Legislator Case Law & Legislation
807/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal regarding procedural default for failure to declare inadmissibility due to pending litigation.

Case Number 807/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision, ruling that the lower court did not err by failing to declare the action inadmissible due to pending litigation. The appellants argued this omission constituted a procedural defect under Article 559 of the Code of Civil Procedure, but the court held that such failure does not amount to a procedural default requiring inadmissibility. Instead, the law mandates an automatic stay of proceedings to prevent contradictory judgments, which the lower court correctly applied.

Legislator headnote

AI generated

Articles 222 and 559 of the Code of Civil Procedure; The failure of a court to stay proceedings due to pending litigation does not constitute a procedural default requiring the declaration of inadmissibility, as the law automatically stays the case to prevent contradictory judgments.

Keywords

AI generated
procedural default pending litigation inadmissibility contradictory judgments automatic stay Code of Civil Procedure appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 260 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 222 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 14 of the Code of Civil Procedure
Article 496 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure
Articles 189 number 1, 191 number 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 544 paragraph 1 and 549 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 807 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 807/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή και Στυλιανή Μπλέτα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. (Μ.) Τ., κατοίκου ..., 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Νέα Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Π. Β. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Διαλυνά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις, 4) Ν. Φ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κοτρωνάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 5) Δ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Α. του Σ., 2) Θ. Π. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Παπαχρονόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/6/2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3867/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3873/2018 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26/2/2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 20/2019, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1545/2017). Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 260 του ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 16 του ν. 4842/2021 και ισχύει, κατ' άρθρο 120 του ίδιου νόμου, από 1-1-2022, όταν οι υποθέσεις που είναι γραμμένες στο πινάκιο δεν εισάγονται προς συζήτηση συνεπεία λόγων ανώτερης βίας ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του διευθύνοντος το δικαστήριο, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο.

Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Με πρωτοβουλία του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα.

Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων συνάγεται ότι, σε περίπτωση που η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ματαιώθηκε λόγω αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων για λόγους ανωτέρας βίας, με πράξη του προέδρου του αντίστοιχου τμήματος του Αρείου Πάγου ορίζεται νέα σύντομη δικάσιμος, χωρίς όμως να απαιτείται να επιδοθεί κλήση από τον έναν διάδικο στον άλλον για τη συζήτηση της υπόθεσης, καθώς η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, που γίνεται από το γραμματέα, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Κατ' αναλογική δε εφαρμογή των όσων ισχύουν σε περίπτωση αναβολής της υπόθεσης με αίτημα των διαδίκων και εγγραφής της στο πινάκιο από το γραμματέα (άρθρο 226 παρ. 4 εδ. γ' και δ' ΚΠολΔ, που, κατ' άρθρο 575 εδ. β' αυτού, εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη), προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, λόγω της εγγραφής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος, κατά τη νέα δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για την αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση δεν συζητήθηκε (ΑΠ 866/2022, ΑΠ 308/2019, ΑΠ 1038/2018, ΑΠ 1062/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη από 26.2.2019 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 3873/2018 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών είχε προσδιοριστεί αρχικά για τη δικάσιμο της ...2020, με αριθμό πινακίου ..., σύμφωνα με την κάτω από αυτή Πράξη της Προέδρου του Α1 Πολιτικού Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ), οπότε και αναβλήθηκε με αίτηση των αναιρεσειόντων για τη δικάσιμο της 2.5.2022.

Περαιτέρω, από την από 2.3.2022 επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιά Ιωάννη Αγγελόπουλου, στο δικόγραφο της αναίρεσης που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι αναιρεσίβλητοι, προκύπτει ότι, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων κλήθηκαν οι αναιρεσίβλητοι για την ως άνω δικάσιμο (2.5.2022).

Κατά την δικάσιμο εκείνη, η υπόθεση δεν εισήχθη προς συζήτηση διότι με την ΥΑ 33566/2022 (Φ.Ε.Κ. 1758/Β/11.4.2022) μετατέθηκε η υποχρεωτική αργία της 1.5.2022 για τις 2.5.2022. Με την από 3.5.2022 πράξη του Προέδρου του Α1 Πολιτικού Τμήματος ορίστηκε αυτεπαγγέλτως δικάσιμος η 6.11.2023 και εγγράφηκε στο πινάκιο με αριθμό … με επιμέλεια του Γραμματέα.

Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ο πέμπτος αναιρεσείων δεν παραστάθηκε ούτε κατέθεσε δήλωση μη παράστασης, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ. Επομένως, αφού ο τελευταίος δεν παραστάθηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αν και επέσπευσε εγκύρως με τους λοιπούς αναιρεσείοντες τη συζήτηση κατά την αρχική δικάσιμο, και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο μετά τον αυτεπάγγελτο προσδιορισμό δικασίμου, κατ' άρθρο 260 παρ. 4 του ΚΠολΔ, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη σημερινή δικάσιμο, πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία του πέμπτου αναιρεσείοντος (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την διαδικασία των περιουσιακών διαφορών υπ' αριθ. 3873/2018 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο, αφού δίκασε αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθ. 3867/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή, ακολούθως δέχθηκε εν μέρει την από 20.6.2014 αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά των αναιρεσειόντων. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57 και 59 ΑΚ συνάγεται ότι, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του δικαιούται να αξιώσει: α) την άρση της προσβολής, β) την παράλειψή της στο μέλλον, γ) αποζημίωση κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (άρθρα 914 επ. ΑΚ) και δ) χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Επίσης, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις, για την προαναφερθείσα αξίωση αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως απαιτείται, επιπλέον, υπαιτιότητα του προσβάλλοντος. Προσβολή της προσωπικότητας, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, συνιστούν πράξεις, που περιέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας κάποιου, ακόμα και αν αυτές τον καθιστούν απλά ύποπτο, ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, ή άλλων εκφάνσεων της ζωής του, δοθέντος ότι, κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, στο δικαίωμα της προσωπικότητας περιλαμβάνεται τόσο ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου, που είναι και ο πυρήνας του δικαιώματος, όσο και η ελεύθερη ανάπτυξη αυτής.

Εξάλλου, η προσβολή της προσωπικότητας μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του ΠΚ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, όποιος, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου, ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφημήσεως, και, αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως.

Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως αμφοτέρων των ως άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο, ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του. Ως ισχυρισμός θεωρείται ανακοίνωση που προέρχεται εξ ιδίας πεποιθήσεως ή γνώμης ή από μετάδοση από τρίτο πρόσωπο, ενώ διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της, από άλλον γενομένης, ανακοινώσεως.

Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια. Όμως, δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσεως, ακόμη δε και χαρακτηρισμός, οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά το άρθρο 361 του ΠΚ.

Αντικείμενο της προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητας (ΑΠ 257/2022, ΑΠ 632/2015). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ. α'- δ' του ΠΚ, το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις, που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ.

γ' και δ'). Η τελευταία αυτή διάταξη, για την ενότητα της έννομης τάξεως, εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, εφόσον αίρεται ο άδικος χαρακτήρας των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη της περιπτώσεως της παρ. 2 του άρθρου 367 του ΠΚ), αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου.

Έτσι, η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ. 1 του ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος (ένσταση), λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της πράξεως, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται, λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ και, συνεπώς, παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, άρα και η υποχρέωση του προς αποζημίωση, κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της διατάξεως του άρθρου 367 παρ. 2 του ΠΚ, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημίσεως ή, όταν, από τον τρόπο εκδηλώσεως, ή από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή, πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου (ΑΠ 257/2022).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή, με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 11/2017, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005, ΑΠ 257/2022, ΑΠ 40/2021, Α.Π. 38/2021, Α.Π. 14/2021).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νόμιμης βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ ...81/2022).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της προβλέψεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ ...81/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και με το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 932 ΑΚ, 363, 367 ΠΚ δεχόμενο εσφαλμένα, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ότι οι πρώτος και τρίτος των αναιρεσειόντων τέλεσαν την πράξη της απλής δυσφημήσεως σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, ο δε τέταρτος και πέμπτος των αναιρεσειόντων τέλεσαν την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως και ότι από τον τρόπο που τελέστηκε η απλή δυσφήμηση προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως των αναιρεσιβλήτων.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Το κανάλι της τηλεόρασης "..." ανήκει στην έκτη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία και εκπέμπει το πρόγραμμα του στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη και στις Κυκλάδες, ενώ από 29-1-2014 εκπέμπει και στην Θεσσαλία, μέσω του τηλεοπτικού σταθμού περιφερειακής εμβέλειας "..." που ανήκει στην έβδομη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία, κατόπιν της από 22-10-20...

σύμβασης συνεργασίας, που καταρτίσθηκε μεταξύ τους, δυνάμει της υπ' αριθ. ...... άδειας του Ε.Σ.Ρ. Συγχρόνως, το πρόγραμμα του καναλιού "..." μεταδίδεται σε όλη την Ελλάδα με σύγχρονη αναμετάδοση μέσω διαδικτύου στον ιστοχώρο του καναλιού. Επιπλέον, οι εκπομπές, τις οποίες επιμελείται ο πρώτος εναγόμενος δημοσιογράφος, μεταδίδονται σε όλη την Ελλάδα από τον ειδησεογραφικό χώρο "...", τον οποίο διαχειρίζεται ο ίδιος, πλην, όμως, το εκπεμπόμενο διαδικτυακό τηλεοπτικό πρόγραμμα ανήκει στην δεύτερη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία.

Οι ενάγοντες, οι οποίοι τυγχάνουν σύζυγοι, είναι δικαστικοί λειτουργοί και κατοικούν στα Τρίκαλα. Κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, ο πρώτος ενάγων κατείχε το βαθμό του Προέδρου Εφετών και η δεύτερη ενάγουσα κατείχε το βαθμό του Εφέτη. Κατά τη χρονική, δε, περίοδο 1996-1997 αμφότεροι υπηρετούσαν, ως Πρωτοδίκες και συγκεκριμένα ο, μεν, πρώτος ενάγων στο Πρωτοδικείο Καρδίτσας, η δε, δεύτερη ενάγουσα στο Πρωτοδικείο ....

Το βράδυ της 9-12-20... προς 10-12-20... προβλήθηκε από το ανωτέρω τηλεοπτικό κανάλι της έκτης εναγομένης, καθώς και από το διαδικτυακό ιστοχώρο της δεύτερης εναγόμενης η τηλεοπτική εκπομπή "...". Συντονιστής της εκπομπής ήταν ο πρώτος εναγόμενος δημοσιογράφος, έχοντας ως βοηθό και συνεργάτη του τον τρίτο εναγόμενο, δημοσιογράφο, προσκεκλημένος, δε, στην εκπομπή ήταν, μεταξύ άλλων, ο τέταρτος εναγόμενος, ο οποίος είναι καθηγητής φυσικών επιστημών και συνιδιοκτήτης ενός ξενοδοχείου στην ... ....

Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω εκπομπής, ο πρώτος, ο τρίτος και ο τέταρτος των εναγομένων προέβησαν σε καταγγελίες, που αφορούν στους ενάγοντες. Ειδικότερα, οι εν λόγω εναγόμενοι ανέφεραν ότι η δεύτερη ενάγουσα Θ. Π., η οποία, όπως προεκτέθηκε, κατά τα έτη 1996-1997 υπηρετούσε, ως Πρωτοδίκης, στο Πρωτοδικείο ..., εκδίκασε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, που είχαν ασκήσει στο Μονομελές Πρωτοδικείο ...

ο τέταρτος εναγόμενος, μαζί με τον αδελφό του, Χ. Φ., στρεφόμενοι κατά του αδελφού τους Κ. Φ., σχετικά με τη διοίκηση της ανώνυμης εταιρείας, που είχαν συστήσει οι τρεις αδελφοί, με σκοπό την εκμετάλλευση ενός ξενοδοχείου στην ..., έχοντας ο καθένας ίση αναλογία μετοχών. Ότι, ειδικότερα, αντικείμενο της δίκης ήταν η τύχη μετοχών ποσοστού 20% του κεφαλαίου της εταιρείας, που ο τέταρτος εναγόμενος είχε μεταβιβάσει, με συμβολαιογραφικό πωλητήριο, στον, τότε, καθ' ου η αίτηση, αδελφό του, Κ.

Φ.. Ότι επί της υπόθεσης αυτής, που εκδικάσθηκε με τη σύμπραξη της Γραμματέας του Πρωτοδικείου ... Α. Π., εκδόθηκε από τη δεύτερη ενάγουσα η υπ' αριθ. ... απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση, αφού κρίθηκε ότι το προαναφερόμενο πωλητήριο των μετοχών του τέταρτου εναγομένου προς τον καθ' ου η αίτηση αδελφό του είχε γίνει εικονικά, γεγονός που αποδείχθηκε από αντέγγραφο, το οποίο οι δύο αδελφοί είχαν συντάξει προς απόδειξη της εικονικότητας.

Επιπλέον, ο τέταρτος εναγόμενος ισχυρίσθηκε ότι ένα έτος αργότερα και συγκεκριμένα τα μεσάνυχτα (11.30 -12.00) της 31-12-1997 προς 1-2-1998, καθ' ον χρόνο στο ανωτέρω ξενοδοχείο γινόταν το πρωτοχρονιάτικο "ρεβεγιόν", εμφανίσθηκαν η δεύτερη ενάγουσα με την ανωτέρω γραμματέα και παρέλαβαν μπροστά στα μάτια του τέταρτου εναγομένου, από τον αδελφό του και ομόδικο του στην εν λόγω δίκη, Χ.

Φ., δέκα (10) πακέτα των 5.000 δραχμών το καθένα, δηλαδή συνολικά, το ποσό των 50.000.000 δραχμών, σε καινούργια χαρτονομίσματα, που ο τελευταίος είχε στο χρηματοκιβώτιο του ξενοδοχείου, ακολούθως δε, η δεύτερη ενάγουσα και η γραμματέας αναχώρησαν από το ξενοδοχείο εσπευσμένα. Ότι ο αδελφός του, Χ. Φ. , έδωσε το ποσό αυτό ως δώρο στην δεύτερη ενάγουσα (αντί του ποσού των 80.000.000 δραχμών που, αυτή, δήθεν, του είχε ζητήσει αρχικά), για την ευνοϊκή, υπέρ του τέταρτου εναγομένου και του Χ.

Φ. απόφαση, που η δεύτερη ενάγουσα είχε εκδώσει, κατά τα ανωτέρω, το έτος 1996. Ότι η απόφαση αυτή βασίσθηκε στο προαναφερόμενο αντέγγραφο εικονικότητας το οποίο, όμως, ήταν πλαστό, ως προς το περιεχόμενο και τις υπογραφές των συμβαλλομένων, Ν. Φ. και Κ. Φ., εν γνώσει της δεύτερης ενάγουσας, διότι το είχε καταρτίσει εξαρχής ο πρώτος ενάγων, Γ.

