Supreme Court allows appeal against appellate court's inadmissibility ruling due to procedural time limit error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the first ground of appeal, finding the First Instance Court erred in declaring the appeal inadmissible due to a procedural time limit violation. The appellant argued the appeal was timely served to the new legal entity, while the appellate court rejected it based on a strict deadline calculation. The Court ruled that the appeal was properly served within the applicable period, necessitating a remand for the lower court to re-examine the case on the merits.
Legislator headnote
AI generatedArticles 498, 518, 522, 532, 559, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine ex officio procedural prerequisites when a party is absent, and an appeal declared inadmissible due to time limits is erroneous if the service was properly effected within the statutory period.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 816 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 816/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 1/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Παρασκευή Γρίβα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και παραστάθηκε δια της Ελευθερίας Χριστοπούλου πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή της και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1….. και 64.Ι. Κ. του Χ., εκ των οποίων οι με α/α 7ος, 8η, 11η, 13ος, 14ος, 16ος, 24ος α), β), γ), 25ος, 26ος, 27η, 29ος, 30η, 34η, 36ος, 47ος, 57ος, δεν παραστάθηκαν. Οι με α/α 1ος, 4ος, 5η, 48ος, 50ος, 52ος, 55ος, 56ος, 58ος, 61ος και 62ος παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασίλειου Νικολετάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Οι με α/α 2η, 3ος, 6ος, 9η, 10η, 12ος, 15ος, 17ος, 18ος, 19η, 20ος, 21ος, 22η, 23ος, 28ος, 31η, 32ος, 33ος, 35ος, 37η, 38η, 39η, 40η, 41η, 42η, 43η, 44η, 45ος, 46ος, 49η, 51ος, 53ος, 54η, 59ος, 60ος, 63ος, 64ος παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Αλεξάνδρας Κωστούλα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-9-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 813/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1728/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-8-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Παρασκευή Γρίβα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 4 και 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.
Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (ΑΠ 167/2023, ΑΠ 1255/2020). Από το άρθρο 143 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του άρθρου 1 Ν. 4335/2015, με έναρξη ισχύος την 1-1-2016 (σύμφωνα με την παρ. 4 του ένατου άρθρου του άρθρου 1 του ιδίου νόμου) συνάγεται ότι ο δικηγόρος που παραστάθηκε ως πληρεξούσιος του διαδίκου στην πρωτοβάθμια ή στη δευτεροβάθμια (εφόσον ασκηθεί έφεση) δίκη θεωρείται κατά νόμο αντίκλητος για τις αναγόμενες στη δίκη αυτή επιδόσεις εγγράφων, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν γνωστοποιηθεί η αντικατάστασή του (ΑΠ 667/2020, ΑΠ 1034/2019).
Στη προκειμένη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με τη παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της κρινόμενης από 10-8-2023 (αριθμ. έκθ. κατάθ....2023) αίτησης αναίρεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (21/1/2025) δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι 7ος, 8η,11η, 13ος, 14ος, 16ος, 25ος, 26ος, 27η, 29ος, 30η, 34η, 36ος, 47ος, 57ος αναιρεσίβλητοι καθώς και οι υπό στοιχεία 24οι αναιρεσίβλητοι Σ.
Π., Ν. και Δ. Π., ως νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του ήδη αποβιώσαντος, κατά τη διεξαχθείσα ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, αρχικού διαδίκου Λ. Π.. Από τη με αριθμ.7560 Β/13-9-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας Εφετείου Αθηνών Ι. Π. που νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 23ης -1-2024, οπότε και η συζήτησή της αναβλήθηκε με σχετική επισημείωση στο οικείο πινάκιο για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην δικηγόρο Αλεξάνδρα Κωστούλα ως αντίκλητο δικηγόρο των ως άνω απολιπομένων αναιρεσίβλητων (άρθρ.46 ν.4305/2014, 143ΚΠολΔ).
Όπως προκύπτει από τη παραδεκτή επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, η προαναφερόμενη δικηγόρος παραστάθηκε ως πληρεξούσια δικηγόρος των ως άνω απολιπόμενων ήδη αναιρεσίβλητων ως εφεσίβλητων στην δευτεροβάθμια δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ δεν προκύπτει ότι γνωστοποιήθηκε με δικόγραφο από αυτούς προς το αναιρεσείον η αντικατάστασή της.
