμενα στην Αττική οθωμανικά κτήματα δεν μπορεί να γίνει λόγος για την περιέλευσή τους στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου με το δικαίωμα του πολέμου, αφού η Αττική δεν κατακτήθηκε με τα όπλα, αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος στις 31.3.1833 με βάση την από 27.6./9.7.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και κατόπιν σχετικών συμφωνιών μεταξύ των ελληνικών και των τουρκικών αρχών, ενώ, εξάλλου, κατά τη διάρκεια της τρίτης τουρκικής κυριαρχίας στην Αττική (25.5.1827 έως 31.3.1833) και, ειδικότερα, κατά το έτος 1829, ο Σουλτάνος, ως έχων, κατά το οθωμανικό δίκαιο, την κυριαρχία εφ' όλης της γης, που ανήκε στο οθωμανικό κράτος, είχε εκδώσει θέσπισμα, με το οποίο παραχώρησε δωρεάν στους Αθηναίους - Οθωμανούς και Έλληνες - την κυριότητα των ήδη κατεχομένων από αυτούς ακινήτων της Αττικής, τα σχετικά δε ιδιοκτησιακά δικαιώματα τους αναγνωρίσθηκαν ακολούθως με το από 21.1./3.2.1830 Πρωτόκολλο "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και με την προαναφερόμενη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως (ΑΠ987/2017).

Με βάση την προαναφερόμενη γενική διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου στα δικαιώματα επί των δημοσίων γαιών, αλλά και της απόκτησης κυριότητας επί των γαιών καθαρής ιδιοκτησίας "δικαίωματι πολέμου", θεσπίστηκε μαχητό τεκμήριο κυριότητος υπέρ αυτού, σύμφωνα με το οποίο το Ελληνικό Δημόσιο τεκμαίρεται ότι έχει αποκτήσει δικαίωμα κυριότητος επί των πιο πάνω κτημάτων με πρωτότυπο τρόπο, αρκεί να επικαλεστεί και να αποδείξει, επί μεν των δημοσίων γαιών, ότι αυτές περιήλθαν στην κυριότητά του ως διαδόχου του Οθωμανικού Δημοσίου, επί δε των γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, ότι τις απέκτησε λόγω κατάληψης ή της δήμευσής τους.

Ό τρόπος όμως αυτός της απόκτησης κυριότητος θα πρέπει να στηρίζεται σε θετική επίκληση και απόδειξη από το Δημόσιο των γεγονότων που τον θεμελιώνουν και όχι στην αρνητική επίκληση της όποιας έλλειψης παρουσιάζουν οι τίτλοι που επικαλείται ο ιδιώτης για τη θεμελίωση της δικής του κυριότητος, διότι, από την ύπαρξη μιας τέτοιας έλλειψης δεν τεκμαίρεται η ύπαρξη κυριότητος του Δημοσίου (ΑΠ 368/2015).Κι'αυτό γιατί οι ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου ,που προβάλλονται από αυτό προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας διεκδικητικής ή και αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου, αποτελούν ενστάσεις, ως γεγονότα διακωλυτικά της γένεσης του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος και όχι αιτιολογημένη άρνηση μιας τέτοιας αγωγής(ΑΠ457/2018,847/2013).Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν.8 παρ. 1 κωδ. (7.32), ν.9 παρ.1 πανδ. (50.14) ν.76 παρ. 1 πανδ. (18.1) και ν.7 παρ. 3 πανδ. (23.3) του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα (δηλαδή πριν τις 23.2.1946), μπορούσε νο αποκτηθεί η κυριότητα του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν άσκηση νομής επ' αυτού, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, σε χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδεσπόζει, να συνυπολογίσει στο δικό του χρόνο νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσιο κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", συνάγεται ότι έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα, όπως είναι και τα δάση, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11.9.1915, όπως τούτο προκύπτει, αφενός από τις διατάξεις του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν με βάση αυτόν και αφετέρου του άρθρου 21 του ΝΔ τη 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων τη Αεροπορικής Αμύνης".

Πλην όμως προϋπόθεση της συμπληρώσεως τη τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του, μέχρι τις 11.9.1915, για κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα. Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11.9.1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις (ΑΠ987/2017,148/2016).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1ΚΠολΔ,αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δίκαιου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δίκαιοι παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικέ προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ10/2011, 7/2006).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικοί δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές τη απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ24/2015).

Περαιτέρω, κατά τι διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχε αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου για να είναι ορισμένος ο λόγο αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι η απόφαση δεν έχε νόμιμη βάση (αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην των παραπάνω, να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών δηλαδή ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ20/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα ακόλουθα, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος: "Με την με αριθμό 1/2001 Πράξη Εφαρμογής της Πολεοδομική Μελέτης Τμήματος της Πολεοδομικής Ενότητας 5 "Τρίγωνο Εθνικής Αντίσταση ή Κατσαφαρέικα" του Δήμου ..., η οποία κυρώθηκε με την μ αριθμό 6726/850/18-7-2001 απόφαση του Βοηθού Νομάρχη Αθηνών, νομίμως μεταγεγραμμένης...κηρύχθηκε απαλλοτριωτέα δασώδης εδαφική έκταση, επιφανείας 2.524,46 τ.μ.

η οποία ευρίσκεται στη θέση "..." του Δήμου ..., φέρει αριθμό κτηματογράφησης ...007 κα συνορεύει: Βόρεια, εν μέρει με τη με αριθμό κτηματογράφησης ...005 ιδιοκτησία, κυριότητας Κ. και Γ. Ν., και εν μέρει με τη με αριθμό κτηματογράφησης ...006 ιδιοκτησία, κυριότητας Τ., Ανατολικά, με την οδό ..., Νότια, εν μέρει με τη με αριθμό κτηματογράφησης ...010 ιδιοκτησία κυριότητας κληρονόμων Ν.

