Supreme Court allows appeal against lower court's invalidity ruling on share sale contract executed under prior agreement.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court accepted the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision declaring a share sale contract invalid. The appellant argued that the contract was void because it was executed pursuant to a prior agreement, which the lower court had already declared invalid. The court held that the validity of the final contract executed under the prior agreement is independent and not affected by the prior agreement's invalidity. Consequently, the appeal was allowed, the lower judgment was annulled, and the case was remitted for further trial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 159 and 166 of the Civil Code; A contract executed pursuant to a prior agreement retains its independent validity and is not invalidated by the prior agreement's invalidity.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 772 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 772/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Φ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταμάτιο Τερεζάκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Θ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Βαρλάμη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29 Μαΐου 2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 637/2009 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1922/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2 Μαΐου 2012 αίτησή του και τους από 1 Αυγούστου 2013 πρόσθετους λόγους αναίρεσης.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αριστείδης Πελεκάνος, ανέγνωσε την από 26 Σεπτεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης κατά παραδοχή των εβδόμου, ογδόου, ενάτου και δεκάτου λόγων του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης και των τετάρτου, έκτου, εβδόμου, ογδόου και ενάτου λόγων του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων ως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 68 ΚΠολΔ, δικαστική προστασία έχει το δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, ενώ, κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή η μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Η νομιμοποίηση των διαδίκων (ενεργητική και παθητική) και το έννομο συμφέρον συνιστούν διακριτές διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης, η συνδρομή αυτών ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης με ελεύθερη απόδειξη και η έλλειψη τους συνεπάγεται την απόρριψη της σχετικής αίτησης δικαστικής προστασίας ως απαράδεκτης.
Ως νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται η εξουσία διεξαγωγής ορισμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση, δηλαδή για βιοτική σχέση προσώπου με άλλο πρόσωπο ή με αντικείμενο, η οποία καθορίζεται κατά κανόνα από το ουσιαστικό δίκαιο ως προς τους φορείς της και το αντικείμενο της και η οποία έχει ως περιεχόμενο ή ως έννομη συνέπεια δικαίωμα ή υποχρέωση ή δέσμη δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Αντίθετα, δεν νοείται, ούτε παρέχεται τέτοια εξουσία απλώς για αναγνώριση πραγματικών περιστατικών ή για αναγνώριση προϋποθέσεων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων (ΟλΑΠ 18/2005). Για τη νομιμοποίηση των διαδίκων αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι υποκείμενα της" επίδικης έννομης σχέσης και η παράθεση στην αγωγή των περιστατικών που θεμελιώνουν τον ισχυρισμό του, η μη απόδειξη των οποίων συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως κατ' ουσίαν αβάσιμης, η δε απόκρουση της νομιμοποίησης ή της συνδρομής εννόμου συμφέροντος από τον εναγόμενο αποτελεί άρνηση, και όχι ένσταση.
Εξάλλου, ως έννομο συμφέρον νοείται κάθε υλικό ή ηθικό όφελος, που αναγνωρίζει ο νόμος υπέρ αυτού που ζητεί δικαστική προστασία, εφόσον επιπλέον είναι άμεσο και παρόν. Άμεσο έννομο συμφέρον υπάρχει όταν από την ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης (άκυρη δικαιοπραξία κλπ.) προκαλείται αβεβαιότητα ως προ ορισμένη έννομη σχέση του ενάγοντος με τρίτο πρόσωπο και συνακόλουθος κίνδυνος για τα συμφέροντα αυτού (άμεσος και επικείμενος ή και εξαρτώμενος από πρόσθετα μελλοντικά περιστατικά), για την αποτροπή του οποίου ζητείται, ως πρόσφορη και αναγκαία δικαιοδοτική πράξη, η έκδοση δικαστικής απόφασης. Ενώ παρόν είναι το έννομο συμφέρον όταν αφορά έννομες σχέσεις υπαρκτές Και παρούσες, και όχι υποθετικές και μελλοντικές ή ενδεχόμενες. Τα αναγκαία για τη θεμελίωση εννόμου συμφέροντος περιστατικά μπορούν να προταθούν και με τις προτάσεις, εκτός από την περίπτωση της αναγνωριστικής αγωγής, στην οποία το έννομο συμφέρον επιτελεί νομιμοποιητική λειτουργία και πρέπει η προβολή τους να γίνεται μονό με την αγωγή. Οι εν λόγω διαδικαστικές προϋποθέσεις, της νομιμοποίησης των διαδίκων και της συνδρομής εννόμου συμφέροντος, συνιστούν ουσιαστικές προϋποθέσεις παροχής δικαστικής προστασίας, η δε παραβίαση τους εμπίπτει στον αναιρετικό λόγο με αρ. 1 του άρθρου 559,
και όχι στον αναιρετικό λόγο με αρ. 14 του ίδιου άρθρου, ο οποίος ανακύπτει μόνο όταν το δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχει τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΟλΑΠ 25/2008).
Ο προβλεπόμενος από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς, στοιχειοθετείται όταν, με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόζεται παρότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν εφαρμόζεται χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα, η δε σχετική παραβίαση εκδηλώνεται είτε με σφαλμένη ερμηνεία είτε με εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με αυτόν τον λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την αξιολόγηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων και τα νομικά σφάλματα κατά την ουσιαστική διερεύνηση της επίδικης διαφοράς. Δηλαδή ελέγχεται αν η αγωγή και κάθε ισχυρισμός, που ασκεί έννομη επιρροή στη διαγνωστέα έννομη σχέση ή έννομη συνέπεια (ένσταση, αντένσταση κλπ.), απορρίφθηκαν ορθά ως μη νόμιμοι ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, η αγωγή ή η ένσταση κλπ.
έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27-28/1998). Κατά τη διάταξη άρθρου 559 ΚΠολΔ αρ. 1, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Οι εν λόγω ερμηνευτικοί κανόνες εφαρμόζονται από τοΝ5ίκαστήριο της ουσίας, όταν, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων.
Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται ρητά στην απόφαση είτε να προκύπτει έμμεσα από αυτή, γεγονός που συμβαίνει όταν, καίτοι δεν γίνεται ρητή αναφορά για διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας ή ακόμη περιέχεται ρητή αναφορά ότι δεν υπάρχει κενό ή αμφιβολία, το δικαστήριο προχωρεί σε ερμηνεία της σύμβασης, από την οποία ερμηνεία αποκαλύπτεται ότι αυτό αντιμετώπισε κενό ή αμφιβολία ως προς τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων που το υποχρέωσαν να προβεί στην ερμηνευτική αναζήτηση της.
Μόνη η μη αναφορά των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ στην απόφαση δεν συνιστά παραβίασή τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της σύμβασης τα ερμηνευτικά κριτήρια που αυτές προβλέπουν. Οι προαναφερόμενες διατάξεις παραβιάζονται, όταν το δικαστήριο, παρά την άμεση ή έμμεση διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας ως προς την έννοια δικαιοπρακτικής δήλωσης, δεν προσφεύγει σ' αυτούς,για να αναζητήσει και να διαπιστώσει την αληθινή έννοιά της ή για να παραθέσει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους με την έννοια ότι ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο μέσω της ερμηνείας κατέληξε, δεν συμφωνεί με τα κριτήρια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών (Ολ.ΑΠ 26/2004).
Σύμφωνα με το άρθρο,181 ΑΚ, η ακυρότητα μέρους συνεπιφέρει την ακυρότητα ολόκληρης της δικαιοπραξίας, αν συνάγεται ότι δεν θα είχε επιχειρηθεί χωρίς το άκυρο μέρος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής,ολική είναι η ακυρότητα όταν καταλαμβάνει ολόκληρη τη δικαιοπραξία, ενώ μερική είναι η ακυρότητα, εάν φορά μέρος μόνο της δικαιοπραξίας.
Μερική ακυρότητα υπάρχει όταν, κατά την έννοια του νόμου, η ενέργεια ακυρότητας (και όχι η αιτία - λόγος ακυρότητας) πλήττει μέρος μόνο της δικαιοπραξίας. Η μερική ακυρότητα δικαιοπραξίας μπορεί να αναφέρεται σε οποιονδήποτε λόγο ακυρότητας, ο δε γενικός ερμηνευτικός κανόνας του άρθρου 181 ΑΚ έχει εφαρμογή όταν η δικαιοπραξία μπορεί να διαιρεθεί σε δύο ή περισσότερα διακριτά μεταξύ τους μέρη ή όταν πρόκειται για ενιαία εξωτερικά δικαιοπραξία αποτελούμενη από περισσότερες αυτοτελείς δικαιοπραξίες, που συνάπτουν οι συμβαλλόμενοι και συναποτελούν, λόγω του περιεχομένου και του σκοπού τους, ενιαία οικονομική ενότητα και, κατά τη θέληση όλων των συμβαλλομένων μερών, οι περισσότερες αυτοτελείς δικαιοπραξίες τελούν σε συνεξάρτητη και έχουν συνομολογηθεί ως ουσιώδεις, με την έννοια ότι η σύναψη της μίας έχει εξαρτηθεί από τη σύναψη της άλλης, ώστε και η ακυρότητα μίας από αυτές να καθιστά μη θελημένη την ενιαία δικαιοπραξία.