Εφόσον όμως οι τελευταίοι δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσαν την, από τη διάταξη του άρθρου 242 § 2 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρ. 573 § 1 ΚΠολΔ), δήλωση και η αναγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση απάντων των διαδίκων(226παρ.4εδ.3και 4,575εδ.β ΚΠολΔ), το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει τη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία τους (άρθ. 576 § 2 ΚΠολΔ) 2.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας ή με έφεση. Εξάλλου, αν ασκηθεί έφεση και απορριφθεί ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη), σε αναίρεση υπόκειται τόσο η πρωτόδικη, όσο και η εφετειακή απόφαση, η τελευταία όμως μόνο ως προς το σχετικό με την απόρριψη της εφέσεως κεφάλαιο (ΑΠ 1699/2024, 539/2014, 1687/2010).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 564 §1 ΚΠολΔ αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης ενώ κατά την παρ.3 του ιδίου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 (έναρξη ισχύος από 1-1-2016) αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναίρεσης είναι δύο (2) έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη. .Στη προκειμένη περίπτωση με τη προαναφερόμενη από 10-8-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμ. 1728/31.3.2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, με την οποία απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη η από 9-2-2022 (αριθμ.
έκθ. κατάθ....2022) έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) κατά της με αριθμ. 813/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την διαδικασία των εργατικών διαφορών, και με την οποία είχε γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 1-9-2009 (αριθμ. έκθ.
κατάθ. ...2009) αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων. Με την ως άνω αγωγή οι ενάγοντες ιατροί, επικαλούμενοι ότι ασκούσαν τα συναρτώμενα με τον κλάδο και την ειδικότητα του καθενός, καθήκοντα στο αρχικώς εναγόμενο (μη διάδικο στη παρούσα δίκη) ΙΚΑ-ΕΤΑΜ με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αυτό δεν τους χορήγησε κατά το διάστημα από 1-1-2004 έως 31-3-2009, κατά παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρ.4παρ.1 και 22 παρ.1 Συντ/τος), το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, το οποίο λάμβαναν άλλοι εργαζόμενοι, υπό όμοιες με αυτούς συνθήκες ανθυγιεινότητας και επικινδυνότητας, στο τομέα της υγείας, επεδίωκαν να τους επιδικαστούν, νομιμότοκα, τα καθοριζόμενα στην αγωγή για το καθένα χρηματικά ποσά.
Η αίτηση αναίρεσης, η οποία προσβάλλει μόνο την προαναφερόμενη απορριπτική της ως άνω έφεσης του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ως εκπρόθεσμης απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη προηγηθείσα νομική σκέψη, αφού δεν προκύπτει, αλλά και δεν επικαλούνται οι διάδικοι επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και αυτή δημοσιεύθηκε στις 31.3.2023, ενώ η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στην οικεία γραμματεία στις 18.8.2023 και ο περί αντιθέτου προβαλλόμενος με τις προτάσεις τους, ισχυρισμός των αναιρεσίβλητων ότι η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη για το λόγο ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η έφεση ως εκπρόθεσμη, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος εφόσον προσβάλλεται μόνο η απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου ως προς το σχετικό με την απόρριψη της εφέσεως κεφάλαιο και όχι η πρωτόδικη απόφαση, όπως επίσης πρέπει να απορριφθεί και η ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αναίρεσης, διότι επί των αμιγώς διαδικαστικών πράξεων που ενεργούνται στον χώρο του δικονομικού δικαίου, όπως είναι η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση δικαιωμάτων του ουσιαστικού και όχι του δικονομικού δικαίου(ΑΠ 989/2022, 2009/2017, 142/2006,639/2012). 3.1.
Από τη διάταξη του άρθρου 518 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του από το άρθρο 1 ν.4335/2015 ( έναρξη ισχύος από 1-1-2016) ορίζονται τα εξής: "1. Αν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα η προθεσμία της έφεσης είναι τριάντα ημέρες, αν διαμένει στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη, εξήντα ημέρες, και στις δύο περιπτώσεις η προθεσμία αρχίζει από την επίδοση της απόφασης που περατώνει τη δίκη. 2.
Αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι τρία έτη, που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη. 3. Αν ο διάδικος που δικαιούται να ασκήσει έφεση πέθανε, η προθεσμία της έφεσης αρχίζει από την επίδοση της απόφασης που περατώνει τη δίκη στους καθολικούς διαδόχους ή τους κληροδόχους".
