Supreme Court dismisses appeal on construction contract payment dispute, upholding lower court's finding of unpaid balance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the company's appeal against the Second Instance Court's judgment regarding a construction contract dispute. The lower court determined the contractor owed the difference between the total invoiced amount and the payments made by the employer. The appellate court rejected the arguments that the evidence was insufficient or that the law was misapplied, finding the factual assessment of the expert report and invoices correct.
Legislator headnote
AI generatedArticles 262(1) of the Code of Civil Procedure; Articles 416 and 422 of the Civil Code; Articles 237(3) and 269 of the Code of Civil Procedure; Articles 559(19) and 561(1) of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the appellate court's reasoning on the evaluation of evidence is clear, convincing, and logically sequenced, and if the appeal does not raise exceptional circumstances warranting review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 575 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 575/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χρυσικού), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αθανάσιο Καγκάνη και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Απριλίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΓΟΔΥΝΑΜΙΚΗ ΠΑΤΡΩΝ Α.Τ.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Τζαμαλούκα και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Φ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ανδρέα Γούναρη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/3/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 815/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 775/2008 μη οριστική και 854/2010 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28/3/2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 1/4/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Kατά τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 ΚΠολΔ η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 416 και 422 ΑΚ προκύπτει ότι, ο οφειλέτης χρηματικής απαιτήσεως εναγόμενος, αν ισχυρισθεί απόσβεση με καταβολή του χρέους του, αρκεί να επικαλεσθεί και σε περίπτωση αμφισβητήσεως να αποδείξει την γενόμενη καταβολή χωρίς να είναι ανάγκη να επικαλεσθεί και αποδείξει και ότι αυτή αφορά το επίδικο χρέος, γιατί τούτο εξυπακούεται αφού σ' αυτό αναφέρεται η δίκη.
Μόνο αν ο δανειστής αντιλέγει, ισχυριζόμενος ότι η προβαλλόμενη καταβολή αφορά όχι το επίδικο, αλλά άλλο χρέος του οφειλέτη προς σ' αυτόν, τότε, ο μεν δανειστής επί τη αρνήσει του οφειλέτη υποχρεούται ν' αποδείξει την ύπαρξη του άλλου χρέους, αναφέροντας και τα παραγωγικά τούτου αίτια, ο δε οφειλέτης ότι η καταβολή έγινε προς εξόφληση του επίδικου χρέους με καθορισμό του εξοφλητέου από τα περισσότερα χρέη.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρου 237 παρ.3 και 269 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον του πολυμελούς ή μονομελούς πρωτοδικείου νέοι ισχυρισμοί μπορούν να προταθούν με την προσθήκη των προτάσεων μόνο για την απόκρουση ισχυρισμών που περιέχονται στις προτάσεις του αντιδίκου, τέτοιο δε ισχυρισμό συνιστά και η αντένσταση του ενάγοντος στην ένσταση του εναγομένου περί εξοφλήσεως του επίδικου χρέους.
Όπως δε προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 520, 525 και 527 Κ.Πολ.Δ., οι ενστάσεις ή αντενστάσεις του εκκαλούντος, εφόσον είχαν προταθεί και απορριφθεί πρωτοδίκως και αποβλέπουν στην εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, προτείνονται μόνο με το δικόγραφο της εφέσεως ή των προσθέτων λόγων της (σε όσες διαδικασίες οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο).
Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής ή της ένστασης στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή ή την ένσταση.
Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, η οποία υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματός της, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση αυτής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ.
Ο προβλεπόμενος δε από το άρθρο 559 αρ.8 περ .α` λόγος αναίρεσης, για την παρά τον νόμο λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας πραγμάτων που δεν προτάθηκαν, ιδρύεται και αν τα πράγματα, ουσιώδεις δηλαδή για την έκβαση της δίκης πραγματικοί ισχυρισμοί, θεμελιωτικοί αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, προτάθηκαν απαραδέκτως, διότι και τα απαραδέκτως προταθέντα πράγματα εξομοιώνονται με μη προταθέντα.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.13 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως. Ως εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 Κ.Πολ.Δ. κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους αποδείξεως, η οποία προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας αποφάσεως περί αποδείξεως.
