Supreme Court allows appeal against partial property division ruling, remanding case for retrial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal filed by the husband and wife against a lower court's partial property division ruling. The court found the lower court's decision regarding the division of assets between the spouses to be legally flawed and procedurally incorrect. Consequently, the appeal was accepted for the specific claims, while the appeal against the other defendant was deemed inadmissible, leading to a remand for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(9) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may allow an appeal against a partial judgment if the contested portion is legally flawed, remanding the case for retrial while dismissing inadmissible appeals against other parties.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 896 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 896/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη-Εισηγήτρια, Σοφία Πολύζου-Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α. Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Π. του Α. και Β., 2) Α. Κ. συζ. Γ. Π., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Μπέζα και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. χήρας Κ. Π., το γένος Χ. και Α. Κ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Ντούγια, που ανακάλεσε την από 12-10-2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις, 2) Α. Π. του Α., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Β. Της αναιρεσείουσας: Ε. χήρας Κ. Π., το γένος Χ. και Α. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Ντούγια, που ανακάλεσε την από 12-10-2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Π. του Α., κατοίκου ..., 2) Γ. Π. του Α. και Β., 3) Α. Κ. συζ. Γ. Π., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Μπέζα και κατέθεσαν προτάσεις, 4) α. Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "….. Ανώνυμη Εταιρεία" με τον διακριτικό τίτλο "…Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα, οδός ……..
και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, β. Κτηματολογικού Γραφείου και Υποθηκοφυλακείου Ηγουμενίτσας, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Kτηματολόγο και Υποθηκοφύλακα Ηγουμενίτσας, οδός Εθνικής Αντιστάσεως, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 5) …….. ΑΕ, ως καθολικής διαδόχου της πρώην …….
AE, που εδρεύει στην Αθήνα, οδός ………, και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 6) α. Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό των Οικονομικών κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αναστάσιο Ράλλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, β.
Ελληνικού Δημοσίου, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Προϊστάμενο του αυτοτελούς Γραφείου Δημόσιας Περιουσίας Θεσπρωτίας, της Περιφερειακής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας, Ηπείρου - Δυτικής Μακεδονίας, που εδρεύει στην Ηγουμενίτσα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 7) Π. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 8) Α.
Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε: α) με την από 12-12-2014 αγωγή της ήδη υπό στοιχείο Α.1 αναιρεσιβλήτου και υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσας, η οποία με την από 12-1-2015 κλήση της, επανέφερε προς συζήτηση την από 3-12-1997 αγωγή των αντιδίκων της και β) την από 2-6-2015 αγωγή της ήδη υπό στοιχείο Α.2 και Β.1 αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 41/2018 του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Οι υπό στοιχείο Α αναιρεσείοντες, με την από 18-2-2019 αίτησή τους, ζητούν την αναίρεση της τελευταίας απόφασης. Η υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσα, με την από 23-7-2020 αίτησή της, ζητεί την αναίρεση της τελευταίας απόφασης, συναναιρουμένης και της 6/2017 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων που παραστάθηκαν, ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Α) Kατά το άρθρο 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρ. 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών, μεταξύ των ιδίων ή διαφορετικών διαδίκων, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τις κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης α) από 18-2-2019 των Γ. Π. του Α. και Α. Κ., συζ. Γ. Π. και β) από 23-7-2020 της Ε. χήρας Κ. Π., το γένος Χ. Κ. ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 41/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας και με την δεύτερη αίτηση αναίρεσης ζητείται η αναίρεση και της 6/2017 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας.
Οι ως άνω αιτήσεις αναίρεσης αφορούν τους ίδιους διαδίκους και στρέφονται και κατά της ίδιας απόφασης, είναι συναφείς και επομένως πρέπει να συνεκδικασθούν, προκειμένου να διευκολυνθεί η διεξαγωγή της δίκης και να μειωθούν τα έξοδα αυτής (άρθρα 246, 573 παρ. 1 ΚΠολΔ). Β) Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, έχει κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ , επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων ως εξής: 1.