Α., τότε Πρωτοδίκης Καρδίτσας, ενόψει της ανωτέρω δίκης, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως αποδεικτικό μέσο υπέρ των αιτούντων (Ν. Φ. και Χ. Φ.), με την μεσολάβηση του κουμπάρου του, δικηγόρου ...ς, Γ. Μ.. Ότι για την κατάρτιση του πλαστού αυτού εγγράφου, ο πρώτος ενάγων έλαβε από τον Χ. Φ. ως δώρο, σε αδιευκρίνιστο χρόνο, το ποσό των 500.000 δραχμών.

Ότι μετά την παραλαβή εκ μέρους των εναγόντων των προαναφερόμενων χρηματικών ποσών και, συγκεκριμένα, στις 16-12-1998, ο πρώτος ενάγων προέβη στην αγορά, με αγοραπωλητήριο συμβόλαιο ενός οικοπέδου έκτασης 859 τ.μ. σε εξοχική περιοχή των ..., αντί τιμήματος 3.450.000 δραχμών, στο οποίο αργότερα κατασκεύασε μία πέτρινη βίλα, αξίας πολλών χιλιάδων ευρώ.

Ότι κατά την κατάρτιση του εν λόγω συμβολαίου, ο πρώτος ενάγων δήλωσε το Α.Φ.Μ. του πατέρα του και ότι το γεγονός αυτό είναι ύποπτο. Επίσης, ο τρίτος εναγόμενος, βοηθός και ρεπόρτερ Π. Β., ισχυρίσθηκε επιλέξει τα ακόλουθα: "...η συγκεκριμένη κυρία, για την οποία μιλάει ο κ. Φ., αναφερόταν και σε διάλογους από κάποιον ο οποίος εμπλεκόταν στην λεγόμενη μαφία των ακινήτων στο παραδικαστικό.

Σε κάποιους διάλογους λοιπόν, ο συγκεκριμένος άνθρωπος σύμφωνα με αυτά τα οποία έπιασαν οι κοριοί εν πάση περιπτώσει, φέρεται να λέει σε κάποιον γνωστό του ότι εγώ θα πάω στην συγκεκριμένη κυρία επειδή είναι φίλη μου για να με βοηθήσει... να ξεμπλέξω...". Στο τέλος της εν λόγω εκπομπής, ο πρώτος εναγόμενος, Ε.

Τ. ανέφερε ότι "...Μιλήσαμε λοιπόν για τους δικαστές, οι οποίοι είναι πιασμένοι, πιάνονται, εν πάση περιπτώσει τα πιάνουν σύμφωνα με τα καταγγελλόμενα του κ. Φ., ο οποίος είδε μπροστά στα μάτια του να κάνουν φτερά 50.000.000 δραχμές και ο αδελφός του είπε τι είναι αυτά μωρέ". Στην εν λόγω εκπομπή, δεν αναφέρθηκαν από τους ανωτέρω εναγομένους τα ονόματα των εναγόντων, ωστόσο τα στοιχεία, που συνόδευαν την περιγραφή των προσώπων αυτών, ως δικαστών, ήταν τέτοια που τους "φωτογράφιζαν" ευθέως, αφού ο παρουσιαστής της εκπομπής, πρώτος εναγόμενος, ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

α) ότι οι φερόμενοι "διαπλεκόμενοι" δικαστές κατοικούν στα Τρίκαλα όπου διαθέτουν διαμέρισμα ...0 τ.μ., β) ότι είναι έγγαμοι, γ) ότι η μία είναι Εφέτης ... και ο άλλος Πρόεδρος Εφετών, δ) τον αριθμό της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων, που εξέδωσε η δεύτερη ενάγουσα, ε) ότι ο άνδρας της δικαστή αγόρασε στις 16-12-1998 οικόπεδο στην περιοχή ..., προβάλλοντας, μάλιστα, (στην εκπομπή) εικόνα της κατοικίας του και στ) ότι ο άνδρας δικαστής δίκασε, πρόσφατα, μεγάλες ποινικές υποθέσεις με πολιτικό ενδιαφέρον, που απασχόλησαν τη δημοσιότητα.

Μετά την προβολή της ανωτέρω εκπομπής, οι ενάγοντες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά των πρώτου, έκτης, τρίτου και τέταρτου των εναγομένων την από ...-1-2014 αγωγή περί προσβολής προσωπικότητας, η οποία επιδόθηκε στους τελευταίους στις 27-1-2014. Επισημαίνεται ότι αντικείμενο της παρούσας δίκης, όπως τούτο οριοθετείται με την υπό κρίση αγωγή, δεν αποτελεί η, μέσω της ανωτέρω τηλεοπτικής εκπομπής, επικαλούμενη προσβολή της προσωπικότητας των εναγόντων, η οποία αποτελεί αντικείμενο της δίκης επί της ασκηθείσας, ως άνω, από ...-1-2014 αγωγής τους.

Ωστόσο, η παράθεση των διαδοθέντων μέσω της εκπομπής αυτής ισχυρισμών, που προηγήθηκε, παρίσταται αναγκαία, καθόσον, όπως θα εκτεθεί κατωτέρω, στην επόμενη τηλεοπτική εκπομπή, της 30-1-2014, που (όπως και οι επόμενες τηλεοπτικές εκπομπές και αναρτήσεις στο διαδίκτυο) αποτελεί αντικείμενο της παρούσας δίκης, έγινε αναφορά στην εν λόγω ασκηθείσα στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών από ...-1-2014 αγωγή των εναγόντων και διαδόθηκαν εκ νέου οι προαναφερόμενοι σε βάρος τους ισχυρισμοί.

Κατόπιν των ανωτέρω, μεταξύ της από ...-1-2014 αγωγής και της υπό κρίση αγωγής δεν υφίσταται ταυτότητα διαφοράς, κατ' επέκταση, δε, η εκκρεμοδικία που επήλθε με την άσκηση της πρώτης δεν εμποδίζει την έρευνα της δεύτερης (άρθρα 221, 222 ΚΠολΔ). Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που, με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ομοίως, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε.

Επομένως, ο συναφής όγδοος λόγος της υπό κρίση από 20-1-2016 έφεσης, με τον οποίο οι εκκαλούντες - εναγόμενοι υποστηρίζουν το αντίθετο, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 30-1-2014, στην τηλεοπτική εκπομπή "...", ο πρώτος εναγόμενος, αφού πρώτα σχολίασε την εναντίον του από ...-1-2014 αγωγή των εναγόντων (τα ονόματα των οποίων δεν ανέφερε, χωρίς, ωστόσο, να αφήσει καμία αμφιβολία για την ταυτότητα τους), στη συνέχεια, επανέλαβε τόσο ο ίδιος ζωντανά, όσο και με ρεπορτάζ σε video, που είχε ετοιμασθεί, κατ' εντολή και για λογαριασμό του, από τον τρίτο εναγόμενο και το υπόλοιπο επιτελείο του, τα προαναφερόμενα περιστατικά (που είχε αναφέρει στην προηγούμενη εκπομπή) και πιο συγκεκριμένα ανέφερε για τη δωροδοκία της δεύτερης ενάγουσας, για την κατάρτιση από τον πρώτο ενάγοντα του φερόμενου ως "πλαστού" αντεγγράφου, αντί αμοιβής 500.000 δραχμών, καθώς και για το "ύποπτο" Α.Φ.Μ., στο συμβόλαιο αγοράς, που κατήρτισε ο ίδιος ενάγων.

Η εν λόγω εκπομπή μεταδόθηκε (όπως και οι κατωτέρω αναφερόμενες) και από την εδρεύουσα στο Βόλο Μαγνησίας έβδομη εναγομένη, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε." , αδειούχο του τηλεοπτικού σταθμού περιφερειακής εμβέλειας "...". Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το βράδυ της 6-2-2014 προς 7-2-2014 προβλήθηκε από το ανωτέρω τηλεοπτικό κανάλι (...) η εκπομπή "...", την οποία και πάλι επιμελήθηκε και παρουσίασε ο πρώτος εναγόμενος δημοσιογράφος Ε.

Τ., έχοντας ως βοηθό του στο ρεπορτάζ τον τρίτο εναγόμενο, Π. Β., τα θέματα δε, της εκπομπής αυτής, είχαν προαναγγελθεί με έμφαση το προηγούμενο απόγευμα μέσω του διαδικτυακού ιστοχώρου της δεύτερης εναγομένης, "...". Στην εν λόγω εκπομπή κλήθηκε εκ νέου ο τέταρτος εναγόμενος, επαναλήφθηκαν δε, από αυτόν, καθώς και από τους πρώτο και τρίτο εναγομένους η δωροδοκία των εναγόντων από τον Χ.

Φ., καταγγελλόμενη από τον τέταρτο εναγόμενο, Ν. Φ., η απόκτηση μεγάλης περιουσίας από τους ενάγοντες, καθώς και η ανάμιξη της δεύτερης ενάγουσας στο λεγόμενο "παραδικαστικό κύκλωμα της μαφίας των ακινήτων". Επιπλέον, στην εκπομπή αυτή, ο πρώτος , ο τρίτος και ο τέταρτος των εναγομένων αποκάλυψαν ευθέως τα ονόματα των εναγόντων, προβάλλοντας και φωτογραφία των προσώπων τους, αλλά και video με εικόνες της εξοχικής τους κατοικίας, στην ορεινή Πίνδο.

Επίσης, ο τέταρτος εναγόμενος ανέφερε ότι επιχείρησε να συναντήσει τη δεύτερη ενάγουσα, στο γραφείο της και ότι η τελευταία κάλεσε αστυνομικό και τον απομάκρυνε, καθώς και ότι συνάντησε τον πρώτο ενάγοντα και του ζήτησε εξηγήσεις για τη δήθεν δωροδοκία των 50.000.000 δραχμών και ότι ο τελευταίος του είπε ότι "θα τον τυλίξει σε μία κόλλα χαρτί".

Σε άλλο σημείο της τηλεοπτικής εκπομπής, σε σχέση με την περιουσιακή κατάσταση των εναγόντων, ο πρώτος εναγόμενος ανέφερε επιλέξει τα ακόλουθα: "...πολλά διαμερίσματα, πολλά ακίνητα, πολλά κτήματα, μία μεγάλη περιουσία χωρίς προίκα, χωρίς χρήματα, ξεκίνημα από το μηδέν, δύο πρωτοδίκες που δεν είχαν στον ήλιο μοίρα ξαφνικά εμφανίζονται να έχουν διάφορα...

Σε άλλο, δε, σημείο της τηλεοπτικής εκπομπής παρουσιάζονται τα περιουσιακά στοιχεία των εναγόντων. Ειδικότερα, σε ρεπορτάζ-video αναφέρονται επί λέξει τα ακόλουθα: "Ερωτήματα φωτιά για την περιουσιακή κατάσταση του Προέδρου Εφετών ... Γ. Α. προκύπτουν από τα στοιχεία των ακινήτων που βρίσκονται στην κατοχή του ιδίου και της συζύγου του επίσης Εφέτη ...

Θ. Π.. Σύμφωνα με τα συμβόλαια, τα οποία βρίσκονται στη διάθεση της εκπομπής, στις 31-12-1997 η κυρία Π. αγόρασε οικόπεδο στη Φθιώτιδα έναντι 2.000.000 δραχμών. Βέβαια, εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι σύμφωνα με την εκτίμηση της Δ.Ο.Υ. ..., η αντικειμενική αξία του οικοπέδου ήταν 4.000.000 δραχμές. Επιπλέον, στις 16-12-1998 ο κύριος Α.

αγόρασε έκταση 859 τ.μ. στην περιοχή ... έναντι 3.450.000 δραχμών στην οποία αργότερα κατασκεύασε μία πέτρινη βίλα αξίας πολλών χιλιάδων ευρώ. Ενώ κατέχει εξ αδιαιρέτου με τη σύζυγο του διαμέρισμα ...0 τ.μ. στα Τρίκαλα το οποίο απέκτησε το 1992 έναντι 9.500.000 δραχμών. Με μία προσεκτική ματιά στα συμβόλαια διαπιστώνει κανείς για άγνωστο λόγο στο οικόπεδο το οποίο αγόρασε στα Τρίκαλα δεν δήλωσε το δικό του Α.Φ.Μ., αλλά το Α.Φ.Μ.

του πατέρα του, ο οποίος σήμερα δεν βρίσκεται εν ζωή. Τα ερωτήματα που προκύπτουν είναι εύλογα, πώς γίνεται ένας έμπειρος Δικαστής να μπερδεύτηκε και να δήλωνε τον αριθμό φορολογικού μητρώου του πατέρα του και όχι το δικό του. Αν και η δημοσιογραφική ομάδα της εκπομπής είχε επικοινωνήσει με την κυρία Π.

και είχε ζητήσει τοποθέτηση τόσο της ίδιας όσο και του συζύγου της για το θέμα, το ζεύγος των Δικαστών επέλεξε να μην τοποθετηθεί, αντίθετα απάντησε μέσω αγωγής στην οποία αναφέρεται ότι πράγματι το Α.Φ.Μ. που αναγράφεται στο συμβόλαιο δεν ανήκει στον κύριο Α. αλλά στον πατέρα του και ότι πρόκειται για λάθος το οποίο έγινε εκ παραδρομής.

Παράλληλα στην αγωγή σημειώνεται ότι στο έντυπο Ε9 όσο και στη δήλωση περιουσιακής του κατάστασης, την οποία άλλωστε είχαν μεταφέρει οι συνεργάτες της εκπομπής για πρώτη φορά που δημοσιεύθηκε το θέμα, στις 9-12-20.... Πάντως αίσθηση προκαλεί το γεγονός ότι σύμφωνα με την αγωγή την οποία κατέθεσαν ο κύριος Α.

και η κυρία Π., μόνο κατά τα έτη 1991-2000, που ως έγγαμοι υπέβαλαν κοινή δήλωση τα συνολικώς δηλωθέντα φορολογητέα εισοδήματα τους ανήλθαν όπως αναφέρουν σε 174.509.409 δραχμές". Στη συνέχεια, ο πρώτος εναγόμενος, σχολιάζοντας το ανωτέρω ρεπορτάζ αναφέρει επιλέξει: "Μπορεί ένας Δικαστής να βγάλει 174.000.000 δραχμές σε αυτό το χρονικό διάστημα.

Διότι είναι αφελείς, το αναφέρουν στην αγωγή τους, προφανώς έχει χαθεί η ψυχραιμία, το δε οικόπεδο στη Λαμία πόσο είναι κύριε Δ. (κ. Δ.): "στη Λαμία μιλάτε από το συνεταιρισμό...είναι 367+58=1600". Σε άλλο σημείο της ίδιας τηλεοπτικής εκπομπής ο πρώτος εναγόμενος με τον τρίτο εναγόμενο επαναλαμβάνουν ότι το όνομα της δεύτερης ενάγουσας αναφέρεται σε συνομιλίες προσώπων, που συνδέονται με το λεγόμενο "παραδικαστικό κύκλωμα" της μαφίας των ακινήτων, που έχουν καταγραφεί από την Ε.Υ.Π.

