Legislator Case Law & Legislation
810/2020 AI generated

Supreme Court annuls appealable judgment and remands case due to death of a party during appeal proceedings.

Case Number 810/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the second-instance judgment and remanded the case for retrial because a party died after the appeal was filed but before the oral hearing concluded. The appellants argued that the death of a co-appellant invalidated the proceedings, while the appellee contended the case should proceed. The court ruled that the death of a litigant automatically suspends the trial until a successor is appointed or the case is handled by new judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 286(a), 287, 290 of the Code of Civil Procedure; Article 573(1) thereof: The death of a party during the appeal period, after the request for appeal is filed and before the oral hearing concludes, automatically suspends the proceedings.

Keywords

AI generated
death of party suspension of proceedings appeal annulment remand for retrial Code of Civil Procedure litigant death new judges assembly

Cited Legislation

AI generated
Articles 286(a), 287, 290 of the Code of Civil Procedure
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 1846 and 1847 of the Civil Code
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 281(2) of the Municipal and Community Code
Article 495(3)(e) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 810 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 810/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ'Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. - Μ. Κ. Κ., 2) Σ. Κ. Κ., κατοίκου ... 3) α. Κ. Ν. Κ., β. Σ. Ν. Κ., Α. θυγ. Ν. Κ., κατοίκων ... και 4) Σ. Γ. Κ., κατοίκου ..., εκ των οποίων οι 2ος, 3α, 3β, 3γ και 4ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη (Τάκη) Ανδρονόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ ο 1ος δεν παραστάθηκε. Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) α. Α. χας Ι. - Μ. Κ., το γένος Ά. Δ., Κ. - Α. θυγ. Ι. - Μ. Κ., κατοίκων ..., ως εκ διαθήκης και εξ αδιαθέτου μοναδικών κληρονόμων του αποβιώσαντος στις 5-1-2018, αρχικώς αναιρεσείοντος, Ι. - Μ. Κ., 2) Σ. Κ. Κ., 3) α. Κ. Ν. Κ., β. Σ. Ν. Κ., Α. θυγ. Ν. Κ., κατοίκων ... και 4) Σ. Γ. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη (Τάκη) Ανδρονόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Του αναιρεσιβλήτου - καθ' ου η κλήση: Δήμου Πατρέων, που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παρασκευή Σφαέλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-1-2010 αγωγή των ήδη 2ου, 3α, 3β, 3γ και 4ου των αναιρεσειόντων - καλούντων και του ήδη αποβιώσαντος Ι. - Μ. Κ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 196/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 13/2014 του Εφετείου Πατρών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι τότε αναιρεσείοντες με την από 1-9-2015 αίτησή τους, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τη δικάσιμο της 17-2-2017, κατά την οποία ματαιώθηκε.

Η υπόθεση επανήλθε για συζήτηση με την από 16-3-2017 κλήση των τότε καλούντων στη δικάσιμο της 1-12-2017, οπότε ματαιώθηκε εκ νέου.

Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 26-1-2019 κλήση των αναιρεσειόντων - καλούντων.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287 και 290 του Κ.Πολ.Δικ., που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 του Α.Κ., προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από την γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει την δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί, λόγω θανάτου κάποιου διαδίκου, μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση των προσώπων τα οποία, ως κληρονόμοι εκείνου, υπεισέρχονται στην δικονομική του θέση.

Εφόσον αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρά, η νόμιμη δυνατότητα του προσώπου να διεξάγει τη δίκη στη θέση του διαδίκου, στον οποίο αφορούσε το διακοπτικό γεγονός, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επαναλήψεως και η δίκη συνεχίζεται κανονικά. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα και ειδικότερα: 1) το από 22.6.2018 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξεως θανάτου, που έχει συντάξει ο Ληξίαρχος του Δήμου Πατρέων, νομού Αχαΐας, 2) το από 29.1.2019 πιστοποιητικό οικογενειακής καταστάσεως του ως άνω Δήμου και 3) το με αριθμό 59/2018 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Πατρών περί δημοσιεύσεως της από 9.5.2016 ιδιόγραφης διαθήκης, προκύπτει ότι στις 5.1.2018, δηλαδή μετά την άσκηση της κρινόμενης από 1.9.2015 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1/11.1.2016 αιτήσεως αναιρέσεως, απεβίωσε στο Ρίο, κάτοικος εν ζωή Πατρών, ο αρχικώς πρώτος αναιρεσείων Ι. - Μ.