Μετά την κατάργηση όμως του άρθρου 341 Κ.Πολ.Δ. με το άρθρο 5 ν.2195/2001, τέτοια απόφαση δεν εκδίδεται και συνεπώς έκτοτε η έννοια του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως απώλεσε τη σημασία της, ο δε αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αριθ.13 Κ.Πολ.Δ. περιορίζεται μόνο όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος αποδείξεως, το οποίο καθορίζει το διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους αποδείξεως των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών (Α.Π. 485/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής: Με την από 07-03-2005 αγωγή του ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ισχυρίσθηκε ότι δυνάμει συμβάσεως έργου που καταρτίσθηκε με την εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) τον Αύγουστο του 2004 στην Πάτρα ανέλαβε την εκτέλεση του έργου που αναφέρεται σ' αυτήν, αντί συμφωνηθείσας αμοιβής 69.724,97 ευρώ και ότι μολονότι εκτέλεσε προσηκόντως και εμπροθέσμως το άνω έργο και παρέδωσε τούτο στην εναγομένη, η οποία το παρέλαβε ανεπιφύλακτα, η τελευταία του κατέβαλε μόνο το ποσό των 36.912,66 ευρώ και του οφείλει το υπόλοιπο ποσό των 32.812,31 ευρώ, το οποίο ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει νομιμοτόκως.
Η εναγομένη, με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και δήλωσή της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του Δικαστηρίου αυτού ισχυρίσθηκε, ότι η αναφερόμενη στην αγωγή σύμβαση έργου αφορά μέρος της σύμβασης έργου που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και του ενάγοντος, με μεγαλύτερη της επικαλούμενης αμοιβής και ότι έχει εξοφλήσει πλήρως και ολοσχερώς τον ενάγοντα, καθόσον η εργολαβική αμοιβή αυτού ανέρχεται στο ποσό των 97.534,31 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του οφειλόμενου από τον ενάγοντα νόμιμου φόρου εισοδήματος εκ ποσοστού 3% και συνολικού ποσού 2.737 ευρώ που παρακρατήθηκε απ' αυτήν και αποδόθηκε στη ΔΟΥ για λογαριασμό του ενάγοντος, καθώς και του ποσού των 11.515,96 ευρώ που κατέβαλε στον ενάγοντα μετά την άσκηση της αγωγής.
Ο ενάγων με δήλωσή του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και την προσθήκη στις προτάσεις που κατέθεσε εμπροθέσμως ενώπιον αυτού, κατ' εκτίμηση των τελευταίων, ομολόγησε τις επικαλούμενες από την εναγομένη καταβολές, ισχυρίσθηκε όμως περαιτέρω ότι οι καταβολές αυτές δεν αφορούν το αιτούμενο με την αγωγή του ποσόν αλλά άλλα τιμολόγια που είχε μεν εκδώσει για την εκτέλεση του ίδιου έργου, όχι όμως για τα επίδικα.
Ειδικότερα, ισχυρίσθηκε ότι έχει κοστολογήσει το εκτελεσθέν έργο σε 128.375,93 ευρώ, σύμφωνα με τα υπ' αριθ. 349, 350, 355, 356, 367, 368, 369, 371, 376, 379/2004, 382, 392/2004 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών που εξέδωσε επ' ονόματι της εναγομένης μετά την περάτωση και επιμέτρηση κάθε επιμέρους εργασίας, πλέον ποσού 2.703,88 ευρώ με βάση τα υπ' αριθ. 9 και 10/2004 τιμολόγια πώλησης που εξέδωσε στο όνομα της εναγομένης, η ως άνω δε συνολική αμοιβή του και λοιπά συμφωνηθέντα ύψους 131.079,81 ευρώ δεν καλύπτεται από τις καταβολές προς αυτόν που επικαλείται η εναγομένη.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 815/2007 οριστική απόφασή του, απέρριψε την άνω αντένσταση του ενάγοντος, ακολούθως δε κατά παραδοχή της περί εξοφλήσεως ενστάσεως της εναγομένης απέρριψε την ένδικη αγωγή. Με την από 01-12-2007 έφεσή του κατά της ως άνω απόφασης ο ενάγων σαφώς επανέφερε με τον υπό στοιχ.