Για να επεκταθεί η ακυρότητα του μέρους σε ολόκληρη τη δικαιοπραξία, πρέπει ένας από τους συμβαλλόμενους να ισχυριστεί και να αποδείξει ότι η υποθετική θέληση όλων των μερών κατά τον χρόνο κατάρτισης της δικαιοπραξίας θα ήταν να μην ισχύσει η (όλη) δικαιοπραξία, αν αυτά γνώριζαν την ακυρότητα του μέρους, δηλαδή του συγκεκριμένου όρου ή της αυτοτελούς συμφωνίας κλπ..
Η δε αναζήτηση και εξακρίβωση της σχετικής υποθετικής βούλησης των συμβαλλόντων γίνεται με χρήση υποκειμενικών κριτηρίων (αξιολογήσεις των συμβαλλομένων κατά τη σύναψη της δικαιοπραξίας, οικονομικά συμφέροντα αυτών κλπ.), αλλά και με χρήση αντικειμενικών κριτηρίων (φύση της δικαιοπραξίας, σκοπός αυτής κλπ.) βάσει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών.
Κατά το άρθρο 166 ΑΚ, προσύμφωνο είναι η προκαταρκτική ή προπαρασκευαστική σύμβαση, με την οποία τα συμβαλλόμενα μέρη (ή και μόνο το ένα από αυτά) δεσμεύονται να συνάψουν συγκεκριμένη οριστική σύμβαση μεταξύ τους (ή και με τρίτο πρόσωπο) και η οποία, σε περίπτωση αθέτησης της, παρέχει στο αντισυμβαλλόμενο μέρος αγώγιμη αξίωση για καταδίκη του υπόχρεου σε δήλωση βουλήσεως για την κατάρτιση της προσυμφωνημένης δικαιοπραξίας, οπότε με την τελεσιδικία της σχετικής απόφασης θεωρείται, αυτοδικαίως και κατά νομικό πλάσμα, ως γενομένη η δήλωση βουλήσεως και τελεσμένη η προσυμφωνημένη δικαιοπραξία.
Κατά το ίδιο άρθρο, το προσύμφωνο υπόκειται στον τύπο που ορίζει ο νόμος για τη συναπτέα οριστική σύμβαση, δηλαδή αυτό υπόκειται στον ίδιο νόμιμο συστατικό τύπο που προβλέπεται για την προσυμφωνημένη οριστική σύμβαση, ο οποίος είναι το ιδιωτικό ή συμβολαιογραφικό ή άλλο δημόσιο έγγραφο ή δήλωση ενώπιον αρχής, για την οποία συντάσσεται σχετική έκθεση.
Για να είναι έγκυρο το προσύμφωνο, πρέπει να υποβληθεί στον προβλεπόμενο συστατικό τύπο της οριστικής σύμβασης, αλλά και να περιέχει όλους τους ουσιώδεις όρους αυτής. Κατά τα λοιπά οι δύο συμβάσεις (προσύμφωνο και οριστική) είναι διακριτές και αυτοτελείς, η δε ακυρότητα του προσυμφώνου λόγω μη τήρησης νόμιμου τόπου ή για άλλη αιτία δεν συνεπιφέρει ακυρότητα και της οριστικής σύμβασης (που μπορεί να συνταχθεί και χωρίς προσύμφωνο), αν έχει τηρηθεί γι' αυτή ο νόμιμος τύπος και δεν εμφανίζει η ίδια άλλον λόγο ακυρότητας.
Στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, ως προς τα κεφάλαια που πλήττονται με την αίτηση αναίρεσης, και τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχτηκε τα ακόλουθα : " ενάγων και τώρα εκκαλών (Χ. Θ.) με την ένδικη αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ισχυρίστηκε ότι με το από 24/2/2005 ιδιωτικό συμφωνητικό "μνημόνιο αλληλοκατανόησης - προσύμφωνο πώλησης μετοχών -εξωεταιρική συμφωνία αυτός (ενάγων) και οι άλλοι δύο μέτοχοι των εταιρειών "…" και "ΜΕΓΑ ΦΑΡΜ ΑΝΩΝΥΜΗ ΓΕΩΡΓΟΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΗ ΚΑΙ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που τους συνέδεε παρεκτός της μετοχικής τους ιδιότητος στην ανωτέρω πρώτη των μνημονευομένων ως άνω εταιρειών και δη και ως αποκλειστικών μετόχων αυτής κατά περίπτωση και η στενή μεταξύ τους επίσης συγγενική ιδιότητα ως πατέρα και των δύο (2) τέκνων του προσυμφώνησαν με τον εναγόμενο (Ε.
Φ.) να καταρτίσουν έως την 18/3/2005 σύμβαση πώλησης στον τελευταίο 245.782 μετοχών της πρώτης εταιρείας και 105.525 μετοχών της δεύτερης ως άνω εταιρείας, έναντι τιμήματος 2,84 ευρώ ανά μετοχή, μετά το πέρας του οικονομικού και νομικού ελέγχου των εταιρειών και υπό την προϋπόθεση ότι το αποτέλεσμα του ελέγχου θα ήταν θετικό κατά την απόλυτη κρίση του εναγομένου ο οποίος στη περίπτωση αυτή θα χρηματοδοτούσε αμφότερες τις εταιρείες με το ποσό των 500.000 ευρώ υπό μορφή ατόκου δάνειος και, ήτοι κατά τ' ανωτέρω, ανέλαβε ο ενάγων και τα δύο τέκνα αυτού που δεν είναι διάδικοι στη παρούσα δίκη την υπόσχεση πωλήσεως προς τον εναγόμενο υπό τον τύπο προσυμφώνου για την οριστική μεταβίβαση (τελικώς) σ' αυτόν (εναγόμενο) πακέτου μετοχών και της πρώτης των ως άνω ανωνύμων εταιρειών ("Χ.
Θ. γεωργοπτηνοτροφική ανώνυμη βιομηχανική εμπορική εταιρεία" - για την οποία και ενδιαφέρει την παρούσα απόφαση - ποσοστού 67% συνολικά κατά τ' ανωτέρω όσον αφορά και πάλι στην ως άνω εταιρεία - αντί συνολικού μάλιστα τιμήματος σύμφωνα δε με το μνημονευόμενο από 24/2/2005 ιδιωτικό συμφωνητικό (συνολικώς) ευρώ.
Ότι στους όρους του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού προβλεπόταν επίσης μετά την 18/3/2005 και υπό τον όρο της μεταβίβασης των μετοχών να καταβάλλεται στον ίδιο τον ενάγοντα το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000j ευρώ μηνιαίως υπό την έννοια της ισοβίου προσόδου) και σε περίπτωση προαποβιώσεώς του στην επιζώσα σύζυγο του καθώς και ότι ο ενάγων θα εκμεταλλευόταν εφόρου ζωής προσωπικά το κτήμα και τον περιβάλλοντα χώρο της εταιρείας "…" συνισταμένης προς τούτο μάλιστα, όπως εκτιμάται δεόντως η αγωγή ως προς τούτο, επικαρπίας εφόρου ζωής του ενάγοντα στο περιγραφόμενο ειδικότερα μέρος ακινήτου της ως άνω εταιρείας, ήτοι έχοντας ο ίδιος ο ενάγων τόσο τη χρήση όσο και την κάρπωση για δικό του όφελος πάντοτε στον εν λόγω χώρο και των εις αυτό υφιστάμενων δένδρων και δημιουργηθησόμενων από τον ίδιο καλλιεργειών.
Ότι ωστόσο όμως οι έγγραφες αυτές συμφωνίες δεν περιεβλήθησαν τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, όπως ορίζεται στο νόμο, επειδή το περιεχόμενο τους αναφέρεται σε μέλλουσας σύστασης ισόβιας προσόδου και δικαιώματος επικαρπίας με συνέπεια την ακυρότητα αυτών. Ότι προς εκτέλεση του εν λόγω προσυμφώνου ωσαύτως υπεγράφη μεταξύ και του ενάγοντος και του εναγομένου οριστική σύμβαση μεν πώλησης ενός τμήματος των μέτοχών που προβλέπονταν στο κατά τα ως άνω προηγηθέν από 24/2/2005 προσύμφωνο και ειδικότερα ο ενάγων πώλησε και μεταβίβασε στον εναγόμενο 25.234 μετοχές της εταιρείας "…" αντί συνολικού τιμήματος 71.664,56 ευρώ χωρίς όμως να περιβληθεί τον συμβολαιογραφικό τύπο ούτε η δεύτερη αυτή (οριστική) συμφωνία, μολονότι, όπως επίσης εκτίθεται στην ένδικη αγωγή συνήφθη σε εκτέλεση των όρων και συμφωνιών του προηγηθέντος ως άνω προσυμφώνου αλλά μόνο με ιδιωτικό και πάλι έγγραφο (ως προς όλους τους όρους μάλιστα και της τοιαύτης συμφωνίας).