Ειδικότερα, οι ανωτέρω εναγόμενοι αναφέρουν ότι τα μέλη της "συμμορίας" ή της "μαφίας" των ακινήτων, όπως τους χαρακτηρίζουν, Ι. Γ. και Γ., έχουν μεταξύ τους τηλεφωνικές συνομιλίες καταγεγραμμένες από την Ε.Υ.Π. όπου γίνονται αναφορές στην κ. Π. και στους Δικαστές. Επίσης ισχυρίζονται ότι ένας ιερέας, που είχε κλέψει μία εικόνα αμύθητης αξίας από τη Μύκονο, ήταν υπόδικος για την πράξη αυτή, στο αρμόδιο Δικαστήριο (Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων) ....

Ότι μία γνωστή του κατηγορουμένου ιερέα επικοινώνησε τηλεφωνικά με το Γ. και στις ...-2-2010 του γνωστοποίησε τηλεφωνικά τα τρία ονόματα της σύνθεσης του δικαστηρίου, που θα εκδίκαζε την εναντίον του ιερέα υπόθεση. Ότι τη σύνθεση αποτελούσαν η δεύτερη ενάγουσα, ως προεδρεύουσα και άλλες δύο γυναίκες, Εφέτες.

Επίσης, οι ανωτέρω εναγόμενοι ισχυρίσθηκαν στην εν λόγω εκπομπή, ότι στην τηλεφωνική επικοινωνία της γνωστής του κατηγορουμένου ιερέα με το Γ., ο τελευταίος ζήτησε από τη συνομιλήτρια του να μεταφέρει στον κατηγορούμενο την πληροφορία ότι "και τα τρία πρόσωπα (της σύνθεσης του δικαστηρίου) είναι "συγγενείς" και είναι "εντάξει".

Ότι η δίκη τελικώς αναβλήθηκε για τον Ιούλιο του ιδίου έτους. Ότι η γνωστή του κατηγορουμένου ιερέα επικοινώνησε και πάλι τηλεφωνικά με το Γ., ο οποίος της γνωστοποίησε ότι οι ίδιες γυναίκες θα είναι στη σύνθεση και στη δικάσιμο του Ιουλίου 2010, για τις οποίες ανέφερε ότι δεν έχουν καμία σχέση με την εκκλησία και ότι πιστεύουν μόνο στο χρήμα.

Επιπλέον φαίνεται να λέει (ο Γ.) ότι "εάν και εφόσον θέλει (ο κατηγορούμενος ιερέας), δεν θα χρειασθεί ούτε δικηγόρο και θα το καθαρίσει", καθώς και ότι το κάνει αυτό για να βγάλει ένα "χαρτζιλίκι". Καταλήγει δε ότι οι γυναίκες της σύνθεσης είπαν ότι τον "παπά θα τον ξεσκίσουμε" και καλύτερα "να τον κάνουμε καλά....

αλλά να πληρωθούμε". Επιπλέον, ο τρίτος εναγόμενος ανάφερε στην ίδια εκπομπή ότι υπάρχει και άλλο τηλεφώνημα μεταξύ του Ι. Γ. και του επικοινωνιολόγου Σ. Τ., στον οποίο "...ο κατηγορούμενος παπάς λέει ότι είδε το .. στη Λαμία και ο Γ. παραδέχεται ναι, εγώ είχα τη ... είχα πάει την Πρόεδρο τότε εγώ, ήταν φίλη μου, λέει για την κυρία Π., ήταν φίλη του εν πάση περιπτώσει..." και "...

παρακάτω λέει πάλι ο κ. Γ. ότι εγώ έτυχε να πάω τότε τη φίλη μου που προεδρεύει εκεί πέρα γιατί βοηθούσε το άλλο παιδί. Αναφέρεται σε μία άλλη υπόθεση προφανώς και λέει ότι θα βοηθούσε ένα άλλο παιδί". Επίσης, κατά τη διάρκεια της εκπομπής, ο πρώτος εναγόμενος ανέφερε επιλέξει: "Πρόκειται δηλαδή όχι για παραδικαστικό, αλλά για δικαστικό κύκλωμα, στο οποίο εμπλέκεται και πάλι η εκκλησία, η εκκλησία δεν λείπει ποτέ και το παπαδαριό από αυτές τις υποθέσεις, φαίνεται ότι έχει συσταθεί εταιρεία σιωπής μεταξύ των δύο πλευρών και δυστυχώς δεν είναι όλοι οι αρχιερείς και οι παπάδες έτσι ούτε όλοι οι δικαστές, αλλά υπάρχει μία ομάδα που επηρεάζει η μεν τη δε.

Δηλαδή οι δικαστές τους ιερείς και οι ιερείς τους δικαστές. Περιβόητη περίπτωση Γ., τον οποίο εδώ θα ξαναβρούμε σήμερα, πανταχού παρών ο κύριος αυτός, δεν έλειπε από πουθενά...". Περαιτέρω, στην ίδια τηλεοπτική εκπομπή, ο πρώτος εναγόμενος, αφού παρέθεσε φωτογραφίες, όπου εμφανίζονται οι ενάγοντες στον Ιερό Ναό Αγίου ... ..., ανέφερε επί λέξει τα εξής: "....

και στις φωτογραφίες που τον είδαμε ήταν με τους παπάδες και τους αγίους και στο παραδικαστικό που αναφέραμε με τις τηλεφωνικές υποκλοπές, ήταν αναφορές από αγίους, παπάδες και Γ.". Σχολιάζοντας, δε, την συμμετοχή του πρώτου ενάγοντος στο σύλλογο με την επωνυμία "Χριστιανικός Σύλλογος Ενοριτών Αγίου ... ...", ο πρώτος εναγόμενος ανέφερε επί λέξει τα εξής: "ο σύλλογος τελεί υπό την αιγίδα και προστασία του Μητροπολίτη Θεσσαλιώτιδος ......

από ό,τι μου διαμηνύουν εδώ, ο κύριος Α. έχει κάνει παρεμβάσεις υπέρ του Μητροπολίτη, που τον κυνηγάει το ΣΔΟΕ...". Στη συνέχεια, στις 7-2-2014 στο διαδικτυακό τόπο "...", ο πρώτος εναγόμενος ανάρτησε σχετικό δημοσίευμα στον ιστοχώρο της δεύτερης εναγομένης, με τίτλο "πενήντα εκατομμύρια δραχμές για μία απόφαση".

Στο διαδικτυακό αυτό δημοσίευμα ήταν συνημμένο σε video το οπτικό υλικό των προαναφερομένων εκπομπών, η δε σχετική ανάρτηση εξακολουθούσε να είναι ενεργή, κατά τη συζήτηση της αγωγής. Στον ίδιο ιστοχώρο, δημοσιεύθηκε ρεπορτάζ, με το περιεχόμενο της εκπομπής, που προηγήθηκε. Συγκεκριμένα, αναρτήθηκαν στον εν λόγω ιστοχώρο επιλέξει τα εξής:

α) "ο Δικαστής Γ. Α. και η Εφέτης σύζυγος του Θ. Π. ελάμβαναν χρήματα προκειμένου να "αποφανθούν" θετικά σε δικαστικές αποφάσεις, καταγγέλλει ο πρώην καθηγητής Ν.. Φ.". Στην ίδια ως άνω, ανάρτηση, η οποία συνοδεύεται από φωτογραφίες των εναγόντων, επαναλαμβάνονται τα περί χρηματισμού, αφενός μεν της δεύτερης ενάγουσας από τον αδελφό του Ν..

Φ. (τέταρτου εναγομένου), αφετέρου δε του πρώτου ενάγοντος, για τη σύνταξη του προαναφερόμενου αντεγγράφου. β) "Το όνομα της Θώμης Π. αναφέρεται στις συνομιλίες που συμπεριλαμβάνονται στη δικογραφία που έχει συσταθεί για το λεγόμενο παραδικαστικό 2". Ακριβώς δε, κάτω από την ανάρτηση αυτή, επαναλαμβάνεται συνοπτικά ότι σε συνομιλίες προσώπων που εμπλέκονται στο παραδικαστικό κύκλωμα αναφέρεται η δεύτερη ενάγουσα, η οποία, κατά τα ανωτέρω, θα εκδίκαζε υπόθεση ιερέα που εμπλέκεται στο κύκλωμα αυτό, καθώς και οι αναφορές "είναι συγγενείς" και "είναι εντάξει", γ) " Ο Γιώργος Α.

στο οικόπεδο το οποίο αγόρασε στα Τρίκαλα δεν δήλωσε το δικό του Α.Φ.Μ., αλλά το Α.Φ.Μ. του πατέρα του, ο οποίος σήμερα δεν βρίσκεται εν ζωή". Ακριβώς δε κάτω από την ανάρτηση αυτή γίνεται συνοπτική αναφορά στην αγορά από τον πρώτο ενάγοντα του προαναφερομένου ακινήτου. Στη συνέχεια, στις 10-2-2014, ο πρώτος εναγόμενος, στην εκπομπή "...", η οποία μεταδόθηκε από την έκτη εναγομένη και αναμεταδόθηκε από την έβδομη εναγόμενη, επανέλαβε, για μία ακόμη φορά, την καταγγελία του Ν..

Φ. περί χρηματισμού των εναγόντων, καθώς και την αναφορά του ονόματος της δεύτερης ενάγουσας στις προαναφερόμενες συνομιλίες μεταξύ προσώπων που φέρονται να μετέχουν στο λεγόμενο παραδικαστικό κύκλωμα της "μαφίας των ακινήτων". Στην ίδια εκπομπή, ο πρώτος εναγόμενος παρουσίασε μία τηλεφωνική συνέντευξη ενός πρώην καταδίκου, ήδη πέμπτου εναγομένου, για ανθρωποκτονία από πρόθεση και κρατουμένου, το έτος 1984, στην κλειστή φυλακή ....

Ειδικότερα, για την εν λόγω συνέντευξη, ο "άγνωστος" κρατούμενος ισχυρίσθηκε ότι το έτος 1986, ενώ εξέτιε ποινή για την προαναφερόμενη αξιόποινη πράξη, της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, υπέβαλε προς το Δικαστικό Συμβούλιο του Πρωτοδικείου ..., αίτηση για να του χορηγηθεί το ευεργέτημα της υφ' όρο απόλυσης από τις φυλακές.

Ότι ενόψει της αίτησης αυτής για την οποία εισηγητής στο δικαστικό συμβούλιο είχε ορισθεί από τον αρμόδιο Πρόεδρο Πρωτοδικών ο πρώτος ενάγων, ο Εισαγγελέας ... (ονόματι Ι. Μ..) πλησίασε τον κρατούμενο εντός της φυλακής και του πρότεινε να δωροδοκήσει, με το ποσό των 100.000 δραχμών, τον εισηγητή της υπόθεσης, για να επιτύχει την παροχή ευεργετήματος.

Ότι αρχικά δεν δέχθηκε να δώσει τα χρήματα και γι' αυτό το δικαστικό συμβούλιο του απέρριψε την αίτηση. Ότι στην συνέχεια, ενόψει της έφεσης, που άσκησε στο Δικαστικό Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, δέχθηκε, κατά προτροπή του δικηγόρου του από τη Λάρισα (με το όνομα Κ.) και έδωσε το ποσό των 100.000 δραχμών, τα οποία, μέσω του δικηγόρου του περιήλθαν στον πρώτο ενάγοντα (τότε Πρωτοδίκη ...).

Ότι με τη δωροδοκία αυτή πέτυχε να λάβει από το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας το ζητούμενο ευεργέτημα, με τη βοήθεια και την παρέμβαση του πρώτου ενάγοντος. Επίσης, στην ίδια εκπομπή, ανέφερε ότι στις 25-6-2009 εκδικάσθηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, όπου προεδρεύων Δικαστής ήταν ο πρώτος ενάγων, μία υπόθεση με κατηγορούμενο τον Μητροπολίτη Ελασσόνας Β.

Κ.. Η κατηγορία, που βάρυνε τον τελευταίο, ήταν ότι αυτός εκτέλεσε, χωρίς άδεια του Υπουργείου Πολιτισμού, εργασίες επισκευής σε μία μονή της επαρχίας του (μνημείο). Κατά την εκδίκαση της ανωτέρω υπόθεσης, ο πρώτος ενάγων, ως προεδρεύων, ρώτησε τον πρώτο μάρτυρα (κατηγορίας), αν στη συγκεκριμένη μονή υπήρχε ή όχι διοίκηση, δηλαδή ηγουμενοσυμβούλιο, δεδομένου ότι, αν υπήρχε διοίκηση της μονής, κατηγορούμενος θα έπρεπε να ήταν ο ηγούμενος αυτής και όχι ο επίσκοπος.

Αφού ο προεδρεύων Γ. Α., διέκοψε το μάρτυρα, επέμενε προς το Μητροπολίτη ότι "σίγουρα θα έχει ορισθεί υπεύθυνη γερόντισσα για όλα". Ο Μητροπολίτης (κατά τα λεγόμενα του πρώτου εναγομένου), "φυσικά συμφώνησε ότι για όλες τις καταστροφές υπεύθυνη ήταν η γερόντισσα, η οποία, όπως είπε, είχε και την έγκριση του.

Ο Πρόεδρος του ζήτησε το χαρτί εξουσιοδότησης και εκχώρησης των αρμοδιοτήτων του προς την γερόντισσα, το χαρτί όμως, ο Σεβασμιότατος δεν το είχε. Τότε ο κύριος Α. διέκοψε τη δίκη μέχρις ότου ο Μητροπολίτης βρει το χαρτί. Όπως είναι λογικό οι άλλοι μάρτυρες δεν πρόλαβαν να καταθέσουν, καθώς η δίκη διεκόπη...

αφού ανεβλήθη η δίκη του Μητροπολίτη συνεχίστηκε στις 5-11-2009, τα όσα συνέβησαν ήταν τουλάχιστον απίστευτα αφού στα πρακτικά όλως περιέργως φαίνονταν να έχουν καταθέσει μάρτυρες που στην πρώτη φάση της δίκης δεν είχαν καταθέσει καν...... Περαιτέρω, ο πρώτος εναγόμενος, σχολιάζοντας τα ανωτέρω ανέφερε τα εξής: "Ενώ η Αγία Τριάδα είχε μόνο δύο, με αποτέλεσμα για τις καταστροφές να είναι ο Μητροπολίτης, εδώ ήταν το "κόλπο", επειδή το Μοναστήρι ήταν στη Μονή και η Μονή δεν είχε Ηγουμενοσυμβούλιο, μετατίθεντο οι ευθύνες για την ζημία που έγινε σε αυτό το αρχαιολογικό μνημείο, στον Μητροπολίτη.

Ο Α., ο οποίος ήταν γνωστός για τις κακώς εννοούμενες σχέσεις του με το παπαδαριό ή το κακώς εννοούμενο παπαδαριό, τύπου Γ., διέκοπτε το μάρτυρα και επέμενε προς τον Μητροπολίτη ότι σίγουρα θα έχει ορίσει υπεύθυνη την Γερόντισσα για όλα. Θέλει να μεταθέσει τις ευθύνες στη γιαγιά. Ο Μητροπολίτης απάντησε ναι και η δίκη διεκόπη προκειμένου ο Σεβασμιότατος να βρει και να προσκομίσει το έγγραφο.