Στην από 3-12-1997 και με αριθμ. κατ. 174/1997 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας αγωγή των Β. χήρας Α. Π. και Α. Π. του Α., οι ενάγουσες ιστορούσαν ότι έχουν αποκτήσει με παράγωγο τρόπο την κυριότητα επί του περιγραφομένου οικοπέδου επιφανείας 312,62 τ.μ και ότι έχει συσταθεί κάθετη ιδιοκτησία με το αναφερόμενο συμβόλαιο, δύο χωριστών καθέτων ιδιοκτησιών, και ότι οι εναγόμενοι έχουν στην ιδιοκτησία τους, συνεχόμενα με τις δικές τους κάθετες ιδιοκτησίες, τους 1ο,2ο και 3ο ορόφους, τετραώροφης οικοδομής που χρησιμοποιούν ως ξενοδοχείο και του οποίου ο τοίχος της νότιας πλευράς του, συνορεύει με την ιδιοκτησία της πρώτης και ο τοίχος της ανατολικής πλευράς του, συνορεύει με την ιδιοκτησία της δεύτερης και ότι έχουν ανοίξει στους τοίχους αυτούς δεκαοκτώ παράθυρα, των οποίων τα ξύλινα παραθυρόφυλλα ανοίγουν και εισέρχονται στον εναέριο χώρο της ιδιοκτησίας τους.
Ζητούσαν δε, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να κλείσουν τ' ανοίγματα αυτά, αναγνωριζομένης της κυριότητας των εναγουσών επί των περιγραφομένων χωριστών ιδιοκτησιών τους, ήτοι της υπό στοιχ. Α ιδιοκτησίας, αποτελούμενης από τμήμα οικοπέδου έκτασης 112 τ.μ. με το σ'αυτό ισόγειο κατάστημα και υπό στοιχ. Β ιδιοκτησίας, αποτελούμενης από υπόλοιπο τμήμα του οικοπέδου, έκτασης 200,62 τ.μ.
με το σ'αυτό κτίσμα. Την αγωγή αυτήν επανέφερε προς συζήτηση με την από 12-1-2015 κλήση της η τρίτη των εναγομένων Ε. χήρα Κ. Π., το γένος Χ. Κ., μετά την έκδοση της υπ'αριθμ.125/1998 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, με την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση αυτής, μέχρι εκδόσεως απόφασης επί αιτήσεως των εναγομένων από το Τμήμα έκδοσης Οικοδομικών αδειών της Δ/σης Τεχνικών Υπηρεσιών της Ν.
Α. Θεσπρωτίας, η οποία δεν θα μπορεί να προσβληθεί. 2. Στην από 12-12-2014 και με αριθμ. κατ. 46/2014 αγωγή, ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, η Ε. χήρα Κ. Π., το γένος Χ. Κ., ιστορούσε ότι κατέστη κυρία, νομέας και κάτοχος μιας οικοδομής, στην οποία βρίσκεται η κατοικία της και λειτουργεί ξενοδοχείο στην πόλη της Ηγουμενίτσας, αποτελούμενη από ισόγεια είσοδο κλιμακοστασίου 21,7 τ.μ., από πρώτο, δεύτερο και τρίτο ορόφους, εμβαδού, καθενός από αυτούς, 250 τ.μ.
και, επιπλέον, συγκυρία χωρίς να έχει καθοριστεί ποσοστό συνιδιοκτησίας της, του ενιαίου οικοπέδου, επί του οποίου είναι κτισμένη η πιο πάνω οικοδομή έκτασης 618 τ.μ., το οποίο έχει λάβει ΚΑΕΚ ..., μετά τη συνένωση των δύο (2) αυτοτελών οικοπεδικών τμημάτων, με ΚΑΕΚ ... και ..., που προέκυψαν από παράνομη κατάτμηση του ενιαίου οικοπέδου και των ακάλυπτων χώρων των 307,31 τ.μ., 236.73 τ.μ.
του όλου ακινήτου των 618 τ.μ.. Ότι στο όλο ακίνητο, εκτός από την οικοδομή που λειτουργεί το ξενοδοχείο, στο ισόγειο της οποίας βρίσκονται δύο καταστήματα κυριότητας και επικαρπίας των δεύτερου και τρίτης των εναγομένων, τα οποία έχουν δικαίωμα ποσοστών συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου των 618τ.μ,, είναι κτισμένη ισόγεια κατοικία μετά πλυσταριού κυριότητας της πρώτης εναγομένης, η οποία επίσης έχει δικαίωμα ποσοστών συνιδικοκτησίας στο άνω οικόπεδο και ισόγειο κατάστημα κυριότητας επίσης της πρώτης εναγομένης, το οποίο δεν έχει δικαίωμα συνιδιοκτησίας, διότι κατασκευάστηκε στον ακάλυπτο χώρο των προαναφερομένων 236,73 τ.μ., χωρίς ν' αποτελεί αυτοτελές οικόπεδο και η οικοδομική άδεια δυνάμει της οποίας κατασκευάστηκε, ανακλήθηκε.