Από την εν λόγω διάταξη προκύπτει ότι, εάν ο δικαιούμενος σε έφεση αποβιώσει, η προθεσμία της εφέσεως αρχίζει μόνον από την επίδοση της αποφάσεως στους καθολικούς διαδόχους ή τους κληροδόχους. Εάν δεν γίνει επίδοση στον καθολικό διάδοχο, δεν τρέχει ούτε η καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση έφεσης.
Ανάλογα ισχύουν και επί καταργήσεως νομικού προσώπου και ορισμού άλλου, ως καθολικού διαδόχου του (οιονεί καθολική διαδοχή - συγχώνευση εταιριών κλπ) (ΑΕΔ 5/2019,ΑΠ 734/2023,794/2022,189/2021,306/2020).
3.2. Περαιτέρω, με το άρθρο 17 παρ. 1 και 2 ν. 3918/2011 (ΦΕΚ Α' 31/2-3-2011), όπως η πρώτη παράγραφος τροποποιήθηκε με το άρθρο 72 παρ. 2 ν. 3984/2011 (ΦΕΚ Α' 150/27-6-2011), και με το άρθρο 10 παρ. 1 και 13 παρ. 11 ν. 4052/2012 (ΦΕΚ Α' 41/1-3-2012), συστάθηκε Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), που αποτελεί φορέα κοινωνικής ασφάλισης και τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης με έδρα το Μαρούσι Αττικής, και με έναρξη λειτουργίας του έξι (6) μήνες μετά τη δημοσίευση του ν. 3918/2011, στον Οργανισμό δε αυτό (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) μεταφέρονται και εντάσσονται ως υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό, ο Κλάδος Υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων-Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) με τις μονάδες υγείας του, το κέντρο διάγνωσης ιατρικής της εργασίας του ΙΚΑ με το σύνολο του εξοπλισμού του κ.λ.π. (ΑΠ 11/2024, 1250/2023).
Με τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 9 του ιδίου νόμου, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με την παράγραφο 21 του άρθρου 72 του Ν. 3984/2011 (ΦΕΚ Α' 150), ορίσθηκε ότι οι ιατροί, οδοντίατροι, φαρμακοποιοί και το υγειονομικό προσωπικό που υπηρετεί στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ [ ...] μεταφέρονται αυτοδίκαια κατά την ημερομηνία ένταξης των κλάδων υγείας αυτών στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., με τους όρους του παρόντος άρθρου, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1 του ίδιου ως άνω νόμου, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 53 παρ. 2 περ.
α του Ν. 4368/2016, ορίσθηκε ότι ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελεί καθολικό διάδοχο των εντασσόμενων φορέων και υπεισέρχεται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτών. Τέλος με τη διάταξη του άρθρο 33 παρ. 9, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 53 παρ. 2 περ. γ του Ν. 4368/2016, ορίσθηκε ότι εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσόμενων φορέων, συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης και ότι δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ..
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι από το χρόνο ένταξης του κλάδου υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., οπότε μεταφέρθηκαν στον εν λόγω Οργανισμό οι ιατροί που υπηρετούσαν στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. κατέστη καθολικός διάδοχος του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του τελευταίου, στις οποίες περιλαμβάνονται και εκείνες που αφορούν μισθολογικές αξιώσεις των ιατρών, που, κατά τον, ως άνω, χρόνο υπηρετούσαν στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 και 26 παρ. 1 και 9 του ν. 3918/2011 μεταφέρθηκαν αυτοδικαίως στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ που συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες των εντασσόμενων φορέων(ΑΠ 1250/2023).
Στο πλαίσιο αυτό, γινόταν δεκτό ότι, εφόσον ο νόμος δεν διέκρινε, τα ανωτέρω ίσχυαν και ως προς τις μισθολογικές αξιώσεις των ιατρών που υπηρέτησαν στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. σε χρόνο προγενέστερο της ένταξης του κλάδου υγείας αυτού στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. (οπότε, κατά την προεκτεθείσα διάταξη της παρ. 9 του άρθρου 26 του Ν. 3918/2011, οι ιατροί μεταφέρθηκαν αυτοδικαίως στον εν λόγω Οργανισμό), ανεξαρτήτως, μάλιστα, εάν αυτοί συνέχισαν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., μετά τη σύστασή του, ή εάν η εργασιακή τους σχέση με το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.