Κι όπως ήταν λογικό οι μάρτυρες οι περισσότεροι δεν κατέθεσαν". Επίσης, έγινε λόγος στην ανωτέρω εκπομπή για μία αναφορά, ενός εκ των μαρτύρων της δίκης προς τον Άρειο Πάγο, με την οποία καταγγέλλεται ότι έγινε αλλοίωση των πρακτικών της προαναφερόμενης δίκης, στην οποία Πρόεδρος ήταν ο πρώτος ενάγων. Ακολούθως, στις 11-2-2014, ο πρώτος εναγόμενος ανήρτησε σχετικό δημοσίευμα στον ιστοχώρο της δεύτερης εναγομένης με τον τίτλο "καταθέσεις μαϊμού".

Ειδικότερα, ο πρώτος εναγόμενος ανάρτησε φωτογραφική σύνθεση στην οποία απεικονίζεται ο πρώτος ενάγων, πίσω, δε, από αυτόν δεσμίδες χαρτονομισμάτων, σε ευρώ. Αναφέρει, δε, τα ακόλουθα: "οσμές παραδικαστικού σκανδάλου αναδίδονται από τα όσα συνέβησαν στη δίκη του Μητροπολίτη Ελασσόνας ..., ο οποίος κατηγορούνταν ότι το 2005, κατά παράβαση του αρχαιολογικού νόμου, παρενέβη αυθαίρετα σε ένα κηρυγμένο με ΦΕΚ βυζαντινό μνημείο του αιώνα, δηλαδή την Ιερά Μονή Αγίας Τριάδος Λιβαδείου Ελασσόνας, το οποία μοναστήρια, δεν έχουν αφήσει τίποτα.

Θυμηθείτε τι έλεγε ο Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου για θρησκευτικές σέχτες". Περαιτέρω, από τα ίδια, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, ουδόλως αποδείχθηκαν τα αναφερόμενα στις ανωτέρω τηλεοπτικές εκπομπές και αναρτήσεις στο διαδίκτυο σε βάρος των εναγόντων πραγματικά περιστατικά περί χρηματισμού αυτών σε σχέση με την υπόθεση των αδελφών Φ.

και συγκεκριμένα: Ουδόλως αποδείχθηκε: α)ότι οι ενάγοντες ήλθαν σε επαφή με τους εμπλεκόμενους στην ανωτέρω δικαστική υπόθεση διαδίκους, αδελφούς Φ., β) ότι η δεύτερη ενάγουσα μετέβη στο ξενοδοχείο αυτών και έλαβε οποιοδήποτε χρηματικό ποσό και γ) ότι ο πρώτος ενάγων συνέταξε το ανωτέρω προσβληθέν ως πλαστό αντέγγραφο, κατά μείζονα, δε, λόγο ότι έλαβε, προς τούτο, οποιοδήποτε χρηματικό ποσό.

Ειδικότερα, σε σχέση με την εκδικασθείσα από την δεύτερη ενάγουσα, ως άνω, υπόθεση αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθ. 30.547 /1989 πράξη του Συμβολαιογράφου ... Ι.. Π. συνεστήθη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", με έδρα την ... και αντικείμενο την εκμετάλλευση ξενοδοχείου στην πόλη της ...ς. Το εταιρικό κεφάλαιο, το Νοέμβριο του έτους 1996, ανερχόταν σε 171.400.000 δραχμές και ήταν διαιρεμένο σε 17.140 μετοχές, ονομαστικής αξίας η κάθε μία 10.000 δραχμών.

Μέχρι τις 19-3-1992, ισότιμοι μέτοχοι της εταιρείας ήταν οι τρεις αδελφοί, ο Χ. Φ., ο Ν. Φ. (ήδη τέταρτος εναγόμενος) και ο Κ. Φ., ο καθένας με 5.714 μετοχές, που αντιπροσώπευαν 33,33% του κεφαλαίου. Οι δύο εκ των τριών αδελφών, δηλαδή ο Ν. Φ. και ο Κ. Φ., στις 19-3-1992, κατήρτισαν στην ... σύμβαση πώλησης 3.428 ανωνύμων μετοχών της εν λόγω εταιρείας (δεν είχαν εκδοθεί τίτλοι, προσωρινοί ή οριστικοί), δυνάμει της οποίας ο Ν.

Φ. φέρεται ότι μεταβίβασε στον Κ. Φ. την κυριότητα των 3.428 μετοχών, αντί τιμήματος 34.280.000 δραχμών. Προς τούτο συνετάγη το υπ' αριθ. 2475/19-3-1992 πωλητήριο συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου ...ς Γ. Π. -Π.. Στις 8-5-1996, ο φερόμενος ως πωλητής των μετοχών, Ν. Φ. άσκησε κατά του αγοραστή αυτών, Κ. Φ. ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ...

την υπ' αριθ. κατ. 188/8-5-1996 αγωγή, με την οποία ισχυρίσθηκε ότι η ανωτέρω πώληση ήταν άκυρη, ως εικονική. Ζήτησε, δε, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα αυτής και να του αποδοθούν οι μετοχές. Προς απόδειξη της εικονικότητας ο Ν. Φ. επικαλείτο στην αγωγή του αυτή ότι συγχρόνως με το πωλητήριο την ίδια ημέρα (19-3-1992), συνετάγη μεταξύ τους ιδιωτικό αντέγγραφο, στο οποίο αναφερόταν ότι η πώληση έγινε εικονικά και δεν καταβλήθηκε το τίμημα.

Η τακτική αυτή αγωγή ορίσθηκε να δικασθεί στις 18-9-1996, οπότε και ματαιώθηκε η συζήτηση της, λόγω εκλογών. Με επιμέλεια του Ν. Φ. και ειδικότερα, με την υπ' αριθ. κατ. 385/1-11-1996 κλήση αυτού ορίσθηκε δικάσιμος για την συζήτηση αυτής στις 5-3-1997, οπότε και ματαιώθηκε οριστικά, αφού έκτοτε ουδείς την επανέφερε προς συζήτηση.

Μέχρι να εκδικασθεί η τακτική αυτή αγωγή, ο Ν. Φ. άσκησε κατά της ανωτέρω εταιρείας και του Κ. Φ. ατομικά ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... την από 24-5-1996 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων για την προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης. Η αίτηση συζητήθηκε κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 3-7-1996 από τη δικαστή Σ. Α., Πρωτοδίκη.

Στη δίκη αυτή, που προηγείται κατά 4,5 μήνες της μεταγενέστερης δίκης ασφαλιστικών μέτρων, στην οποία συμμετείχε ως δικαστής η δεύτερη ενάγουσα, ο αιτών Ν. Φ., προς απόδειξη του ισχυρισμού του περί εικονικότητας του πωλητηρίου συμβολαίου, επικαλέσθηκε και προσκόμισε το προαναφερόμενο αντέγγραφο. Οι καθών η αίτηση, με δήλωση τους, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, προσέβαλαν, ως πλαστό το αντέγγραφο και κατονόμασαν ως πλαστογράφο το Ν.

Φ. και ως ηθικό αυτουργό της πλαστογραφίας το Χ. Φ.. Στη δίκη αυτή, εξετάσθηκε, ως μάρτυρας απόδειξης ο Χ. Φ., ο οποίος κατέθεσε ότι το αντέγγραφο ήταν γνήσιο, ότι υπεγράφη μπροστά του , ότι το έφερε γραμμένο έτοιμο ο Κ. Φ. και ότι η ιδέα του αντεγγράφου ήταν του τότε κοινού δικηγόρου τους Η. Κ., ο οποίος και συνέταξε το περιεχόμενο του, ότι το πρωτότυπο του αντεγγράφου κράτησε ο Κ.

Φ. και ότι ο Ν. Φ. κράτησε ένα αντίγραφο, επικυρωμένο από δικηγόρο. Κλήθηκε, δε, από το δικαστήριο να εξετασθεί για παροχή διευκρινίσεων ο αιτών Ν. Φ., ο οποίος ρητά κατέθεσε "το πρωτότυπο (εννοεί του αντεγγράφου) το πήρα εγώ αρχικά και το πήρε ο Κώστας από το γραφείο και το έκαψε. Τον τελευταίο μήνα προ του Δικαστηρίου δεν πήγα σε δικηγόρο να μου συντάξει έγγραφο".

Το Δικαστήριο, με την υπ'αριθ. 381/1996 απόφαση απέρριψε την αίτηση για τυπικούς λόγους, πλην, όμως, διαβίβασε τα σχετικά έγγραφα, κατ' άρθρο 38 ΚΠΔ, στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών ..., ο οποίος άσκησε ποινική δίωξη για πλαστογραφία σε βάρος του Ν. Φ. και για ηθική αυτουργία σε βάρος του Χ. Φ.. Ακολούθως, μετά την τυπική απόρριψη της ανωτέρω αίτησης, ενόψει νέας γενικής συνέλευσης των μετόχων, ο Ν.

Φ. άσκησε από κοινού με τον αδελφό του Χ. Φ. κατά της εταιρείας και του Κ. Φ. ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... την υπ' αριθ. κατ. 538/1996 αίτηση, με την οποία ζήτησε, πλην άλλων μέτρων, που κατέτειναν σε σύγκληση γενικής συνέλευσης, τη θέση σε μεσεγγύηση των 3.428 μετοχών, μέχρι να εκδικασθεί η τακτική αγωγή του.

Η νέα αυτή αίτηση εκδικάστηκε στις 20-11-1996 και εκδικάσθηκε από την δεύτερη ενάγουσα, τότε Πρωτοδίκη, με Γραμματέα την Α. Π.. Ειδικότερα, με την εν λόγω αίτηση, οι αιτούντες ισχυρίζοντο ότι οι ίδιοι και ο δεύτερος των καθών, Κ. Φ., είναι οι μόνοι μέτοχοι της πρώτης των καθών εταιρείας και έχουν ο καθένας το 1/3 του συνόλου των (ανωνύμων) μετοχών, δηλαδή 5,7...

μετοχές ο καθένας. Ότι ο δεύτερος από τους αιτούντες μεταβίβασε, λόγω πώλησης, με συμβολαιογραφικό έγγραφο, στο δεύτερο καθού, τις 3.428 μετοχές του, πλην, όμως, η μεταβίβαση αυτή ήταν άκυρη, ως εικονική, ώστε κύριος των εν λόγω μετοχών να εξακολουθεί να είναι αυτός. Ότι για το λόγο αυτό άσκησε τακτική αγωγή περί αναγνώρισης της ακυρότητας της πώλησης και διεκδίκησης των μετοχών, που εκκρεμεί ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ....

Τέλος, ισχυρίσθηκε ότι συντρέχει κατεπείγουσα περίπτωση, που δικαιολογεί τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων και συγκεκριμένα, τη θέση, υπό δικαστική μεσεγγύηση του προσωρινού τίτλου, που εκδόθηκε για τις διεκδικούμενες μετοχές. Περαιτέρω και οι δύο αιτούντες ισχυρίσθηκαν ότι ο δεύτερος καθού τους εμποδίζει να συμμετέχουν στις γενικές συνελεύσεις, που συγκαλεί για τους μετόχους της εταιρείας, προφασιζόμενος ότι δεν καταθέτουν τον προσωρινό τίτλο, που η εταιρεία εξέδωσε για τις μετοχές τους, ενώ στην πραγματικότητα τέτοιος τίτλος δεν τους είχε παραδοθεί.

Ισχυρίζοντο, επίσης, ότι, για τους αναφερόμενους στην αίτηση λόγους, συντρέχει άμεση ανάγκη να συγκληθεί έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων με τα προσδιοριζόμενα σ' αυτήν θέματα ημερησίας διάταξης.

Για τους λόγους αυτούς ζήτησαν: 1) ο δεύτερος αιτών, Ν. Φ., να διαταχθεί η δικαστική μεσεγγύηση του προαναφερόμενου προσωρινού τίτλου, που εκδόθηκε για τις διεκδικούμενες μετοχές μέχρι να λυθεί τελεσιδίκως το ζήτημα της κυριότητας αυτών και να ορισθεί μεσεγγυούχος ο δεύτερος αιτών και 2) και οι δύο από κοινού:

α) να διαταχθεί να μην υπολογίζονται οι διεκδικούμενες μετοχές για την συγκρότηση απαρτίας της γενικής συνέλευσης των μετόχων της εταιρείας, β) να υποχρεωθεί το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας να τους δέχεται στις γενικές συνελεύσεις, που θα συγκαλούντο στο μέλλον, ως μετόχους, τον πρώτο, ως κύριο 5.714 μετοχών και το δεύτερο, ως κύριο 2.285 μετοχών, χωρίς να απαιτεί την κατάθεση προσωρινού τίτλου και γ) να υποχρεωθεί το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας να συγκαλέσει έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων με τα αναφερόμενα στην αίτηση θέματα ημερησίας διάταξης.

Στα πλαίσια της δίκης αυτής εξετάσθηκε από την πλευρά των αιτούντων, ως μάρτυρας απόδειξης, η Λ. Φ., η οποία μεταξύ άλλων, για το κρίσιμο αντέγγραφο κατέθεσε: "...φαντάζομαι ότι το αντέγγραφο το συνέταξε ο κ. Κ. (δικηγόρος και Δήμαρχος ...ς). Ο Νίκος πριν από την εικονική μεταβίβαση συμβουλεύθηκε και τον κ. Κ.

και τον Μ. Α., γαμβρό επ'αδελφή, οι οποίοι τον διαβεβαίωσαν ότι δεν διατρέχει κανένα κίνδυνο διότι και αντέγγραφο συνετάγη...". Επίσης, στα πλαίσια της ίδιας δίκης, οι αιτούντες Ν. και Χ. Φ. υποστήριξαν και απέδειξαν ότι η οικονομική κατάσταση της εταιρείας ήταν πολύ κακή και απέδωσαν τα πολλά χρέη της στην κακή διαχείριση του καθού η αίτηση, Κ.

Φ.. Επί της ανωτέρω αίτησης εκδόθηκε από την δεύτερη ενάγουσα η δημοσιευθείσα στις 20-12-1996 υπ' αριθ. ... απόφαση, η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αίτηση, δεχόμενη, κατά πιθανολόγηση, ως βάσιμο τον ισχυρισμό του Ν. Φ. ότι το πωλητήριο των 3.428 μετοχών ήταν εικονικό και το αντέγγραφο γνήσιο. Έκτοτε, η δεύτερη ενάγουσα ουδέποτε εκδίκασε άλλη διαφορά μεταξύ των ανωτέρω διαδίκων, ο, δε, πρώτος ενάγων ουδέποτε εκδίκασε οποιαδήποτε διαφορά των αδελφών Φ..

Εξάλλου, με την υπ' αριθ. 2456/1997 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ... κηρύχθηκε αθώος ο τέταρτος εναγόμενος της αξιόποινης πράξης της πλαστογραφίας, για την οποία είχε κατηγορηθεί. Απολογούμενος δε, στη σχετική δίκη, στις 18-11-1997, υποστήριξε ότι: "Το αντέγγραφο το φτιάξαμε εγώ και ο Κ. (Φ.) καθ' υπόδειξη του Κ....