Κ. του Κ., ο οποίος με την από 9.5.2016 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα από το Ειρηνοδικείο Πατρών, κατέλειπε ως κληρονόμους του, τις μοναδικές πλησιέστερες συγγενείς του, ήτοι την σύζυγό του Α. χα Ι. - Μ. Κ. και την θυγατέρα του Κ. - Α. θυγ. Ι. - Μ. Κ., οι οποίες, ως μοναδικές κληρονόμοι του, με την ένδικη από 26.1.2019 αίτηση - κλήση τους, που επιδόθηκε νομίμως στον αναιρεσίβλητο Δήμο Πατρέων, γνωστοποίησαν τον θάνατο του προαναφερθέντος αναιρεσείοντος και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψη της δίκης, που διακόπηκε βιαίως λόγω του θανάτου αυτού και ζήτησαν από κοινού με τους λοιπούς αναιρεσείοντες - καλούντες την συζήτηση της υποθέσεως, δήλωσαν δε στο ακροατήριο, κατά την συζήτηση αυτής (υποθέσεως), δια του νομίμως παρισταμένου, εκπροσωπούντος και αυτές, πληρεξουσίου δικηγόρου τους την συνέχιση της δίκης στο όνομά τους, υπό την προεκτεθείσα ιδιότητά τους, η οποία ουδόλως αμφισβητείται από τον αναιρεσίβλητο και, συνεπώς, παραδεκτώς χωρεί η συζήτηση της υποθέσεως και ως προς αυτές.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 17 παρ. 4 του Συντάγματος, η αποζημίωση που ορίστηκε λόγω αναγκαστικής απαλλοτριώσεως ακινήτου καταβάλλεται υποχρεωτικά το αργότερο μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της αποφάσεως για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως και σε περίπτωση απευθείας αιτήσεως για οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως από τη δημοσίευση της σχετικής αποφάσεως του δικαστηρίου, διαφορετικά η απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως.

Η διάταξη αυτή, όπως και οι όμοιες διατάξεις των άρθρων 11 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ν.δ. 797/1971 περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων και 11 παρ. 3 του ισχύοντος Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ν. 2882/2001), ως ίσχυαν κατά το χρόνο που εκδόθηκε η απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατ' έφεση της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη, τέθηκαν προς εξυπηρέτηση του συμφέροντος του καθ' ου η απαλλοτρίωση, έτσι ώστε αυτή να μη μένει για μεγάλο χρονικό διάστημα εκκρεμής προς βλάβη του, λόγω της δεσμεύσεως που συνεπάγεται για την ιδιοκτησία του.

Έτσι, αποβλέποντας στο συμφέρον του καθ' ου η απαλλοτρίωση, ο οποίος ενδέχεται να επιθυμεί τη διατήρηση της απαλλοτριώσεως, ο κοινός νομοθέτης θέσπισε διατάξεις που οδηγούν στην αναβίωση της απαλλοτριώσεως που ήρθη αυτοδικαίως. Ειδικότερα, με την παρ. 3 του άρθρου 11 του ν.δ. 797/1971, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 3 του ν. 212/1975, ορίστηκε ότι η αυτοδίκαιη ανάκληση (άρση) της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως θεωρείται ως μη γενόμενη, αν εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους από την εκπνοή της προθεσμίας του ενάμισι έτους για την καταβολή της προσωρινά ή οριστικά καθορισμένης αποζημιώσεως, ο καθ' ου η απαλλοτρίωση υποβάλλει στη Διεύθυνση Απαλλοτριώσεων του Υπουργείου Οικονομικών έγγραφη δήλωση ότι επιθυμεί την περαιτέρω διατήρηση της απαλλοτριώσεως.

Αντίστοιχη διάταξη δεν διέλαβε αρχικά ο ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.). Με βάση αυτό το νομοθετικό πλαίσιο, διαμορφώθηκε νομολογιακά η θέση ότι η αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτριώσεως δεν λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, αλλά πρέπει να προταθεί και προς τούτο νομιμοποιείται αποκλειστικά ο καθ' ου η απαλλοτρίωση, με το σκεπτικό ότι οι διατάξεις αυτές αποβλέπουν στο δικό του μόνον συμφέρον να μη παραμείνει η εις βάρος του αναγκαστική απαλλοτρίωση επί μακρόν μετέωρη και εκκρεμής (Α.Π. 1132/2003).

Επίσης, με την 26/2010 απόφαση του ΑΕΔ, που επέλυσε τη διαφωνία μεταξύ των ολομελειών του Αρείου Πάγου (αριθ. 7/2007) και του Συμβουλίου Επικρατείας (αριθ. 3689/2009), έγινε δεκτό ότι η αυτοδίκαιη ανάκληση θεωρείται ότι δεν έγινε, στην περίπτωση κατά την οποία ο καθ' ου η απαλλοτρίωση υποβάλλει προς το Υπουργείο έγγραφη δήλωση ότι επιθυμεί τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης εντός προθεσμίας ενός έτους από την πάροδο της τασσόμενης για την συντέλεση της απαλλοτριώσεως προθεσμίας του ενάμιση έτους.