Β. του Β., και εν μέρει με τη με αριθμό κτηματογράφησης ...008 ιδιοκτησία, κυριότητας Γ. και Δυτικά, με την οδό Εθνικής Αντιστάσεως. Η ανωτέρω περιγραφόμενη δασώδης έκταση, που ήταν εκτός σχεδίου της πόλεως του ως άνω Δήμου, επειδή κατά τ( χρόνο έκδοσης της ως άνω Πράξης Εφαρμογής, είχε τη μορφή δασική εκτάσεως, καλυπτόμενη από άτομα χαλεπίου πεύκης, με υψηλό ποσοστό συγκόμωσης, χαρακτηρίσθηκε ως "κοινόχρηστος χώρος - δασική έκταση".

Ως συνιδιοκτήτες της εν λόγω έκτασης φέρονται στην ως άνω Πράξη Εφαρμογής ο πρώτος και δεύτερος των εναγόντων (ήτοι ο Β. Β. και ο Γ. Β.), (ήδη δεύτερος των αναιρεσιβλήτων) καθώς και η μητέρα τους, μετέπειτα αποβιώσασα, Α. χήρα Κ. Β., το γένος 1. Σε αντικατάσταση, της ως άνω απαλλοτριωτέας εδαφικής του έκτασης παραχωρήθηκαν στους προαναφερόμενους ιδιοκτήτες τα ακόλουθα δύο (2) περιγραφόμενα οικόπεδα, και συγκεκριμένα:

α) το εντός του με αριθμ. …16 Ο.Τ. οικόπεδο, επιφάνειας 568,30 τ.μ., επί ανωνύμου οδού (ήδη ….), το οποίο (οικόπεδο) εμφαίνεται στο διάγραμμα της ως άνω Πράξη Εφαρμογής, καθώς και στους κτηματολογικούς πίνακες, με τον αριθμ. κτηματογράφησης ...007 και με στοιχεία οικοπέδου 04Ν και β) το εντός του με αριθμό 315 Ο.Τ. οικόπεδο, επιφάνειας 826,06 τ.μ., επί των οδών Εθνική Αντιστάσεως και ανωνύμου οδού (ήδη ...), το οποίο (οικόπεδο εμφαίνεται στο διάγραμμα της ως άνω Πράξης Εφαρμογής, καθώς και στου κτηματολογικούς πίνακες, με τον αριθμό κτηματογράφησης ...007 και μ στοιχεία οικοπέδου 08Ν.

Ακόμη εκτός των ως άνω παραχωρηθέντων οικοπέδων, ο Δήμος ... είναι και υπόχρεος σε αποζημίωση των παραπάνω φερομένων ιδιοκτητών για 597,74 τ.μ. Ακολούθως η κυρωτική με αριθμό 6726/850/18-7-2001 απόφαση του Βοηθού Νομάρχη Αθηνών, της Πράξης Εφαρμογής, ακυρώθηκε, για τυπικούς λόγους, με τη με αριθμό 43/2003απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και εκκρεμεί η ανασύνταξή της.

Ενόψει, της προαναφερόμενης διαδικασίας απαλλοτρίωσης προέκυψε αμφισβήτηση ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς της εκτάσεως, επιφάνειας κατά την Πράξη Εφαρμογής 2.524,46 τ.μ., επειδή αυτή θεωρήθηκε δασική έκταση και κατά τεκμήριο δημόσια. Ειδικότερα στο με αριθμό πρωτ. 95206/471 /20-2-2004 έγγραφο της Διεύθυνσης Προστασίας Δασών και Φυσικού Περιβάλλοντος του Υπουργείου Γ.ς, προς το Δήμο ...

αναφέρεται ότι το ιδιοκτησιακό της επίδικης έκτασης δεν έχει λυθεί έναντι του Δημοσίου και ως εκ τούτου θεωρείται κατά τεκμήριο δημόσια, τα οποιαδήποτε δε συμβόλαια ή άλλα στοιχεία διακατοχικών πράξεων διαθέτουν οι προβάλλοντες αξιώσεις επί της ανωτέρω εκτάσεως δεν επιλύουν από μόνα τους το ζήτημα της κυριότητας έναντι του Δημοσίου, τα οποία στοιχεία θα πρέπει να κριθούν είτε με τη διοικητική διαδικασία αναγνώρισης είτε με δικαστική απόφαση για το αν είναι ικανά και επαρκή για την αναγνώριση δικαιωμάτων κυριότητας.

Περαιτέρω, ως προς το αμφισβητούμενο ζήτημα της κυριότητας της επίδικης εδαφικής έκτασης των 2.524,46τ.μ. και της ταύτισης αυτής με τους τίτλους ιδιοκτησίας των εναγόντων προέκυψαν τα εξής: Με το με αριθμό 884/1855 συμβόλαιο διανομής του συμβολαιογράφου Κ. Π. (προσκομιζόμενο), οι Κ. Μ. του Σ. και οι αδελφές Σ. συζ.

Φ. Α. και Α. συζ. Β. Κ., συνιδιοκτήτες εξ αδιαιρέτου μιας εκτάσεως 750 στρεμμάτων, αναγραφόμενη ως χωράφιον, κειμένης στη θέση "..." της …., με όρια νότια τα χωράφια της Μονής ..., βόρεια με Η., δυτικά με Κ. και Μ. Β. και ανατολικά με οδό, διένειμαν την έκταση αυτή σε δύο ίσα μέρη των 375 στρεμμάτων έκαστο και ο μεν Κ. Μ.

έλαβε το δυτικομεσημβρινόν μέρος, οι δε Σ. Α. και Α. Κ. το βορειοανατολικόν μέρος, ήτοι το τμήμα που συνορεύει με Η. και οδό. Όπως αναφέρεται στο ως άνω συμβόλαιο το ανήκον στον Κ. Μ. μερίδιο είχε περιέλθει σ' αυτόν από κληρονομιά του πατέρα του Σ. Μ., στον οποίο είχε περιέλθει από κληρονομιά του πατέρα του Γ.

