Supreme Court dismisses appeal against insurance company for procedural default and lack of substantive review. Appeal against individual is remitted to plenary. Appeal dismissed.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the insurance company due to the appellant's failure to appear or be represented, allowing the hearing to proceed. The court rejected the claim that the lower court failed to examine constitutional arguments regarding insurance limits, ruling that such arguments are inadmissible when the first instance court already rejected the claim as unlawful. However, the appeal against the individual defendant was remitted to the plenary section for further examination on a separate issue.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553, 309, 321, 495 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraph 19: An appeal based on the alleged failure to examine substantive facts is inadmissible when the first instance court has already rejected the claim as unlawful, as no factual evaluation remains to be conducted.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 754 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 754/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Κ. του Π. και 2) Μ. συζ. Γ. Κ., το γένος Τ. Δ. - Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Παναγιούλα Χεινοπόρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Π. του Μ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας για παράβαση νόμου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-5-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6743/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1803/2014 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-5-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και το 2ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 15-2-2018 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε 1) να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του πρώτου των αναιρεσιβλήτων και 2) να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος και να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος αυτής, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του δεύτερου αναιρεσιβλήτου. Ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από την .../27-9-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Κ. Β. προκύπτει ότι, με επίσπευση των αναιρεσειόντων, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 1-5-2015, αίτησης αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων.
Συνεπώς, αφού ο τελευταίος δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρ. 576 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα).
ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 στοιχ. β’ , 309 εδάφ. 1, 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του εν λόγω ένδικου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Τελεσίδικη είναι η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης. Επομένως, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαψε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε η, κατ’ άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεκαπενθήμερη, προς άσκηση αυτής, προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος που ερημοδικάστηκε παραιτήθηκε νόμιμα από το ένδικο μέσο που άσκησε ή από το δικαίωμα προς άσκησή του, διότι από τότε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1β ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ. 17/2013).
Η απόδειξη της τελεσιδικίας της πληττόμενης με αναίρεση απόφασης γίνεται με τη προσκόμιση των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (ΑΠ 864/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 60/2017, ΑΠ 1097/2014).
Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό της διάταξης αυτής του άρθρου 553 ΚΠολΔ προς εκείνες των άρθρων 74, 75 παρ. 1 και 2 και 76 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η οριστική απόφαση που εκδίδεται καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς για καθέναν από τους ομοδίκους και, συνεπώς, υπόκειται σε αναίρεση κατά το μέρος που είναι τελεσίδικη, προτού δηλαδή να γίνει τελεσίδικη και ως προς τους υπόλοιπους ομοδίκους.
Αντίθετα, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτά με αίτηση αναίρεσης μόνο όταν καταστεί τελεσίδικη για όλους τους ομοδίκους (ΑΠ Ολομ. 18/2001, ΑΠ 153/2017). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης από τον διάδικο που συμμετείχε νομότυπα στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η πληττόμενη απόφαση, είναι να υπάρχει σε αυτόν (αναιρεσείοντα) έννομο συμφέρον που αναφέρεται σε κάποιο όφελος που αυτός προσδοκά από την εξαφάνιση της πιο πάνω απόφασης σε σχέση με το αντικείμενο της δίκης (ΑΠ 2004/2017).
Το απαιτούμενο αυτό έννομο συμφέρον προκύπτει κυρίως από τη βλάβη που υπέστη ο διάδικος, ο οποίος επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης. Βλάβη του διαδίκου υπάρχει, όταν βλάπτεται (ηττάται). Τούτο συμβαίνει, όταν απορρίπτονται, ολικά ή μερικά, οι αιτήσεις του ή γίνονται, ολικά ή μερικά, δεκτές έναντι αυτού αιτήσεις του αντιδίκου του.
Η βλάβη δηλαδή του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του, ήτοι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρέπει να περιέχει κάποια διάταξη υπέρ του αντιδίκου του αναιρεσείοντος. Το έννομο συμφέρον κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση και, εφόσον δεν θεμελιώνεται από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης και δεν προκύπτει από το διατακτικό της απόφασης που πλήττεται, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης κρίνεται απαράδεκτος (ΑΠ 638 - 639/2016, ΑΠ 294/2015, ΑΠ 1619/2010).
Τέλος, από τις διατάξεις του άρθρου 577 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για να γίνει δεκτός λόγος αναίρεσης, από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 559 του Κώδικα αυτού, πρέπει να είναι, κατ’ αρχάς, παραδεκτός. Έτσι είναι απαράδεκτος ο αλυσιτελής λόγος αναίρεσης, δηλαδή όταν η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν επιδρά κατά νόμο στο διατακτικό της πληττόμενης απόφασης.