Στη συνέχεια ακολούθησε νομοθετική μεταβολή και με το άρθρο 39 παρ. 3α του ν. 4024/2011 προστέθηκε νέα διάταξη στην παρ. 3 του άρθρου 11 του ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), που ορίζει: "Η αναγκαστική απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως, εάν δεν συντελεστεί μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της απόφασης προσωρινού καθορισμού της αποζημίωσης και, σε περίπτωση απευθείας οριστικού καθορισμού αυτής, από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης.

Η αρμόδια για την κήρυξη της απαλλοτρίωσης αρχή υποχρεούται να εκδώσει μέσα σε τέσσερις μήνες από τη λήξη της προθεσμίας του προηγούμενου εδαφίου βεβαιωτική πράξη για την επελθούσα αυτοδίκαιη άρση. Η πράξη αυτή δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Εφόσον οι θιγόμενοι ιδιοκτήτες επιθυμούν τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης που άρθηκε αυτοδίκαια λόγω παρέλευσης της ως άνω δεκαοκτάμηνης προθεσμίας, μπορούν να υποβάλουν αίτηση και υπεύθυνη δήλωση προς την αρχή που εξέδωσε την απαλλοτριωτική απόφαση, μέσα σε προθεσμία ενός έτους από την παρέλευση της προθεσμίας, περί διατήρησης της απαλλοτρίωσης και καταβολής της δικαστικά καθορισμένης προσωρινής ή οριστικής αποζημίωσης.

Αν το αίτημα γίνει δεκτό από την αρχή που κήρυξε την απαλλοτρίωση και υποχρεούται στην καταβολή της αποζημίωσης, δεν επιτρέπεται ο ανακαθορισμός της αποζημίωσης ή η αναζήτηση τόκων υπερημερίας". Περαιτέρω, στο άρθρο 39 παρ. 3α εδάφ. στ' και ζ' του ν. 4024/2011 ορίστηκε ότι η ρύθμιση αυτή έχει αναδρομική ισχύ εφαρμοζόμενη και επί απαλλοτριώσεων που είχαν αυτοδικαίως αρθεί, λόγω παρέλευσης της παραπάνω προθεσμίας του ενάμισι έτους κατά την έναρξη ισχύος του ν. 4024/ 2011 (27.10.2011), υπό την προϋπόθεση ότι οι ενδιαφερόμενοι θα υπέβαλαν την ανωτέρω αίτηση και υπεύθυνη δήλωση για τη διατήρηση της απαλλοτριώσεως μέχρι τις 31.12.2012.

Έτσι, με την επαναφορά σε ισχύ, με το άρθρο 39 παρ. 3α του ν. 4024/2011 (ΦΕΚ 226/Τεύχος Α/27-10-2011), διατάξεως παρεμφερούς του άρθρου 11 παρ. 3 ν.δ. 797/1971, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 ν. 212/1975 (ΑΕΔ 26/2010, ΣτΕ Ολομ. 922/2014), η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, δεν είχε περιληφθεί, αρχικά, στο ν. 2882/2001, διευκολύνεται η διάσωση της απαλλοτριώσεως και η εκτέλεση έργων δημόσιας ωφέλειας, με την συναίνεση, όμως, των θιγόμενων ιδιοκτητών, προκειμένου να μην πλήττεται το άξιο προστασίας συμφέρον τους (βλ.

σελ. 23 της αιτιολογικής εκθέσεως του νόμου 4024/2011), οι οποίοι και μόνο, όπως θα εκτεθεί στην συνέχεια, έχουν το δικαίωμα να προβάλουν την αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτριώσεως με την παρέλευση των δεκαοκτώ μηνών, η οποία δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Πάντως, με τις προεκτεθείσες διατάξεις ενεργοποιείται πλέον η επιβολή περιορισμών στην περιουσία του ενδιαφερομένου για την διατήρηση της απαλλοτριώσεως ιδιοκτήτη.

Συγκεκριμένα, ο νομοθέτης επεμβαίνει, αφενός μεν στο ανώτατο ύψος της ήδη καθορισμένης αποζημιώσεως, αποκλείοντας στον καθ' ου την δυνατότητα να ζητήσει τον δικαστικό επανακαθορισμό της σε μεγαλύτερο ύψος με βάση την επίκαιρη αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου του, αφετέρου δε, στους τόκους υπερημερίας που θα οφείλοντο σε περίπτωση εγέρσεως, εκ μέρους του, καταψηφιστικής αγωγής για την επιδίκαση της αποζημιώσεως, με δικαιολογητικό λόγο την επιδίωξη του νομοθέτη να περιοριστεί το πρόσθετο οικονομικό κόστος, εξαιτίας της επανακηρύξεως της απαλλοτριώσεως και του καθορισμού αυξημένων, λόγω του μεταγενέστερου χρόνου υπολογισμού, τιμών μονάδας, χωρίς να παραβλέπεται και η μείωση του κύρους του Δημοσίου ή άλλων δημόσιων φορέων, υπέρ των οποίων κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση και οι οποίοι κατέλαβαν τις εκτάσεις που απαλλοτριώθηκαν, δίχως να πληρώσουν την αποζημίωση, όπως αυτά διατυπώνονται στην ίδια 23η σελίδα της αιτιολογικής αυτής εκθέσεως (Α.Π. 275/2016).