είχε ήδη λήξει κατά τη σύσταση του Οργανισμού (ΑΠ 794/2022,306/2020, ΣτΕ4137/2015). Επακολούθησε όμως ο Ν. 4368/2016 (ΦΕΚ Α 21) με τον οποίο και προς άρση σχετικών αμφισβητήσεων που ανέκυψαν ως προς την έκταση της οιονεί καθολικής διαδοχής του Ε.Ο.Π.Π.Υ. αναφορικά με τις υπηρεσίες των φορέων κοινωνικής ασφάλισης που εντάχθηκαν σε αυτόν, συμπληρώθηκε η ως άνω διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1 του Ν. 3918/2011 με την προσθήκη υποπαραγράφου Α και αντικαταστάθηκε η ως άνω διάταξη του άρθρου 33 παρ. 9 του ιδίου νόμου με το άρθρο 53 παρ. 2 στοιχ.
α και γ του νόμου αυτού (4368/2016). Ειδικότερα με το άρθρο 53 παρ. 2 στοιχ. α του νόμου αυτού προστέθηκε υποπαράγραφος Α στο άρθρο 29 παρ.1 του Ν. 3918/2011 με την οποία ορίσθηκε ότι "1.Α) Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελεί καθολικό διάδοχο των φορέων που εντάσσονται σε αυτόν ως προς τις υπηρεσίες και αρμοδιότητες που αφορούν αποκλειστικά παροχή υγείας σε είδος.
Η καθολική διαδοχή του προηγούμενου εδαφίου καταλαμβάνει και το πάσης φύσεως προσωπικό, καθώς και δικηγόρους με έμμισθη εντολή, εφόσον μεταφέρονται στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", ενώ με το άρθρο 53 παρ. 2 στοιχ. γ του Ν. 4368/2016 αντικαταστάθηκε η παρ. 9 του άρθρου 33 του ιδίου νόμου (3918/2011) ως ακολούθως: "α. Εκκρεμείς δίκες που αφορούν το περιεχόμενο της καθολικής διαδοχής του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., όπως αυτό προσδιορίζεται στην υποπαράγραφο Α` της παραγράφου 1 του άρθρου 29 του παρόντος, συνεχίζονται από τον Οργανισμό χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης.
β. Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες που αφορούν μόνο το προσωπικό που μεταφέρθηκε σε αυτόν. Δικαστικές αποφάσεις που αφορούν προσωπικό που δεν μεταφέρθηκε στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ακόμα και εάν οι σχετικές δίκες διεξήχθησαν από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., εκτελούνται σε βάρος του προϋπολογισμού του φορέα κοινωνικής ασφάλισης, στον οποίο, πριν από την ένταξη στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ανήκε το προσωπικό.
Το προηγούμενο εδάφιο ισχύει αναδρομικά από 1.1.2012" . Επίσης με το άρθρο 13 του Ν. 4578/2018 (ΦΕΚ Α 200), με τίτλο άρθρου "Νομική παράσταση ΕΦΚΑ υπέρ Ε.Ο.Π.Υ.Υ." ορίζεται ότι: "1. Σε δίκες που αφορούν αξιώσεις ή υποχρεώσεις των κλάδων υγείας που μεταφέρθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 17 του ν. 3918/2011 (Α' 31), την παρ. 17 του άρθρου 13 του ν. 4052/2012 (Α' 41) και το εδάφιο 1β της υποπαραγράφου ΙΒ.1 της παρ.
ΙΒ` του άρθρου μόνου του ν. 4093/2012 (Α' 222), στις οποίες διάδικος είναι το πρώην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, νυν ΕΦΚΑ, ή/και ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ο ΕΦΚΑ εξακολουθεί να νομιμοποιείται στη διεξαγωγή των δικών αυτών και η νομιμοποίηση αυτή περιλαμβάνει και την άσκηση ένδικων μέσων, μέχρι και την αμετάκλητη περάτωσή τους. Η νομική θέση του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
στις δίκες αυτές δεν θίγεται. Οι αποφάσεις δεσμεύουν τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και εκτελούνται υπέρ και εις βάρος του. 2. Οι διατάξεις του παρόντος καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, δίκες". Η, ως άνω, διάταξη, όπως ρητά ορίζεται σε αυτήν, αφορά (και εφαρμόζεται) σε δίκες που αφορούν αξιώσεις ή υποχρεώσεις των κλάδων υγείας που μεταφέρθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 17 ν. 3918/2011, τέτοιες δε αξιώσεις δεν αποτελούν, όπως συνάγεται από τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 17 παρ.2 και 26 παρ.1 και 9 του ν.3918/2011 από την αρχική διατύπωση τους και στη συνέχεια μετά τη συμπλήρωση και αντικατάσταση τους με τις διατάξεις του άρθρου 53 παρ. 2 στοιχ. β και γ του ν. 4368/2016, οι μισθολογικές αξιώσεις των ιατρών που δεν μεταφέρθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., για το λόγο ότι είχαν αποχωρήσει της υπηρεσίας τους στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ πριν τη σύσταση του, ως άνω, οργανισμού (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) (ΑΠ 1250/2023).
Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 16 παρ. 1 και 17 παρ. 1 του ν.4238/2014 [όπως τα δύο πρώτα εδάφια του άρθρου 17 παρ. 1 αντικαταστάθηκαν με το άρθρο πρώτο υποπαρ. Ι. 5 του Ν. 4254/2014 (Α 85) ως προς το χρόνο έναρξης της ισχύος τους από 4 Μαρτίου 2014] προβλέφθηκε διαδικασία μετάταξης/μεταφοράς του τεθέντος (μεταξύ άλλων) από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού σε κατάσταση διαθεσιμότητας χρονικής διάρκειας ενός μηνός μόνιμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ιατρικού και οδοντιατρικού προσωπικού του Ε.Ο.Π.Π.Υ, σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης με την ίδια εργασιακή σχέση που συνιστώνται για τον σκοπό αυτό στις αντίστοιχες χωροταξικά Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.) και κατόπιν αίτησης αυτών υποβαλλομένης εντός της εκεί προβλεπομένης προθεσμίας από την ημερομηνία έκδοσης της διαπιστωτικής πράξης για τη θέση αυτών υπό καθεστώς διαθεσιμότητας.
Στο άρθρο 21 του ίδιου νόμου, που τιτλοφορείται "Μισθοδοσία προσωπικού, οικονομική διαχείριση και μεταβίβαση κινητής και ακίνητης περιουσίας", και στην παρ. 9 αυτού ορίζεται ότι: " Η νόμιμη εκπροσώπηση των μονάδων που μεταφέρονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, δικαστική και εξώδικη ανήκει στους διοικητές των οικείων Υγειονομικών Περιφερειών.
Εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσομένων μονάδων, του ιατρικού, νοσηλευτικού και λοιπού προσωπικού που μετατάσσεται ή μεταφέρεται, συνεχίζονται από τις Διοικήσεις των Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.), χωρίς να επέρχεται διακοπή δίκης. Δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι των Δ.Υ.Πε.
Εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις του πάσης φύσεως προσωπικού των ανωτέρω μονάδων που δεν μεταφέρεται ή μετατάσσεται στις Δ.Υ.Πε., συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., χωρίς να επέρχεται διακοπή και οι δικαστικές αποφάσεις ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ...". Επομένως αναφορικά με το με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ιατρικό νοσηλευτικό και λοιπό προσωπικό, που, μετά την αυτοδίκαιη ένταξή του στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
από το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., όπου απασχολείτο προηγουμένως κατ' εφαρμογή του Ν. 3918/2011, μεταφέρθηκε/μετατάχθηκε στη συνέχεια στις κατά τόπους Δ.Υ. Πε. κατ' εφαρμογή των ρυθμίσεων του Ν. 4238/2014, νομιμοποιείται ενεργητικά προς συνέχιση των εκκρεμών δικών η έχουσα νομική προσωπικότητα (άρθ. 1 παρ.2 του Ν. 3329/2005) κατά τόπο Δ.Υ.Πε., σε οργανική μονάδα της οποίας έχει ενταχθεί με την προβλεπόμενη στο νόμο διαδικασία το ως άνω ιατρικό προσωπικό (ΑΠ 795/2022, ΑΠ 794/2022), ενώ εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις του πάσης φύσεως προσωπικού των ανωτέρω μονάδων που δεν μεταφέρεται ή μετατάσσεται στις Δ.Υ.Πε.
συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. χωρίς να επέρχεται διακοπή και οι δικαστικές αποφάσεις ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Π.Υ (ΑΠ 1923/2022, ΑΠ 795/2022, ΑΠ 1324/2020, ΑΠ 306/2020) και τέλος εκκρεμείς δίκες αναφορικά με το ως άνω νοσηλευτικό και λοιπό προσωπικό, που ουδέποτε εντάχθηκε στον Ε.Ο.Π.Π.Υ. για τον λόγο ότι είχε αποχωρήσει της υπηρεσίας του στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.
πριν τη σύσταση του πιο πάνω Οργανισμού (ΕΟΠΥΥ), συνεχίζονται από τον Ενιαίο Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.), ως οιονεί καθολικό του διάδοχο, μετά την έναρξη λειτουργίας του τελευταίου ως φορέα κοινωνικής ασφάλισης από 1.1.2017, ο οποίος συνεστήθη ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με το άρθρο 51 του Ν. 4387/2016 (ΑΠ 537/2024).
Τέλος, όπως προεκτέθηκε, σε περίπτωση καθολικής ή οιονεί καθολικής διαδοχής, ολικής ή μερικής, δεν τρέχει η καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, εάν η τελευταία δεν επιδοθεί στον οιονεί καθολικό διάδοχο, κατ' ανάλογη εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 518 του ΚΠολΔ (ΑΕΔ 5/2019, ΑΠ 734/2023, 306/2020).
3.3.Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Ολ.ΑΠ 2/2001, ΑΠ281/2023,1419/2019), με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (AΠ1185/2021, AΠ363/2021, AΠ1735/2008), ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου 559 αρ.1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ1/2020, ΟλΑΠ4/2018, ΟλΑΠ6/2017). Με τον παραπάνω από τον αρ. 14 λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό άσκησης των ενδίκων μέσων (ΑΠ189/2021, 765/2021, ΑΠ 267/2021, ΑΠ 933/2014). Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται και όταν κατά παράβαση των δικονομικών κανόνων κηρύσσεται έφεση απαράδεκτη, ως εκπροθέσμως ασκηθείσα (ΑΠ 1136/2023, ΑΠ 189/2021).
Στη προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες ιατροί και ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 1-9-2009 (αριθμ. έκθ. κατάθ....2009) αγωγή τους κατά του (αρχικώς) εναγόμενου ΙΚΑ -Ε.Τ.Α.Μ με την οποία ιστορούσαν ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ασκούσαν τα συναρτώμενα με τον κλάδο και την ειδικότητα του καθενός, καθήκοντά τους στις αναφερόμενες λεπτομερώς Μονάδες Υγείας του εναγόμενου με αποδοχές που καθορίζονταν με βάση το ενιαίο μισθολόγιο (ν.3205/2003).Ότι το τελευταίο δεν τους χορήγησε κατά το διάστημα από 1-1-2004 έως 31-3-2009, κατά παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρ.4παρ.1 και 22 παρ.1 Συντ/τος), το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας,το οποίο λάμβαναν άλλοι εργαζόμενοι, υπό όμοιες με αυτούς συνθήκες ανθυγιεινότητας και επικινδυνότητας, στο τομέα της υγείας, επεδίωκαν δε να τους επιδικαστούν, νομιμότοκα, τα καθοριζόμενα στην αγωγή για το καθένα χρηματικά ποσά.
Η εν λόγω αγωγή εκδικάστηκε στις 30-1-2013,αντιμωλία των διαδίκων και εκδόθηκε η με αριθμ.813/2013 απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη. Όπως δε προκύπτει από το νομίμως επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από το αναιρεσείον επικυρωμένο αντίγραφο της εν λόγω απόφασης το περιεχόμενο της οποίας αποτελεί πλήρη απόδειξη για ότι αφορά την εμφάνιση και την εκπροσώπηση των διαδίκων (άρθρ.312ΚΠολΔ) και τα ταυτάριθμα πρακτικά της, το εναγόμενο νομικό πρόσωπο ΙΚΑ-Ε.Τ.Α.Μ παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεωργίου Λουτριανάκη.