Ότι οι γενόμενες κτηματολογικές εγγραφές στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Ηγουμενίτσας είναι εσφαλμένες. Ζητούσε δε, μεταξύ άλλων, μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος, να αναγνωριστεί αποκλειστική κυρία, νομέας και κάτοχος του ξενοδοχείου με την επωνυμία "…….." και της εν αυτώ οικίας της, που βρίσκεται στην Ηγουμενίτσα επί της οδού ………σε τριώροφη πολυκατοικία και αποτελείται από ισόγεια είσοδο του ξενοδοχείου ή ισόγεια είσοδο του κλιμακοστασίου εμβαδού 21,74 τ.μ., από πρώτο όροφο, δεύτερο και τρίτο όροφο 250 τ.μ.
έκαστος καθώς και το δικαίωμα υψούν επί της υφιστάμενης ταράτσας, να αναγνωρισθεί συγκυρία, συννομέας, συγκάτοχος κατά ποσοστό 790/1000, άλλως κατά το ποσοστό που θα ορισθεί επί του ενιαίου ακινήτου των 618 τ.μ., του ενιαίου ακάλυπτου χώρου των 307,31τ.μ. του ενιαίου ακινήτου των 618 τ.μ., του ενιαίου ακάλυπτου χώρου των 236,73 τ.μ., (στο οποίο περιλαμβάνεται και το περιγραφόμενο αυθαίρετο κτίσμα) του ενιαίου ακινήτου των 618 τ.μ.
και να διαταχθεί η απόδοση από τους εναγόμενους κατά το παραπάνω ποσοστό συγκυριότητας του αυθαιρέτου κτίσματος των 55,81 τ.μ., όπως αποτυπώνεται υπό στοιχ. Χ1.Ψ1.Σ.Τ.Χ1, στο συνημμένο στην αγωγή από Ιούλιο 2014 τοπογραφικό διάγραμμα και να διορθωθούν οι εσφαλμένες εγγραφές στα Κτηματολογικά βιβλία Ηγουμενίτσας 3.
Στην από 2-6-2015 και με αριθμ. κατ. 17/2015, αγωγή ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, η ενάγουσα Α. Π. του Α. ιστορούσε ότι είναι κυρία σε συγκεκριμένο τμήμα οικοπέδου που βρίσκεται στη πόλη της Ηγουμενίτσας, έκτασης 298,40 τ.μ., στο οποίο έχουν ανεγερθεί ισόγειο κατάστημα και οικία και έχει συσταθεί κάθετη ιδιοκτησία και ότι εσφαλμένως στα Κτηματολογικά Γραφεία Ηγουμενίτσας φέρονται οι ιδιοκτησίες αυτές, να αποτελούν τμήμα ενιαίου οικοπέδου με ΚΑΕΚ .../0/0 που ανήκει κατά συγκυριότητα και στους τρεις πρώτους εναγόμενους και ότι η τέταρτη εναγόμενη Τράπεζα, έχει εγγράψει προσημείωση υποθήκης στο ενιαίο ακίνητο.
Ζητούσε δε να αναγνωριστεί η αποκλειστική κυριότητά της επί του άνω οικοπέδου και να διορθωθεί η εσφαλμένη κτηματολογική εγγραφή και η διαγραφή της εγγραφείσας σ'αυτό προσημείωσης υποθήκης. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας, με την υπ'αριθμ. 6/2017 απόφασή του, συνεκδίκασε κατά την τακτική διαδικασία τις πιο πάνω αγωγές και i) απέρριψε την από 3-12-1997 και με αριθμ.