Επομένως, υπό την ισχύ της νέας ως άνω ρυθμίσεως καθίσταται σαφές ότι: α) η αναγκαστική απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως, εάν δεν συντελεστεί μέσα σε ενάμισι έτος από την δημοσίευση της αποφάσεως προσωρινού καθορισμού της αποζημιώσεως και, σε περίπτωση απευθείας οριστικού καθορισμού αυτής, από τη δημοσίευση της σχετικής αποφάσεως, β) η αρμόδια διοικητική αρχή (αν το ζητήσει ο θιγόμενος ιδιοκτήτης) υποχρεούται να εκδώσει μέσα σε τέσσερις μήνες από την λήξη της προθεσμίας του προηγουμένου εδαφίου πράξη με βεβαιωτικό χαρακτήρα για την επελθούσα αυτοδίκαιη άρση που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, γ) εφόσον οι θιγόμενοι ιδιοκτήτες επιθυμούν τη διατήρηση της απαλλοτριώσεως (που κατά τα ανωτέρω ήρθη αυτοδικαίως), έχουν το δικαίωμα μέσα σε ένα έτος από την παρέλευση της προθεσμίας αυτής να υποβάλουν (τυπική) αίτηση και υπεύθυνη δήλωση προς την αρμόδια διοικητική αρχή, ζητώντας τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης και την καταβολή της προσδιορισμένης αποζημιώσεως, δ) το αίτημά τους δεν γίνεται πλέον, χωρίς άλλο, δεκτό, αλλά υπόκειται στην διακριτική ευχέρεια της διοικητικής αρχής, η οποία σταθμίζοντας, ως υπόχρεη για την καταβολή της αποζημιώσεως, την σκοπιμότητα του έργου και γενικότερα το δημόσιο συμφέρον για την διατήρηση της απαλλοτριώσεως, αποφασίζει επ' αυτού κυριαρχικά.

Η απόφαση της διοικήσεως για διατήρηση της απαλλοτριώσεως, κατ' εφαρμογή της νέας διατάξεως, δεν συνιστά δέσμια αρμοδιότητα, αλλά ρητά αφέθηκε στην διακριτική της ευχέρεια με βάση το δημόσιο συμφέρον και την σκοπιμότητα του έργου. Επομένως, σε αντίθεση με το προ του άρθρου 39 παρ. 3α ν. 4024/2011 καθεστώς, υπό τις νέες ρυθμίσεις δεν αρκεί μόνη η υποβολή από τον θιγόμενο ιδιοκτήτη δηλώσεως για τη διατήρηση της αυτοδικαίως αρθείσας απαλλοτριώσεως, αλλά πρέπει επιπροσθέτως το σχετικό αίτημά του να γίνει αποδεκτό από την αρχή που κήρυξε την απαλλοτρίωση, χωρίς, πάντως, να τίθεται κάποια προθεσμία μέσα στην οποία η διοίκηση θα πρέπει να γνωστοποιήσει την απάντησή της στον αιτούντα, οπότε θα ισχύει η προθεσμία των πενήντα (50) ημερών του άρθρου 4 παρ. 1 εδάφ.

α' του ν. 2690/1999 (Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας) και ε) αν το αίτημα του καθ' ου η απαλλοτρίωση γίνει δεκτό από την αρχή αυτή, δεν επιτρέπεται ο ανακαθορισμός της αποζημιώσεως (αφού ισχύει η ήδη καθορισμένη) ούτε η αναζήτηση (από τον δικαιούχο της αποζημιώσεως) τόκων υπερημερίας. Η υποβολή της ως άνω δηλώσεως απαιτείται για την ενημέρωση του Υπουργείου προς έκδοση της σχετικής πράξεως για την άρση της απαλλοτριώσεως, η οποία έχει διαπιστωτικό χαρακτήρα (Ολ.ΑΠ 7/2007).

Ωστόσο, η προαναφερόμενη αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτριώσεως, με βάση τη γενικευμένη παραδοχή ότι αποβλέπει αποκλειστικά στο συμφέρον του καθ' ου η απαλλοτρίωση ιδιοκτήτη, για να μην παραμένει η απαλλοτρίωση (που κηρύχθηκε σε βάρος του) επί μακρό χρονικό διάστημα εκκρεμής και μετέωρη, προς βλάβη των συμφερόντων του, εξαιτίας της δεσμεύσεως της ιδιοκτησίας του, μόνο απ' αυτόν μπορεί να προταθεί, όχι όμως και από εκείνον υπέρ του οποίου κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση ή τον υπόχρεο προς καταβολή της αποζημιώσεως (Α.Π.