Γ λόγο αυτής την ως άνω αντένστασή του, κατά της ενστάσεως εξοφλήσεως της εναγομένης, προσδιορίζοντας τα τιμολόγια που εξοφλήθηκαν απ' αυτήν με τις προρρηθείσες καταβολές, καθώς και τα τιμολόγια που έμειναν ανεξόφλητα, που όλα εκδόθηκαν με αφορμή την εκτέλεση του ανατεθέντος στον ενάγοντα έργου. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι η αμοιβή του ενάγοντος για το εκτελεσθέν απ' αυτόν έργο ανέρχεται στο ποσό των 131.079,31 ευρώ και ότι με τις καταβολές εκ μέρους της εναγομένης των ποσών των 101.721,69 ευρώ και των 11.516,96 ευρώ, ήτοι συνολικά 113.237,65 ευρώ, εξοφλήθηκε μέρος μόνο της αμοιβής του ενάγοντος και έμεινε ανεξόφλητη αυτή, κατά το ποσόν των 17.841,66 ευρώ (131.079,31 - 113.237,65), το οποίο οφείλεται στον τελευταίο, κάνοντας έτσι δεκτή κατά ένα μέρος, αφενός μεν την περί εξοφλήσεως ένσταση της εναγομένης, αφετέρου δε την αντίστοιχη αντένσταση του ενάγοντος.
Ενόψει των ανωτέρω: 1) Με το να λάβει το Εφετείο υπόψη την άνω αντένσταση του ενάγοντος δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση, από τον αριθμό 8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, η αντένσταση αυτή κατά της προσβληθείσας με τις πρωτόδικες προτάσεις της εναγομένης ενστάσεως εξοφλήσεως, παραδεκτά προτάθηκε με την προσθήκη στις προτάσεις του ενάγοντος ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και δήλωσή του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του ίδιου Δικαστηρίου, ακολούθως δε, μετά την απόρριψή της από το δικαστήριο αυτό, παραδεκτά έγινε επαναφορά της ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου με την έφεση του ενάγοντος, με την οποία ζητούσε την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη αυτή πλημμέλεια (άρθρο 559 αρ. 8α ΚΠολΔ), είναι αβάσιμος. 2) Ο προβληθείς, κατά τα άνω, με την προσθήκη στις προτάσεις του ενάγοντος ισχυρισμός, σύμφωνα με το προεκτεθέν περιεχόμενό του, συνιστά αντένσταση, στην προβληθείσα πρωτοδίκως από την εναγομένη ένσταση εξοφλήσεως του επίδικου χρέους, περιλαμβάνει δε όλα τα αναγκαία στοιχεία για τη νομική θεμελίωση του στις διατάξεις των άρθρων 416 και 422 ΑΚ και είναι ορισμένος, αφού ειδικώς αναφέρεται ότι οι επικαλούμενες από την εναγομένη καταβολές αφορούν μεν τιμολόγια που εξέδωσε για την αμοιβή του για την εκτέλεση του επίδικου έργου, η επίδικη όμως απαίτησή του αφορά άλλα τιμολόγια, τα οποία κατονομάζει, και τα οποία εκδόθηκαν με αφορμή την εκτέλεση του ίδιου έργου, που δεν πληρώθηκαν όμως από την εναγομένη.
Επομένως, το Εφετείο που έκρινε ορισμένη και νόμιμη την ως άνω αντένσταση, δεν υπέπεσε στις από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες και, έτσι, ο ίδιος (πρώτος), κατά το δεύτερο μέρος του, κατ` ορθή εκτίμησή του, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. 3) Τέλος, εφόσον κατά τα προεκτεθέντα ο ενάγων προέβαλε παραδεκτή και νόμιμη αντένσταση στην ένσταση της εναγομένης περί εξοφλήσεως του επίδικου χρέους, με το να δεχθεί το Εφετείο, ότι η αμοιβή του ενάγοντος για το εκτελεσθέν απ' αυτόν έργο ανέρχεται στο ποσό των 131.079,31 ευρώ και ότι με τις καταβολές εκ μέρους της εναγομένης των ποσών των 101.721,69 ευρώ και των 11.516,96 ευρώ, ήτοι συνολικά 113.237,65 ευρώ, εξοφλήθηκε μέρος μόνο της αμοιβής του ενάγοντος και έμεινε ανεξόφλητη αυτή, κατά το ποσόν των 17.841,66 ευρώ (131.079,31 - 113.237,65), το οποίο οφείλεται στον τελευταίο, δεν παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος αποδείξεως αποδεχόμενο μερική μόνο εξόφληση με τις ως άνω καταβολές του επίδικου χρέους από την εναγομένη, αφού ο ενάγων που είχε το βάρος αποδείξεως, απέδειξε κατά ένα μέρος την αντένστασή του, ότι δηλαδή οι καταβολές αυτές αφορούσαν άλλα τιμολόγια που εκδόθηκαν για την εκτέλεση του ίδιου έργου και επομένως, ο ίδιος ως άνω λόγος αναιρέσεως (πρώτος), κατά το τρίτο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 681 και 694 ΑΚ προκύπτει ότι με τη σύμβαση έργου ο ένας συμβαλλόμενος, που καλείται εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο αντισυμβαλλόμενος, που καλείται εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή με την παράδοση του έργου. Νοείται ως έργο κάθε τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και δραστηριότητας του εργολάβου στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη της σύμβασης, ενώ ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κύριας υποχρέωσης του εργολάβου, που συνίσταται στην εκτέλεση του έργου και στην προσπόρισή του στον εργοδότη, δηλαδή η περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσίασης του εργοδότη, με την προϋπόθεση ότι το έργο είναι αυτό που συμφωνήθηκε και όχι εντελώς διαφορετικό, διότι τότε δεν θεωρείται ότι ο εργολάβος προεκπλήρωσε την παροχή του, ώστε να δικαιούται κατά το άρθρ. 694 ΑΚ της συμφωνημένης αμοιβής του (ΑΠ 346/2010), η οποία μπορεί κατά την κατάρτιση της σύμβασης να ορισθεί κατ` αποκοπή, κατά μονάδα, επί τη βάσει προϋπολογισμού, απολογιστικώς, χρονικώς, σε ποσοστά ή και να καταλειφθεί ακαθόριστη ως προς το ποσό και τον τρόπο υπολογισμού της.
Εάν συμφωνήθηκε το σύστημα καθορισμού της αμοιβής κατά μονάδα, προκειμένου να εξαχθεί η συνολική αμοιβή του εργολάβου, μετά την εκτέλεση του έργου ή τμήματος αυτού, γίνεται επιμέτρηση του έργου με βάση την καθορισθείσα μονάδα και το άθροισμα των μονάδων που προκύπτει πολλαπλασιάζεται με το ποσόν που συμφωνήθηκε για κάθε μονάδα.
Καταβάλλεται δε η αμοιβή σύμφωνα με το άρθρο 694 του ΑΚ, κατά την παράδοση του έργου, εκτός αν η παράδοση τούτου συμφωνήθηκε κατά τμήματα, οπότε καταβάλλεται με την παράδοση κάθε τμήματος. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Δυνάμει της από 14-10-2003 έγγραφης σύμβασης που καταρτίσθηκε στην Πάτρα μεταξύ των διαδίκων, η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα), που είχε αναλάβει από τη ΔΕΠΑΝΟΜ μετά από μειοδοτικό διαγωνισμό την εκτέλεση του έργου "Επέκταση των Τακτικών Εξωτερικών Ιατρείων (ΤΕΙ), δημιουργία Μονάδας Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ) Παίδων και Τμήματος Επειγόντων Περιστατικών (ΤΕΠ) Μητέρας - Παιδιού" που βρίσκεται στο Ρίο Αχαΐας, ανέθεσε υπεργολαβικά στον ενάγοντα, ο οποίος διατηρεί επιχείρηση κατασκευής και τοποθέτησης ψευδοροφών, χωρισμάτων από γυψοσανίδες και άλλων συναφών οικοδομικών εργασιών και αυτός ανέλαβε την κατασκευή και τοποθέτηση, με δικά του υλικά, όλων των ψευδοροφών και των χωρισμάτων από γυψοσανίδες στο ως άνω έργο και ειδικότερα:
α) σε νεοανεγερθέν κτίριο επιφάνειας 1.750 τ.μ. για την επέκταση των Τακτικών εξωτερικών Ιατρείων του Νοσοκομείου, καθώς και σε υφιστάμενο χώρο 200 τ.μ., β) σε υφιστάμενο χώρο επιφάνειας 370 τ.μ. για τη δημιουργία της Μονάδας Εντατικής Θεραπείας Παίδων και γ) σε υφιστάμενο χώρο επιφάνειας 350 τ.μ. για τη δημιουργία Τμήματος Επειγόντων Περιστατικών Μητέρας - Παιδιού.