Στην ερευνώμενη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 1803/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε ερήμην του ήδη πρώτου των αναιρεσιβλήτων, τότε εφεσίβλητου Σ. Μ. Π., κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670 έως 676 (681Α) ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν τότε, επί της από 8-9-2013 έφεσης (με αριθμό κατάθεσης .../17-10-2013) των ήδη αναιρεσειόντων (κατά των δύο αναιρεσιβλήτων) και επί της από 4-12-2013 (με αριθμό κατάθεσης .../6-12-2013) έφεσης του ήδη δεύτερου των αναιρεσιβλήτων ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", ως καθολικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας "...", της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, κατά της πρωτόδικης 6743/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής του, αφού συνεκδίκασε τις εφέσεις αυτές και, ειδικά, την πρώτη απ’ αυτές ερήμην του πρώτου εφεσιβλήτου, ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, ορίζοντας παράβολο για την περίπτωση που αυτός θα ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας που επιτρέπεται στην προκείμενη διαδικασία, κατά τα άρθρα 681Α, 673 και 674 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν (ΑΠ 1261/2017) και τις δέχθηκε, ως ουσιαστικά βάσιμες, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε κατ’ ουσίαν την ένδικη, από 28-5-2012 (με αύξοντα αριθμό κατάθεσης .../30-5-2012), αγωγή, από αδικοπραξία (τροχαίο ατύχημα), των αναιρεσειόντων, την οποία, τελικά, δέχθηκε, εν μέρει, και αναγνώρισε ότι οι αναιρεσίβλητοι είναι υποχρεωμένοι, καθένας εις ολόκληρο, να καταβάλουν στους αναιρεσείοντες τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που οι τελευταίοι υπέστησαν από το επίδικο τροχαίο ατύχημα (και, επιπλέον, στον πρώτο, τη χρηματική παροχή του άρθρου 931 ΑΚ).
Στη συνέχεια, μείωσε τα ποσά αυτά, έναντι του δεύτερου αναιρεσιβλήτου, σύμφωνα με τη νέα ρύθμιση των διατάξεων του άρθρου 4 παρ. γ’ του ν. 4092/2012, κατά τις διαλαμβανόμενες διακρίσεις, ήτοι κατά ποσοστό 30% και 10%, αντίστοιχα (και με τόκο 6%). Για τη μείωση αυτή παραπονούνται τώρα οι αναιρεσείοντες με τους δύο λόγους της αναίρεσης, όπως θα εκτεθεί στις επόμενες σκέψεις της παρούσας απόφασης.
Από τα στοιχεία, όμως, της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη εφετειακή απόφαση επιδόθηκε στον πρώτο αναιρεσίβλητο (ούτε ότι αυτός παραιτήθηκε από το δικαίωμά του να ασκήσει το ένδικο αυτό μέσο), ώστε κατά το άρθρο 503 παρ. 1, σε συνδυασμό και με το άρθρο 144 ΚΠολΔ, να αρχίσει γι’ αυτόν, που δικάστηκε στο Εφετείο ερήμην, η δεκαπενθήμερη προθεσμία για την άσκηση κατά της απόφασης αυτής ανακοπής ερημοδικίας.
Έτσι όμως η απόφαση αυτή υπόκειται εξακολουθητικά σε ανακοπή ερημοδικίας από τον πρώτο αναιρεσίβλητο, οπότε, κατά τα προαναφερόμενα, δεν συγχωρείται κατ’ αυτής αναίρεση και, ως εκ τούτου, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται εναντίον του, να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Άλλωστε, και με την εκδοχή ακόμη ότι η πληττόμενη απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη και ως προς τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων (μεταξύ του οποίου - οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και του συνεναγομένου του "Επικουρικού Κεφαλαίου" δημιουργείται σχέση απλής ομοδικίας, σύμφωνα με τα άρθρα 914, 926, 927 ΑΚ και 74 επ.
ΚΠολΔ), η απόφαση δεν περιέχει, σε σχέση με αυτόν, καμία επιβλαβή διάταξη σε βάρος των αναιρεσειόντων, σύμφωνα με όσα οι ίδιοι εκθέτουν στην αίτηση αναίρεσής τους, ούτε μνημονεύουν ποία επίδραση θα είχε, αν ευδοκιμούσε η αναίρεσή τους, στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και ποίο το όφελος που προσδοκούν από την εξαφάνιση αυτής και, κατά συνέπεια, η αίτηση αναίρεσης είναι απορριπτέα, ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο, ως απαράδεκτη και για την εν λόγω αιτία.