Μ. και το ανήκον στις Σ. Α. και Α. Κ. μερίδιο είχε περιέλθει σ'αυτές από κληρονομιά του πατέρα τους Σ. Μ., στον οποίο είχε περιέλθει από κληρονομιά της μητέρας του Κ. Μ., στην οποία είχε περιέλθει από κληρονομιά του πατέρα της Γ. Μ.. Πολύ πριν από τη σύνταξη και υπογραφή του ως άνω διανεμητηρίου συμβολαίου, η Σ.

Μ....με το με αριθμό …23/10-7-1845 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Π.Π....είχε παραχωρήσει στον σύζυγο της Φ. Α. χωράφι χέρσο στη θέση ... έκτασης 40 στρεμμάτων, την έκταση δε αυτή, ο τελευταίος με το με αριθμό ….24/1845 συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου πώλησε προς τον Σ. Μ.". Στη συνέχεια το Εφετείο εκθέτει τη διαδοχή των μεταβιβάσεων στους απώτατους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων και συνεχίζει:"Μετά το θάνατο του Κ.

Β. την 9-3-1980 η κληρονομιαία περιουσία αυτού, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και η ανωτέρω περιγραφόμενη εδαφική έκταση επιφανείας 3.000,00 τ.μ. περίπου, περιήλθε στους εξ αδιαθέτου νόμιμους κληρονόμους του και συγκεκριμένα ,στη σύζυγο του Α. χήρα Κ. Β. κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου και στα τέκνα του 1° και 2° των εναγόντων (ήδη πρώτου και δευτέρου των αναιρεσιβλήτων) κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο εξ αυτών, δυνάμει της με αριθμό ….72/27-1-1981 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου,...που έχει νόμιμα μεταγραφεί....Στην εν λόγω πράξη αποδοχής η επίδικη εδαφική έκταση περιγράφεται ως δασοτεμάχιο, έκτασης (κατ'ορθότερη καταμέτρηση) 2.500τ.μ.

περίπου, το οποίο ευρίσκεται στη θέση "..." στη ... . Μετά το θάνατο της προαναφερόμενης Α. χήρας Κ. Β., την 7-2-2003, η κληρονομιαία περιουσία αυτής περιήλθε στον 2° των εναγόντων και στα τέκνα του 1ου των εναγόντων μετά τη δήλωση αυτού στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών, για την οποία συντάχθηκε η με αριθμό...έκθεση αποποίησης, ήτοι περιήλθε στον 3° των εναγόντων, τον 4° εξ αυτών και την 5η εξ αυτών (ήδη τρίτου, τετάρτου και πέμπτης των αναιρεσιβλήτων) με την με αριθμό ...6/25-2-2004 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου ...που μεταγράφηκε νόμιμα...Προ του θανάτου της Α.

χήρας Κ. Β., εκδόθηκε...η με αριθμό 1/2001 Πράξη Εφαρμογής, η οποία κυρώθηκε με τη με αριθμό 6726/850/18-7-2001 απόφαση του Βοηθού Νομάρχη Αθηνών, σύμφωνα με την οποία η επίδικη εδαφική έκταση, επιφανείας 2.524,46τ.μ. (κατά την Πράξη Εφαρμογής), εντάχθηκε στο σχέδιο πόλεως του Δήμου ..., χαρακτηριζόμενη ως <κοινόχρηστος χώρος- δασική έκταση>.

Ο διορισθείς από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ως άνω πραγματογνώμονας Ν. Ε., Δασολόγος-περιβαλλοντολόγος, αφού πραγματοποίησε σειρά αυτοψιών, μελέτησε τα έγγραφα που του παραδόθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων (τίτλοι κτήσης, σχεδιαγράμματα, μεταξύ των οποίων και το προαναφερθέν του Κ.Τ., δικαστικές αποφάσεις σχετικές με την ιδιοκτησία Α.Μ., σχετικά με την ίδια ιδιοκτησία έγγραφα του Δασαρχείου κλπ), αεροφωτογραφίες ετών 1938,1945,1960,1979,1988 και 1992 και τα φωτοερμηνευτικό διαγράμματά τους, καθώς και τους χάρτες του Γερμανικοί Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Φύλλο "...", κλίμακας 1:25:000 έτους 1878/79 εκτύπωσης 1893, του Γερμανικού Αρχαιολογικοί Ινστιτούτου Φύλλο "...", κλίμακας 1:100.000, έτους 1900 της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού κλίμακας 1:20.000, Φύλλο "..." τυπωμένου το 1943 αλλά με φυσιογραφικά στοιχείο του 1928...

συνέταξε την με αριθμό 342/2014 έκθεση πραγματογνωμοσύνης στην οποία περιέχονται οι ακόλουθε• διαπιστώσεις και συμπεράσματα σχετικά με την επίδικη έκταση και σύμφωνα με τα τεθέντα από το ως άνω Δικαστήριο ερωτήματα για τη μορφή της έκτασης (δασική, χορτολειβαδική κλπ) και εάν αυτή ανήκει σε ευρύτερη δασική έκταση του εναγομένου.