Ότι η σύμβαση πώλησης των ενδίκων αυτών μετοχών είναι ομοίως άκυρη εξαιτίας της ακυρότητος του από 24/2/2005 προσυμφώνου και δη κατά το μέρος μάλιστα που αφορά και σχέση έχει μάλιστα με τις πωληθείσες εκ μέρους του ενάγοντα ένδικες μετοχές του. Κατόπιν τούτων ζητά ο ενάγων ν' αναγνωρισθεί η ολική ακυρότητα) με απόφαση προσωρινά εκτελεστή του από 24/2/2005 προσυμφώνου και επίσης η ακυρότητα της από 18/3/2005 οριστικής σύμβασης πωλήσεως μετοχών και να καταδικασθεί ο εναγόμενος στη δικαστική του δαπάνη.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλούμενη με αρ. οριστική 637/2009 απόφαση του δέχθηκε εν μέρει την αγωγή αναγνωρίζοντας την ακυρότητα μόνο του δεκάτου (10ου) όρου του από 24-2-2005 προσυμφώνου που απέβλεπε στη σύσταση ισόβιας παροχής χρημάτων υπέρ του ενάγοντος για τον λόγο ότι δεν περιεβλήθη τον τύπο του συμβ/κού εγγράφου και απέρριψε τα λοιπά αιτήματα αυτού (ενάγοντος).
Κατ' αυτής παραπονείται τώρα ο ενάγων με την κρινόμενη έφεση του κατά της ως άνω οριστικής αποφάσεως και για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή και που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου καθώς και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων ζητώντας την εξαφάνιση της εκκαλούμενης επί σκοπώ να γίνει δεκτή καθ' ολοκληρία η από 29/5/2007 αγωγή του.
Με το ανωτέρω περιεχόμενο και αιτήματα η κρινόμενη αγωγή αρμοδίως καθ' ύλη και κατά τόπο εισήχθη προς εκδίκαση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (άρθρα 18 παρ.1, 25 παρ.2 ΚΠολΔ) και κατά την προσήκουσα τακτική διαδικασία και είναι νόμιμη". Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά αυτού (πρωτοβάθμιου δικαστηρίου), από όλα τα μετ' επικλήσεως νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα ενώπιον του δικαστηρίου τούτου μεταξύ των οποίων ωσαύτως περιλαμβάνονται τα από 24/2/2005 και 18/3/2005 ιδιωτικά συμφωνητικά των διαδίκων όσο και η από 21/3/2005 διευκρινιστική συμφωνία τούτων, αποδεικνύονται τ' ακόλουθα:
Α) Στις 24/2/2005 ο ενάγων (Χ. Θ.) και ήδη εκκαλών μαζί και με τους - μη εδώ διαδίκους - υιούς αυτού προσυμφώνησαν με τον εναγόμενο να πωλήσουν σ' αυτόν από τις δύο "οικογενειακές" ανώνυμες εταιρείες τους με τις αντίστοιχες δηλαδή επωνυμίες τους "…" - στην οποία και μόνο συμμετείχε ο εδώ εκκαλών (ενάγων) με ποσοστό 52% ονομαστικών μετοχών του επί του συνολικού κεφαλαίου αυτής καθώς και "ΜΕΓΑ ΦΑΡΜ ΑΝΩΝΥΜΗ ΓΕΩΡΓΟΚΤΗΝΟ ΤΡΟΦΙΚΗ ΚΑΙ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (και με έδρες αντίστοιχα αμφοτέρων αυτών στα Μέγαρα Αττικής) το πλειοψηφικό πακέτο των ως άνω δύο (2) ανωνύμων εταιρειών - στη δεύτερη των οποίων ουδόλως μετείχε ο εδώ εκκαλών και δη το 67% των μετοχών αμφοτέρων των προαναφερομένων ανωνύμων εταιρειών.
Με το προσύμφωνο αυτό το οποίο καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων αυτών με ιδιωτικό (απλώς και μόνο) έγγραφο και που τιτλοφορήθηκε αντίστοιχα ως μνημόνιο "αλληλοκατανόησης - εξωεταιρική συμφωνία προσύμφωνο πώλησης μετοχών" και στο οποίο μάλιστα, ωσαύτως συμβάλλονταν και αμφότερες οι προαναφερόμενες ανώνυμες εταιρείες, όπως και τούτο αποδεικνύεται άλλωστε από το επισυναπτόμενο και στο ίδιο το δικόγραφο της ένδικης αγωγής ιδιωτικό αυτό συμφωνητικό (βλέπετε αυτό και μάλιστα στο τέλος αυτού όπου κάτω από την ένδειξη "συμβαλλόμενοι" υπογράφεται και από τον εναγόμενο με την ένδειξη
"επενδυτής" καθώς ακόμη και από τον εδώ εκκαλούντα (ενάγοντα) και από αμφότερους τους υιούς αυτού ωσαύτως μάλιστα και από τις προαναφερόμενες δύο (2) ανώνυμες εταιρείες. Το τίμημα της προσυμφωνηθείσας πωλήσεις όλων των ως άνω μετοχών (και γι' αμφότερες μάλιστα τις προαναφερόμενες ανώνυμες εταιρείες) συμφωνήθηκε μεταξύ των αντισυμβαλλομένων ν' ανέλθει στο ποσό του(1.000.000 ευρώ.
Β) Με το ίδιο ως άνω προσύμφωνο παρεκτός και της αμέσως ως άνω προσδιοριζόμενης συμφωνίας για την πώληση δηλαδή των εν λόγω μετοχών προς τον εναγόμενο (εφεσίβλητο) - ωσαύτως συνεφωνούντο και τ' ακόλουθα ως επίσης ουσιώδη μέρη (και τμήματα) και αυτά όλων ανεξαιρέτως και των όρων και των καθ' έκαστα δηλαδή συμφωνιών που περιείχοντο συνολικώς στο εν λόγω προσύμφωνο:
α) Ότι ο εδώ εκκαλών (ενάγων) μετά την 18/3/2005 και εφόσον έχουν μεταβιβασθεί στον εφεσίβλητο μέρος των προσυμφωνημένων μετοχών της πρώτης των ως άνω εταιρειών εκ μέρους του ενάγοντος - εκκαλούντος και των δύο (2) ακόμη - μη εδώ διαδίκων - υιών του συνολικού ύψους (ποσοστού) από 66.432 μετοχές και που πράγματι μεταβιβάστηκαν αυτές μέχρι και την 18/3/2005 θα εδικαιούτο, όπως ρητώς και σαφώς συνεφωνήθη και τούτο επί τη βάσει του 10ου όρου του προσυμφώνου αυτού, μηνιαίων απολήψεών του ( ο ίδιος, δηλαδή, ο εδώ εκκαλών) συνολικού μάλιστα καθαρού ποσού (αυτών των απολήψεων) τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ μηνιαίως και δη όπως κατά λέξη επίσης σαφώς και αναμφιβόλως προσδιορίζεται και ο ακριβής νομικός χαρακτήρας των τοιούτων απολήψεων (παροχών) "....
υπό την έννοια των άρθρων 840 επόμ. ΑΚ εφόρου ζωής) του και σε περίπτωση προαποβιώσεώς του στη σημερινή σύζυγο του Ε.....". Πρέπει να σημειωθεί βέβαια στο σημείο τούτο σύμφωνα με την έννοια του άρθρου 840 ΑΚ) καθώς επίσης και του μεθεπόμενου άρθρου αυτού προκύπτει και αποδεικνύεται - σαφώς και αναμφιβόλως μάλιστα ως προς τούτο- με βάση τον αμέσως προαναφερόμενο όρο (10) ότι οι εν προκειμένω αντισυμβαλλόμενοι εκκαλών και εφεσίβλητος ρητώς και σαφώς (και αναμφιβόλως ακόμη), όπως ήδη προεκτέθηκε, συμφώνησαν περί του ότι ο εφεσίβλητος - που μάλιστα όπως επίσης προαναφέρεται παρέλαβε τους ονομαστικούς τίτλους της πρώτης των ως άνω εταιρειών στην οποία και μόνο συμμετείχε ο εδώ εκκαλών (βλ.
προς τούτο και στον επίσης αναμφίβολο, ρητό και σαφή όρο του υπ' αρ.5 του προσυμφώνου αυτού), ήτοι τις και ανωτέρω αναφερόμενες 66.432 ονομαστικές μετοχές της - μη εισηγμένης στο Χρηματιστήριο - πρώτης των προαναφερόμενων ανωνύμων εταιρειών (δηλαδή της εταιρείας "…". Οι αντίθετοι μάλιστα ισχυρισμοί και αιτιάσεις του εφεσίβλητου στις έγγραφες προτάσεις αυτού περί του ότι ως προς το εν λόγω μέρος της (δηλαδή της παροχής ισοβίως ανά έκαστο μήνα τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ προς τον εκκαλούντα κλπ.