Ολομ., 12/2018, 7/2007). Κατά συνέπεια, η προθεσμία αυτή (του ενός έτους από την παρέλευση της παραπάνω δεκαοκτάμηνης προθεσμίας) ούτε αποκλείει την κατά τη διάρκειά της υποχρέωση καταβολής της αποζημιώσεως που προσδιορίστηκε οριστικά ούτε, στην περίπτωση άπρακτης παρελεύσεώς της, επιφέρει απόσβεση της αξιώσεως αποζημιώσεως από την πιο πάνω αιτία για τον δικαιούχο, που όχι μόνο δεν την επικαλείται αλλά, αντίθετα, ασκεί αγωγή επιδικάσεως της εν λόγω αποζημιώσεως που έχει καθοριστεί ή εκδίδει διαταγή πληρωμής ως τίτλο για την είσπραξη αυτής (Α.Π.

Ολομ. 12/2018, βλ. και Α.Π. Ολομ. 7/2007, Α.Π. 1630/2018, Α.Π. 498/2017, Α.Π. 754/2011, Α.Π. 1305/2010). Περαιτέρω, με το άρθρο 131 παρ. 1 του ν. 4070/ 2012 (ΦΕΚ 82/Τεύχος Α/10-4-2012) προστέθηκε η παράγραφος 10 του άρθρου 20 του ν. 2882/2001, σύμφωνα με την οποία, εφόσον η απαλλοτρίωση έχει αρθεί αυτοδικαίως, κατ' εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 11 ή ανακλήθηκε νόμιμα, κατ' εφαρμογήν της παρ. 1 του άρθρου 11, δεν υφίσταται δικαίωμα του καθ' ου η απαλλοτρίωση για την έγερση καταψηφιστικής αγωγής με αντικείμενο την καταβολή της οριστικής αποζημιώσεως.

Στην μεταβατική διάταξη του άρθρου 146 του ίδιου νόμου 4070/2012 προσδιορίζεται ποίες από τις νέες διατάξεις εφαρμόζονται αποκλειστικά στις απαλλοτριώσεις που κηρύσσονται από την έναρξη της ισχύος του και εφεξής (παρ. 1) και ποίες εφαρμόζονται και επί των εκκρεμών απαλλοτριώσεων (παρ. 9). Στις τελευταίες αυτές διατάξεις δεν αναφέρεται ρητά το τροποποιημένο άρθρο 20 του ν. 2882/2001 (Α.Π.

Ολομ. 12/2018, Α.Π. 1630/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την αναιρεσιβαλλομένη 13/2014 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά ως προς τα πραγματικά γεγονότα κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι ενάγοντες είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 21/54 καθένας από τους δύο πρώτους, κατά ποσοστό 2/54 αδιαιρέτως καθένας από τους υπό στοιχεία 3α', β' και γ' (Κ.

Κ. του Ν., Σ. Κ. του Ν. και Α. Κ. του Ν.) και κατά ποσοστό 6/54 αδιαιρέτως ο τέταρτος από αυτούς, ενός οικοπέδου, εμβαδού 1.872 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." του Δήμου Πατρέων και συνορεύει ανατολικά με Παλαιά Εθνική Οδό Πατρών - Κορίνθου, δυτικά με Νέα Εθνική Οδό Πατρών - Κορίνθου, βόρεια εν μέρει με ιδιοκτησία Μ.

και εν μέρει με υπόλοιπη ιδιοκτησία των ιδίων εναγόντων και νότια με ιδιοκτησία Ν. Ρ.. Σε εκτέλεση του από 24-11-1992 Π.Δ/τος (ΦΕΚ 137Δ'/31-12-1992) το παραπάνω οικόπεδο εντάχθηκε στο σχέδιο πόλεως και δη στην πολεοδομική ενότητα "Άνω ... - ...". Μετά την έγκριση της σχετικής πολεοδομικής μελέτης σύμφωνα με το ν. 1337/1983, όπως συμπληρώθηκε με το ν. 1647/1986 και το ν. 1772/1988, για την εφαρμογή του ως άνω εγκριθέντος σχεδίου πόλεως, εκδόθηκε η 3/1997 Πράξη Εφαρμογής της Πολεοδομικής Μελέτης από τη Διεύθυνση ΧΟΠ της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αχαΐας και η συνημμένη αυτής πράξη αναλογισμού ιδιοκτησιών, η οποία κυρώθηκε με την …70/1997 απόφαση του Νομάρχη Αχαΐας, που μεταγράφτηκε νόμιμα στον τόμο ...