Από τους τίτλους κτήσης προκύπτει ότι από το έτος 1845 έως τη αγορά της έκτασης των 15.000 στρεμμάτων από το Β. Β., η επίδικη έκταση αλλά και η ευρύτερη αυτή χαρακτηριζόταν ως "χωράφιον" ή χέρσον χωράφιον" ή "αγρός: και μετά μνημονεύεται η ύπαρξη δασικής βλάστησης." Στη συνέχεια το Εφετείο συνεχίζει την παράθεση των διαπιστώσεων και συμπερασμάτων του ανωτέρω πραγματογνώμονα και ακολούθως εκθέτει:<Το καταληκτικό πόρισμα της ως άνω 342/2014 πραγματογνωμοσύνης είναι το ακόλουθο:

Το εξεταζόμενο κτήμα αποτελούσε μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα μέρος ευρύτερης γεωργικώς καλλιεργούμενης έκτασης. Όταν το κτήμα αγοράστηκε από τον Β. Χ. Β. στις αρχές της δεκαετίας του 1930 η διακοπή της γεωργικής καλλιέργειας συνέβαλε στην εισβολή της άγριας βλάστησης. Αλλά υπήρχαν ακόμη τμήματα όπου ο νέος ιδιοκτήτης ασκούσε γεωργική δραστηριότητα και δεν παρέλειπε την αξιοποίηση και των πεύκων με ρητίνευση.

Αμέσως μετά την κατοχή (1945) το κτήμα εμφανίζεται χωρίς υψηλή δασική βλάστηση προφανώς λόγω καλλιέργειας προς επιβίωση και εντατικής ξύλευσης λόγω έλλειψης άλλης καύσιμης ύλης. Μετά την κατοχική περίοδο η άγρια βλάστηση ανακάμπτει και καλύπτει το σύνολο της εξεταζόμενης έκτασης προσδίδοντας της σήμερα δασικό χαρακτήρα, με εμφανή όμως τεκμήρια παρελθούσης καλλιέργειας όπως το πηγάδι και οι λιθοσωροί.

Η εξεταζόμενη έκταση είναι σήμερα δασική κατά τους ορισμούς του νόμου ως έχουσα εκτιμώμενο ποσοστό συγκόμωσης το οποίο υπερβαίνει το 15%, το οποίο είναι σύμφωνα με την Ερμηνευτική Εγκύκλιο του Νόμου 998/79 το όριο χαρακτηρισμού μιας έκτασης ως δασικής ή μη. Η υπόψη έκταση ήταν αρχικά αγροτική "χωράφιον" ή "αγρός" ή "χέρσο χωράφιο" γι' αυτό και κατατμήθηκε χωρίς πρόβλημα το 1931.

Κατά το έτος αυτό (1931) η έκταση λόγω εγκατάλειψης της καλλιέργειας αναφέρεται ως "αγρός περιέχων πεύκα". Το έτος 1945 η έκταση εμφανίζεται γυμνή από δασική βλάστηση με πιθανό λόγο την καλλιέργεια της και την αποψίλωση κατά τη διάρκεια της κατοχής λόγω της ανέχειας του λαού, Η έκταση κατόπιν ανέλαβε τη δασική της βλάστηση γιατί οι ιδιοκτήτες προφανώς επιθυμούσαν έναν σκιαζόμενο χώρο για τα ζώα τους.

Η έκταση αποτελεί μέρος της ευρύτερης έκτασης των 15 στρεμμάτων ανήκουσας στο παρελθόν στον Β. Χ. Β. και κατόπιν στους κληρονόμους του. Η ευρύτερη έκταση ήταν κατά θέσεις καλλιεργούμενη όπως αποδεικνύεται από τα διάκενα, την ύπαρξη δύο φρεάτων, των λιθοσωρών και των εγκαταστάσεων σταβλισμού των ζώων της οικογένειας Β..

Το εξετασθέν γεωτεμάχιο αποτελεί ιδιωτική δασική έκταση η οποία κατά το παρελθόν ήταν γεωργικώς καλλιεργούμενη και σήμερα είναι δασικού χαρακτήρα. Περαιτέρω ο διορισθείς από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έτερος πραγματογνώμονας Γ. Χ., αγρονόμος- τοπογράφος μηχανικός, αφού μελέτησε τα παραδοθέντα σ' αυτόν έγγραφα, χάρτες και αεροφωτογραφίες, που ήδη προαναφέρθηκαν, και για την εφαρμογή των τίτλων στηρίχθηκε στις αρχές τα πραγματογνωμοσύνης, στην οποία περιέχονται οι ακόλουθες διαπιστώσεις και συμπεράσματα σχετικά με τα τεθέντα από το Δικαστήριο ερωτήματα για την ακριβή θέση της επίδικης έκτασης και αν αυτή περιλαμβάνεται στους τίτλους κυριότητας των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους:...Η συγκεκριμένη επίδικη έκταση ταυτίζεται με την ιδιοκτησία των εναγόντων έτσι όπως αυτή προκύπτει από τα συμβόλαια των δικαιοπαρόχων τους.

Ολόκληρη η επίδικη έκταση εντάσσεται στους τίτλους κυριότητας των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους.... Από όσα αναλυτικά προεκτέθηκαν αναμφίβολα αποδείχθηκε ότι η επίδικη έκταση των 2.524,46 τ.μ., ήταν τμήμα της μεγαλύτερης έκτασης των 15 στρεμμάτων που αποτελούσε μέρος της έκτασης των 375 στρεμμάτων που ανήκε στον Α.

Μ., το μεγαλύτερο τμήμα της οποίας διανεμήθηκε από τους αδελφούς Μ., τα 15 όμως στρέμματα ως αδιανέμητη έκταση πωλήθηκε τμηματικά στον απώτερο δικαιοπάροχο των εναγόντων Β. Β.. Ότι δικαιοπάροχος του Α. Μ. ήταν ο Σ. Μ. και πριν από αυτόν ανήκε η έκταση των 375 στρεμμάτων στην οικογένεια Μ. πριν από το έτος 1833. Όλη αυτή η περιοχή ανήκε από την χρονολογία αυτή σε ιδιώτες που την διαχειρίζονταν, διότι ήταν γεωργική και καλλιεργήσιμη.

Όπως προέκυψε η δενδρώδης βλάστηση ήταν αραιή και πυκνότερη μετά την οδό που αποτελούσε το ανατολικό όριο της έκτασης. Το 1931 και 1933 το πρώτον και στα πωλητήρια συμβόλαια της έκτασης των 15 στρεμμάτων η συγκεκριμένη έκταση αναφέρεται ως άγριος αγρός που υπάρχουν πεύκα και δάσος, πλην όμως ουδέποτε αυτή είχε όριο άλλη δασική έκταση, αλλά περικλείετο σε ιδιωτική έκταση.

