Supreme Court dismisses appeal against eviction judgment for failure to cite specific legal rule in grounds of appeal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's eviction judgment. The appellant argued the lower court erred by accepting a lease relationship without verifying essential terms like rent amount and payment schedule, claiming this violated the principle of good faith. The court rejected this, ruling the appeal grounds were inadmissible because they failed to cite the specific legal rule allegedly violated, rendering the argument vague and unsupported by the case file.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 143(1) of the Code of Civil Procedure: An appeal ground alleging violation of a legal rule is inadmissible if it fails to specify the rule, as the court cannot verify the absence of reasoning or contradiction without knowing the applicable law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 75 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 75/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου και Ανθή Γκάμαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 24η Οκτωβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Παπαδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Δ. Σ. του Ε., κατοίκου ..., 2. Μ. χήρας Α. Σ., 3. Ε. Σ. του Α., 4.Α. Σ. του Α., 5. Α. Σ. του Α., 6.Μ. Σ. του Ε., 7 Μ. Σ. του Ε., 8. Ζ. Σ. του Ε., 9. Σ. Ν. Τ. Κ. χήρα Γ. Σ., κατοίκων ... που παραστάθηκαν μετά ο 1ος και δια οι 2η, 3ος, 4η, 5η, 6ος, 7η και 8η δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Ελευθέριου Μπάλλα. Η 9η δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-4-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 101ΤΜ/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 46/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-9-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παρόντων αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις 2602β/31/7/2018 και …80β/23-7-2018 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αιγαίου, με έδρα το Πρωτοδικείο Σύρου, Κ. Π., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο επισπεύδων τη συζήτηση της υπόθεσης αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση από 1-9-2017 αίτησης για αναίρεση της 46/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση αυτής κατά την αναφερόμενη αρχική δικάσιμο της 21-2-2018, κατά την οποία αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (24-10-2018)), καθώς και ακριβές αντίγραφο της με αρ.πρωτ. 85/14-3-2018 βεβαίωσης αναβολής της αρμόδιας Γραμματέως, με κλήση για συζήτηση για την ορισθείσα μετ' αναβολή παραπάνω δικάσιμο επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στο δικηγόρο Ελευθέριο Γ.
Μπάλλα, ο οποίος είχε παραστεί στο εφετείο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης; επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη j ως πληρεξούσιος της ένατης (9ης) αναιρεσίβλητης και, συνακόλουθα, έχει την ιδιότητα του αντικλήτου αυτής (άρθρο 143 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο παρ. 2 ν. 4335/2015 και έχει στην προκείμενη περίπτωση εφαρμογή κατά το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 του ίδιου νόμου).
Εξάλλου, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού του δικαστηρίου προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την προαναφερθείσα νέα μετ'αναβολή δικάσιμο, η ανωτέρω (ένατη) αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε νομίμως από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Επομένως, πρέπει αυτή να δικασθεί ερήμην, να προχωρήσει όμως η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. α' και γ' Κ.Πολ.Δ).
Με την κρινόμενη από 1-9-2017 (αρ.έκθ.κατ.26/5-9-2017) αίτηση αναίρεσης του εναγομένου, προσβάλλεται η τελεσίδικη 46/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου, που εκδόθηκε επί έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης και με την οποία (προσβαλλόμενη) έγινε δεκτή κατά ένα μέρος η αγωγή (αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου) των 1ου, 6ου, 7ης και 8ης των αναιρεσιβλήτων (αδελφών), καθώς και του επίσης συνενάγοντος αδελφού τους Α.
Σ., και αποβιώσαντος ήδη πριν από την έναρξη της β/βάθμιας δίκης, στη δικονομική θέση του οποίου υπεισήλθαν και συνέχισαν αυτήν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, ήτοι, οι 2η, 3ος, 4η και 5η των αναιρεσιβλήτων, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε δεχθεί τα ίδια, και ακολούθως απορρίφθηκε η έφεση του ήδη αναρεσείοντος ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Με την προσβαλλόμενη επίσης απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η έφεση κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της έκτης εφεσίβλητης-έκτης συνενάγουσας και ήδη ένατης (9ης) αναιρεσίβλητης για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, καθόσον η αγωγή ως προς την έκτη αυτή συνενάγουσα είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη με την εκκαλούμενη απόφαση.