Είχαμε προβλήματα. Δεν πήρα χρήματα". Από όλα τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι τα καταγγελλόμενα σε βάρος των εναγόντων πραγματικά περιστατικά είναι ψευδή, τούτο δε, γνώριζε ο τέταρτος εναγόμενος, αφού αυτός: α) ήδη από τις 8-5-1996, οπότε άσκησε τη σχετική τακτική αγωγή, επικαλέσθηκε την ύπαρξη του αντεγγράφου, β) κατείχε το αντέγγραφο αυτό τουλάχιστον από 3-7-1996, οπότε το προσκόμισε στη σχετική δίκη, γ) απηλλάγη της κατηγορίας της πλαστογραφίας του αντεγγράφου, υποστηρίζοντας στη σχετική δίκη ότι αυτό είναι γνήσιο και καταρτίσθηκε μεταξύ του ιδίου και του αδελφού του, Κ.

Φ.. Επισημαίνεται, προς ενίσχυση των ανωτέρω, ότι παρά το γεγονός ότι έλαβαν χώρα πολλές αστικές και ποινικές δίκες επί των ζητημάτων της συσταθείσας μεταξύ των αδελφών Φ. εταιρείας και των ιδίων, ο τέταρτος εναγόμενος ουδέποτε ισχυρίσθηκε ότι έλαβε χώρα δωροδοκία δικαστών ούτε, ειδικότερα, των εναγόντων, τον ισχυρισμό δε, αυτό πρόβαλε για πρώτη φορά στις επίμαχες τηλεοπτικές εκπομπές, δηλαδή δεκαέξι (16) έτη μετά.

Εξάλλου, τα ανωτέρω ψευδή πραγματικά περιστατικά ήταν πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των εναγόντων, ως κοινωνικών ανθρώπων και ως δικαστών, τη οποία πράγματι έβλαψαν. Έτσι ο τέταρτος εναγόμενος τέλεσε σε βάρος τους - την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, μη εφαρμοζόμενης, επομένως, σύμφωνα και με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, της διάταξης του άρθρου 367 παρ.1 ΠΚ περί άρσης του άδικου χαρακτήρα της πράξης αυτού.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ομοίως, ως προς τον τέταρτο εναγόμενο, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε. Επομένως, οι πρώτος, τρίτος και έβδομος λόγοι της υπό κρίση έφεσης, με τους οποίους, κατά το αντίστοιχο μέρος τους, ο τελευταίος υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι οι πρώτος και τρίτος εναγόμενοι δημοσιογράφοι γνώριζαν ότι τα ανωτέρω γεγονότα ήταν ψευδή. Γνώριζαν, όμως, ότι ήταν πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των εναγόντων και επεδίωκαν με την αναφορά των γεγονότων αυτών στα προαναφερόμενα μέσα μαζικής ενημέρωσης να τα διαδώσουν ενώπιον τρίτων.

Τούτο, δε, έπραξαν, παρά το γεγονός ότι οι ενάγοντες, πριν τις επίμαχες τηλεοπτικές εκπομπές και αναρτήσεις στο διαδίκτυο είχαν κοινοποιήσει σ' αυτούς την προεκτεθείσα αγωγή, με την οποία διέψευσαν κατηγορηματικά τα σε βάρος τους ψευδή και συκοφαντικά γεγονότα, που είχαν, ήδη, διαδοθεί μέσω της προηγηθείσας τηλεοπτικής εκπομπής της 9-12-20....

Τέλεσαν, επομένως, οι ανωτέρω εναγόμενοι την αξιόποινη πράξη της απλής δυσφήμησης. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι τελευταίοι, πριν την διάδοση των ανωτέρω δυσφημιστικών γεγονότων, δεν φρόντισαν, όπως όφειλαν στα πλαίσια της δημοσιογραφικής δεοντολογίας, τηρώντας το καθήκον αλήθειας και τις αρχές της καλής πίστης, να διαπιστώσουν την ακρίβεια της καταγγελίας του τέταρτου εναγόμενου, λαμβανομένου μάλιστα υπ' όψη ότι οι αποδιδόμενες σε βάρος των εναγόντων κατηγορίες ενείχαν ιδιαίτερη βαρύτητα και απαξία γενικώς, αλλά και ειδικώς, ενόψει της ιδιότητας τους, ως δικαστικών λειτουργών.

Διέδωσαν δε, τα ανωτέρω όχι από δικαιολογημένο ενδιαφέρον αλλά με ειδικό σκοπό εξύβρισης των εναγόντων, ο οποίος προκύπτει από τον τρόπο εκδήλωσης της μειωτικής συμπεριφοράς τους, αφού αυτοί δεν περιορίσθηκαν στην αναφορά των δυσφημιστικών γεγονότων, αλλά ενίσχυσαν αυτά με δικούς τους απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς, κάνοντας λόγο, μεταξύ άλλων, για "ύποπτο ΑΦΜ" στο προαναφερόμενο συμβόλαιο, που κατήρτισε ο πρώτος ενάγων, καθώς και για "δικαστές, οι οποίοι είναι πιασμένοι...πιάνονται..., τα πιάνουν" και χαρακτηρίζοντας αμφότερους τους ενάγοντες, ως "δύο πρωτοδίκες που δεν είχαν στον ήλιο μοίρα και ξαφνικά εμφανίζονται να έχουν διάφορα" και ως "αφελείς" επειδή στην προγενέστερη ασκηθείσα αγωγή τους ανέφεραν ότι τα συνολικά εισοδήματα τους, της χρονικής περιόδου 1991-2000, ανήλθαν σε 174.509.409 δραχμές.

Γνώριζαν δε οι εν λόγω εναγόμενοι ότι αυτός ο τρόπος εκδήλωσης της μειωτικής συμπεριφοράς τους δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαίος για την απόδοση των σκέψεων τους. Επομένως, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης τους δεν αίρεται, κατ' άρθρο 367 παρ.1 ΠΚ, που σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις, που προεκτέθηκαν, δεν εφαρμόζεται επί συνδρομής ειδικού σκοπού εξύβρισης το δεδομένο αυτό, η ανατροπή της άρσης του άδικου χαρακτήρα της πράξης τους συνεπάγεται κατ' αρχήν περιορισμό της ελευθερίας του τύπου, ο οποίος, όμως συγκαταλέγεται σε εκείνους, που προβλέπονται, άμεσα, μεν, στην ΕΣΔΑ (άρθρο 10) , έμμεσα, δε, πλην σαφώς στο Σύνταγμα (άρθρα 14 και 15) ως επιτρεπτοί.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση, δεχόμενο ορθά, ως προς τον πέμπτο εναγόμενο, εσφαλμένα, δε, ως προς τους πρώτο και τρίτο των εναγομένων, την τέλεση της αξιόποινης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης, ορθά κατ' αποτέλεσμα δέχθηκε την ύπαρξη αδικοπρακτικής ευθύνης όλων των εν λόγω εναγομένων.

Επομένως, οι συναφείς πρώτος , δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, έκτος και έβδομος λόγοι της από 20-6-2016 έφεσης των εναγομένων - εκκαλούντων, οι συναφείς τέταρτος και πέμπτος λόγοι της από 26-1-2016 έφεσης της έκτης εναγομένης - εκκαλούσας και ο συναφής τέταρτος λόγος της υπό κρίση έφεσης της έβδομης εκκαλούσας, με τους οποίους οι εν λόγω εκκαλούντες, υποστηρίζουν το αντίθετο, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Περαιτέρω, οι ενάγοντες ισχυρίσθηκαν με την υπό κρίση αγωγή τους ότι οι πρώτος και τρίτος εναγόμενοι δημοσιογράφοι, χρησιμοποιώντας τα αληθή γεγονότα: α) της αναγραφής στο συμβόλαιο, δυνάμει του οποίου ο πρώτος ενάγων απέκτησε την κυριότητα οικοπέδου στα Τρίκαλα, εσφαλμένου ΑΦΜ, β) της αναγραφής στο συμβόλαιο, δυνάμει του οποίου η δεύτερη ενάγουσα απέκτησε την κυριότητα του οικοπέδου στη Φθιώτιδα, ως τιμήματος, του ποσού των 2.000.000 δραχμών, με αντικειμενική αξία αυτού, ποσού 4.171.117 δραχμών και γ) της εκ μέρους των εναγόντων δήλωσης στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.

εισοδημάτων, ανερχόμενων για την χρονική περίοδο 1991-2000, στο συνολικό ποσό των 174.509.409 δραχμών, διέδωσαν σε βάρος τους τα λοιπά, συνδεόμενα με τα ανωτέρω, προαναφερόμενα δυσφημιστικά περιστατικά. Ενόψει των ανωτέρω καθίσταται προφανές ότι αντικείμενο της παρούσας δίκης δεν αποτελεί η διερεύνηση της αλήθειας και του δυσφημιστικού χαρακτήρα των ανωτέρω αληθών περιστατικών, αφού οι ενάγοντες δεν ισχυρίζονται ότι είναι ψευδή, και, αυτά, καθεαυτά, δυσφημιστικά, αλλά η διερεύνηση της αληθείας και του δυσφημιστικού χαρακτήρα των λοιπών, συνδεομένων με αυτά πραγματικών περιστατικών, τα οποία θα αξιολογηθούν αμέσως κατωτέρω.

Ειδικότερα, σε σχέση με τα εν λόγω πραγματικά περιστατικά, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: α) Δυνάμει του υπ' αριθ. 57/1998 πωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου ... Γ. Α., ο πρώτος ενάγων αγόρασε από την Κοινότητα ... ... ένα οικόπεδο, έκτασης 859 τ.μ, που βρίσκεται στην ορεινή ... ..., αντί τιμήματος 3.450.000 δραχμών. Το εν λόγω συμβόλαιο μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., πλην, όμως, το ΑΦΜ, που σημειώθηκε δίπλα από το όνομα του αγοραστή ανήκε όχι στον ενάγοντα, αλλά στον πατέρα του Σ.

Α.. Το λάθος αυτό, που οφειλόταν σε παραδρομή και που ο πρώτος ενάγων το αντελήφθη για πρώτη φορά μετά την τηλεοπτική εκπομπή της 9-12-20... ήταν στην προκειμένη περίπτωση νομικώς αδιάφορο, αφενός, μεν, διότι την εποχή που συνετάγη το εν λόγω συμβόλαιο δεν ήταν ακόμη υποχρεωτική η αναγραφή του ΑΦΜ των συμβαλλομένων στα πωλητήρια συμβόλαια και, ως εκ τούτου, το ΑΦΜ είχε αναγραφεί εκ περισσού, αφετέρου, δε, διότι το εν λόγω ακίνητο ήταν μεταγεγραμμένο στην τηρούμενη στο οικείο Υποθηκοφυλακείο μερίδα, που τηρούσε ο πρώτος ενάγων (και όχι στην μερίδα του πατέρα του), ο τελευταίος, δε, δήλωνε σταθερά τούτο, για όλα τα έτη από την κτήση του, τόσο στο Ε9 προς τη Δ.Ο.Υ. ..., όσο και στη δήλωση περιουσιακής κατάστασης (πόθεν έσχες), που υπέβαλε προς τον Άρειο Πάγο.

Επομένως, η εσφαλμένη αυτή αναγραφή του ΑΦΜ στο συμβόλαιο δεν μπορούσε να οδηγήσει σε απόκρυψη της κτήσης του εν λόγω περιουσιακού στοιχείου εκ μέρους του πρώτου ενάγοντος ούτε, εξάλλου, ο τελευταίος επιθυμούσε να το αποκρύψει, αφού δήλωνε νομίμως την απόκτηση του στις αρμόδιες αρχές, είναι, δε, χαρακτηριστικό ότι η οικεία Δ.Ο.Υ.

είχε καταλογίσει το φόρο μεταβίβασης στο όνομα του. Άλλωστε, ουδεμία σύνδεση, άμεση ή έμμεση, υφίστατο μεταξύ της αγοράς του εν λόγω ακινήτου και της εκδοθείσας από τη δεύτερη ενάγουσα υπ' αριθ. ... απόφασης, που προαναφέρθηκε, β) Δυνάμει του υπ' αριθ. 25.071/1997 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου ..., Γ. Φ., που μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., η δεύτερη ενάγουσα απέκτησε την κυριότητα ενός οικοπέδου του οικοδομικού συνεταιρισμού δημοσίων υπαλλήλων, στα Καλύβια ..., έκτασης 443 τ.μ.

Στο συνεταιρισμό αυτό, που συνεστήθη το έτος 1968, με μέλη δημοσίους υπαλλήλους της ..., συμμετείχε αρχικά, ο πατέρας της δεύτερης ενάγουσας, Αλέξανδρος Π.. Ο τελευταίος μεταβίβασε το μερίδιο του στην κόρη του, δεύτερη ενάγουσα. Όλο το οικόπεδο του συνεταιρισμού, τμήμα του οποίου, έκτασης, όπως προεκτέθηκε, - 443 τ.μ. - έλαχε στη δεύτερη ενάγουσα, με κλήρωση, που έγινε το έτος 1996 μεταξύ των μελών, ήταν 42.7 στρέμματα.

Η υλοποίηση της μεταβίβασης της κυριότητας από το συνεταιρισμό στα κατ' ιδίαν μέλη των κληρωθέντων οικοπέδων έγινε πρακτικά, με την μέθοδο της κατάρτισης πωλητηρίων συμβολαίων και συγκεκριμένα, ο συνεταιρισμός, με συμβόλαια πώλησης, που κατήρτισε με κάθε μέλος χωριστά, μεταβίβασε σ' αυτό την κυριότητα του αντίστοιχου κληρωθέντος οικοπέδου.

Το τίμημα, δε, κάθε οικοπέδου ανήλθε σε χρηματικό ποσό ανάλογο με τις εισφορές, που κάθε μέλος είχε πληρώσει στο συνεταιρισμό, στην προκειμένη περίπτωση, της δεύτερης ενάγουσας, στο ποσό των 2.000.000 δραχμών. Η Δ.Ο.Υ. ... προσδιόρισε την αντικειμενική αξία αυτού στο ποσό των 4.171.117 δραχμών, με βάση την οποία καταβλήθηκε και ο φόρος μεταβίβασης, χωρίς τούτο να σημαίνει, όπως σαφώς συνάγεται από τα ανωτέρω, ότι η δεύτερη ενάγουσα δήλωσε τίμημα μικρότερο από το πραγματικό, γ) κατά τα έτη 1991-2000, που οι ενάγοντες, ως έγγαμοι, υπέβαλαν κοινή φορολογική δήλωση, τα συνολικώς δηλωθέντα φορολογητέα εισοδήματα τους ανήλθαν στο ποσό των 174.509.409 δραχμών.

Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, οι κατωτέρω βασιζόμενοι στα αληθή αυτά γεγονότα ισχυρισμοί του πρώτου και τρίτου των εναγομένων, με τους οποίους αμφισβητείται η εντιμότητα των εναγόντων και συγκεκριμένα, ο νόμιμος τρόπος απόκτησης των περιουσιακών τους στοιχείων και ειδικότερα, οι ισχυρισμοί: ότι από την περιουσιακή κατάσταση των εναγόντων "προκύπτουν πολλά ερωτηματικά", ο ισχυρισμός περί "ύποπτου ΑΦΜ", καθώς και η αναφορά "ερωτήματα φωτιά για την περιουσιακή κατάσταση του προέδρου Εφετών ...