Η εγκατάλειψη σταδιακά έως σήμερα της καλλιέργειας συνέβαλε στην σταδιακή ανάπτυξη της δασώδους βλάστησης, η οποία όμως δεν αναιρεί τον ιδιωτικό χαρακτήρα της έκτασης. Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε η ουσιαστική βασιμότητα των προβαλλομένων παραδεκτά πρωτοδίκως ισχυρισμών του εναγομένου ήδη εκκαλούντος (και ήδη αναιρεσείοντος), οι οποίοι επαναφέρονται με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης έφεσης, ότι το επίδικο περιήλθε στην κυριότητά του:

α) ως δάσος, διότι δεν χώρησε υποβολή στην επί των Οικονομικών Γραμματεία προς αναγνώριση των σχετικών περί ιδιοκτησίας τίτλων εντός ανατρεπτικής προθεσμίας (β.δ της 17/29-11-1836 "Περί ιδιωτικών δασών") αλλιώς β) ως τμήμα μεγαλύτερης έκτασης που περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο δυνάμει της από 9-7-1832 συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των από 3- 2-1830, 4/16-6-1830 και 19-6/1-7-1830 πρωτοκόλλων του Λονδίνου, γ) ως βοσκότοπος ή λιβάδι δυνάμει του β.δ. 3/15-12-1833, αλλιώς δ) ως αδέσποτο (άρθρο 16 β.δ.

από 10-7-1837), αλλιώς ε) με τακτική χρησικτησία, αλλιώς στ) με έκτακτη χρησικτησία. Ειδικότερα το εκκαλούν, που φέρει και το βάρος απόδειξης των παραπάνω ισχυρισμών του, που αποτελούν ενστάσεις ..., δεν προσκομίζει μετ' επικλήσεως κάποιο αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι το επίδικο ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο ή σε Τούρκους υπηκόους που εγκατέλειψαν την επικράτεια κατά την επανάσταση και δεν διατήρησαν τις ιδιοκτησίες τους, ούτε επανέκαμψαν στην Ελλάδα, ή δημεύτηκαν, ούτε ότι ήταν βοσκότοπος ή λιβάδια ή αδέσποτα, ούτε ότι το νεμήθηκε με τα προσόντα της τακτικής ή της έκτακτης χρησικτησίας.

Περαιτέρω, δεν απέδειξε το εναγόμενο ότι το επίδικο ήταν δάσος κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του β.δ της 17/29-11-1836 "Περί ιδιωτικών δασών"... Αντίθετα αποδείχθηκε ότι στην επίδικη έκταση εμφανίστηκε μικρή δασοκάλυψη μετά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Άλλωστε από τα προαναφερόμενα έγγραφα των αρμοδίων υπηρεσιών του εναγομένου προκύπτει ότι το τελευταίο γνώριζε τον ιδιωτικό χαρακτήρα της πιο πάνω έκτασης, μέχρι το έτος 2004 που αμφισβήτησε ενόψει της κηρυχθείσας απαλλοτρίωσης με το προαναφερόμενο έγγραφο την κυριότητα των εναγόντων, ενώ ουδέποτε μέχρι τότε είχε ασκήσει διακατοχικές πράξεις σε αυτή και παρενέβαινε διά των πιο πάνω υπηρεσιών του στη ρύθμιση υποθέσεων με τον ιδιωτικό της χαρακτήρα (επιβολή φόρου στα πωληθέντα από τη Γ.

Β.-Α. στους Ν. Β. και Β. Γ., αποχαρακτηρισμός δάσους στην όμορη με την επίδικη έκταση, ήδη ιδιοκτησίας Ν.. Η επίδικη δε έκταση του Κων/νου Β. χωροθετείται σύμφωνα με το προαναφερόμενο σχεδιάγραμμα διανομής της μεγαλύτερης έκτασης ανάμεσα στην έκταση που έλαβε η Γ. Β. και αργότερα κατάτμησε και πώλησε τμήματά της, γεγονός που επιρρωνύεται και από τις αναφερόμενες ως όμορες ιδιοκτησίες στην με αριθμό 1/2001 Πράξη Εφαρμογής των Ν., Γ., κληρονόμων Ν.

Β., οι οποίες αγοράστηκαν από την Γ. Β.-Α.. Κατόπιν αυτών αποδεικνύεται ότι η επίδικη έκταση ήταν συνεχώς ιδιωτική και ουδέποτε περιήλθε στο εναγόμενο ως δημόσια γαία. Περαιτέρω,..., προϋπόθεση της συμπληρώσεως της καλόπιστης τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του, μέχρι τις 11.9.1915, για κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, σε βάρος του Δημοσίου, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα.

Εν προκειμένω εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11.9.1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις. Αποδείχθηκε, ότι οι απώτατοι και απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγόντων ασκούσαν πράξεις νομής συνεχώς και αδιαλείπτως με καλή πίστη χωρίς να ενοχληθούν από κανέναν.

Η οικογένεια Μ. ήταν από τις πλέον γνωστές στην περιοχή οικογένειες γεωργό κτηματιών και τα μέλη της επιμελούντο την ιδιοκτησία τους προβαίνοντας σε οριοθέτηση της εδαφικής τους έκτασης για την προστασία της από καταπατητές. Φρόντιζαν τα ελαιόδεντρα, τα αμπέλια, καλλιεργούσαν τις λοιπές εκτάσεις με σιτηρά, καθώς και πεύκα από τα οποία συνέλεγαν τη ρητίνη για τα κρασιά τους.