Η αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που απευθύνεται κατά της παραπάνω ένατης (9ης) αναιρεσίβλητης, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη για έλλειψη εννόμου συμφέροντος (άρθρα 68, 556 , 558 και 577 παρ. 1,2 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι δεν υφίσταται βλάβη ο αναιρεσείων από το περιεχόμενο της απόφασης και δεν θεωρείται ηττηθείς έναντί αυτής;
αφού απορρίφθηκε η αγωγή ως προς αυτήν, ούτε η προσβαλλόμενη περιέχει κάποια διάταξη υπέρ αυτής που να βλάπτει τον αναιρεσείοντα. Κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης , έχει ασκηθεί νομότυπα (άρθρα 495 επ.552, 553, 556, 558, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το ν. 4335/2015 (με έναρξη ισχύος του τελευταίου από 1-1-2016), αφού από τη δημοσίευσή της προσβαλλόμενης απόφασης (22-6-2016), μέχρι την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης στη Γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε στις 5-9-2017, δεν παρήλθε διετία, ενώ δεν προκύπτει , ούτε γίνεται επίκληση από κάποιο διάδικο μέρος ότι έλαβε χώρα επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και δη κεκυρωμένου και πλήρους αντιγράφου αυτής για την έναρξη της 30ήμερης προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 1 ΚΠολΔ, το γεγονός δε ότι ο διάδικος γνωρίζει τη δημοσίευση και το περιεχόμενο της απόφασης δεν αρκεί για να αρχίσει να τρέχει η προθεσμία αυτή (ΑΠ 738/2005, ΑΠ 980/1997).
Συνακόλουθα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο αντίθετος ισχυρισμός των παραστάντων αναιρεσιβλήτων περί εκπρόθεσμης άσκησής της αίτησης αναίρεσης, διότι, κατά τα υποστηριζόμενα, ο αναιρεσείων έλαβε γνώση της προσβαλλόμενης με την επίδοση σε αυτόν στις 15-3-2017, δια δικαστικού επιμελητή, εξώδικης δήλωσης και πρόσκλησης δια της οποίας αυτοί τον ενημέρωναν για την έκδοση της προσβαλλόμενης και για την απόρριψη της έφεσής του,καθώς και για το ύψος του επιδικασθέντος ποσού των δικαστικών εξόδων, με συνέπεια , κατ' εκτίμηση, να ισχύει η προθεσμία του άρθρου 564 παρ. 1 ΚΠολΔ .
Ομοίως, απορριπτέος είναι και ο ισχυρισμός των τελευταίων περί απαραδέκτου της αίτησης αναίρεσης, διότι στρέφεται κατ' απόφασης δικαστηρίου που δεν υφίσταται, ήτοι του "Μονομελούς Εφετείου Σύρου", καθόσον προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου, η δε αναγραφή στο αναιρετήριο "ως Μονομελούς Εφετείου Σύρου" οφείλεται σε προφανή παραδρομή .
λόγω της έδρας του Εφετείου στη Σύρο και ουδένα απαράδεκτο υφίσταται για το λόγο αυτό.
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημόσιας τάξης.
Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο (ΑΠ 168/2015, ΑΠ 64/2017, ΑΠ 201/2017).
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ.ΑΠ 15/2000, ΑΠ 168/2015, πρβλ. επίσης ΑΠ 84/2015, ΑΠ 89/2013, ΑΠ 901/2013, ΑΠ 858/2011).
Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 § 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 201/2017).
Το από το παραπάνω άρθρο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 64/2017, ΑΠ 386/2017). Με τον πρώτο λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε τον "αόριστο ισχυρισμό" των εναγόντων ότι το επίδικο το είχε "εκμισθώσει" ο φερόμενος δικαιοπάροχος πατέρας τους Ε.
Σ. προς τον πατέρα του αναιρεσείοντος-εναγομένου Κ. Κ. και όχι ότι του το είχε πωλήσει ατύπως. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, ότι ο σχετικός ισχυρισμός περί αοριστίας προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και επαναφέρθηκε νομότυπα με λόγο έφεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο,από τον αναιρεσείοντα-εκκαλούντα-εναγόμενο, ούτε, σε κάθε περίπτωση, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων επανέφερε τον ισχυρισμό με λόγο έφεσης (στο αναιρετήριο μάλιστα αναφέρεται ότι τον προέβαλε στο Εφετείο με τις προτάσεις).
Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚπολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεχόμενο τον ισχυρισμό "περί εκμισθώσεως" του επίδικου ακινήτου από τον πατέρα των εναγόντων στον πατέρα του αναιρεσείοντος-εκκαλούντος-εναγομένου παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 195 ΑΚ, κατά την οποία, "σε περίπτωση αμφιβολίας, η σύμβαση δεν είναι καταρτισμένη εφόσον τα μέρη δεν συμφώνησαν σε όλα τα σημεία της".
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε αναμφίβολα την κατάρτιση της σύμβασης μίσθωσης, με την παραχώρηση της χρήσης του ακινήτου αντί καταβολής μισθώματος. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης, το Εφετείο δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι το επίδικο περιήλθε στους πέντε πρώτους ενάγοντες (αδέλφια) και στον αποβιώσαντα πριν από την άσκηση της αγωγής, άδελφό τους Γ.
Σ., από κληρονομιά του αποβιώσαντος, χωρίς διαθήκη, στις 15-9-1996 πατέρα τους Ε. Σ., κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, αφού αποδέχθηκαν την κληρονομιά με την …76/14-3-1997 συμβολαιογραφική δήλωση αποδοχής και μετέγραψαν, μετά την αποποίηση αυτής από τη συγκληρονόμο μητέρα τους. Ότι ο πατέρας τους είχε καταστεί κύριος του επίδικου, συνολικής έκτασης 9.270 τμ (αποτελούμενο από δύο συνεχόμενα ακίνητα) μετά από δύο διαδοχικές αγορές από αληθείς κυρίες το έτος 1950 και 1956 με νόμιμα μεταγεγραμμένα συμβόλαια, αφού μάλιστα στο τελευταίο συμβόλαιο υπέγραψε ως μάρτυρας ο πατέρας του εναγομένου. "Στη συνέχεια ο Ε.