και με αύξοντα αριθμό …. στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πατρών. Ακολούθως με την ...1997 διορθωτική πράξη της ιδίας Διεύθυνσης διορθώθηκε η ανωτέρω Πράξη Εφαρμογής με τα ορθά στοιχεία που προέκυψαν μετά από έλεγχο των υποβληθέντων στοιχείων από το Δήμο Πατρέων (συμπληρώθηκαν τα μητρώνυμα για τις ιδιοκτησίες που περιλαμβάνονταν στη συνημμένη ονομαστική κατάσταση του πίνακα της άνω Π.Ε.), και εκδόθηκε η …1997 διορθωτική - συμπληρωματική Μεμονωμένη Πράξη Εφαρμογής, η οποία κυρώθηκε με την ...9/1997 απόφαση του Νομάρχη Αχαΐας, που μεταγράφτηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πατρών στον τόμο ...

και με αύξοντα αριθμό ... Με τις άνω Πράξεις Εφαρμογής, που αφορούν απαλλοτριωτέες, λόγω ρυμοτομίας, εδαφικές εκτάσεις με τα επικείμενά τους, που βρίσκονται στην περιοχή Άνω ... - ... του Δήμου Πατρέων και αποτυπώνονται στα τοπογραφικά διαγράμματα και στους διορθωμένους πίνακες πράξεων εφαρμογής και αναλογισμού της ανωτέρω Διεύθυνσης, συμπεριλήφθηκε και το οικόπεδο, συνιδιοκτησίας των εναγόντων, το οποίο έλαβε κωδικό αριθμό κτηματογράφησης 21.01.210 και εντάχθηκε στα ΟΤ ....

Σύμφωνα με την .../1998 βεβαίωση της Διεύθυνσης ΧΟΠ της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αχαΐας, η οποία συντάχθηκε βάσει των άνω Πράξεων Εφαρμογής και τα συνοδεύοντα αυτές τοπογραφικά διαγράμματα και κτηματολογικούς πίνακες, καθορίστηκε ότι το ακίνητο των εναγόντων εντάχθηκε στο σχέδιο πόλεως της προαναφερθείσας περιοχής με αρχικό εμβαδό 1.454,20 τ.μ., ρυμοτομούμενο κατά τα 1.447,39 τ.μ.

και προσκυρούμενο σε τρίτους κατά τα 6,81 τ.μ. Μετά την αφαίρεση της αναλογούσας εισφοράς σε γη, βάσει των διατάξεων του Ν. 1337/1983, που ανερχόταν συνολικά για όλους τους ενάγοντες σε 309,76 τ.μ., όπως προκύπτει (αθροιστικά) από τον πίνακα της Πράξης Εφαρμογής για τα ΟΤ ..., έπρεπε να αποδοθεί σ' αυτούς (ενάγοντες) οικόπεδο εμβαδού 1.144,44 τ.μ., πλην όμως τους αποδόθηκε οικόπεδο εμβαδού 265,82 τ.μ.

με τον αριθμό ... στο ΟΤ ..., με υποχρέωση εισφοράς χρήματος 1,03 τ.μ., ώστε έπρεπε να αποζημιωθούν από τον εναγόμενο Δήμο Πατρέων για 871,82 τ.μ. Επιπλέον, με βάση την ίδια πράξη αναλογισμού, κατά το μέρος που αυτή αφορά το τμήμα του οικοπέδου, που επεκτείνεται στην πυκνοδομημένη περιοχή, εδαφικά τμήματα του οικοπέδου των εναγόντων, εμβαδού 806,13 τ.μ.

και 60,30 τ.μ. και συνολικά 866,43 τ.μ. ρυμοτομούνται για τις ανάγκες του σχεδίου πόλεως, για τα οποία επίσης οι ενάγοντες δικαιούνται αποζημίωσης. Σύμφωνα με τα παραπάνω, ο εναγόμενος Δήμος Πατρέων οφείλει τελικά να αποζημιώσει τους ενάγοντες για απαλλοτριούμενη έκταση 1.738,25 τ.μ. (871,82 + 866,43). Με την 592/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που δημοσιεύθηκε στις 29-8-2008, καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδος αποζημιώσεως για τα ως άνω εδαφικά τμήματα στο ποσό των 260 ΕΥΡΩ ανά τ.μ., με υπόχρεο αποζημιώσεως τον εναγόμενο Δήμο Πατρέων, ενώ παράλληλα οι ενάγοντες αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι της άνω αποζημιώσεως, καθώς και της μέλλουσας να καθοριστεί οριστικά από το Εφετείο Πατρών.

Η ως άνω καθορισθείσα προσωρινή τιμή μονάδος κατέστη οριστική, λόγω της μη άσκησης αίτησης περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 20 παρ. 2 εδ. γ' του ν. 2882/2001 εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας από τη δημοσίευση της ως άνω αποφάσεως για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης (βλ.