Με το δεύτερο άρθρο της σύμβασης η αμοιβή του ενάγοντος συμφωνήθηκε ως εξής: 1) χωρίσματα γυψοσανίδας 2-2 με μόνωση πετροβάμβακα 26 ευρώ/τ.μ., 2) χωρίσματα γυψοσανίδας 1+1 χωρίς μόνωση 18,49 ευρώ/τ.μ., 3) χωρίσματα γυψοσανίδας 1+1 με μόνωση πετροβάμβακα 40Κ 21,13 ευρώ/τ.μ., 4) επένδυση γυψοσανίδας με σκελετό 16,14 ευρώ/τ.μ., 5) επένδυση γυψοσανίδας με σκελετό 9,00 ευρώ/τ.μ., 6) κούτελα γυψοσανίδας 10,27 ευρώ/τ.μ., 7) ψευδοροφές 0,60Χ0,60 ΚΙ6ΙΡ5 14,00 ευρώ/τ.μ., 8) επένδυση τσιμεντοσανίδας χωρίς μεταλλικό σκελετό 14,68 ευρώ/τ.μ., 9) επένδυση τσιμεντοσανίδας με μεταλλικό σκελετό 19,00 ευρώ/τ.μ.
Και 10) πετροβάμβακας 40 Κ πάχους 5 εκ. 7,00 ευρώ/τ.μ. Εξάλλου, με το τέταρτο άρθρο της σύμβασης συμφωνήθηκε ότι η πληρωμή του ενάγοντος θα γίνεται τμηματικά έναντι της προόδου των εργασιών και με παρακράτηση 10% μέχρι την περάτωση των εργασιών και του τελικού ελέγχου αυτών. Ο ενάγων εγκαταστάθηκε στο έργο και η εναγομένη, με βάση την εκτιμώμενη πρόοδο των εργασιών, προέβαινε, κατά τη συμφωνία τους, σε τμηματικές καταβολές χρηματικών ποσών έναντι του τελικού λογαριασμού.
Κατά την εκτέλεση του έργου η κυρία του έργου "ΔΕΠΑΝΟΜ Α.Ε." υπέδειξε στην εναγομένη να τοποθετηθούν και άνθυγρες, καθώς και πυράντοχες γυψοσανίδες, για τις οποίες δεν είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων τιμή μονάδας και έτσι με νεώτερη προφορική συμφωνία των διαδίκων καθορίστηκε ως τιμή αυτών ένα επιπλέον ευρώ για κάθε άνθυγρη ή πυράντοχη γυψοσανίδα, όπως αναφερόταν και στην από 13-10-2003 έγγραφη προσφορά του ενάγοντος, με βάση την οποία είχε καθοριστεί η εργολαβική αμοιβή του τελευταίου.
Περί το τέλος του έτους 2004 ο ενάγων αποπεράτωσε πλήρως το συμφωνηθέν έργο, πλην όμως οι διάδικοι διαφώνησαν ως προς την έκταση της επιφάνειας του εκτελεσθέντος έργου και την τιμή μονάδος των γυψοσανίδων και κατ' ακολουθία ως προς το ύψος της εργολαβικής αμοιβής. Ειδικότερα η εναγομένη ισχυρίζεται με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ότι έχει εξοφλήσει πλήρως και ολοσχερώς τον ενάγοντα, καθόσον η εργολαβική αμοιβή αυτού ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 97.534,31 ευρώ και η ίδια του έχει καταβάλει τμηματικά το συνολικό ποσό των 101.721,69 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του οφειλόμενου από τον ενάγοντα-εργολήπτη νόμιμου φόρου εισοδήματος εκ ποσοστού 3% και συνολικού ποσού 2.737 ευρώ που παρακρατήθηκε από αυτήν και αποδόθηκε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.
για λογαριασμό του ενάγοντος, καθώς και του ποσού των 11.515,96 ευρώ που κατέβαλε στον ενάγοντα μετά την άσκηση της υπό κρίση αγωγής. Ο ενάγων συνομολογεί με τις έγγραφες προτάσεις του τις παραπάνω καταβολές, ισχυρίζεται όμως ότι έχει κοστολογήσει και τιμολογήσει το εκτελεσθέν έργο σε 128.375,93 ευρώ, σύμφωνα με τα υπ' αριθ. 349, 350, 355, 365, 367, 368, 369, 371, 376, 379/2004 και 382, 392/2004 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών που εξέδωσε στο όνομα της εναγομένης μετά την περάτωση και επιμέτρηση κάθε επί μέρους εργασίας, πλέον 2.703,88 ευρώ με βάση τα υπ' αριθ. 9 και 10/2004 τιμολόγια πώλησης που εξέδωσε στο όνομα της εναγομένης.