ΙΙΙ. Με το άρθρο τέταρτο παρ. γ’ του ν. 4092/2012, που ισχύει από 8-11-2012, αντικαταστάθηκε η παρ. 2 του άρθρου 19 του ν. 489/1976 (που κωδικοποιήθηκε με το π.δ. 237/1986), όπως είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 37 παρ. 26 του ν. 2496/1997, και εισήχθησαν ρυθμίσεις, ως προς την ευθύνη του "Επικουρικού Κεφαλαίου", βάσει των οποίων α) τέθηκε, ως ανώτατο όριο, στη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, το χρηματικό ποσό των 6.000 ευρώ για κάθε δικαιούχο, β) ειδικά, για την περίπτωση ευθύνης του "Επικουρικού Κεφαλαίου", εξαιτίας ατυχήματος που προκλήθηκε από αυτοκίνητο, καλυπτόμενο, ως προς την αστική ευθύνη έναντι τρίτων, από ασφαλιστική εταιρεία, η οποία πτώχευσε ή της οποίας ανακλήθηκε οριστικά η άδεια λειτουργίας ή η εκτέλεση σε βάρος της απέβη άκαρπη, ορίστηκε κλιμακωτά η υποχρέωσή του να καταβάλει την αποζημίωση που επιδικάστηκε (με ανώτατο όριο 100.000 ευρώ, με εξαίρεση για τα πρόσωπα που ζημιώθηκαν με αναπηρία) και γ) ορίστηκε ότι οι ρυθμίσεις αυτές καταλαμβάνουν και τις ήδη γεννημένες αξιώσεις κατά του "Επικουρικού Κεφαλαίου", χωρίς, πάντως, να θίγονται αξιώσεις που έχουν επιδικαστεί με οριστική δικαστική απόφαση.
Επίσης, με άλλο εδάφιο στην ίδια γ’ παράγραφο του άρθρου αυτού, διατηρήθηκε η πρόβλεψη ότι οι τόκοι που βαρύνουν το "Επικουρικό Κεφάλαιο" για την καταβολή αποζημιώσεων και χρηματικών ικανοποιήσεων υπολογίζονται με επιτόκιο 6% ετησίως που μπορεί να μεταβάλλεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μετά από εισήγηση της Τράπεζας της Ελλάδας.
Όμως, οι νέες αυτές διατάξεις είναι αντίθετες 1) όσον αφορά εκείνες, με τις οποίες εισάγεται περιορισμός στα ποσά που επιδικάζονται ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, έναντι του "Επικουρικού Κεφαλαίου", στην παράγραφο 1 του άρθρου 3 της οδηγίας 72/166 του Συμβουλίου της 24-4-1972 και στην παράγραφο 4 του άρθρου 1 της Δεύτερης Οδηγίας του Συμβουλίου της 30-12-1983 (84/5/ΕΟΚ), αλλά και στο άρθρο 25 παρ.1 εδάφ.
δ’ του Συντάγματος, ενώ, κατά το μέρος που η εν λόγω ρύθμιση καταλαμβάνει και τις ήδη γεννημένες αξιώσεις κατά του "Επικουρικού Κεφαλαίου", αντίκειται στα άρθρα 17 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ("ΕΣΔΑ"), που κυρώθηκε εκ νέου (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη, έναντι των νόμων, ισχύ (ΑΠ Ολομ., 5/2017, 4/2017) και 2) όσον αφορά εκείνες που περιορίζουν το ύψος του επιτοκίου, στα άρθρα 4 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδάφ.
δ’ του Συντάγματος, 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ν. 2462/1997) και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της "ΕΣΔΑ" (ΑΠ Ολομ., 5/2017, 4/2017 και 3/2017). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 249 εδάφ. α’ ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν μπορεί να προσβληθεί.
Από τη διατύπωση και το σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπιστεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, συνάγεται ότι η εφαρμογή της δεν είναι εκ προοιμίου ασυμβίβαστη με την αναιρετική δίκη. Διότι, παρά τη μη ειδική αναφορά της στο άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπου γίνεται ενδεικτική μνεία μιας σειράς από διατάξεις του γενικού μέρους του ΚΠολΔ που μπορούν να έχουν εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, δεν αποκλείεται, σε συγκεκριμένη περίπτωση, η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται από το άρθρο 249 ΚΠολΔ να εξασφαλίζει την προσφορότερη λύση για την εξυπηρέτηση του παραπάνω σκοπού.
Αυτό συμβαίνει, προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, όπου και εκκρεμεί. Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση αιτίαση, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδάφ.
α’ ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο, με την απόφασή του αυτή, παραβίασε, ευθέως, τις πιο πάνω διατάξεις του άρθρου 4 παρ. γ’ του ν. 4092/2012, τις οποίες και εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, με την αιτιολογία ότι αυτές δεν είναι αντίθετες με τις διατάξεις του Συντάγματος, της ΕΣΔΑ και του ενωσιακού δικαίου που έχουν προπαρατεθεί, κατά το μέρος που περιορίζεται η αποζημίωση, την οποία το δεύτερο αναιρεσίβλητο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει στην περίπτωση, μεταξύ άλλων, ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της ασφαλιστικής εταιρείας που καλύπτει ασφαλιστικές ζημίες που προκλήθηκαν από ασφαλισμένο σ’ αυτήν αυτοκίνητο, σε ορισμένο ποσοστό της πλήρους αποζημίωσης του παθόντος, κυμαινόμενο σε ποσοστό από 70% έως 90%, απορρίπτοντας, ως νομικά αβάσιμο, τον σχετικό, θεμελιωτικό του υπό στοιχεία Γ2 λόγου της έφεσης των αναιρεσειόντων, ισχυρισμό τους.