Σ., εκμίσθωσε ολόκληρο το επίδικο στον πατέρα του εναγομένου Κ. Κ., που ήταν φίλος και κουμπάρος του, με ετήσιο μίσθωμα σε είδος (κατσίκια, αρνιά). Ο τελευταίος καλλιεργούσε το επίδικο με σιτηρά και απέδιδε το μίσθωμα στον εκμισθωτή, τα τελευταία δε έτη πριν το θάνατο του (το 1990) το καλλιεργούσε για λογαριασμό του ο εναγόμενος γιός του, ο οποίος συνέχισε και μετά το θάνατο του πατέρα του να το καλλιεργεί και να καταβάλλει το μίσθωμα σε είδος στον Ε.
Σ.. Ωστόσο, όταν απεβίωσε ο δικαιοπάροχος των εναγόντων το 1996, ο εναγόμενος έπαυσε να καταβάλλει μίσθωμα στους ενάγοντες ισχυριζόμενος ότι είναι δικό του". Ότι το έτος 1990 λίγο πριν από το θάνατο του πατέρα του εναγομένου, που έπασχε από καρκίνο, καταρτίστηκε μεταξύ τους σύμβαση αγοραπωλησίας δια συμβολαιογραφικού εγγράφου, που μεταγράφηκε, σύμφωνα με την οποία ο πατέρας του εναγομένου πώλησε στον εναγόμενο γιό του το επίδικο ακίνητο αντί του αναφερόμενου τιμήματος, ως δύο συνεχόμενα ακίνητα, τα οποία σύμφωνα με το συμβόλαιο ο πωλητής απέκτησε "με άτυπη δωρεά που έγινε το έτος 1956 από τον Ε.
Σ., πατέρα των εναγόντων και από χρησικτησίες". Ότι ο πατέρας του εναγομένου και στη συνέχεια αυτός κατείχαν το επίδικο με την ιδιότητα του μισθωτή, και ως αντιπρόσωπος του ιδιοκτήτη, "αντί μισθώματος σε είδος, ανεξάρτητα αν καταβαλόταν ή όχι ανελλιπώς το μίσθωμα" και ουδέποτε εξωτερίκευσαν τη θέληση τους μέχρι το θάνατο του δικαιοπαρόχου των εναγόντων για άσκηση της νομής επί αυτού με διάνοια κυρίου, αντιποιούμενοι τη νομή του ιδιοκτήτη .
Έτσι, δέχθηκε ότι οι πέντε πρώτοι ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι του επίδικου με παράγωγο τρόπο, κληρονομική διαδοχή ως άνω, από τον αληθή κύριο πατέρα τους, του οποίου η κυριότητα δεν είχε καταλυθεί μέχρι το θάνατο του, και απέρριψε τον ισχυρισμό του εναγομένου περί ιδίας κυριότητας με παράγωγο τρόπο, με βάση το προαναφερόμενο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του έτους 1990 μεταξύ αυτού και του πατέρα του, ως κυρίου κατόπιν άτυπης αγοράς από τον πατέρα των εναγόντων και χρησικτησίας έκτακτης που είχε συμπληρωθεί στο πρόσωπο του, άλλως, τακτικής χρησικτησίας που είχε συμπληρωθεί στο πρόσωπο του εναγομένου.
Για να είναι ορισμένος ο από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύεται στο αναιρετήριο, εκτός άλλων, ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών (ΑΠ 766/2017, ΑΠ 601/2011, ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 646/2005). Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της έλλειψης νόμιμης βάσης, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεχόμενο την ύπαρξη μίσθωσης όφειλε να διαλάβει και τους αναγκαίους για την ίδρυση της μίσθωσης όρους, ήτοι το μίσθωμα, το χρόνο της μίσθωσης και της καταβολής του μισθώματος, με αποτέλεσμα έτσι να είναι αδύνατος ο έλεγχος της συνδρομής των όρων του πραγματικού κανόνα δικαίου και η αδυναμία ελέγχου αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της επέλευσης της έννομης συνέπειας (ύπαρξη μίσθωσης). Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο η σχετική ουσιαστική διάταξη (ο κανόνας δικαίου) που παραβιάστηκε.Σε κάθε περίπτωση είναι αβάσιμος καθόσον, όπως προκύπτει, από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι παραδοχές της οποίας εκτίθενται παραπάνω, έχει επαρκείς αιτιολογίες σχετικά με το παραπάνω ζήτημα.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και κατά το μέρος που απευθύνεται κατά των πρώτου ως και όγδοης των αναιρεσιβλήτων, και να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ , όπως ισχύει και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων που ηττήθηκε, στη δικαστική δαπάνη των παραπάνω αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176,183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-9-2017 αίτηση του Ν. Κ. για αναίρεση της 46/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των πρώτου ως και όγδοης των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