όπως εις τον όρον αυτό περαιτέρω αναφέρεται και περαιτέρω επίσης προσδιορίζεται) δεν νομιμοποιείται κατ' αυτού του ιδίου του εφεσίβλητου η ένδικη αγωγή, κρίνεται ότι πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν και τούτο γιατί αντιθέτως αποδεικνύεται ότι νομιμοποιείται ενεργητικώς και παθητικώς η ένδικη αγωγή και κατά τούτο δοθέντος ότι -όπως ήδη και πιο πάνω γίνεται δεκτό από το δικαστήριο τούτο - ο εφεσίβλητος στο ένδικο αυτό προσύμφωνο προσυπέγραψε ως "επενδυτής - συμβαλλόμενος" ατομικά και δη πέραν και της ιδιότητος του εισέτι ως Προέδρου του ΔΣ της πρώτης των άνω ανωνύμων εταιρειών.
Πρέπει να σημειωθεί ιδιαιτέρως μάλιστα ότι όντως αποδεικνύεται και από την κατάθεση του εκκαλούντος και που μάλιστα επιβεβαίωσε και η ενόρκως εξετασθείσα μάρτυς του εφεσίβλητου και περί του ζητήματος τούτου, ότι, δηλαδή μέχρι και το έτος 2007 καταβάλλοντο στον ενάγοντα τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ μηνιαίως σε πλήρη δηλαδή υλοποίηση και εκτέλεση των ανωτέρω συμφωνιών περί ισοβίου προσόδου.
Β) Επίσης μάλιστα με το ανωτέρω προσύμφωνο - ταυτόχρονα και με τις περιεχόμενες στον προαναφερθέντα με αρ. (10) όρο του εν λόγω προσυμφώνου και μαζί (ήτοι και ομού) και με αυτήν (την συμφωνία του όρου 10) ρητώς και σαφώς και ωσαύτος και αναμφιβόλως συμφώνησαν μεταξύ τους ως αντισυμβαλλόμενοι τόσο ο εφεσίβλητος όσον και ο εκκαλών και περί του ότι (ακόμη) ο ίδιος ο εκκαλών, ήτοι ως ο μέτοχος Γ' αυτός θα έχει προσωπικό δικαίωμα όχι μόνο μάλιστα πρόσβασής του στον περιβάλλοντα χώρο που βρίσκεται εκτός των εγκαταστάσεων της πρώτης των προαναφερόμενων εταιρειών καθώς και των δένδρων και καλλιεργειών κλπ (προσωπικώς) και εφόρου ζωής και να επιμελείται των αναγκών των υφισταμένων δένδρων και καλλιεργειών και να συλλέγει εισέτι για δικό του όφελος -εφόρου ζωής πάντοτε ήδη ως προαναφέρεται τους καρπούς για το δικό του όφελος - εκμεταλλευόμενος συνάμα "το κτήμα" και το εν γένει "περιβάλλον" (εκτός πάντοτε των εγκαταστάσεων κτιριακών κλπ) της προαναφερόμενης πρώτης ανωνύμου εταιρείας, ήτοι της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "..." (ίδετε και περί των ως άνω συμφωνιών των και εδώ αντιδίκων τόσο εις τον όρο με αρ. 16 του από 24/2/2005 ως άνω προσυμφώνου όσον ακόμη και στις από 21/3/2005 διευκρινήσεις ως προς την αληθινή έννοια του πρώτου εδαφίου του όρου 16).
Επισημειώνεται μάλιστα ότι σε παραλληλότητα με τα ως άνω συνομολογηθέντα μεταξύ των διαδίκων ότι ακόμη και η εξετασθείσα ενόρκως στο ακροατήριο ως μάρτυρας του εφεσίβλητου και δη η θυγατέρα αυτού Ε. Φ. σαφώς καταθέτει ότι είχαν πράγματι συνομολογηθεί οι ως άνω όροι και συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων και πως ότι ακόμη - όπως και η ίδια αυτή μάρτυς καταθέτει - συμφωνήθηκε ν' ασχολείται ο εκκαλών με το να μαζεύει τις ελιές από το κτήμα .....κλπ και να εκμεταλλεύεται και ο ίδιος αυτός εκκαλών το ίδιο αυτού κτήμα ....κλπ (εξυπονοώντας δηλαδή η ίδια και αυτή με τις φράσεις της αυτές το κομμάτι της γης το οποίο βρίσκεται στον περιβάλλοντα χώρο εκτός των εγκαταστάσεων της πρώτης των ως άνω ανωνύμων εταιρειών (βλ.
κατάθεση αυτή στη σελίδα ( 8) των πρακτικών του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου). Επιβεβαίωση άλλωστε περί του ότι ωσαύτως συμφωνήθηκαν μεταξύ του εκκαλούντος και του εφεσίβλητου όλα τα προαναφερθέντα προκύπτει και από το προσκομιζόμενο με επίκληση από 21/11/2007 αντίγραφο βιβλίου αδικημάτων και συμβάντων του Α/Τ Μεγάρων που συντάχθηκε από τον Αστυνόμο Α' στο τμήμα αυτού Χ.
Ν. περί του ότι την ως άνω ημερομηνία προσήλθε ενώπιον του ο υιός του εκκαλούντος και μέτοχος της πρώτης των ως άνω εταιρειών Κ. Θ. ο οποίος παραπονέθηκε ότι την 06:50 ώρα της 21/11/2007 μετέβηκε στην ως άνω εταιρεία πλην όμως δεν κατέστη δυνατή η είσοδος του στο χώρο της εταιρείας καθόσον είχε κλειδωθεί με λουκέτο τα κλειδιά του οποίου είχε στην κατοχή του ο εφεσίβλητος και στον οποίο συνεστήθησαν οι νόμιμες ενέργειες.
Γ) Με τον όρο μάλιστα με αρ. (17) στο προαναφερόμενο προσύμφωνο, επίσης συμφωνήθηκε μεταξύ των ήδη αντιδίκων και δη κατά λέξη ότι "παραβίαση οποιουδήποτε όρου, που όλοι θεωρούνται ουσιώδεις, γεννά ευθύνη του παραβιάζοντος μέρους προς αποζημίωση του ανυπαιτίου" και από τον ρητό και σαφή ωσαύτως και αναμφίβολο πιο πάνω όρο (συμφωνία) των εδώ αντιδίκων προκύπτει και αποδεικνύεται περί του ότι πράγματι όλοι ανεξαιρέτως οι καθ' έκαστα περιεχόμενοι στο εν λόγω ιδιωτικό προσύμφωνο όροι και συμφωνίες είναι έτσι ώστε μάλιστα να γεννάται (να δημιουργείται) ευθύνη εκείνου εκ των αντισυμβαλλομένων που τους παραβιάζει και δη προς αποζημίωση του ανυπαίτιου μέρους.
Ενόψει, επομένως του ως άνω όρου (συμφωνίας) για την συνομολόγηση του οποίου συνέπεσαν και δη και αναμφιβόλως κατά τούτο οι εκατέρωθεν από τους εδώ διαδίκους δηλώσεις της βουλήσεως αυτών και επειδή ακόμη, όπως γίνεται δεκτό και από την νομική θεωρία και από την επικρατούσα νομολογία του δικαστηρίου (και του Αρείου Πάγου) ως προς την μη τήρηση μάλιστα του, από απαιτούμενου τύπου για τις δικαιοπραξίες και τις συμβάσεις όταν μάλιστα αυτός (ο τύπος) είναι συστατικός (δηλαδή "ad solemnitatem") για την εγκυρότητά τους - όπως ομοίως και στην οικεία ως άνω μείζονα σκέψη προσδιορίζεται - τότε κατ' εφαρμογή ειδικότερα του άρθρου 181 AK σε συνδυασμό και με τις αντίστοιχες διατάξεις των άρθρων 180 και 159 ΑΚ) όσov ακόμη και των συνδυαζόμενων με αυτές τις διατάξεις των άρθρων 166, 369,1033, 840, 842 και 1142 του ιδίου Κώδικα επέρχεται ολική και απόλυτη ακυρότητα και πάντως όχι απλώς μερική τοιαύτη, εφόσον άλλωστε (όπως και ήδη και ανωτέρω επίσης προεκτέθηκε ως προς το εν λόγω ζήτημα), στη προκείμενη περίπτωση συγκεκριμένως, κατά την συνομολόγηση και της ως άνω ισόβιας προσόδου και της προαναφερόμενης επικαρπίας ακόμη πάνω στην ανωτέρω προσδιοριζόμενη οπωροφόρο έκταση, το εν λόγω προσύμφωνο, δεν υποβλήθηκε στον ενδεικνυόμενο (κατ' εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων) νόμιμο πανηγυρικό συστατικό τύπο, ως προς αυτές (τις ως άνω) προσυμφωνημένες, δηλαδή ρυθμίσεις, οι οποίες άλλωστε ως αποσκοπούσες επιπλέον στην αύξηση του τιμήματος εξ ενός και μόνο εκατομμυρίου (1.000.000) ευρώ που ήταν το προσυμφωνηθέν ελλειπές μάλιστα - χωρίς δηλαδή και τις πιο πάνω παροχές - σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας (κατ' εφαρμογή και του άρθρου 336 παρ.4 του ΚΠολΔ) για όμοιες όπως οι εδώ, ήδη ένδικες εμπορικές συναλλαγές, συνολικό τίμημα.