Το ζήτημα αυτό, αν, δηλαδή, η επίμαχη νέα ρύθμιση του άρθρου 4 παρ. γ’ του ν. 4092/2012, με την οποία περιορίζεται το όριο της ευθύνης του ως προς το ύψος της αποζημίωσης και της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης που το δεύτερο αναιρεσίβλητο πρέπει να καταβάλει στον παθόντα, κατά τα προεκτιθέμενα, είναι ή όχι αντίθετη με τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος, της ΕΣΔΑ και του ενωσιακού δικαίου, αφού χαρακτηρίστηκε γενικότερου ενδιαφέροντος, έχει ήδη παραπεμφθεί στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με τη 1780/1-11-2017 απόφαση του παρόντος Δ’ πολιτικού τμήματος αυτού.
Συνεπώς, για την ενότητα της νομολογίας και προκειμένου να αποφευχθεί η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων, συντρέχει, εύλογα, περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 249 ΚΠολΔ, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη. Κατόπιν αυτού, πρέπει, αναφορικά με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδάφ. α’ ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, ως προς το δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, να ανασταλεί η πρόοδος της παρούσας δίκης, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση, για το ζήτημα αυτό, από την Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, προς την οποία η τυχόν παραπομπή και της υπόθεσης αυτής θα επιβράδυνε ακόμη περισσότερο την εκδίκασή της.
IV. Με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε, δηλαδή ο λόγος αυτός προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης.
Έτσι, παρέπεται ότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει την αίτηση παροχής έννομης προστασίας ως μη νόμιμη ή αόριστη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους (ΑΠ Ολομ. 3/1997, ΑΠ 870/2017, ΑΠ 841/2017, ΑΠ 204/2016).
Στην παρούσα περίπτωση, με τον δεύτερο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο ότι απέρριψε, χωρίς επαρκή και σαφή αιτιολογία, τον σχετικό λόγο της έφεσής τους, κατά τον οποίο οι επίμαχοι ποσοτικοί περιορισμοί που έχουν τεθεί με το άρθρο 4 παρ. γ’ του ν. 4092/2012 στις καταβαλλόμενες από το δεύτερο των αναιρεσιβλήτων αποζημιώσεις κ.λπ.
αντίκεινται στις προβλέψεις των προαναφερόμενων, ανώτερης τυπικής ισχύος, διατάξεων του Συντάγματος, της ΕΣΔΑ και των ενωσιακών οδηγιών και, έτσι, κατά τους αναιρεσείοντες, το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι το Εφετείο απέρριψε τον, θεμελιωτικό του λόγου τούτου, ισχυρισμό της αναιρεσειόντων ως μη νόμιμο και, συνακόλουθα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν εισήλθε στην ουσία της διαφοράς και δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, ως προς το ζήτημα αυτό.
Επομένως, δεν ιδρύεται ο παρών, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, όπως έχει προεκτεθεί και, με βάση αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, ως προς τον δεύτερο λόγο της, σε σχέση με το δεύτερο αναιρεσίβλητο.
V. Στην παρούσα απόφαση, τέλος, δεν διαλαμβάνεται διάταξη για την τύχη του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, καθώς και για τα δικαστικά έξοδα, δεδομένου ότι απομένει προς έρευνα η αίτηση αναίρεσης κατά τον πρώτο λόγο της που έχει παραπεμφθεί στην Ολομέλεια.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1ης Μαΐου 2015 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ...-5-2015 αίτηση των 1) Γ. Κ. και 2) Μ. συζ. Γ. Κ. για αναίρεση της 1803/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του πρώτου των αναιρεσιβλήτων Σ. Μ. Π..
Απορρίπτει την ίδια αίτηση, ως προς τον δεύτερο λόγο της, κατά το μέρος της που στρέφεται κατά του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων "Επικουρικου Κεφαλαίου".
Και
Αναβάλλει, κατά τα λοιπά, τη συζήτηση της αναίρεσης, όσον αφορά τον πρώτο λόγο της, ως προς το δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση από την Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου για το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας ζήτημα που έχει παραπεμφθεί σ’ αυτή με τη 1780/2017 απόφαση του Δ’ Τμήματος του Αρείου Πάγου.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Απριλίου 2018.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