προκύπτουν από τα στοιχεία των ακινήτων που βρίσκονται στην κατοχή του ιδίου και της συζύγου του επίσης Εφέτη ...", ο ισχυρισμός "η κυρία Π. αγόρασε οικόπεδο στη Φθιώτιδα έναντι 2.000.000 δραχμών, βέβαια εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι σύμφωνα με την εκτίμηση της Δ.Ο.Υ. η αντικειμενική αξία του οικοπέδου είναι 4.000.000 δραχμές", ο ισχυρισμός "η σχέση εμπορικής αξίας με την αντικειμενική, την οποία κυνήγησε ο δικαστής και έχει πολύ μεγάλη πλάκα για να καταλάβουμε ότι εδώ γίνονται οφθαλμοφανέστατα, τα οποία δεν τα ερευνά κανένας", ο ισχυρισμός "πότε έχετε δει εσείς εκείνη την εποχή η εμπορική αξία να είναι το ήμισυ της αντικειμενικής" , ο ισχυρισμός "αίσθηση προκαλεί το γεγονός....

ότι μόνο κατά τα έτη 1991-2000 που ως έγγαμοι υπέβαλαν κοινή δήλωση τα συνολικώς δηλωθέντα φορολογητέα εισοδήματα τους ανήλθαν όπως αναφέρουν σε 174.509.409 δραχμές", καθώς και ο ισχυρισμός "μπορεί ένας δικαστής να βγάλει 174.000.000 δραχμές σε αυτό το χρονικό διάστημα. Διότι είναι αφελείς το αναφέρουν στην αγωγή τους, προφανώς έχει χαθεί η ψυχραιμία", είναι ψευδείς.

Και ναι, μεν, δεν αποδείχθηκε ότι οι ανωτέρω εναγόμενοι, που τους διέδωσαν γνώριζαν την αναλήθεια αυτών, ωστόσο αποδείχθηκε ότι αυτοί γνώριζαν ότι ήταν πρόσφοροι να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των εναγόντων και επεδίωκαν με την αναφορά τους στα προαναφερόμενα μέσα μαζικής ενημέρωσης να τους διαδώσουν ενώπιον τρίτων.

Τέλεσαν επομένως, οι πρώτος και τρίτος εναγόμενοι την αξιόποινη πράξη της απλής δυσφήμησης, της οποίας ο άδικος χαρακτήρας δεν αίρεται, κατ' άρθρο 367 παρ.1 ΠΚ, που δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον δεν προέβησαν στην διάδοση των ανωτέρω από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, αλλά με ειδικό σκοπό εξύβρισης, που προκύπτει από τον ανωτέρω τρόπο εκδήλωσης της μειωτικής συμπεριφοράς τους, γνωρίζοντας ότι δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαίος για την απόδοση των σκέψεων τους.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε, αντιθέτως, ότι συντρέχει δηλαδή περίπτωση εφαρμογής της εν λόγω διάταξης, εσφαλμένα το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, κατά το βάσιμο πρώτο λόγο της υπό κρίση από 23-12-2015 έφεσης των εναγόντων, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός.

Περαιτέρω, ουδόλως αποδείχθηκαν τα αναφερόμενα στις ανωτέρω τηλεοπτικές εκπομπές περί δωροδοκίας του πρώτου ενάγοντος από τον πέμπτο εναγόμενο, κρατούμενο , τότε, στις φυλακές, προκειμένου ο τελευταίος να επιτύχει την παροχή του ευεργετήματος της υφ' όρον απόλυσης. Συγκεκριμένα, σε σχέση με την ανωτέρω καταγγελία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:

Το έτος 1984, ο πρώτος ενάγων είχε διορισθεί, ως δικαστικός πάρεδρος στο Πρωτοδικείο ..., ήταν, δηλαδή, ο νεότερος δικαστής του εν λόγω δικαστηρίου. Σε τμήμα διακοπών του έτους 1984-ορίσθηκε από τον Πρόεδρο Πρωτοδικών Γ. Γ., ως εισηγητής επί αίτησης του πέμπτου εναγόμενου, ο οποίος εκρατείτο στις φυλακές, εκτίοντας ποινή που του είχε επιβληθεί για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, για υφ' όρον απόλυση.

Με το υπ' αριθ.42/1984 βούλευμα, το αρμόδιο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών απέρριψε ομόφωνα την αίτηση του εν λόγω εναγομένου με την αιτιολογία ότι "δεν επέδειξε καλή διαγωγή, τιμωρηθείς πειθαρχικώς, ουδέ απεδείχθη ότι μεταμελήθη". Επί της έφεσης, δε, που άσκησε ο τελευταίος κατά του ανωτέρω βουλεύματος, εκδόθηκε το υπ' αριθ. 129/1984 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών ..., το οποίο δέχθηκε την αίτηση.

Από τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι ο πρώτος ενάγων, ως εισηγητής και μέλος του πρωτοβαθμίου συμβουλίου εισηγήθηκε και αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης του πέμπτου εναγομένου, ενώ δεν μετείχε βεβαίως, στο Συμβούλιο Εφετών, το οποίο δέχθηκε αυτήν. Ουδόλως δε, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος ενάγων ήλθε σε οποιαδήποτε επαφή με τον πέμπτο εναγόμενο ούτε ότι έλαβε από αυτόν οποιοδήποτε χρηματικό ποσό.

Τούτο, άλλωστε, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, ενόψει της ανωτέρω απορριπτικής κρίσης του πρώτου ενάγοντος επί της αίτησης της υφ' όρον απόλυσης. Από όλα τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι το καταγγελλόμενο σε βάρος του πρώτου ενάγοντος γεγονός της δωροδοκίας του από τον πέμπτο εναγόμενο είναι ψευδές, τούτο, δε, γνώριζε ο τελευταίος, ο οποίος τέλεσε σε βάρος του πρώτου ενάγοντος την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης.

Επίσης, ψευδές είναι το αναφερόμενο από τον πρώτο εναγόμενο, στην από 6-2-2014 τηλεοπτική εκπομπή γεγονός ότι ο πρώτος ενάγων "έχει κάνει παρεμβάσεις υπέρ του μητροπολίτη Θεσσαλιώτιδος ... που τον κυνηγάει το ΣΔΟΕ", αφού ουδόλως αποδείχθηκε, αφενός, μεν, ότι ο εν λόγω Μητροπολίτης έχει εκκρεμότητες με το ΣΔΟΕ, αφετέρου, δε, ότι ο πρώτος ενάγων έχει κάνει σχετικές παρεμβάσεις υπέρ αυτού.

Έσφαλε, επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που, με την εκκαλουμένη απόφαση, απέρριψε σιωπηρώς τον τελευταίο ισχυρισμό, αφού δεν απεφάνθη επ' αυτού, κατά το βάσιμο δεύτερο λόγο της υπό κρίση από 23-12-2015 έφεσης των εναγόντων, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι οι πρώτος και τρίτος των εναγομένων γνώριζαν ότι τα ανωτέρω γεγονότα είναι ψευδή.

Γνώριζαν, όμως, ότι ήταν πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των εναγόντων, επεδίωκαν, δε, με την αναφορά των γεγονότων αυτών να τα διαδώσουν ενώπιον τρίτων. Τέλεσαν, επομένως, οι εν λόγω εναγόμενοι την αξιόποινη πράξη της απλής δυσφήμησης. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι τελευταίοι, πριν την διάδοση των ανωτέρω δυσφημιστικών γεγονότων, δεν φρόντισαν, όπως όφειλαν, να διαπιστώσουν την ακρίβεια της εν λόγω καταγγελίας, η οποία ενείχε ιδιαίτερη βαρύτητα και απαξία για τον ενάγοντα.

Διέδωσαν, δε, τα ανωτέρω γεγονότα όχι από δικαιολογημένο ενδιαφέρον αλλά με ειδικό σκοπό εξύβρισης του ενάγοντος, όπως αυτός προκύπτει από τον ανωτέρω συγκεκριμένο τρόπο εκδήλωσης της μειωτικής συμπεριφοράς τους, γνωρίζοντας ότι δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαίος για την απόδοση των σκέψεων τους. Επομένως, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης τους δεν αίρεται, κατ' άρθρο 367 παρ.1 ΠΚ.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση δεχόμενο ορθά, ως προς τον πέμπτο εναγόμενο εσφαλμένα, δε, ως προς τους πρώτο και τρίτο των εναγομένων την τέλεση της αξιόποινης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης, ορθά κατ' αποτέλεσμα-, δέχθηκε την ύπαρξη αδικοπρακτικής ευθύνης όλων των εν λόγω εναγομένων.

Επομένως, οι συναφείς πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, έκτος και έβδομος λόγοι της υπό κρίση από 20-1-2016 έφεσης των εναγομένων-εκκαλούντων, οι συναφείς τέταρτος και πέμπτος λόγοι της από 26-1-2016 έφεσης της έκτης εναγομένης - εκκαλούσας και ο συναφής τέταρτος λόγος της υπό κρίση από 20-1-2016 έφεσης της έβδομης εκκαλούσας, με τους οποίους οι εν λόγω εκκαλούντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Περαιτέρω, όσον αφορά τα δυσφημιστικά γεγονότα, σε σχέση με τη δίκη του Μητροπολίτη Ελασσόνας, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Στις 25-6-2009 ο πρώτος ενάγων προήδρευε στη σύνθεση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Στις προς εκδίκαση υποθέσεις περιλαμβανόταν και η υπόθεση με κατηγορούμενο τον Μητροπολίτη Ελασσόνας Β.

Κ.. Η αποδιδόμενη σ' αυτόν κατηγορία συνίστατο στο ότι εκτέλεσε χωρίς άδεια του Υπουργείου Πολιτισμού εργασίες επισκευής σε μία μονή της επαρχίας του. Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, ο πρώτος ενάγων ρώτησε τους μάρτυρες κατηγορίας, αν στην ως άνω μονή υπήρχε ηγουμενοσυμβούλιο, καθόσον, σε θετική περίπτωση, την ευθύνη για την ανωτέρω παράβαση δεν θα έφερε ο κατηγορούμενος Μητροπολίτης αλλά ο Ηγούμενος της μονής και το ηγουμενοσυμβούλιο, που έλαβαν την σχετική απόφαση.

Οι ανωτέρω μάρτυρες απάντησαν αρνητικά και ακολούθως, μετά από πρόταση της Εισαγγελέα της έδρας, εκδόθηκε από το ανωτέρω δικαστήριο η υπ' αριθ. 1024/2009 απόφαση, με την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε σε ρητή δικάσιμο για κρείσσονες αποδείξεις, προκειμένου να διευκρινιστεί, αν πράγματι υπήρχε διοίκηση στη μονή αυτή.

Ακολούθως, ένας εκ των μαρτύρων υπέβαλε εναντίον του πρώτου ενάγοντος και της γραμματέα της έδρας την από 16-11-2009 αναφορά προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ισχυριζόμενος ότι, αν και ο ίδιος δεν κατέθεσε ενώπιον του ανωτέρω δικαστηρίου, ωστόσο φαινόταν στα πρακτικά της δίκης, ότι κατέθεσε και μάλιστα ενόρκως.

Επί της ανωτέρω αναφοράς διενεργήθηκε πειθαρχική προκαταρκτική εξέταση από τον Αρεοπαγίτη -επιθεωρητή Α. Τ. και κατόπιν η αναφορά τέθηκε στο αρχείο. Παράλληλα, διενεργήθηκε και ποινική προκαταρκτική εξέταση, κατά παραγγελία του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λάρισας. Και στην περίπτωση αυτή, η σχετική μήνυση τέθηκε στο αρχείο, ως αβάσιμη.

Ο Εισαγγελέας Εφετών, με την υπ' αριθ. ...20 10 πράξη του, ενέκρινε την αρχειοθέτηση, με την αιτιολογία ότι επρόκειτο για δικονομική αταξία, που έλαβε χώρα στο, ως άνω, Τριμελές Εφετείο Λάρισας, χωρίς ποινικά επιλήψιμο χαρακτήρα. Ωστόσο, οι εναγόμενοι δημοσιογράφοι δεν περιορίσθηκαν να αναφέρουν το αληθές γεγονός της μη όρκισης και μη διεξοδικής εξέτασης κάποιων εκ των μαρτύρων, οι οποίοι αποδείχθηκε ότι απλώς απάντησαν αρνητικά στη διατυπωθείσα από τον πρώτο ενάγοντα ερώτηση, αν γνωρίζουν περί της ύπαρξης ηγουμενοσυμβουλίου στη μονή, αλλά ανέφεραν επιπλέον και τα προαναφερόμενα δυσφημιστικά περιστατικά ισχυριζόμενοι, ειδικότερα: "Ο Α., ο οποίος είναι γνωστός για τις κακώς νοούμενες σχέσεις του με το παπαδαριό, ή το κακώς νοούμενο παπαδαριό, τύπου Γ....

Θέλησε να μεταθέσει τις ευθύνες στη γιαγιά". Επιπλέον στο προαναφερόμενο δημοσίευμα στο διαδίκτυο, σχετικά με το ίδιο θέμα ανέφερε, μεταξύ άλλων, "καταθέσεις μαϊμού", σε άλλο σημείο "οσμές παραδικαστικού κυκλώματος αναδίδονται από τα όσα συνέβησαν στη δίκη του Μητροπολίτη Ελασσόνας", σε άλλο σημείο "αναφορά-κόλαφος...

για ζήτημα αλλοίωσης πρακτικών", σε άλλο σημείο "λησμόνησα να σας πω ότι το ζεύγος έχει ιδιαίτερη σχέση με την εκκλησία και τους παπάδες. Το κακώς νοούμενο παπαδαριό... Θυμηθείτε τι έλεγε ο Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου για θρησκευτικές σέχτες". Παράλληλα δε, όπως προεκτέθηκε, ανήρτησε φωτογραφική σύνθεση στην οποία απεικονίζεται ο πρώτος ενάγων, πίσω, δε, από αυτόν δεσμίδες χαρτονομισμάτων σε ευρώ.

Εξάλλου, με αφορμή την εμπλοκή από τρίτα πρόσωπα του ονόματος της δεύτερης εναγομένης σε συνομιλίες, που είχαν καταγραφεί από την Ε.Υ.Π., οι εν λόγω εναγόμενοι συσχέτισαν τους ενάγοντες με "μαφία ακινήτων", με "παραδικαστικό ή δικαστικό κύκλωμα". Τα ανωτέρω αναφερόμενα σε βάρος των εναγόντων πραγματικά περιστατικά είναι ψευδή, καθόσον ουδόλως αποδείχθηκαν.

Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι οι ανωτέρω εναγόμενοι γνώριζαν την αναλήθεια των εν λόγω γεγονότων, που διέδωσαν, αποδείχθηκε όμως, ότι γνώριζαν ότι τα γεγονότα αυτά είναι πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των εναγόντων - και επεδίωκαν να τα διαδώσουν σε τρίτους. Τέλεσαν, επομένως, την αξιόποινη πράξη της απλής δυσφήμησης.