το ...11-2-2011 πιστοποιητικό της Γραμματέως του Εφετείου Πατρών). Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι δεν έλαβε χώρα καταβολή στους ενάγοντες - δικαιούχους ή παρακατάθεση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και δημοσίευση της γενομένης καταθέσεως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της αποζημίωσης, που ορίστηκε, μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της ως άνω αποφάσεως για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.

Λόγω άπρακτης παρέλευσης της 18μηνης προθεσμίας καταβολής της προσωρινώς ορισθείσας αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου των εναγόντων, η προκείμενη ρυμοτομική απαλλοτρίωση ανακλήθηκε αυτοδικαίως, ως μη συντελεσθείσα κατά το άρθρο 7 του ν.δ. 797/1971. Εξάλλου, οι ενάγοντες δεν επικαλούνται ούτε αποδεικνύουν ότι εντός έτους από την πάροδο της ανωτέρω προθεσμίας του ενάμισι έτους υπέβαλαν έγγραφη δήλωση στο Υπουργείο Οικονομικών ότι επιθυμούν την περαιτέρω διατήρηση της προκείμενης απαλλοτρίωσης, σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 3 του ν.δ. 797/1971, από την οποία και μόνο (έγγραφη δήλωση) συνάγεται σαφώς και χωρίς να καταλείπονται αμφιβολίες, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η βούλησή τους για διατήρηση της απαλλοτρίωσης, ώστε να καταστήσει ανίσχυρη την επελθούσα αυτοδίκαιη άρση της.

Εφόσον λοιπόν δεν έχει υποβληθεί η ανωτέρω έγγραφη δήλωση, δεν ασκεί καμία επιρροή στην ήδη επελθούσα, κατά το άρθρο 17 παρ. 4 του Συντάγματος και τη σύμφωνη προς αυτό διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 11 του ν.δ/τος 797/1971 αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτρίωσης, η άσκηση της υπό κρίση αγωγής προς επιδίκαση της οφειλόμενης λόγω της απαλλοτριώσεως αποζημιώσεως, που καθορίσθηκε, πριν από την πάροδο της προβλεπόμενης για τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης προθεσμίας.

Εφόσον λοιπόν, κατά τα προαναφερθέντα, επήλθε αυτοδίκαιη ανάκληση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης από την άπρακτη παρέλευση της 18μηνης προθεσμίας από τη δημοσίευση της απόφασης του προσωρινού καθορισμού της αποζημίωσης, ήτοι από τη μη συντέλεσή της, το ακίνητο των εναγόντων απηλλάγη από το βάρος της απαλλοτρίωσης και απέβαλε το χαρακτήρα του ως ρυμοτομούμενο ακίνητο και, ως εκ τούτου, οι ενάγοντες (καθ' ων η απαλλοτρίωση) δεν μπορούν πλέον να έχουν αξίωση για αποζημίωση, λόγω της απαλλοτρίωσης που ήδη ανακλήθηκε αυτοδίκαια, και, συνεπώς, χρηματική απαίτηση (αποζημίωση) κατά του υπέρ ου η απαλλοτρίωση Δήμου Πατρέων.

Πρέπει, εξάλλου, να σημειωθεί ότι μετά την εφαρμογή του ν. 2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων", η προβλεπόμενη από το άρθρο 11 παρ. 3 του νόμου αυτού αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτρίωσης, μετά την πάροδο της συνταγματικής προθεσμίας (18μηνο) χωρίς την καταβολή της αποζημίωσης είναι οριστική και δεν μπορεί πλέον να θεωρηθεί ως μη γενομένη με τη σχετική δήλωση του ιδιοκτήτη, που προέβλεπε το άρθρο 11 παρ. 3 του ν.δ. 797/1971 [......], νομιμοποιούμενοι δε στην ανάκληση ή άρση της απαλλοτρίωσης είναι ο θιγόμενος ιδιοκτήτης, ο υπέρ ου η απαλλοτρίωση υπόχρεος της αποζημιώσεως, το Ελληνικό Δημόσιο [...].

Τούτο συνάγεται από την αδιάστικτη ερμηνεία των διατάξεων περί "αυτοδίκαιης άρσης της (μη συντελεσμένης) απαλλοτρίωσης" και ότι κάθε ενδιαφερόμενος μπορεί να ζητήσει την τυπική άρση αυτής με την προσφυγή στο Διοικητικό Πρωτοδικείο. Εξάλλου, η άνω κρίση ενισχύεται και από το ότι στο νέο ΚΑΑΑ δεν επαναλήφθηκε η διάταξη του άρθρου 11 παρ. 3 του ν.δ. 797/1971 που παρείχε στον ιδιοκτήτη (καθ' ου η απαλλοτρίωση) τη δυνατότητα διατήρησης της απαλλοτρίωσης [...].