Περαιτέρω, κατά με τον ενάγοντα η επιμέτρηση των κατασκευών γυψοσανίδας συμφωνήθηκε και έγινε από αυτόν με τη μέθοδο "σεντόνι", δηλαδή με την προσμέτρηση στα συνολικά μέτρα εργασίας και αυτών που αντιστοιχούν στα ανοίγματα (πόρτες, παράθυρα κλπ), στα οποία δεν τοποθετείται γυψοσανίδα και δεν αποζημιώνεται ο τεχνίτης για την επιπλέον εργασία κατασκευής των "κούτελων" των ανοιγμάτων αυτών, κατά δε την εναγομένη ότι αποτελεί κανόνα στις συναλλαγές και μάλιστα στα δημόσια έργα και συμφωνήθηκε μεταξύ τους να επιμετρούνται μόνο οι επιφάνειες στις οποίες τοποθετήθηκαν πράγματι γυψοσανίδες, χωρίς δηλαδή να συνυπολογίζονται και αυτές των ανοιγμάτων, ενώ για την κατασκευή των "κούτελων" συμφωνήθηκε ξεχωριστή μονάδα.
Επ' αυτών δέχθηκε το Εφετείο, ότι η επιμέτρηση των γυψοσανίδων με τη μέθοδο "σεντόνι" είναι μεν συνηθισμένος τρόπος επιμέτρησης, αλλά συμφωνείται από την αρχή και τέτοια συμφωνία δεν αποδείχθηκε με βάση την άνω έγγραφη σύμβαση των διαδίκων. Δέχεται περαιτέρω το Εφετείο, ότι ο ορισθείς με την υπ' αριθ. 775/2008 απόφασή του πραγματογνώμονας για την επιμέτρηση και κοστολόγηση του έργου, προέβη σε αναλυτική επιμέτρηση του όλου έργου, σύμφωνα με το Αναλυτικό Τιμολόγιο Οικοδομικών Εργασιών (Α.Τ.Ο.Ε.) του ΥΠΕΧΩΔΕ με επιμέτρηση της πραγματικής επιφάνειας των εργασιών και ειδικά για γυψοσανίδες με χωριστή επιμέτρηση του μεταλλικού σκελετού της επένδυσης, ενώ κάθε επιφάνεια που είναι μικρότερη σε πλάτος των 0,60 μ.
μετρήθηκε ως μέτρο μήκους από γυψοσανίδες, οι δε φάσεις οροφών από γυψοσανίδες, τα κούτελα επενδύσεων και τα κούτελα παραθύρων μετρήθηκαν ανά μονάδα μήκους, χωρίς να υπάρξουν διαφωνίες από τους διαδίκους ως προς τις επιμετρήσεις και κατέληξε στο αναλυτικά αναφερόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση συμπέρασμα ως προς τις επιμετρήσεις αυτές, υιοθετώντας την έκθεση πραγματογνωμοσύνης.
Ακολούθως δέχεται το Εφετείο, ότι οι τιμές του έργου συμφωνήθηκαν στην από 14-10-2003 έγγραφη σύμβαση και δεν υπήρξε προφορική αναπροσαρμογή των τιμών, πλην των άνθυγρων και πυράντοχων γυψοσανίδων που συμφωνήθηκε ένα ευρώ επιπλέον των λοιπών γυψοσανίδων, ενώ ο πραγματογνώμονας, αφού προέβη στην επιμέτρηση του έργου, κοστολόγησε τις επιμετρήσεις για το κτίριο των Τακτικών Εξωτερικών Ιατρείων (ΤΕΙ) με βάση αναπροσαρμοσμένες τιμές, ώστε να διαμορφώνει την συνολική αμοιβή του ενάγοντος εργολάβου για το εκτελεσθέν έργο και στα τρία κτίρια στο ποσό των 158.973,24 ευρώ συμπεριλαμβανομένου και του ΦΠΑ (18%).