Έτσι όμως όπως καταρτίστηκε - απλώς δηλαδή και μόνο με το ως άνω ιδιωτικό έγγραφο - το ΠΡΟΣΥΜΦΩΝΟ αυτό χωρίς την τήρηση του ως άνω τύπου (συμβολαιογραφικού) και στο οποίο συμπεριέχονται όλες εν τω συνόλω τους αδιασπάστως και αδιαιρέτως εισέτι καθώς και ενιαίως επίσης, μεταξύ των και δη και οι αμέσως προαναφερόμενες αντιπαροχές εκ μέρους του εφεσίβλητου ως προσυμφωνούντος αγοραστή, καθίσταται (και είναι) κατ' αποτέλεσμα, άκυρο αυτό (το προσύμφωνο) καθ' ολοκληρίαν εν τω συνόλω του, τοσούτου μάλλον και καθ' όσον άλλωστε και όλοι (απαξάπαντες δηλαδή) οι παραπάνω όροι (και συμφωνίες) στο προσύμφωνο αυτό - όπως ήδη προαναφέρεται - ήτοι, είναι στο άρθρο αυτού 10 και στο άρθρο ακόμη 16 - αναγορεύονται κατά την επίσης ρητή σαφή και αναμφίβολη δήλωση βουλήσεως από αμφότερους τους αντισυμβληθέντες διαδίκους ως ουσιώδεις (ίδε προς τούτο ειδικώς στο άρθρο 17 του προσυμφώνου αυτού). (βλ.
Β. Βαθρακοκοίλη "ΕΡΝΟΜΑΚ" υπό άρθρο 159 AK σημ 3 όπου αναφέρει ότι η ακυρότητα του απαιτούμενου από τον νόμο συστατικού τύπου που αφορά το όλο περιεχόμενο της δικαιοπραξίας δεν θεραπεύεται από οιονδήποτε συμφωνία των μερών προηγούμενη ή μεταγενέστερη γιατί οι ως προς τον τύπο διάταξης είναι δημόσιας τάξης και η ιδιωτική βούληση δεν μπορεί ν' αποκλείσει την εφαρμογή τους (βλ. 3 ΑΚ).
Συνακολούθως και ως προς όλα τα ως άνω που δέχεται ως πλήρως αποδεικνυόμενα το Δικαστήριο και το εις εκτέλεση του από 24/2/2005 ιδιωτικού προσυμφώνου από τις 18/3/2005 οριστικό ιδιωτικό συμφωνητικό είναι, για την ταυτότητα μάλιστα του προαναφερόμενου νομικούς λόγου, ωσαύτως άκυρο, και τούτο γιατί, όπως επίσης κατά λέξη αναφέρεται, στο δεύτερο αυτό (από 18/3/2005) ιδιωτικό συμφωνητικό, αυτό έγινε "σε εκτέλεση των όρων και συμφωνιών του από 24/2/2005 ιδιωτικού συμφωνητικού...."Ενόψει αυτών, τα οποία δέχεται και ως πλήρως αποδεικνυόμενα το δικαστήριο τούτο, κρίνεται, ότι έσφαλε και δη ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερόμενων ουσιαστικών διατάξεων του νόμου το πρωτόδικο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση του αντιθέτως δέχθηκε μόνο εν μέρει την ένδικη αγωγή (αναγνωρίζοντας την ακυρότητα του 10ου και μόνο ως άνω όρου του προσυμφώνου) και που αντιθέτως απέρριψε κατά τα λοιπά την αγωγή αυτή.
Επομένως κατά παραδοχή των προαναφερόμενων με αριθμούς, (1), (2) και (5) λόγων της έφεσης και απορρίπτοντας όλους τους αντίθετους ισχυρισμούς, αιτιάσεις και ενστάσεις του εφεσίβλητου, κρίνει το δικαστήριο τούτο, ότι πρέπει να εξαφανισθεί στο σύνολό της η εκκαλουμένη απόφαση και αφού διακρατηθεί η υπόθεση από το δικαστήριο τούτο να δικασθεί η αγωγή αυτή (κατ' άρθρο 535 παρ.1 ΚΠολΔ) και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.
Στη συνέχεια το Εφετείο δέχεται και τα εξής: ο εναγόμενος επαναφέροντας και ενώπιον του δικαστηρίου τούτου τους ισχυρισμούς και αιτιάσεις του που πρωτοδίκως υπέβαλε με τις έγγραφες προτάσεις του περί της φερομένης πλήρους διαιρετότητος των επί μέρους όρων του ίδιου αυτού προσυμφώνου κατά λέξη ισχυρίζεται επικαλούμενος προς τούτο τον υπ' αρ. (19) όρο αυτού όπως σ' αυτόν τον όρο ειδικώς αναγράφεται ότι: "Εάν κάποια διάταξη θεωρείται παράνομη ή μη έγκυρη ή μη εκτελεστή βάσει των ισχυόντων ή μελλοντικών νόμων που ισχύουν κατά την διάρκεια ισχύος του Συμφωνητικού αυτού, η εν λόγω διάταξη θα είναι πλήρως διαιρετή από τις άλλες.
Το Συμφωνητικό θα έχει εφαρμογή ως η παράνομη, άκυρη ή μη εκτελεστή διάταξη να μη συνιστούσε μέρος του και οι λοιπές διατάξεις θα παραμείνουν σε πλήρη ισχύ και δεν θα επηρεάζονται από την παράνομη, μη έγκυρη και μη εκτελεστή διάταξη ή από τη διαιρετότητα της. Περαιτέρω, σε αντικατάσταση της εν λόγω παράνομες άκυρης ή μη εκτελεστής διάταξης, τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν να διαπραγματευθούν καλή τη πίστη προκειμένου ν' αντικαταστήσουν την εν λόγω διάταξη με μία διάταξη που να είναι όσον είναι δυνατό παρόμοια ως προς την εν λόγω παράνομη, άκυρη ή μη εκτελεστή διάταξη και να είναι νόμιμη, έγκυρη και εκτελεστή".
Το δικαστήριο τούτο κρίνοντας ότι υπάρχει έστω και κάποια μερική ακόμη ασάφεια και αοριστία και αμφισημία ως προς τον όρο (άρθρο 19 του εν θεμάτι προσυμφώνου) και δη έστω και εμμέσως προκύπτουσα τοιαύτη-όπως ήδη προαναφέρεται πιο πάνω στη παρούσα απόφαση - προσφεύγει (παραδεκτώς και νομίμως) σε ερμηνεία και δη ως προς όλα τα επιμέρους αναγραφόμενα στον ίδιο αυτό όρο (συμφωνία) καθώς επίσης και στα επιμέρους σημεία αυτού έτσι ώστε κατ' αποτέλεσμα να εξευρεθεί και η αληθινή βούληση των αντισυμβαλλομένων μερών κατ' εφαρμογή προς τούτο των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 , 200 και 288 ΑΚ (βλ.
ΑΠ 533/2002 Χρ. ΙΔ (2002) σελίς 396, ΑΠ 737/2001 ΕΛΛ. Δνη (2002) σελίς 723, ΑΠ 363/2001 ΕΛΛ. Δνη(2002) σελίς 100). Έτσι λοιπόν σταθμίζοντας στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση τόσο τα επιχειρηματικά και επιχειρησιακά συμφέροντα στα οποία απέβλεψαν τ' αντισυμβαλλόμενα μέρη και λαμβάνοντας προς τούτο επίσης υπόψη και αποδεικτικά μέσα και στοιχεία εκτός του περιεχομένου μάλιστα του ερμηνευτέου αυτού όρου, δηλαδή, και μάρτυρες κλπ, και τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής κατ' άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ για την συγκεκριμένη αυτή περίπτωση (βλ.