Κατά της απόφασης αυτής το αναιρεσείον ΝΠΔΔ (ΕΟΠΥΥ), με την ιδιότητά του ως οιονεί καθολικού διαδόχου του αρχικώς εναγόμενου ΙΚΑ-Ε.Τ.Α.Μ και επικαλούμενο έννομο συμφέρον, άσκησε την από 9-2-2022 (αριθμ. έκθ.κατάθ. ...2022) έφεσή του η οποία κατατέθηκε στην οικεία Γραμματεία στις 11-2-2022, ισχυριζόμενο για το εμπρόθεσμο άσκησης αυτής, χωρίς να αμφισβητηθεί από τους εφεσίβλητους, ότι οι τελευταίοι του επέδωσαν την εφεσιβαλλόμενη απόφαση στις 14-1-2022 και 18-1-2022,ομού με τις από 3-1-2022 και 10-1-2022 επιταγές προς πληρωμή αντίστοιχα, επιδιώκοντας την αναγκαστική είσπραξη της επιδικασθείσας με την ως άνω απόφαση, δικαστικής δαπάνης.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την εν λόγω έφεση ως εκπρόθεσμη υπό τις παρακάτω παραδοχές "......Πριν την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης (813/9.4.2013) καθολικός διάδοχος του αρχικού εναγόμενου ΙΚΑ-ΕΤΑΜ κατέστη κατά το Ν.3918/2011 ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. Οι ενάγοντες οι οποίοι απασχολούνταν ως ιατροί του ΙΚΑ και με το ν.3918/2011 μεταφέρθηκαν ως ιατροί στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ συνοδευόμενοι από τους υπηρεσιακούς τους φακέλους, από τους οποίους προέκυπτε για ποιους υπήρχαν εκκρεμείς δίκες, ώστε να ασκηθούν από το ήδη εκκαλούν τα ένδικα μέσα κατά των εργαζομένων του και συγκεκριμένα κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κατά την συζήτηση της αγωγής τους το αρχικώς εναγόμενο παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου του Δικηγόρου Γεωργίου Λουτριανάκη, ο οποίος κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 30-1-2013 δεν παρέστη εκπροσωπώντας το εναγόμενο ν.π.δ.δ. " Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.", αλλά εκπροσωπώντας το ν.π.δ.δ. "Ε.Ο.Π.Υ.Υ." το οποίο συνέχιζε νομίμως, σύμφωνα με τα άρθρα 17, 29 και 33 παρ.9 του ν. 3918/2011 ως ίσχυε τότε, την ανοιγείσα προ της ενάρξεως ισχύος του ν. 3918/2011 δίκη μεταξύ των εναγόντων εργαζομένων ιατρών και του εργοδότη τους ν.π.δ.δ.
ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ως καθολικός διάδοχος του τελευταίου που δεν νομιμοποιούταν παθητικώς πλέον στην ανοιγείσα δίκη. Η ανωτέρω δίκη αυτοδικαίως και άνευ διακοπής δίκης ή άλλης διατυπώσεως συνεχιζόταν από το ν.π.δ.δ. Ε.Ο.Π.Υ.Υ. που ως καθολικός διάδοχος του αρχικού εργοδότη, είχε υπεισέλθει στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του Κλάδου Υγείας αυτού.
Για τον ανωτέρω λόγο και οι πρωτόδικες προτάσεις των εναγόντων στρέφονται αποκλειστικά κατά του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. το οποίο αναμφισβήτητα ήταν σε γνώση της εκκρεμοδικίας αφού οι αρμόδιες νομικές υπηρεσίες του " Ι.ΚΑ.-Ε.Τ.Α.Μ." ενημέρωσαν τις αρμόδιες διοικητικές και νομικές υπηρεσίες του " Ε.Ο.Π.Υ.Υ." για την ύπαρξη όλων των νομικών εκκρεμοτήτων και δικών μεταξύ των οποίων και της υπό κρίση, καθώς σύμφωνα με τις επιταγές του ν. 3918/2011 οι δίκες συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης. Η εκκαλούμενη απόφαση εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και δημοσιεύθηκε στις 9-3-2013 και δεν επιδόθηκε στο αρχικώς εναγόμενο Ι.Κ.Α-Ε.Τ.Α.Μ ούτε στον μετέπειτα δυνάμει του ν. 3918/2011 καθολικό του διάδοχο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. ώστε να αρχίσει να τρέχει η 30θημερη προθεσμία εφέσεως του άρθρου 518 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Όμως η ανωτέρω οριστική απόφαση, που δημοσιεύθηκε στις 9-4-2013 κατέστη τελεσίδικη με την πάροδο τριών ετών από την δημοσίευσή της και στη συνέχεια αμετάκλητη με την πάροδο επιπλέον τριών ετών από την δημοσίευσή της στις 10-4-2013, σύμφωνα με το κατά τον κρίσιμο χρόνο ισχύον άρθρο 518 παρ.2 ΚΠολΔ. Οι ενάγοντες ανέμεναν αρχικά την τελεσιδικία της αποφάσεως και στη συνέχεια να καταστεί αυτή αμετάκλητη ώστε μετά την έκδοση του με αριθμό 2035/28-2-2020 πιστοποιητικού του Πρωτοδικείου Αθηνών περί αμετακλήτου αυτής, να υποβάλουν αίτημα στο εναγόμενο με αριθμό πρωτοκόλλου 7999 και ημερομηνία 20 Μαρτίου 2020,να επιμεληθεί την εκτέλεση της ανωτέρω αποφάσεως, προσκομίζοντας επικυρωμένο αντίγραφο της αποφάσεως και το ανωτέρω πιστοποιητικό περί αμετακλήτου αυτής.[......] συνεπώς, η ασκηθείσα το πρώτον την 11η Φεβρουαρίου 2022 έφεση, κατόπιν κοινοποίησης στο εκκαλούν αντιγράφου εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού της ως άνω αποφάσεως με επιταγή προς πληρωμή και μάλιστα μόνο για την επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, είναι απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη....".