Ενόψει των προεκτεθέντων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε αντίθετα και, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό ότι η προκείμενη ρυμοτομική απαλλοτρίωση ανακλήθηκε αυτοδικαίως λόγω μη συντέλεσής της, εφόσον δεν έλαβε χώρα παρακατάθεση της αποζημιώσεως εντός δεκαοκταμήνου από τη δημοσίευση της απόφασης καθορισμού της προσωρινής τιμής μονάδος αποζημιώσεως, που ο εναγόμενος Δήμος Πατρέων προέβαλε πρωτοδίκως και επαναφέρει στο Δικαστήριο τούτο, δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή, έσφαλε ως προς την ορθή εφαρμογή του νόμου και την ορθή εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τους βάσιμους σχετικούς λόγους της εφέσεως.

Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή στην ουσία της η έφεση και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση. Ακολούθως, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο για κατ' ουσίαν έρευνα (άρθρο 535 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η αγωγή και να καταδικαστούν οι ενάγοντες στα δικαστικά έξοδα του εναγομένου, και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας (άρθρο 176 και 183 Κ.Πολ.Δικ.), μειωμένα όμως κατά το άρθρο 281 παρ. 2 του Ν. 3463/2006, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό".

Έκρινε, δηλαδή, το Εφετείο ότι ο υπέρ ου η αναγκαστική απαλλοτρίωση και υπόχρεος για την καταβολή της αποζημιώσεως, ήδη αναιρεσίβλητος Δήμος Πατρέων, ενομιμοποιείτο να προτείνει τον ισχυρισμό περί αυτοδίκαιης άρσεως της απαλλοτριώσεως των ακινήτων των αναιρεσειόντων, λόγω μη συντελέσεώς της, επειδή δεν έλαβε χώρα η καταβολή ή η παρακατάθεση της αποζημιώσεως εντός της προαναφερόμενης προθεσμίας, με συνέπεια να έχει αποσβεστεί η προς είσπραξη της παραπάνω αποζημιώσεως αξίωση των εναγόντων - αναιρεσειόντων.

Κρίνοντας, όμως, έτσι εσφαλμένως ερμήνευσε και εφήρμοσε τις αναφερόμενες στην αρχή της παρούσας οικείες νομικές διατάξεις, διότι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτριώσεως, μόνον από τους καθ' ων η απαλλοτρίωση, ιδιοκτήτες των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και ήδη αναιρεσείοντες μπορεί να προταθεί, οι οποίοι όχι μόνον δεν την επικαλέστηκαν, αλλά, αντίθετα, άσκησαν την ένδικη αγωγή τους, επιδιώκοντας την επιδίκαση της αποζημιώσεως, ενέργεια από την οποία συνάγεται σαφώς η βούλησή τους να μην ασκήσουν το δικαίωμα που θεσπίστηκε προς το συμφέρον τους, να καταστήσουν δηλαδή ανίσχυρη την απαλλοτρίωση, επικαλούμενοι την αυτοδίκαιη άρση της, αλλά η βούλησή τους να διατηρηθεί η απαλλοτρίωση, οπότε η άρση της θεωρείται ως μη γενομένη (Α.Π.

Ολ. 12/2018, 7/2007, Α.Π. 1630/2018, Α.Π.754/2018). Πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να σημειωθεί ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής στην ένδικη περίπτωση η διάταξη του άρθρου 20 παρ. 10 του ν. 2882/2001, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 131 παρ. 1 του ν. 4070/2012, η οποία, κατά τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη, αναφέρεται μόνον στις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που κηρύσσονται από την έναρξη της ισχύος του (10.4.2012) και εφεξής και όχι στις εκκρεμείς απαλλοτριώσεις, όπως η ένδικη, που κηρύχθηκε πριν από την 10.4.2012 (Α.Π.

Ολ. 12/2018, Α.Π. 1630/2018, Α.Π. 498/2017). Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα ίδια, κρίνεται βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης, μετά ταύτα, της έρευνας του ίδιου λόγου, κατά το υπόλοιπο μέρος του, ο οποίος αναφέρεται στο ίδιο κεφάλαιο και καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου που έγινε δεκτός.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί αντιστοίχως η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους Δικαστές εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, προκειμένου να ερευνηθεί εκ νέου (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.).

Ο αναιρεσίβλητος, ως ηττώμενος διάδικος, πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, για τον υπολογισμό της οποίας θα ληφθεί υπόψη και η διάταξη του άρθρου 281 παρ. 2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, που κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν. 3463/2006.

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του καταβληθέντος εκ μέρους τους παραβόλου, ενόψει της νίκης τους (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 13/2014 απόφαση του Εφετείου Πατρών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ. Και

Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στους καταθέσαντες τούτο αναιρεσείοντες.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουλίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