προς τούτο ΑΠ 240/1995 ΕΛΛ. Δνη (37) σελίς 686, ΑΠ 265/1989 ΕΛΛ.Δνη (31) σελίς 769, ΑΠ 1173/1988 ΕΛΛ Δνη (32) σελίς 345) κρίνει ότι κυρίαρχος και καθοριστικός γνώμονας για την σύναψη του ιδιωτικού αυτού προσυμφώνου την 24/2/2005 ήταν, μία επιχειρηματική και επιχειρησιακή συνεργασία μεταξύ ενάγοντος και εναγομένου ελευθέρως μάλιστα συμφωνηθέντος από το κάθε ήδη διάδικο μέρος, έτσι ώστε να είναι και συνολικά καθετοποιημένη αυτή και ενοποιημένη επίσης ως προς όλους τους συνομολογηθέντες όρους συμφωνίες και ρυθμίσεις που περιέχονται σ' αυτό το προσύμφωνο και που όπως ήδη προεκτέθηκε επρόκειτο περί της αναλήψεως υποχρεώσεως και αντιστοίχων δικαιωμάτων εκάστου των αντισυμβαλλόμενων μερών αλληλένδετων και αλληλοεξαρτωμένων μάλιστα μεταξύ των και τελούντων και εν απολύτω συναφή ωσαύτως όμως και ολοκληρωτική και εσωτερική σχέση μεταξύ των και με την λήψη ωσαύτως υπόψη τόσο των κατ' ιδίαν (και επί μέρους λέξεων και φράσεων) που αναφέρονται στον εν λόγω με αρ.(19) όρο όσον ακόμη και των ελατηρίων εκάστου των αντισυμβληθέντων μερών τα οποία οδήγησαν στο να συμφωνήσουν στα κατ' ιδίαν διαλαμβανόμενα στον ίδιο αυτόν όρο, εκείνο που προκύπτει με την τοιαύτη ως άνω επακριβώς διατύπωση (γραμματική, συντακτική και νοηματική στον όρο αυτόν) είναι ότι εν πρώτοις είναι ακατάληπτες ως προς το μείζον μάλιστα μέρος, αυτού και δη ως προς τα όσα διατυπώνονται στους στίχους (1) μέχρι και (7) εν μέρει (και αντίστοιχες σειρές του εν λόγω όρου.
Βάσει της τελευταίας αυτής διαπιστώσεως εν πρώτοις και κυρίως αντικειμενικώς και σύμφωνα και με την αντικειμενική καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη προς εξεύρεση αυτής της καλής πίστης προκύπτει ότι ως προς το ανωτέρω πρώτο μέρος του όρου αυτού πάσχει ο όρος αυτός ως εκδήλως ακατάληπτος (εν πρώτοις).
Ως προς το δεύτερο σκέλος δηλαδή του ίδιου αυτού όρου (ήτοι από την σειρά (7) έως και την τελευταία σειρά την 12η) κρίνεται από το δικαστήριο ότι είναι πολύ περισσότερο καταληπτός σε σύγκριση με το πρώτο σκέλος αυτού. Από την συγκεκριμένη μάλιστα διατύπωση του δεύτερου αυτού σκέλους στον εν λόγω (19) όρο όπου κατά λέξη παρατίθενται τ' ακόλουθα: "Περαιτέρω σε αντικατάσταση της εν λόγω παράνομης, άκυρης ή μη εκτελεστής διάταξης τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν να διαπραγματευτούν καλή τη πίστη προκειμένου ν' αντικαταστήσουν την εν λόγω διάταξη με μία διάταξη που να είναι όσο είναι δυνατό παρόμοια ως προς την εν λόγω παράνομη, άκυρη ή μη εκτελεστή διάταξη και να είναι νόμιμη, έγκυρη και εκτελεστή", προκύπτει κατά την εν λόγω ερμηνευτική διεργασία σύμφωνα πάντοτε και με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών ότι τ' αντισυμβαλλόμενα μέρη, δηλαδή, ο ενάγων και ο εναγόμενος συμφώνησαν μεταξύ τους ν' αντικαταστήσουν μεν ότι εις το πρώτο σκέλος του ίδιου όρου προσδιορίζεται και δη και περί του ότι η διάταξη όπως επί λέξει αναφέρεται στο πρώτο ιδίως αυτό σκέλος ".....θα είναι διαιρετή....από τις άλλες", "το συμφωνητικό θα έχει εφαρμογή ως η παράνομη, άκυρη και η μη εκτελεστή διάταξη να συνιστούσε μέρος του και οι λοιπές διατάξεις θα παραμείνουν σε πλήρη ισχύ και δεν θα επηρεάζονται από την παράνομη μη έγκυρη και μη εκτελεστή διάταξη, ή από την διαιρετότητα της", ενώ το σημαντικότατο ενδιαφέρον και επίσης εξόχως κρίσιμο για την συνολικώς ορθή ερμηνεία του όρου αυτού στο σύνολο του από το δικαστήριο αμφοτέρων των σκελών αυτών του όρου αυτού με αρ. 19, είναι το γεγονός ότι - σύμφωνα και με την φραστική και την γραμματική και την νοηματική ακόμη διατύπωση των τελικών μάλιστα συμφωνιών στο δεύτερο αυτό σκέλος - συμφωνούν στην πραγματικότητα (στο δεύτερο δηλαδή αυτό σκέλος του ενάτου όρου) αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη να διαπραγματευθούν και δη "καλή τη πίστη" προκειμένου ν' αντικαταστήσουν την εν λόγω διάταξη - η οποία παρά τον αδόκιμο αυτόν όρο δηλαδή "διάταξη" αντί μάλιστα του συνήθους και στις συναλλαγές συναντούμενου κυριολεκτικότερου όρου, που είναι οι λέξεις προσυμφωνηθείσα συμφωνία ή σκέτο συμφωνία - με μία διάταξη που να είναι όσο είναι δυνατόν παρόμοια ως προς την εν λόγω παράνομη άκυρη ή μη εκτελεστή διάταξη και να είναι νόμιμη, έγκυρη και εκτελεστή".
Κατά πάντα ταύτα στον όρο αυτόν (19ου) κρίνεται ότι δηλώνουν τελειωτικώς και κατά το ουσιώδες και νόμιμο και δικαιοκρατικό εισέτι περιεχόμενο αυτής την βούλησή τους αμφότερα τ' αντισυμβαλλόμενα μέρη και σ' αυτό το (μέρος) (τμήμα του όρου αυτού) περί του ότι ανεξαρτήτως και της παρανομίας ή ακυρότητας ή μη εκτελεστότητας βάσει και των ισχυόντων ακόμη νόμων ή και των μελλοντικών εισέτι που θα ήθελαν ισχύσει κατά την διάρκεια της ισχύος του προσυμφώνου αυτού ή και της διαιρετότητος ακόμη και των περιεχόμενων στο ίδιο αυτό το προσύμφωνο λοιπών όρων, ωσαύτως με ελευθέρα και αδιακώλυτη τη βούληση τους προς τούτο και δη και ο εναγόμενος ιδιαιτέρως, αλλά και ο ενάγων επίσης, απολύτως συμφώνησαν πραγματικώς και αντικειμενικώς σε τελική μάλιστα ανάλυση ως προς το τελικό μάλιστα αποτέλεσμα προκειμένου ν' αντικαταστήσουν την κάθε είτε παράνομη είτε άκυρη είτε μη εκτελεστή "διάταξη" και που περιέχεται δηλαδή στον κάθε ένα και που είναι και ο καθένας επιμέρους ως άνω όρος όπως προειπώθηκε του προσυμφώνου αυτού ουσιώδης έτσι ώστε να μπορούσε να θεωρηθεί: 1) και νόμιμη και εφαρμόσιμη και έγκυρη και εκτελεστή πλέον 2) και πάντως όχι παράνομη όχι άκυρη και όχι εκτελεστή διάταξη.