Κατόπιν αυτού, προβαίνει το Εφετείο σε αναλυτική κοστολόγηση του έργου, με βάση μεν την επιμέτρηση που πραγματοποίησε ο πραγματογνώμονας και αποδέχτηκαν οι διάδικοι, αλλά με τις τιμές που είχαν συμφωνηθεί εγγράφως μεταξύ τους και καταλήγει ότι η αμοιβή του ενάγοντος για το κτίριο ΜΕΘ διαμορφώνεται σε 20.044,04 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 18%, ήτοι 3607,92 ευρώ, σύνολο 23.651,96 ευρώ, για το κτίριο ΤΕΠ σε 28.661,35 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 18% ήτοι 5159,04 ευρώ, σύνολο 33.820,39 ευρώ και για το κτίριο ΤΕΙ σε 61.728,43 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 18% ήτοι 11.111,11 ευρώ, σύνολο 72.839,54 ευρώ και συνολικά και για τα τρία κτίρια σε 130.311,89 ευρώ (23.651,96+33.820,39+72.839,54) και όχι στο ποσό των 158.973,24 ευρώ (το ορθό είναι 138.472,23 ευρώ), ενώ αντίθετα ο ενάγων για την ίδια ως άνω εργασία έχει εκδώσει τα τιμολόγια με αριθμούς 9/8-7-2004 ποσού 556,96 ευρώ, 10/27-7-2004 ποσού 2146,42 ευρώ, 34-/12-3-2004 ποσού 3.955,46 ευρώ, 350,12-3-2004 ποσού 6.699,99 ευρώ, 355/27-3-2004 ποσού 6.317,27 ευρώ, 356/30-3-2004 ποσού 5.249,82 ευρώ, 367/9-7-2004 ποσού 926,30 ευρώ, 368,27-7-2004 ποσού 28.135,86 ευρώ, 369/28-7-2004 ποσού 3.388,84 ευρώ, 371/19-8-2004 ποσού 1.113,93 ευρώ, 376/1-11-2004 ποσού 41.057,92 ευρώ, 379/9-12-2004 ποσού 14.768,96 ευρώ, 382/2-2-2005 ποσού 13.898,09 ευρώ, 392/8-4-2005 ποσού 2.863,49 ευρώ ήτοι συνολικά έχει εκδώσει τιμολόγια ύψους 131.079,31 ευρώ συμπεριλαμβανομένου και του ΦΠΑ.
Δέχεται εν συνεχεία το Εφετείο, ότι η διαφορά που προκύπτει μεταξύ της πραγματογνωμοσύνης και των αξιώσεων του ενάγοντος αλλά και των ισχυρισμών της εναγομένης οφείλεται στο διαφορετικό τρόπο μέτρησης του όλου έργου, ήτοι ο μεν ενάγων προβαίνει σε επιμετρήσεις με τη μέθοδο "σεντόνι", η εναγομένη επιμετρά μόνο την καθαρή επιφάνεια, ενώ αντίθετα ο πραγματογνώμονας μετρά την πραγματική επιφάνεια εργασίας καθώς και τον μεταλλικό σκελετό χωριστά και χωριστά την επένδυση, και κάθε επιφάνεια μικρότερη των 0,60 μ.
μήκους, την μετρά ως μέτρο μήκους και επί πλέον μετρά ανά μ. μήκους τα κούτελα επενδύσεων και τα κούτελα παραθύρων, με αποτέλεσμα ο πραγματογνώμονας να αναβιβάζει την αξία του όλου έργου σε ποσό μεγαλύτερο του αιτηθέντος από τον ενάγοντα. Κατόπιν αυτών δέχεται το Εφετείο, ότι η αξία του όλου έργου (αμοιβή εργολάβου) ανέρχεται στο ποσό των 131.079,31 ευρώ, όπως ο ίδιος ο ενάγων την προσδιόρισε και όχι στο μεγαλύτερο ποσό που αναβιβάζει την αμοιβή αυτή ο πραγματογνώμονας.