Τις παραπάνω πράξεις νομής ασκούσε ο Α. Μ.ς από το έτος 1874 και 1877 που αγόρασε όλη την έκταση από το Σ. Μ. και ακολούθως οι τέσσερις γιοι του, οι οποίοι διένειμαν την έκταση των 375 στρεμμάτων, το έτος 1894, ως κληρονόμοι αυτού και με την εν γένει συμπεριφορά τους υπεισήλθαν στην κληρονομιαία περιουσία του πατρός τους, καθιστώντας προφανή την πρόθεσή τους να αναμιχθούν σε αυτήν, προκειμένου να αποκτήσουν την κληρονομιά του πατρός τους Α.

Μ., ως μη υπεξούσιοι κατιόντες (ήτοι ενήλικοι κατιόντες ...). Τις πράξεις αυτές νομής εξακολούθησαν να ασκούν και μετά τη διανομή τμήματος της κληρονομιαίας περιουσίας του πατρός τους, στις διανεμηθείσες και στις αδιανέμητες εκτάσεις των οποίων αδιανέμοτων εκτάσεων ήταν συγκύριοι κατά ποσοστό 1/4 έξ• αδιαιρέτου έκαστος εξ αυτών.

Ασκούσαν όλοι τις ως άνω πράξεις νομής, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, υπό την έννοια της ειλικρινούς πεποίθησης ότι δεν προσέβαλαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου προσώπου, καθόσον την όλη έκταση ο πατέρας τους είχε αποκτήσει με συμβολαιογραφικό τίτλο. Ο Β. Β. μετά την αγορά των 15 στρεμμάτων από τους τρεις αδελφούς Μ.

και τον υιό του τετάρτου, με τα προαναφερόμενα συμβόλαια των ετών 1931,1933 και 1941, πριν τη μεταβίβαση των 3/4 το έτος 1937 στην κόρη του Γ. Α. ασκούσε τις ίδιες πράξεις νομής με καλή πίστη και επίσης είχε οικοδομήσει στην έκταση αυτή στάβλο και ανόρυξε φρέαρ. Το έτος 1941 μεταβίβασε την έκταση δάσους 3.000 στρεμμάτων στον υιό του Κων/νο, άμεσο δικαιοπάροχο των εναγόντων.

Ο τελευταίος και η αδελφή του Γ. ασκούσαν πράξεις νομής στην όλη έκταση των 15 στρεμμάτων έως ότου διανεμηθεί, με εκμετάλλευση της ρητίνης των πεύκων, βόσκησης ζώων και προστασίας γενικώς αυτής. Από το έτος δε 1955, που υπεγράφη το προαναφερόμενο συμβόλαιο διανομής με την αδελφή του Γ. της όλης έκτασης των 15.000 στρεμμάτων, ο Κ.

Β. είχε ανεγείρει στεγασμένο αντλιοστάσιο (το οποίο ήταν πέτρινο, με τσιμεντένια στέγη), ενώ είχε προβεί και στην περίφραξη της ιδιοκτησίας του, με πασσάλους και συρματόπλεγμα. Τα τελευταία έτη δεν υφίσταται η περίφραξη, εξακολουθούν, όμως, να υπάρχουν υπολείμματα αυτής. Ακόμη εκτός των άλλων τα εν λόγω αδέλφια Β.

καλλιεργούσαν σε τμήματα της όλης ως άνω εδαφικής έκτασης διάφορα κηπευτικά προϊόντα, ενώ συνέλεγαν και τη ρητίνη από τα πεύκα, ορισμένα εκ των οποίων ήταν αρκετά μεγάλα. Ιδιαίτερα, μάλιστα, φρόντιζαν και προστατεύαν τα δέντρα, τα οποία υπήρχαν στη συνολική έκταση των 15 στρεμμάτων, προκειμένου να σταλίζουν κάτω από αυτά τα ζώα τους, καθότι ήταν κτηνοτρόφοι.

Ο Κ. Β., διατηρούσε και επιχείρηση γαλακτοπωλείου και εξέτρεφε αγελάδες για συλλογή γάλακτος, στην επίδικη έκταση που είχε περιέλθει, αποκλειστικά, στη δική του ιδιοκτησία, χρησι¬μοποιώντας και το στάβλο και το φρέαρ που όπως προεκτέθηκε είχε φτιάξει ο πατέρας του Β. στην λοιπή έκταση. Τις ως άνω πράξεις ασκούσε ο Κ.

Β. έως και τον χρόνο θανάτου του, την 9-3-1980. Οι κληρονόμοι του δε ενάγοντες συνέχισαν μετά τον θάνατο αυτού να φροντίζουν την επίδικη έκταση επισκεπτόμενοι αυτήν. Από τα παραπάνω αποδείχθηκε ότι οι πρώτος και δεύτερος των εναγόντων και η μητέρα τους Α. χήρα Κ.. Β., έως την 1-11-2001 που μεταγράφηκε η με αριθμό 1/2001 Πράξη Εφαρμογής με την οποία κηρύχθηκε απαλλοτριωθείσα η επίδικη έκταση των κατά την ως άνω Πράξη 2.524,46 τ.μ., ήταν συγκύριοι αυτής σε ποσοστό 9/24 καθένας εκ των δύο πρώτων και 6/24 η τρίτη, στηρίζοντας την κυριότητά τους σε παράγωγο και σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης.

Σε πρωτότυπο διότι από το έτος 1874 και εφεξής όλοι οι δικαιοπάροχοι τους ασκώντας, όπως προεκτέθηκε συνεχώς και αδιαλείπτως με καλή πίστη τις προαναφερόμενες πράξεις νομής στην επίδικη έκταση, έγιναν κύριοι αυτής με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας προσμετρώντας στη νομή τους και τη νομή των δικαιοπαρόχων τους, τόσο κατά τις διατάξεις του β.ρ.δ όσο και κατά τις διατάξεις του Α.Κ., χωρίς να απαιτείται τριακονταετής ανεπίληπτη νομή έως τις 30-9-1915, εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα.