Ενόψει όλων των προαναφερομένων ως προς την γενόμενη ερμηνεία ολοκλήρου του όρου αυτού και δη και ως προς το πρώτο όπως προαναφέρθηκε σκέλος και ως προς το δεύτερο ιδίως σκέλος του ιδίου όρου, προκύπτει κατά την κρίση του δικαστηρίου τούτου περί του ότι τελικώς υποθετική ή και εικαζόμενη έστω βούληση αμφοτέρων των αντισυμβληθέντων μερών και μάλιστα και κατά νομικό πλάσμα έστω την οποία μάλιστα και ελευθέρως και αδιακωλύτως και ανεμποδίστως, όπως προεκτέθηκε, διατύπωσαν στο δεύτερο ιδίως σκέλος του όρου αυτού που επίσης κρίνεται από το δικαστήριο, ότι ετέθη| ως επανορθωτικός και απολύτως διορθωτικός του αντιθέτου στο πρώτο σκέλος αυτού αναφερθέντος (και διατυπωθέντος), ήταν σύμφωνα και με την αντικειμενική ακόμη καλή πίστη και τα ισχύοντα στη συγκεκριμένη ειδική περίπτωση συναλλακτικά ήθη τα οποία συνεπικουρούν μάλιστα για την τελικώς ορθή εφαρμογή της αόριστης έννοιας αυτής (δηλαδή της καλής πίστης) εφαρμοζομένων ωσαύτως και των διδαγμάτων της κοινής πείρας και λογικής όσον αφορά την εν λόγω ειδική διαπραγμάτευση που την επέβαλαν αντίστοιχα στον καθένα τους αμφότερα τ' αντισυμβληθέντα μέρη ήταν και είναι - παρεκτός και όλων των προαναφερομένων ερμηνευτικών διαπιστώσεων του δικαστηρίου τούτου - ότι δεν ήταν ούτε διαιρετό ούτε ξεχωριστό ούτε αυτόνομο ούτε και αυτοτελές και δη κανένα μέρος (ή τμήμα) των προσυμφωνημένων στο από 24/2/2005 ιδιωτικό συμφωνητικό, αλλά τουναντίον το εν λόγω προσύμφωνο τόσο στα επιμέρους, όπως παραπάνω εντοπίζονται αλλά και στο σύνολο τους ακόμη, ήσαν κατ'αποτέλεσμα και ενιαία και αδιαίρετα (και αλληλένδετα μάλιστα και αλληλοεξαρτώμενα μεταξύ τους) έτσι δηλαδή ώστε τελικώς να έχουν αποβλέψει με το εν λόγω προσύμφωνο σε ένα και μόνο "πακέτο", ήτοι αποβλέποντας τ' αντισυμβαλόμενα μέρη σε ένα ολικό αποτέλεσμα όπως λχ ομοίως συμβαίνει και στη σύμβαση θαλάσσιας περιήγησης που είναι ιδιωτικού δικαίου σύμβαση έργου στην οποία οι συμβαλλόμενοι ολισθικώς "δίκην πακέτου" αποβλέπουν σε ένα ολοκληρωτικό (συνολικό) αποτέλεσμα (opus) και σκοπό Κατά πάντα ταύτα που δέχεται το δικαστήριο τούτο ενόψει και της προεκτεθείσας στην οικεία νομική σκέψη παραδοχής περί του ότι όλοι ανεξαιρέτως οι όροι (και καθ' έκαστα συμφωνίες των διαδίκων μερών στο εν λόγω προσύμφωνο) είναι ουσιώδεις σύμφωνα δηλαδή με τον ρητό και σαφή όρο (17) του προσυμφώνου αυτού, κρίνει τελικώς το δικαστήριο ότι αναφορικά με τον εν λόγω 19ο όρο οι εκατέρωθεν δηλώσεις βουλήσεως των διαδίκων μερών συνέπεσαν αποκλειστικά και μόνο στο να διαπραγματεύονταν αμφότερα τα διάδικα μέρη και έτι περαιτέρω δηλαδή ως προς την αντικατάσταση ολόκληρου του περιεχομένου του ως άνω πρώτου σκέλους του όρου 19 και ότι λόγω και της μη προβολής εκ μέρους του εναγομένου περί της διενέργειας περαιτέρω τοιαύτης διαπραγμάτευσης ως προς τον 19 όρο, ουδέ ωσαύτως και ως προς την αντικατάσταση του προαναφερθέντος πρώτου σκέλους του εν λόγω όρου, πράγματι θεωρεί- κατ' εφαρμογή και του προαναφερόμενου νομικού πλάσματος - ότι σ' ολόκληρο το σύνολο τους οι διατυπωθέντες στον όρο 19ο συμφωνίες αφ' ενός μεν δεν εννοούσαν οποιαδήποτε διαιρετότητα, όπως προβάλλει ως άνω ο εναγόμενος, αφ' έτερου δε (απεναντίας) ότι άπαντες οι όροι και οι συμφωνίες στο προσύμφωνο - που είναι και ουσιώδεις -αποβλέπουν σε ολική αδιαιρετότητα και σε ένα εκδήλως αδιάσπαστο, αυθύπαρκτο (αλληλοεξαρτώμενο και αλληλένδετο) σύνολο των όσων επακριβώς με-το εν λόγω προσυμφώνησαν μεταξύ τους οι αντίδικοι αυτοί.
Κατά συνέπεια σύμφωνα με όλα όσα πιο πάνω γίνονται δεκτά ως πλήρως μάλιστα αποδεικνυόμενα - και απορριπτόμενων όλων των αντιθέτων ισχυρισμών και αιτιάσεων του εναγομένου - πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή στο σύνολό της και ως βάσιμη κατ' ουσίαν, ήτοι, και ν' αναγνωρισθεί η ακυρότητα και του από 24/2/2005 μνημονίου αλληλοκατανόησης - προσυμφώνου - και της σε εκτέλεση αυτού από 18/3/2005 οριστικής σύμβασης πώλησης των ενδίκων μετοχών".
Από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και το παραθετόμενο σ' αυτή κείμενο της αγωγής, προκύπτει ότι ο ενάγων - αναιρεσίβλητος επικαλέστηκε και διέλαβε στην αγωγή του τα περιστατικά που ήταν κατά νόμο αναγκαία για τη θεμελίωση της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης των διαδίκων και της συνδρομής αμέσου εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του ως νομιμοποιητικού στοιχείου για την άσκηση της ένδικης αναγνωριστικής αγωγής κατά του εναγόμενου. -_ αναιρεσείοντος.
Ειδικότερα ο ενάγων επικαλέστηκε και εξέθεσε επαρκώς στην αγωγή την ιδιότητα αυτού και του αντιδίκου του ως συμβαλλομένων τόσο στο από 24-2-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό - προσύμφωνο - εξωεταιρική συμφωνία όσο και στο από 18-3-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησης μετοχών και ως υποκειμένων των εντεύθεν εννόμων σχέσεων, την ακυρότητα των οποίων ζητεί για τους συγκεκριμένους λόγους, που επίσης επικαλείται και εκθέτει.
Το δε γεγονός ότι ο εναγόμενος διενήργησε ως ευθέως συμβαλλόμενος και άρα προσωπικά ενεχόμενος στις μερικότερες συμφωνίες των όρων 10 (για σύσταση υπό τους εκεί όρους ισόβιας προσόδου μηνιαίου ποσού 3.000 ευρώ υπέρ του ενάγοντος με οφειλέτιδες τις εταιρίες Α' και Β') και 16 (για ισόβια εκμετάλλευση από τον ενάγοντα του κτήματος της εταιρίας Α' πλην των εγκαταστάσεων της με οφειλέτιδα την τελευταία) του από 24-2-2005 ιδιωτικού συμφωνητικού - προσυμφώνου δεν αναιρεί τη συνδρομή της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης των διαδίκων, καθώς η σχετική επίκληση της ακυρότητας των εν λόγω μερικότερων συμφωνιών, την οποία, κατά την αγωγή, αρνείται ο εναγόμενος, γίνεται όχι ως στοιχείο θεμελίωσης ή άρσης ατομικών εννόμων συνεπειών (συμβατικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων) των διαδίκων από αυτές, αλλά ως στοιχείο συνδρομής στο πρόσο3πο του ενάγοντος αμέσου εννόμου συμφέροντος για την αναγνώριση της ακυρότητας των εν λόγω μερικοτέρων συμφωνιών και της ακυρωτικής επίδρασης τους στα από 24-2-2005 και από 18-3-2005 ιδιωτικά συμφωνητικά στο σύνολό τους.
Επομένως, δεν έσφαλε κατ' αποτέλεσμα το Εφετείο, απορρίπτοντας (αν και με εσφαλμένες αιτιολογίες, τις οποίες άντλησε από το αποδεικτικό υλικό, και όχι από το περιεχόμενο της αγωγής και οι οποίες αντικαθίστανται κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ με τις προαναφερόμενες) τις αιτιάσεις που είχε προβάλει ο αναιρεσείων με τις προτάσεις του κατά τον πρώτο και δεύτερο βαθμό της δίκης, για έλλειψη ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης των διαδίκων, οι δε αντίθετοι λόγοι αναίρεσης 1ος, 2ος, 3ος, 4ος και 5ος (από τους αρ. 14, 1, 20, 20 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα) είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω, το Εφετείο, δεχόμενο ότι με τον όρο - μερικότερη συμφωνία 16 του από 24-2-2005 ιδιωτικού προσυμφώνου συστάθηκε υπέρ του ενάγοντος -αναιρεσίβλητου εμπράγματο δικαίωμα επικαρπίας, και όχι ενοχικό δικαίωμα χρησιδανείου του κτήματος κυριότητος της εταιρίας Α' (πλην του τμήματος των εγκαταστάσεων της), όπως είχε υποστηρίξει ο αναιρεσείων με τις πρωτόδικες και δευτεροβάθμιες προτάσεις του, επικαλούμενος και την από 21-3-2005 σχετική διευκρινιστική συμφωνία για την έννοια του όρου 16 (ότι ο ενάγων έχει δικαίωμα πρόσβασης στον περιβάλλοντα χώρο τού κτήματος για να επιμελείται τα δένδρα και να συλλέγει τους καρπούς για τον εαυτό του, εφόσον επιθυμεί),χωρίς να παραθέτει σαφώς και επαρκώς πραγματικά περιστατικά, που να θεμελιώνουν την παραδοχή του, ότι πρόκειται για άκυρη σύσταση εμπράγματου δικαιώματος επικαρπίας λόγω μη σύνταξης συμβολαιογραφικού εγγράφου, και η συνακόλουθη εφαρμογή των περί επικαρπίαν διατάξεων και όχι για έγκυρη σύμβαση χρησιδανείου, στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση για το εν λόγω ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 159, 160, 369, 810, 1033, 1142 και 1143 ΑΚ, ώστε στοιχειοθετείται ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19, και όχι από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντιστοίχως δε είναι βάσιμος ο σχετικός 7ος λόγος αναίρεσης και αβάσιμος ο 6ος λόγος αναίρεσης.