Πλην όμως, όπως προαναφέρθηκε, στη δίκη ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της εφεσιβαλλόμενης πρωτοβάθμιας απόφασης και τα ταυτάριθμα πρακτικά της παρέστη το αρχικώς εναγόμενο "ΙΚΑ -Ε.Τ.Α.Μ" και όχι το εκκαλούν και ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ (ΕΟΠΥΥ), και ως εκ τούτου η άσκηση της εν λόγω έφεσης από αυτό, το οποίο σύμφωνα με τα προαναφερόμενα είχε καταστεί οιονεί καθολικός διάδοχος του αρχικώς εναγομένου ν.π ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, είναι εμπρόθεσμη, εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 518παρ.1 ΚΠολΔ προθεσμίας, εφόσον για την άσκηση αυτής άρχισε να τρέχει από της επιδόσεως της προσβαλλόμενης απόφασης σε αυτό, ήτοι από τις 14-1-2022, μη αρκούσης της με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, πέραν της επιδόσεως, γνώσεως της αποφάσεως (ΑΠ 75/2019) και συνακόλουθα προ της επιδόσεως αυτής δεν άρχισε κατά τα ανωτέρω, ούτε η γνήσια προθεσμία των τριάντα ημερών προς άσκηση έφεσης, ούτε η καταχρηστική, η οποία εν προκειμένω είναι τριετής, καθόσον η εφεσιβαλλόμενη απόφαση έχει εκδοθεί προ της 1ης Ιανουαρίου 2016, οπότε άρχισε να ισχύει η διετής προθεσμία.
Συνακόλουθα, το Εφετείο κηρύσσοντας ως απαράδεκτη την έφεση, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, υπέπεσε στην από το αριθμ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου και για αυτό ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην ανωτέρω πλημμέλεια, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνο που την είχε δικάσει προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), το οποίο εκτός της ως άνω διαδικαστικής προϋπόθεσης, στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (άρθρο 522 ΚΠολΔ) θα ερευνήσει αυτεπαγγέλτως (άρθρο 532 ΚΠολΔ) τη συνδρομή ή μη της έτερης διακριτής διαδικαστικής προϋπόθεσης της [ενεργητικής και παθητικής] νομιμοποίησης των διαδίκων μερών, η έλλειψη της οποίας συνεπάγεται την απόρριψη της σχετικής δικαστικής προστασίας ως απαράδεκτης (ΟλΑΠ 1/2023,ΑΠ 1873/2022,28/2021).Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος νπδδ, που κατέθεσε προτάσεις κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματος του τελευταίου (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), η οποία όμως θα επιβληθεί μειωμένη, διότι το αναιρεσείον εκπροσωπήθηκε από Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (άρθρα 30 παρ. 1 και 2 ν. 4038/2012, 20 παρ.1 του ν.4831/2021 και 19 παρ. 1 περ.
β' ν. 2556/1997 σε συνδυασμό προς το άρθρο 61 παρ. 3 ν. 4194/2013, βλ. σχετ. ΑΠ 667/2024, 1081/2023).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμ. 1728/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, που δίκασε ως Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή. Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσίβλητων τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