Με παράγωγο τρόπο διότι με όλες τις μεταβιβαστικές πράξεις νόμιμα μεταγεγραμμένες, από το έτος 1941 που περιήλθε η επίδικη έκταση (τότε τριών στρεμμάτων) στο Β. Β., μεταβιβαζόταν η κυριότητα της έκτασης, αφού κάθε μεταβιβάσας ήταν κύριος αυτής.". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο ακολούθως απέρριψε την από 3-10-2016 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 1204/2016 απόφασης του πρωτοβαθμίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) Δικαστηρίου,με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή των αναιρεσιβλήτων και είχε αναγνωριστεί ότι έως και τον χρόνο μεταγραφής της 6726/850/18-7-2001 απόφασης του Βοηθού Νομάρχη Αθηνών με την οποία κυρώθηκε η 1/2001 Πράξη Εφαρμογής της Πολεοδομικής Μελέτης Τμήματος της Πολεοδομικής Ενότητας 5, ήτοι έως την 1-11-2001, συγκύριοι της επίδικης εδαφικής έκτασης επιφανείας 2.524,46 τ.

μ. είναι ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων κατά ποσοστό 3/8 εξαδιαιρέτου, ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων, κατά το ίδιο ποσοστό και η αποβιώσασα στις 7-2-2003 μητέρα τους Α. Β., κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου, νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της οποίας είναι οι δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων.

Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης, κατά το οικείο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθμ.1 και 19ΚΠολΔ,το αναιρεσείον, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι με την παραδοχή της σύμφωνα με την οποία, κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής η επίδικη εδαφική έκταση είχε κηρυχθεί αναγκαστικώς απαλλοτριωτέα ότι η σχετική πράξη εφαρμογής ακυρώθηκε για τυπικούς λογούς και εκκρεμεί η ανασύνταξη της και ότι ενόψει της διαδικασίας απαλλοτρίωσης προέκυψε αμφισβήτηση από το ίδιο του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της εν λόγω έκτασης, εσφαλμένα εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1094ΑΚ σε συνδυασμό με 68 και 70ΚΠολΔ,διότι δέχθηκε με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ότι υφίσταται έννομο συμφέρον για την άσκηση της ένδικης αγωγής ,λόγω μόνο της αμφισβήτησης εκ μέρους του της κυριότητας των αναιρεσιβλήτων, αποσυνδέοντας το με την εξέλιξη της απαλλοτρίωσης ή την έκδοση απόφασης αποχής από το δικαστήριο στη δίκη αναγνώρισης δικαιούχων.

Ο ανωτέρω λόγος, κατά την επικαλούμενη πλημμέλεια από το άρθρο 559αριθμ.1ΚΠολΔ,είναι αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο, με ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των προεκτεθεισών διατάξεων δεν εξήρτησε το έννομο συμφέρον των αναιρεσιβλήτων για την άσκηση της ένδικης αγωγής τους από την ευρισκόμενη σε εξέλιξη διαδικασία απαλλοτρίωσης του επίδικου ακινήτου αλλά εξαιτίας του ότι με το ως άνω σχετικό έγγραφο της Διεύθυνσης Προστασίας Δασών ευθέως αμφισβητήθηκε το ιδιοκτησιακό καθεστώς της επίδικης εκτάσεως, εφόσον στο εν λόγω έγγραφο η έκταση αυτή θεωρείται δημόσια τα δε επικαλούμενα συμβόλαια από τους προβάλλοντες δικαιώματα ιδιώτες δεν επιλύουν το ζήτημα της κυριότητας και αποφαίνονται ότι αυτό πρέπει να επιλυθεί είτε με τη διοικητική διαδικασία είτε δικαστικά.

Κατά την επικαλούμενη δε πλημμέλεια από το άρθρο 559αριθμ.19ΚΠολΔ,ο λόγος είναι προεχόντως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, εφόσον το αναιρεσείον δεν εκθέτει ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να διαλαμβάνει η απόφαση. Περαιτέρω, με το να απορρίψει την ένσταση ιδίας κυριότητας του αναιρεσείοντος από τις διατάξεις των από 3/22.2.1830, 4/16.6.1830, 19.6/1.7.1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, της από 9/7/1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης και του άρθρου 3 του Οθωμανικού Νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 (1856) "περί γαιών", με την παραδοχή ότι το τελευταίο δεν προσκόμισε ούτε και επικαλέσθηκε αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο ή σε Τούρκους υπηκόους που εγκατέλειψαν την επικράτεια κατά την επανάσταση και δεν διατήρησαν τις ιδιοκτησίες τους, ούτε επανέκαμψαν στην Ελλάδα ή δημεύτηκαν ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.

Επομένως όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αίτησης κατά το οικείο μέρος του, από το άρθρο 559αριθμ.1ΚΠολΔ, με το οποίο μέμφεται το Εφετείο για εσφαλμένη ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων, από τις οποίες, κατ'αυτό, προκύπτει, ότι υφίσταται εκ του νόμου διαδοχή της επίδικης έκτασης ως διαδόχου του Οθωμανικού Κράτους, είναι αβάσιμα.

Από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το παραδεκτό της αναίρεσης, αλλά και κάθε λόγου αυτής, ο αναιρεσείων πρέπει να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση εξαιτίας σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Το έννομο συμφέρον κρίνεται με βάση τη βλάβη που προκαλείται στον αναιρεσείοντα από την προβαλλόμενη πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης.

Περαιτέρω, το άρθρο 536 ΚΠολΔ ορίζει ότι 1) Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει έφεση ή αντέφεση. 2) Οι διατάξεις της παραγράφου 1 δεν εφαρμόζονται όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης δικάζει την υπόθεση κατ' ουσίαν.