Εξάλλου, η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η μερική ακυρότητα των δύο όρων - συμφωνιών 10 και 16 του από 24-2-2005 ιδιωτικού προσυμφώνου λόγω μη τήρησες του συμβολαιογραφικού τύπου συνεπέφερε και την ολική ακυρότητα της ενιαίας δικαιοπραξίας, χωρίς ο μεν ενάγων - αναιρεσίβλητος να έχει επικαλεστεί με την αγωγή του, το δε Εφετείο να έχει ερευνήσει και δεχθεί ως αποδειχθέν ότι τα συμβαλλόμενα μέρη αγνοούσαν κατά τη σύναψη της ενιαίας δικαιοπραξίας την ακυρότητα των συγκεκριμένων όρων - συμφωνιών και ότι η υποθετική θέληση αυτών κατά τον ίδιο χρόνο θα ήταν να μην ισχύσει η όλη δικαιοπραξία, αν αυτά γνώριζαν την ακυρότητα των εν λόγω όρων - συμφωνιών, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 181 ΑΚ, ο δε σχετικός 8ος λόγος αναίρεσης και οι συναφείς με αυτόν 6ος πρόσθετος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και 7ος πρόσθετος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 1 (και όχι από τον αρ. 19) του ίδιου άρθρου είναι βάσιμοι.
Με τον 9° λόγο αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι κατά την ερμηνευτική αναζήτηση της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων μερών παραβίασε τις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αποδίδοντας εσφαλμένο νόημα στις συμφωνίες των ορών 17 και 19 του από 24-2-2005 ιδιωτικού συμφωνητικού και κρίνοντας ότι όλες οι μερικότερες συμφωνίες αυτού συναποτελούν μία αδιαίρετη και αδιάσπαστη δικαιοπραξία και ότι η ακυρότητα των όρων 10 και 16 αυτού επάγεται ακυρότητα όλου του συμφωνητικού.
Όπως προκύπτει από το αντίστοιχο αιτιολογικό μέρος της προσβαλλόμενης απόφασης που προαναφέρθηκε, το Εφετείο, ερμηνεύοντας τις συμφωνίες των μερών που περιέχονται στους όρους 17 και 19 του από 24-2-2005 ιδιωτικού συμφωνητικού και θεωρώντας σαν ακατάληπτο το πρώτο σκέλος του όρου 19 (στίχοι 1 έως 7, όπου αναφέρεται με τρόπο απολύτως σαφή και ευχερώς αντιληπτό ότι τυχόν άκυρη διάταξη του εν λόγω συμφωνητικού θα είναι πλήρως διαιρετή από τις άλλες διατάξεις, ότι το συμφωνητικό θα έχει εφαρμογή (ω)σάν η άκυρη διάταξη να μην αποτελούσε μέρος του περιεχομένου του και ότι οι λοιπές διατάξεις του θα παραμένουν σε πλήρη ισχύ, χωρίς να επηρεάζονται από την άκυρη διάταξη ή από τη διαιρετότητα της), καθώς επίσης θεωρώντας ότι με το δεύτερο σκέλος αυτού (στίχοι 7 έως 12, όπου προβλέπεται η αντικατάσταση της τυχόν άκυρης διάταξης με άλλη παρόμοια και έγκυρη, μετά από καλόπιστη διαπραγμάτευση των μερών), έκρινε ότι οι συμβαλλόμενοι, χαρακτηρίζοντας όλους τους όρους ουσιώδεις, δεν θέλησαν οποιαδήποτε διαιρετότητα, αλλά απέβλεψαν στην ολική αδιαιρετότητα του εν λόγω ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο ακολούθως έκρινε άκυρο στο σύνολο του, παραβιάζοντας τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Ειδικότερα, το Εφετείο, προσδίδοντας στη συμβατική διατύπωση "ουσιώδεις" νοηματικό και συναλλακτικό περιεχόμενο ταυτόσημο προς τη μη διαιρετότητα και το αδιάσπαστο των μερικότερων συμφωνιών, κατέληξε σε ερμηνευτικό πόρισμα και απέδωσε, αντίθετα προς την συναλλακτική καλή πίστη, στα συμβαλλόμενα μέρη δικαιοπρακτική βούληση που δεν εναρμονίζονται τόσο με τη φραστική διατύπωση και το νοηματικό περιεχόμενο των σχετικών όρων όσο και με τα λοιπά δεδομένα που αναφέρονται στην απόφαση και συναποτέλεσαν ερμηνευτικά κριτήρια, όπως η φύση της σύμβασης και ο επιδιωκόμενος βασικός και πρωταρχικός σκοπός των συμβαλλομένων για κοινή επιχειρηματική συνεργασία υπό ενιαίο σχήμα με την προσυμφώνηση αγοράς της πλειοψηφίας των μετοχών από τον αναιρεσείοντα και τη χρηματοδότηση από αυτόν του νέου επιχειρηματικού σχήματος, του οποίου ο τελευταίος θα αναλάμβανε και τη διοίκηση.
Επομένως, είναι βάσιμοι ο 9ος λόγος αναίρεσης, καθώς και οι συναφείς με αυτόν 8ος και 9ος πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Με τον 10° λόγο αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο έκανε εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων 166 και 159 ΑΚ, δεχόμενο ότι η από 18-3-2005 σύμβαση πώλησης μετοχών είναι άκυρη, επειδή αυτή έγινε προς εκτέλεση του από 24-2-2005 ιδιωτικού συμφωνητικού και της προσυμφωνημένης με αυτό πώλησης μετοχών, το οποίο επίσης είχε κρίνει άκυρο.
Όπως προκύπτει από το σχετικό μέρος του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης "...Συνακόλουθα και ως προς όλα τα ως άνω, που δέχεται ως πλήρως αποδεικνυόμενα το Δικαστήριο και το εις εκτέλεση του από 24-2-2005 ιδιωτικού προσυμφώνου από τις 18-3-2005 οριστικό ιδιωτικό συμφωνητικό είναι για την ταυτότητα μάλιστα του προαναφερόμενου νομικού λόγου, ωσαύτως άκυρο και τούτο γιατί, όπως κατά λέξη αναφέρεται στο δεύτερο αυτό (από 18-3-2005) ιδιωτικό συμφωνητικό αυτό έγινε "...
σε εκτέλεση των όρων και συμφωνιών του από 24-2-2005 ιδιωτικού συμφωνητικού...", το Εφετείο έκρινε ως άκυρο το από 18-3-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησης μετοχών για μόνο τον λόγο ότι αυτό έγινε σε εκτέλεση του από 24-2-2005 ιδιωτικού συμφωνητικού και προσυμφώνου πώλησης μετοχών, το οποίο είχε κρίνει άκυρο στο σύνολο του, στην κρίση του δε αυτή στήριξε την οικεία διάταξη του διατακτικού της απόφασης του, με την οποία αναγνώρισε την ακυρότητα του από 18-3-2005 ιδιωτικού συμφωνητικού.
Η κρίση αυτή είναι εσφαλμένη και παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 159 και 166 ΑΚ, αφού, όπως ήδη αναφέρθηκε, η τυχόν ακυρότητα του προσυμφώνου (η σύναψη του οποίου δεν είναι, άλλωστε, κατά νόμο αναγκαία για τη σύναψη της οριστικής σύμβασης) δεν συνεπιφέρει ακυρότητα της οριστικής σύμβασης, που συνάπτεται προς εκτέλεση του, η οποία μετά τη σύναψη της κρίνεται ως προς την εγκυρότητα της αυτοτελώς και δεν θίγεται από τυχόν ακυρότητες του προσυμφώνου, ο δε αναιρεσίβλητος δεν επικαλέστηκε με την αγωγή κανέναν αυτοτελή λόγο ακυρότητας του προσυμφώνου, για το οποίο τηρήθηκε ο νόμιμος τύπος του ιδιωτικού εγγράφου.
Συνεπώς, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτών και χωρίς να ερευνηθούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης και πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, των οποίων παρέλκει η έρευνα, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί στο σύνολο της η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο. Επίσης πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος και να επιστραφεί στον τελευταίο το παράβολο, που κατέβαλε κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την απόφαση 1922/2012 του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο, στη σύνθεση του οποίου δεν θα μετέχουν οι δικαστές που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Διατάσσει την επιστροφή του παράβολου στον αναιρεσείοντα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