Έτσι οι καταβολές της εναγομένης προς τον ενάγοντα ανέρχονται στο ποσό των 113.237,65 ευρώ (101.721,69+11.515,96), η όλη αμοιβή του ενάγοντος σε 131.079,31 ευρώ, ποσό από το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 113.237,65 ευρώ και απομένει υπόλοιπό αμοιβής 17.841,66 ευρώ, το οποίο η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα. Δέχεται δε τέλος το Εφετείο ότι η κρίση του ως προς το ύψος της οφειλής της εναγομένης και μη εξόφλησης της συμφωνημένης αμοιβής πλήρως με τις παραπάνω καταβολές ενισχύεται από α) το από 1-3-2006 έγγραφο της εναγομένης που απευθύνεται προς τον ενάγοντα, στο οποίο και επιβεβαιώνει ότι το οφειλόμενο ποσό προς αυτόν στις 31-12-2005, ήτοι μετά την έκδοση όλων των τιμολογίων ανήρχετο σε 15.985,62 ευρώ, γεγονός που σημαίνει ότι ακόμα και με τη μέθοδο επιμέτρησης της εναγομένης υπάρχει οφειλή προς τον ενάγοντα την οποία παραδέχεται, β) την από 21-1-2005 βεβαίωση της εναγομένης προς τον ενάγοντα περί παρακράτησης του νομίμου φόρου εισοδήματος εργοληπτών κατασκευής τεχνικών έργων, όπου παραθέτει 10 εκ των εκδοθέντων τιμολογίων, τα οποία ουδέποτε αμφισβήτησε τόσο ως προς τις επιμετρήσεις όσο και ως προς το ποσό.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή, μετά την παραδοχή της περί εξοφλήσεως ένστασης της εναγομένης και την απόρριψη της αντένστασης του ενάγοντος, περί του ότι το καταβληθέν ποσόν δεν κάλυπτε το σύνολο της αμοιβής του, κατά το μέρος που ενήγαγε την εναγομένη, αλλά ήταν πέραν των καταβληθέντων, ακολούθως έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και επεδίκασε στον ενάγοντα νομιμοτόκως, το άνω ποσό των 17.841,66 ευρώ, που αποτελούσε το υπόλοιπο του μη εξοφληθέντος μέρους της αμοιβής του από την εκτέλεση του επίδικου έργου.
Από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 681 και 694 του ΑΚ τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Ειδικότερα με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις καταλήγει το Εφετείο στο ύψος της αμοιβής του ενάγοντος για την εκτέλεση και παράδοση στην εναγομένη του επίδικου έργου, την οποία προσδιορίζει με βάση την συμφωνηθείσα κατά τιμή μονάδος αμοιβή του εργολάβου, μετά την επιμέτρηση του όλου έργου, κατά τον τρόπο που επίσης είχε συμφωνηθεί και ήταν σύμφωνος με τις τεχνικές μεθόδους που επικρατούν από τεχνικής και επιστημονικής απόψεως και υπεδείχθη από τον διορισθέντα από το δικαστήριο πραγματογνώμονα, την οποία κατά τις παραδοχές της υιοθετεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Επειδή μάλιστα ως προς ένα από τα κτίρια που εκτελέσθηκε το έργο είχε προσδιορισθεί από τον πραγματογνώμονα η αμοιβή του εργολάβου βάσει αναπροσαρμοσμένης τιμής μονάδας, που δεν είχε συμφωνηθεί, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις επιμετρήσεις του πραγματογνώμονα, τις οποίες σαφώς υιοθετεί, υπολογίζει τις αμοιβές με βάση το συμφωνηθέν κατά μονάδα ποσόν, προσδιορίζοντας την συνολική αμοιβή στο ποσό των 130.311,89 ευρώ, το οποίο σχεδόν συμπίπτει με το ποσό για το οποίο είχαν εκδοθεί από τον εργολάβο τα ως άνω τιμολόγια (131.079,31 ευρώ συμπεριλαμβανομένου και του ΦΠΑ).
Ακολούθως δε, από τη συνεκτίμηση των παραπάνω στοιχείων, προς τα εκδοθέντα από τον ενάγοντα τιμολόγια, και τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία καταλήγει, ότι η συνολική αμοιβή του ενάγοντος ανέρχεται στο ποσό των 131.079,31 ευρώ, το οποίο όμως δεν καλύπτεται από τις σταδιακές κατά την εκτέλεση του έργου καταβολές της εναγομένης, ώστε να οφείλεται στον ενάγοντα η διαφορά.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Εξάλλου, ο ίδιος ως άνω λόγος αναιρέσεως (δεύτερος), κατά τις εις αυτόν περιλαμβανόμενες αιτιάσεις από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ότι υπάρχει εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 681 και 694 του ΑΚ και έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν τα ως άνω κρίσιμα ζητήματα του ύψους της αμοιβής του ενάγοντος εργολάβου για την εκτέλεση του επίδικου έργου, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, ως προς τα παραπάνω ζήτημα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον ίδιο δε λόγο, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, πλήττεται πλέον, μέσω των αναφερόμενων στο αναιρετήριο επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η από 28-03-2011 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΓΟΔΥΝΑΜΙΚΗ ΠΑΤΡΩΝ ΑΤΕ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 854/2010 απόφασης του Εφετείου Πατρών και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-03-2011 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΓΟΔΥΝΑΜΙΚΗ ΠΑΤΡΩΝ ΑΤΕ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 854/2010 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 04 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 07 Μαΐου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