Στην ανωτέρω ενέργεια δεν προέβησαν από δικαιολογημένο ενδιαφέρον για την ενημέρωση της κοινής γνώμης , αλλά με ειδικό σκοπό εξύβρισης των εναγόντων, στους οποίους απέδωσαν κατηγορίες, που ενείχαν ιδιαίτερη βαρύτητα και απαξία. Ο ειδικός δε σκοπός εξύβρισης προκύπτει από τον τρόπο εκδήλωσης της μειωτικής συμπεριφοράς τους και ειδικότερα, από τις προαναφερόμενες φράσεις, που χρησιμοποίησαν, την αναφορά σε παραδικαστικό και δικαστικό κύκλωμα, χωρίς προηγουμένως να έχουν προβεί, όπως όφειλαν, σε σχετική δημοσιογραφική έρευνα, ιδιαιτέρως, δε, όσον αφορά τον πρώτο ενάγοντα, από τη δημοσίευση της προαναφερόμενης ιδιαιτέρως προσβλητικής φωτογραφικής σύνθεσης.

Γνώριζαν, δε, οι ανωτέρω εναγόμενοι ότι αυτός ο τρόπος εκδήλωσης της μειωτικής συμπεριφοράς τους δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαίος για την απόδοση των σκέψεων τους. Επομένως, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης τους δεν αίρεται, κατ' άρθρο 367 παρ.1 ΠΚ. που, όπως προεκτέθηκε, δεν εφαρμόζεται επί συνδρομής ειδικού σκοπού εξύβρισης.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που, με την εκκαλουμένη απόφαση, έκρινε αντιθέτως ότι συντρέχει, δηλαδή, περίπτωση εφαρμογής της εν λόγω διάταξης, εσφαλμένα το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, κατά το βάσιμο τρίτο λόγο της υπό κρίση από 23-12-2015 έφεσης των εναγόντων-εκκαλούντων. Περαιτέρω, από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των ανωτέρω εναγομένων, οι ενάγοντες προσεβλήθησαν στην τιμή, την υπόληψη κα εν γένει στην προσωπικότητα τους και υπέστησαν ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση.

Υπόχρεοι για την καταβολή αυτής είναι οι ανωτέρω τέταρτος και πέμπτος εναγόμενοι, καθώς και οι πρώτος δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι δημοσιογράφοι. Εφόσον δε, αποδείχθηκε ότι υφίσταται υπαιτιότητα των τελευταίων στην πράξη της απλής δυσφήμησης, δημιουργείται , κατ' άρθρο μόνο παρ.1 ν. 1178/1981 και άρθρο 4 παρ.10 εδ.

α', ν. 2328/1995 και υποχρέωση της δεύτερης εναγόμενης εταιρείας, ιδιοκτήτριας του διαδικτυακού τόπου και της έκτης εναγόμενης εταιρείας, ιδιοκτήτριας του τηλεοπτικού σταθμού "... ...",όπου αναρτήθηκαν τα δημοσιεύματα και προβλήθηκαν οι τηλεοπτικές εκπομπές αντίστοιχα, για χρηματική ικανοποίηση των εναγόντων.

Υφίσταται, επίσης και αντίστοιχη υποχρέωση της έβδομης εναγόμενης εταιρείας, ιδιοκτήτριας του τηλεοπτικού σταθμού "..." η οποία προέβη σε αναμετάδοση των τηλεοπτικών εκπομπών, μέσω των οποίων διαδόθηκαν τα δυσφημιστικά γεγονότα που είχαν ως αποτέλεσμα την προσβολή της προσωπικότητας των εναγόντων, κατά παράβαση της προεκτεθείσας διάταξης του άρθρου 3 παρ.1 εδ.

β' ν 2328/1995, που επιβάλλει στους τηλεοπτικούς σταθμούς να σέβονται την προσωπικότητα, την τιμή κα την υπόληψη κάθε προσώπου, του οποίου η εικόνα εμφανίζεται στην οθόνη ή του οποίου το όνομα ή άλλα στοιχεία που προσδιορίζουν το πρόσωπο του μεταδίδονται, παρά το γεγονός ότι τα ανωτέρω διαδιδόμενα γεγονότα ήταν πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των εναγόντων.

Η ευθύνη της τελευταίας δεν αναιρείται από την ύπαρξη μεταξύ αυτής και της έκτης εναγομένης της από 22-10-20... συμφωνίας συνεργασίας-διαδικτύωσης, στα πλαίσια της οποίας προέβη σε αναμετάδοση των επίμαχων τηλεοπτικών εκπομπών, ούτε από το γεγονός της απ' ευθείας αναμετάδοσης αυτών, αφού δεν περιορίσθηκε μόνο στην αναμετάδοση της πρώτης από τις επίδικες τηλεοπτικές εκπομπές, αλλά προέβη και στην αναμετάδοση των λοιπών, παρεμφερούς περιεχομένου, με δεδομένα, δε, τα ανωτέρω, δεν στοιχειοθετείται η συνδρομή στο πρόσωπο της νομικής πλάνης.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που χωρίς ειδικότερη αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με την αιτιολογία της παρούσας απόφασης, δέχθηκε ότι υφίσταται ευθύνη αυτής για χρηματική ικανοποίηση των εναγόντων, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε. Επομένως, οι συναφείς δεύτερος και τρίτος λόγοι της υπό κρίση από 20-1-2016 έφεσης αυτής είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η προσβολή της προσωπικότητας των εναγόντων επήλθε συνολικώς, με εξακολουθητικές παράνομες και υπαίτιες πράξεις περισσοτέρων προσώπων. Οι περισσότερες, δε, αυτές πράξεις εμφανίζουν ενότητα, αφού τα δυσφημιστικά σε βάρος τους γεγονότα επαναλαμβάνοντο, τα περισσότερα από αυτά, κατά τα ουσιώδη στοιχεία τους, σε όλες τις τηλεοπτικές εκπομπές και αναρτήσεις στο διαδίκτυο, σε χρόνους που δεν απέχουν σημαντικά μεταξύ τους.

Κατέτειναν δε, όλες οι πράξεις των ανωτέρω εναγομένων στην αμφισβήτηση της ακεραιότητας και της εντιμότητας των εναγόντων, ως δικαστών, με τη διάδοση σε βάρος τους δυσφημιστικών γεγονότων , που, συνδυαζόμενα μεταξύ τους, ενισχύουν και επαυξάνουν τη δημιουργούμενη με αυτά στους τρίτους εντύπωση, ότι οι τελευταίοι είναι επίορκοι και ανέντιμοι.

Ενόψει των ανωτέρω, η προσβολή της προσωπικότητας και, η συνεπεία αυτής, ηθική βλάβη των εναγόντων είναι ενιαία και οφείλεται για την αποκατάσταση της ενιαία χρηματική ικανοποίηση. Υφίσταται, επομένως, εις ολόκληρον ευθύνη των εναγομένων για την καταβολή της. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που, με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ομοίως, με ελλιπή αιτιολογία, η οποία

συμπληρώνεται με την αιτιολογία της παρούσας απόφασης, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε. Επομένως, ο πέμπτος λόγος της από 20-1-2016 έφεσης, με την οποία οι εναγόμενοι - εκκαλούντες υποστηρίζουν το αντίθετο, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, η χρηματική ικανοποίηση των εναγόντων πρέπει να ορισθεί στο ποσό των 45.000 ευρώ για τον πρώτο ενάγοντα και στο ποσό των 40.000 ευρώ για τη δεύτερη ενάγουσα, το οποίο κρίνεται δίκαιο και εύλογο (άρθρο 932 ΑΚ), δηλαδή ανάλογο με τις συγκεκριμένες περιστάσεις και ειδικότερα, τον εξακολουθητικό χαρακτήρα, το είδος, την ένταση και την απαξία της προσβολής, την έκταση της δημοσιότητας, που έλαβε, το βαθμό πταίσματος των υπαίτιων εναγομένων, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, αλλά και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρα 25 παρ.1 του Συντάγματος και 2, 9 παρ.2 και 10 παρ.2 της ΕΣΔΑ), όπως η αρχή αυτή εξειδικεύεται με τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ , για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης ...

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση του επιδίκασε, για την αιτία αυτή, στους ενάγοντες τα ποσά των 35.000 ευρώ και των 30.000, αντίστοιχα, εσφαλμένα το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε. Επομένως, ο πέμπτος λόγος των από 26-1-2016 και από 20-1-2016 εφέσεων, με τους οποίους οι αντίστοιχες εκκαλούσες υποστηρίζουν ότι έπρεπε να επιδικασθεί στους ενάγοντες μικρότερο ποσό, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Αντιθέτως, ο τέταρτος λόγος της από 23-12-2015 έφεσης με τον οποίο οι ενάγοντες-εκκαλούντες υποστηρίζουν ότι έπρεπε να τους επιδικασθεί υψηλότερο του ανωτέρω ποσού (των 35.000 ευρώ και των 30.000 ευρώ, αντίστοιχα) είναι βάσιμος, κατ' ουσίαν...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων, δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε την αγωγή την οποία έκανε εν μέρει δεκτή και υποχρέωσε τους αναιρεσιβλήτους να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος στον πρώτο αναιρεσίβλητο το ποσό των 45.000 ευρώ και στη δεύτερη αναιρεσίβλητη το ποσό των 40.000 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και, περαιτέρω υποχρέωσε την δεύτερη αναιρεσείουσα να προβεί σε καταχώριση περιλήψεως του σκεπτικού και του διατακτικού της αποφάσεως στο διαδικτυακό της ιστοχώρο.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 932 ΑΚ, 363, 367 ΠΚ τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, οι πρώτος και τρίτος των αναιρεσειόντων, ισχυριζόμενοι στις τηλεοπτικές εκπομπές τους και σε αναρτήσεις τους στο διαδίκτυο ότι "η δεύτερη αναιρεσίβλητη την Πρωτοχρονιά του έτους 1998 μετέβη στο ξενοδοχείο του Χ.

Φ., από τον οποίο έλαβε το ποσό των 50.000.000 δραχμών ως δώρο για την ευνοϊκή υπέρ αυτού απόφαση που είχε εκδώσει, βασισθείσα (η απόφαση) σε αντέγγραφο εικονικότητας, το οποίο είχε πλαστογραφήσει ο πρώτος αναιρεσίβλητος, λαβών ως δώρο το ποσό των 500.000 δραχμών, ότι μετά τη λήψη των ως άνω χρηματικών ποσών, ο πρώτος αναιρεσίβλητος αγόρασε ένα οικόπεδο στα Τρίκαλα, αντί τιμήματος 3.450.000 δραχμών, επί του οποίου ανήγειρε πέτρινη βίλα, ότι στο συμβόλαιο δήλωσε το ΑΦΜ του πατέρα του, γεγονός ύποπτο,...

μιλάμε για τους δικαστές οι οποίοι είναι πιασμένοι, πιάνονται, τα πιάνουν σύμφωνα με τα καταγγελλόμενα του Φ., ερωτήματα φωτιά για την περιουσιακή κατάσταση του Προέδρου Εφετών ... Γ. Α. προκύπτουν από τα στοιχεία των ακινήτων του ιδίου και της συζύγου του Εφέτη ... Θ. Π., η οποία αγόρασε οικόπεδο στη Φθιώτιδα έναντι 2.000.000 δραχμών, ενώ σύμφωνα με την εκτίμηση της ΔΟΥ η αντικειμενική του αξία ήταν 4.000.000 δραχμές και απέκτησαν ένα διαμέρισμα στα Τρίκαλα έναντι 9.500.000 δραχμών, ότι το όνομα της δεύτερης αναιρεσίβλητης αναφέρεται σε συνομιλίες προσώπων που συνδεύονται με το "παραδικαστικό κύκλωμα" της μαφίας των ακινήτων, ότι είχε φιλικές σχέσεις με τον Ιάκωβο Γ., ότι πρόκειται για δικαστικό κύκλωμα, στο οποίο εμπλέκεται και η Εκκλησία, ότι στη δίκη του Μητροπολίτη Ελασσόνας, που ήταν κατηγορούμενος για το ότι είχε εκτελέσει εργασίες επισκευής σε μια μονή χωρίς άδεια του Υπουργείου Πολιτισμού, προήδρευε ο πρώτος αναιρεσίβλητος, ο οποίος ανέβαλε τη δίκη, προκειμένου να προσκομίσει ο Μητροπολίτης το έγγραφο εξουσιοδοτήσεως και εκχωρήσεως των αρμοδιοτήτων του προς την ηγουμένη της μονής, χωρίς να εξεταστούν οι μάρτυρες, ενώ στα πρακτικά της αποφάσεως γράφεται ότι κατέθεσαν οι μάρτυρες, ο πρόεδρος ήταν γνωστός για τις κακώς εννοούμενες σχέσεις του με το παπαδαριό ή το κακώς εννούμενο παπαδαριό, τύπου Γ., επέμενε προς τον Μητροπολίτη ότι σίγουρα θα είχε ορίσει υπεύθυνη την Γερόντισσα για όλα, θέλοντας να μεταθέσει τις ευθύνες σε αυτήν", τα οποία ήταν ψευδή γεγονότα, χωρίς να γνωρίζουν οι ως άνω πρώτος και τρίτος των αναιρεσειόντων ότι ήταν ψευδή, γνώριζαν όμως ότι αυτά ήταν πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των αναιρεσιβλήτων, παρ' όλα αυτά πριν την διάδοση των ως άνω δυσφημηστικών γεγονότων δεν φρόντισαν, ως όφειλαν στα πλαίσια της δημοσιογραφικής δεοντολογίας και του καθήκοντος αληθείας, να διαπιστώσουν την ακρίβεια των καταγγελλομένων από τον τέταρτο αναιρεσείοντα, ενόψει της βαρύτητας αυτών και της ιδιότητας των αναιρεσιβλήτων ως δικαστικών λειτουργών, τελώντας έτσι την πράξη της απλής δυσφημήσεως, της οποίας ο άδικος χαρακτήρας δεν αίρεται κατ' άρθρο 367 παρ. 1γ' ΠΚ, διότι στην προκείμενη περίπτωση οι ως άνω αναιρεσείοντες διέδωσαν τα προεκτεθέντα δυσφημηστικά γεγονότα όχι από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, αλλά από τον τρόπο και τις περιστάσεις που έγιναν οι διαδώσεις αυτών προκύπτει ειδικός σκοπός εξυβρίσεως των αναιρεσιβλήτων.

Περαιτέρω, τα καταγγελλόμενα στις τηλεοπτικές εκπομπές των ως άνω αναιρεσειόντων από τον τέταρτο αναιρεσείοντα ότι "η δεύτερη αναιρεσίβλητη μετέβη την πρωτοχρονιά του 1998 στο ξενοδοχείο του αδελφού του Χ. Φ., από τον οποίο έλαβε 50.000.000 δραχμές ως δώρο για την έκδοση της υπ' αριθ. ... αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων που ήταν ευνοϊκή για αυτούς, καθόσον βασίστηκε στο αντέγγραφο εικονικότητας που ήταν πλαστό, καταρτισθέν από τον σύζυγό της, πρώτο αναιρεσίβλητο, ο οποίος έλαβε ως δώρο το ποσό των 500.000 δραχμών, μετά δε την παραλαβή αυτών των χρηματικών ποσών ο πρώτος αναιρεσίβλητος προέβη στην αγορά του ως άνω ακινήτου", ήταν ψευδή, τούτο δε γνώριζε ο τέταρτος αναιρεσείων, ο οποίος τέλεσε σε βάρος των αναιρεσιβλήτων την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως, μη εφαρμοζομένης εν προκειμένω της διατάξεως του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ (άρθρο 367 παρ. 2α' ΠΚ).