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι μόνο το τυπικό δικονομικό σφάλμα του Εφετείου σε σχέση με την εφαρμογή του άρθρου 534 ΚΠολΔ και την απόρριψη της έφεσης με αντικατάσταση των αιτιολογιών, εφόσον κρίνεται ορθό το διατακτικό της απόφασης, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης, εκτός αν με το παραγόμενο δεδικασμένο επέρχεται βλάβη του διαδίκου και δικαιολογείται έτσι έννομο συμφέρον αυτού για την άσκηση αναίρεσης (ΑΠ413/2014, 519/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 1204/2016 οριστική του απόφαση, δέχθηκε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων με την αιτιολογία ότι ναι μεν η επίδικη εδαφική έκταση είχε περιέλθει στο αναιρεσείον ως δημόσια γαία δυνάμει της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως της 9- 7-1832,πλην όμως η κυριότητά του καταλύθηκε λόγω χρησικτησίας αυτής από τους απώτατους και απώτερους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριάντα ετών πριν την 11-9-1915.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεχόμενο, ότι η επίδικη εδαφική έκταση δεν υπήρξε δημόσιο κτήμα, και ότι οι αναιρεσίβλητοι απέκτησαν την επ'αυτής συγκυριότητά τους τόσο με παράγωγο όσο και με πρωτότυπο τρόπο, εφόσον οι απώτατοι και απώτεροι δικαιοπάροχοι τους ασκούσαν πράξεις νομής επ'αυτής συνεχώς από τα έτη 1874 και 1877, με καλή πίστη, τις οποίες συνέχισαν και οι ίδιοι, αφού αντικατέστησε την σχετική αιτιολογία, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος.

Με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης, το τελευταίο, κατ'επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559αριθμ.8 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι με το να δεχθεί, με αντικατάσταση της αιτιολογίας, ότι η επίδικη έκταση δεν συνιστά δημόσιο κτήμα, έλαβε υπόψη πράγμα που δεν είχε προταθεί, εφόσον, ενόψει της αντίθετης παραδοχής του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δεν είχε παραπονεθεί γι'αυτό ειδικά.

Ο ανωτέρω λόγος είναι προεχόντως απαράδεκτος, αφού ελλείπει το έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος για την προβολή του, δεδομένου ότι δεν χειροτερεύει η θέση του με την απόρριψη της ένστασης του με την αντικατάσταση της αιτιολογίας, αφού υπό οποιαδήποτε από τις ανωτέρω αιτιολογίες με τις οποίες απορρίφθηκε ως ουσιαστικώς αβάσιμη η ένστασή του περί ιδίας κυριότητας της επίδικης έκτασης, αποκλείεται η επαναφορά της και η αμφισβήτηση με βάση αυτή της κυριότητας των αναιρεσιβλήτων επί της ίδιας έκτασης.

Εξάλλου, ο ανωτέρω λόγος είναι και αβάσιμος, αφού η εν μέρει διαφορετική αιτιολογία στην απόρριψη της ένστασης του αναιρεσείοντος δεν αλλάζει το δεδικασμένο εφόσον με αμφότερες τις αιτιολογίες, αυτή απορρίφθηκε ως ουσιαστικώς αβάσιμη, ενώ με την έφεση του αναιρεσείοντος μεταβιβάστηκε στο Εφετείο συνολικώς το κεφάλαιο που αφορούσε στην απόρριψή της και στα πλαίσια αυτού και της άρνησης από τους αναιρεσιβλήτους του δημόσιου χαρακτήρα της επίδικης έκτασης, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το Εφετείο έκρινε επί ζητήματος εκτός των ορίων της έφεσης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 ΚΠολΔ προκύπτει ,ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, αρκεί δηλαδή η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου που έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας ΟλΑΠ2/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον τρίτο από το άρθρο 559αριθμ.11γΚΠολΔ λόγο της κρινόμενης αίτησης, μέμφεται το Εφετείο, ότι κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα περί του είδους της επίδικης έκτασης, ότι δηλαδή δεν είχε δασικό χαρακτήρα, χωρίς να λάβει υπόψη την κρίσιμη σχετικώς από 19-1-2015 τεχνική έκθεση της δασολόγου Α.

Λ., την οποία είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει. Ο λόγος είναι αβάσιμος, εφόσον τόσο από τη διαβεβαίωση, του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη όλα χωρίς εξαίρεση τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, όσο και από το προεκτεθέν περιεχόμενο και τις αιτιολογίες της καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και το ανωτέρω έγγραφο για την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος.

Κατά τη διάταξη εξάλλου του άρθρου 559 αριθ.13 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ως εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 Κ.Πολ.Δ. κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους απόδειξης, η οποία προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας απόφασης περί απόδειξης. Μετά την κατάργηση όμως του άρθρου 341 Κ.Πολ.Δ. με το άρθρο 5 ν.2195/2001, τέτοια απόφαση δεν εκδίδεται και συνεπώς έκτοτε η έννοια του υποκειμενικού βάρους απόδειξης απώλεσε τη σημασία της, ο δε αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αριθ. 13 Κ.Πολ.Δ. περιορίζεται μόνο όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, το οποίο καθορίζει το διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών (Α.Π.575/2015, 485/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που αναφέρθηκαν στην αρχή της παρούσας, κατ'ορθή εφαρμογή των ήδη προαναφερθεισών διατάξεων, το Εφετείο δέχθηκε ότι το βάρος επίκλησης και απόδειξης των ισχυρισμών του περί ιδίας κυριότητας το είχε το αναιρεσείον. Επομένως, όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αίτησης, κατά το οικείο μέρος, από το άρθρο 559 αριθμ.13ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα (αρθρ.176, 183ΚΠολΔ), των αναιρεσιβλήτων, μειωμένα όμως κατά το άρθρο 22 του ν. 3693/1957, όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15 Δεκεμβρίου 2017 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 4439/2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Μαρτίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 17 Ιουλίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