Τέλος το καταγγελλόμενο από τον πέμπτο αναιρεσείοντα στην τηλεοπτική εκπομπή του πρώτου αναιρεσείοντα γεγονός της δωροδοκίας του πρώτου αναιρεσιβλήτου με το ποσό των 100.000 δραχμών το έτος 1984, προκειμένου αυτός ως εισηγητής της υποθέσεως να κάνει δεκτή την αίτησή του τότε κρατούμενου στις φυλακές για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως πέμπτου αναιρεσείοντα για παροχή του ευεργετήματος της υφ' όρον απολύσεως, είναι ψευδές, τούτο δε το γνώριζε ο πέμπτος αναιρεσείων, τελώντας έτσι σε βάρος του πρώτου αναιρεσιβλήτου την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως.

Το ως άνω γεγονός δεν γνώριζαν οι πρώτος και τρίτος των αναιρεσειόντων ότι ήταν ψευδές, γνώριζαν όμως ότι αυτό ήταν πρόσφορο να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του πρώτου αναιρεσιβλήτου, παρόλα αυτά πριν την διάδοση του ως άνω δυσφημιστικού γεγονότος, δεν φρόντισαν, ως όφειλαν στα πλαίσια της δημοσιογραφικής δεοντολογίας και του καθήκοντος αληθείας, να διαπιστώσουν την ακρίβεια του καταγγελομένου από τον πέμπτο αναιρεσείοντα, ενόψει της βαρύτητας αυτού και της ιδιότητας του πρώτου αναιρεσιβλήτου ως δικαστικού λειτουργού τελώντας έτσι την πράξη της απλής δυσφημήσεως, της οποίας ο άδικος χαρακτήρας δεν αίρεται κατ' άρθρο 367 παρ. 1γ' ΠΚ, διότι στην προκείμενη περίπτωση οι ως άνω αναιρεσείοντες διέδωσαν το προεκτεθέν δυσφημιστικό γεγονός όχι από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, αλλά με ειδικό σκοπό εξυβρίσεως του πρώτου αναιρεσιβλήτου, όπως προκύπτει από τον τρόπο εκδηλώσεως της μειωτικής συμπεριφοράς τους.

Από τις ως άνω παράνομες και υπαίτιες πράξεις των αναιρεσειόντων, προσβλήθηκε η προσωπικότητα των αναιρεσιβλήτων, καθόσον τα δυσφημιστικά σε βάρος τους γεγονότα επαναλαμβάνοντο σε όλες τις τηλεοπτικές εκπομπές και αναρτήσεις στο διαδίκτυο και κατέτειναν στην αμφισβήτηση της ακεραιότητας και εντιμότητας αυτών ως δικαστικών λειτουργών, και υπέστησαν ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούνται ως χρηματική ικανοποίηση την ορισθείσα με την προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι 45.000 ευρώ ο πρώτος αναιρεσίβλητος και 40.000 ευρώ η δεύτερη αναιρεσίβλητη, η οποία κρίνεται δίκαιη και εύλογη, ανάλογη με τις συγκεκριμένες περιστάσεις που τελέστηκαν οι παράνομες και υπαίτιες πράξεις των αναιρεσειόντων (είδος, ένταση, απαξία της προσβολής), τον βαθμό υπαιτιότητας αυτών, αλλά και σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας κατά την εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 932 ΑΚ.

Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις.

Επομένως, οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις που περιέχονται στους ίδιους λόγους αναφέρονται αποκλειστικά στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και στην αξιολόγηση των αποδείξεων και δεν ελέγχονται αναιρετικά (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Συνεπώς, οι ως άνω λόγοι, κατά το αντίστοιχο μέρος τους είναι απαράδεκτοι. Σύμφωνα με τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων. (ΟλΑΠ 8/20..., ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 1142/2019).

Ως εκ τούτου, και ο λόγος εφέσεως αποτελεί "πράγμα" κατά την ως άνω έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, μόνον όταν επαναφέρει προς κρίση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό και όχι άρνηση της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 1187/2021, 1588/2017). Πάντως, ο λόγος από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και ευθέως τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, διότι η απόρριψη σημαίνει ότι ο ισχυρισμός έχει ληφθεί υπ' όψη ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ ...30/2022, ΑΠ 1703/2008).

Ακόμη, ο ίδιος λόγος δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο της ουσίας αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προταθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά, που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ ...30/2022, ΑΠ 377/2019). Με τους δεύτερο, κατά το πρώτο σκέλος του, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι δεν λήφθηκαν υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν λήφθηκε υπόψη ο ισχυρισμός τους σχετικά με την έλλειψη υπαιτιότητάς τους, δηλαδή του απαιτούμενου δόλου - ειδικού σκοπού εξυβρίσεως των αναιρεσιβλήτων. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι ο ως άνω ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα" με την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά αποτελεί άρνηση της προταθείσας από τους αναιρεσιβλήτους αντενστάσεως εκ του άρθρου 367 παρ. 2 ΠΚ ότι από τον τρόπο εκδηλώσεως της δυσφημιστικής συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων εις βάρος τους προκύπτει σκοπός εξυβρίσεώς τους.

Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν (κατ' εκτίμηση) στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παρέλειψε να λάβει υπόψη τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς τους ότι :1) το επίμαχο ρεπορτάζ στηρίχθηκε σε καταγγελίες που είχαν περιέλθει στους αναιρεσείοντες δημοσιογράφους που αξιολογήθηκαν από αυτούς ως σοβαρές, σχετιζόμενες με το μείζον ζήτημα της διαφθοράς στο χώρο της δικαιοσύνης 2) οι καταγγελίες προερχόταν από πρόσωπο που είχε ίδια αντίληψη των καταγγελλομένων και ήταν παρόν στο στούντιο επιβεβαιώνοντας τα περιστατικά, 3) πριν την μετάδοση της εκπομπής προηγήθηκε δημοσιογραφική έρευνα και έγινε επαφή με τα ενδιαφερόμενα μέρη, 4) δικαιολογητικός λόγος για την προβολή της καταγγελίας στην οποία προέβη ο τέταρτος αναιρεσείων ήταν το δικαιολογημένο ενδιαφέρον και παράλληλα επιβεβλημένο δημοσιογραφικό καθήκον για ενημέρωση της κοινής γνώμης, οπότε ελλείπει ο παράνομος χαρακτήρας και η υπαιτιότητα καθώς και ο σκοπός εξυβρίσεως των αναιρεσιβλήτων 5) δεν παρέλειψαν οι πρώτος και τρίτος από τους αναιρεσείοντες δημοσιογράφοι να αναζητήσουν και να μεταδώσουν την άποψη των αναιρεσιβλήτων για τις καταγγελίες και 6) οι καταγγελίες του τέταρτου των αναιρεσιβλήτων συνδυάστηκαν με έγγραφα.

Από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ως άνω υπ' αριθ. 1 και 4 ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων που θεμελιώνουν την ένσταση του άρθρου 367 παρ. 1γ ΠΚ και την απέρριψε, δεχόμενο ότι η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση της απλής δυσφημήσεως εκ μέρους του πρώτου και τρίτου των αναιρεσειόντων, διότι αυτοί προέβησαν στη διάδοση των δυσφημιστικών γεγονότων με ειδικό σκοπό εξυβρίσεως των αναιρεσιβλήτων.

Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος ως προς αυτούς τους ισχυρισμούς είναι αβάσιμος. Οι υπόλοιποι ισχυρισμοί υπ' αριθ. 2, 3, 5, 6 συνιστούν άρνηση της προταθείσας από τους αναιρεσίβλητους αντενστάσεως του άρθρου 367 παρ. 2 ΠΚ και επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως ως προς σκέλος αυτό, είναι απαράδεκτος.

Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους ότι ενήργησαν εντός των ορίων της δημοσιογραφικής έρευνας και κριτικής, τηρώντας το αναγκαίο μέτρο και ειδικότερα ότι : α) δεν αναφέρθηκαν τα ονόματα των αναιρεσιβλήτων ούτε κατέστη δυνατός ο προσδιορισμός της ταυτότητάς τους, β) όλες οι τοποθετήσεις έγιναν με σαφή αναφορά ότι τα περιστατικά προκύπτουν από καταγγελίες και δεν αποτελούν θέσεις ή συμπεράσματα του δημοσιογράφου, γ) προβλήθηκαν και αναζητήθηκαν έγγραφα που πλαισίωναν και ενίσχυαν τις καταγγελίες, δ) αναζητήθηκε και προβλήθηκε η άποψη των εναγόντων, ε) πριν την εκπομπή ο τρίτος αναιρεσείων είχε τηλεφωνική επικοινωνία με την δεύτερη αναιρεσίβλητη, στην οποία ανέφερε το συγκεκριμένο θέμα της εκπομπής και ζήτησε τη δική της θέση και απάντηση επί των καταγγελλομένων από τον τέταρτο αναιρεσείοντα.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι ο ως άνω ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα", με την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά άρνηση της προταθείσας από τους αναιρεσιβλήτους αντενστάσεως εκ του άρθρου 367 παρ. 2 ΠΚ, ότι από τον τρόπο εκδηλώσεως της δυσφημιστικής συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων εις βάρος τους προκύπτει σκοπός εξυβρίσεώς τους.

Με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του τέταρτου εξ αυτών ότι: 1. Το περιεχόμενο της καταγγελίας ήταν αληθές και δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της απλής δυσφήμησης και της εξύβρισης, καθόσον δεν υπήρχε σκοπός εξυβρίσεως αλλά μόνον σκοπός παραθέσεως του περιεχομένου της καταγγελίας, στην οποία προέβη έχοντας ιδίαν αντίληψη, επωνύμως και είχε στη διάθεσή του έγγραφα τα οποία αποδείκνυαν το βάσιμο αυτής, 2.

Δεν έγινε αναφορά των ονομάτων των αναιρεσιβλήτων στην πρώτη τηλεοπτική εκπομπή της 9.12.20... και εντεύθεν δεν υφίσταται εξατομικευμένη προσβολή της προσωπικότητάς τους, 3. Οι αναιρεσίβλητοι αρνήθηκαν να αντικρούσουν δημόσια τις καταγγελίες του, 4. Δεν υφίσταται ειδικός σκοπός εξυβρίσεως, διότι καθ' όλη τη διάρκεια της τηλεοπτικής εκπομπής ουδέποτε επέδειξε σκοπό εξυβρίσεως ή προθέσεως που κατευθυνόταν ειδικά στην προσβολή της τιμής των αναιρεσιβλήτων, 5.

Οι αναιρεσίβλητοι παραβίασαν τις διατάξεις του νόμου περί προστασίας προσωπικών δεδομένων εις βάρος του, δια της αναφοράς στην αγωγή τους της ποινικής καταστάσεως αυτού, 6. Τα ονόματα των αναιρεσιβλήτων δημοσιοποιήθηκαν μόνον μετά την κατάθεση των αναφορών των δημοσιογράφων πρώτου και τρίτου των αναιρεσειόντων.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι οι ως άνω ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα", με την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και άρνηση της προταθείσας από τους αναιρεσιβλήτους αντενστάσεως εκ του άρθρου 367 παρ. 2 ΠΚ ότι από τον τρόπο εκδηλώσεως της δυσφημηστικής συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων εις βάρος τους προκύπτει σκοπός εξυβρίσεώς τους.

Κατά το άρθρο 222 παρ. 1 ΚΠολΔ, όταν επέλθει η εκκρεμοδικία και όσο αυτή διαρκεί, δεν μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε δικαστήριο νέα δίκη για την ίδια επίδικη διαφορά ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους, εφόσον εμφανίζονται με την ίδια ιδιότητα. Αν κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας ασκηθεί άλλη αγωγή, ανταγωγή ή κύρια παρέμβαση ή προταθεί ένσταση συμψηφισμού για την ίδια επίδικη διαφορά, αναστέλλεται και αυτεπαγγέλτως η εκδίκασή της έως ότου περατωθεί η πρώτη δίκη.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι προϋπόθεση προβολής του από την εκκρεμοδικία απαραδέκτου, το οποίο οδηγεί σε αναστολή εκδικάσεως της επίδικης διαφοράς είναι εκτός άλλων, να υπάρχει ταυτότητα διαφοράς και στις δύο δίκες, δηλαδή στην αρχική και τη δεύτερη που έχει αχθεί ενώπιον του δικαστηρίου, για την οποία έκρινε η απόφαση.

Δεν αρκεί δηλαδή η σύμπτωση των αιτημάτων των δύο αγωγών, αλλά απαιτείται και ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας, σε τρόπον ώστε να μην υπάρχει τέτοια ταυτότητα διαφοράς αν μεταξύ των δύο αγωγών υφίσταται διαφοροποίηση των πραγματικών περιστατικών των παραγωγικών του ίδιου γεγονότος (ΑΠ 1648/2023). Η παράλειψη του δικαστηρίου να αναστείλει τη διαδικασία, λόγω εκκρεμοδικίας (άρθρ. 222 ΚΠολΔ), δεν συνιστά παράλειψη κήρυξης δικονομικού απαραδέκτου, υπό την έννοια της διάταξης του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού η αναστολή αυτή επιβάλλεται από το νόμο χάριν οικονομίας χρόνου και δαπάνης, καθώς και προς αποφυγήν έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, ενδεχόμενο όμως που αντιμετωπίζεται από το νόμο με την καθιέρωση λόγου αναψηλάφησης για την τελευταία απόφαση (άρθρα 544 παρ. 1 και 549 παρ. 2 ΚΠολΔ) (ΑΠ 1648/2023, ΑΠ 896/2022, ΑΠ 595/2022, ΑΠ 1029/2020) Με τον έκτο λόγο αναιρέσεως, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο παρέλειψε να κηρύξει το απαράδεκτο της συζητήσεως της ένδικης αγωγής λόγω εκκρεμοδικίας που απορρέει από την προγενέστερη από 21.1.2014 αγωγή των αναιρεσιβλήτων που ασκήθηκε εναντίον των δύο πρώτων των αναιρεσειόντων και αφορά την ίδια τηλεοπτική εκπομπή "..." της 9.12.20..., επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 3337/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες παράλειψη του Εφετείου να αναστείλει την διαδικασία λόγω εκκρεμοδικίας δεν συνιστά παράλειψη κηρύξεως δικονομικού απαραδέκτου υπό την έννοια του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ, 189 αριθ. 1, 191 αριθ. 2 ΚΠολΔ) όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26.2.2019 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 3873/2018 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει εις βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Οκτωβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