κατ. 174/1997 αγωγή ως αβάσιμη κατ'ουσίαν, λόγω της ερημοδικίας των εναγουσών (άρθρο 237 παρ.1 εδ.β και 272 σε συνδ. με 271, όπως ίσχυαν κατά τον χρόνο συζητήσεως της αγωγής), ii) δέχθηκε εν μέρει ως βάσιμη κατ'ουσίαν την από 12-12-2014 και με αριθμ. κατ. 46/2014 αγωγή και αναγνώρισε την Ε. χήρα Κ. Π., το γένος Χ. Κ., αποκλειστική κυρία, νομέα και κάτοχο:
α) ενός αυτοτελούς και ανεξάρτητου οικοπέδου εμβαδού 312,62 τ.μ., που εμφαίνεται στο συνημμένο στην αγωγή από Ιουλίου 2014 τοπογραφικό διάγραμμα Γ. Δ. και Α. Ε., υπό στοιχεία ΑΒΓΔΕΖΗΘγβαΩΨΧΦκΑ, όπως εμφαίνεται στο από Φεβρουαρίου 2014 συνημμένο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Κων/νου Κοτσώνη, β) της τριώροφης οικοδομής, επί της οδού ……, στην Ηγουμενίτσα, όπου λειτουργεί ξενοδοχείο με την επωνυμία "…….", αποτελούμενο από ισόγεια είσοδο του ξενοδοχείου εμβαδού 21,74 τ.μ., από πρώτο, δεύτερο και τρίτο όροφο 250 τ.μ.
έκαστο, η εδαφική κάλυψη της οποίας αποτυπώνεται υπό στοιχεία ΑΒΓιθβαΩΨΧΦκΑ, στο πιο πάνω τοπογραφικό διάγραμμα και γ)τμήματος οικοπέδου που αποτελεί τον ακάλυπτο χώρο του ξενοδοχείου, και εμφαίνεται στο ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα υπό στοιχεία ΓΔΕΖΗΘγβθιΓ και διέταξε την διόρθωση της πρώτης κτηματολογικής εγγραφής, ώστε στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Ηγουμενίτσας, να δημιουργηθεί ιδιαίτερο κτηματολογικό φύλλο με ξεχωριστό ΚΑΕΚ και να καταχωρηθεί στο όνομα της Ε.
χήρας Κ. Π. η αυτοτελής και ανεξάρτητη οριζόντια ιδιοκτησία, της ισόγειας εισόδου της οικοδομής, όπου λειτουργεί το ξενοδοχείο εμβαδού 21,74τ.μ., όπως περιγράφεται στο συνημμένο στην αγωγή από Ιουλίου 2014 τοπογραφικό διάγραμμα των Γ. Δ. και Α. Ε., έτσι ώστε: στην ισόγεια είσοδο της προπεριγραφόμενης οικοδομής, εμβαδού 21,74τ.μ. (χωρίς να έχει καθορισθεί μέχρι στιγμής το αναλογούν ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο), θα αναγράφεται ως αποκλειστική κυρία κατά ποσοστό 100% η Ε.
Κ., χήρα Κ. Π., με τίτλο κτήσης κυριότητας την υπ' αριθμ. ... πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Ηγουμενίτσας Γ. Β., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηγουμενίτσας στον τόμο 257 και αριθμό …. Να σημειωθεί εδώ, ότι στην προαναφερόμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας αναφέρεται ότι το Δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με την προσεπίκληση εκ μέρους της ενάγουσας της προσημειούχου δανείστριας με την επωνυμία "……Α.Ε", η οποία δεν παρενέβη στη δίκη αυτή καθώς και με την ανακοίνωση δίκης της ίδιας ενάγουσας προς τους μισθωτές Μ.
Κ. και Π. Π., οι οποίοι, αν και κλήθηκαν, δεν άσκησαν κάποια πράξη παρέμβασης και iii) δέχθηκε ως βάσιμη κατ'ουσίαν την από 2-6-2015 και με αριθμ. κατ. 17/2015 αγωγή και αναγνώρισε την ενάγουσα Α. Π., αποκλειστική κυρία ενός αυτοτελούς οικοπέδου εμβαδού 298,40 τ.μ., που βρίσκεται στην Ηγουμενίτσα επί της οδού …….., όπως εμφαίνεται στο από Φεβρουάριο 2014 συνημμένο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Κων/νου Κοτσώνη, το οποίο αποτελεί τμήμα του ενιαίου οικοπέδου εμβαδού 618 τ.μ.
με ΚΑΕΚ .../0/0. Διέταξε την διόρθωση της ανακριβούς κτηματολογικής εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Ηγουμενίτσας, έτσι ώστε να δημιουργηθεί νέος χωριστός αριθμός ΚΑΕΚ (ιδιαίτερο κτηματολογικό φύλλο) για ένα αυτοτελές οικόπεδο 298,40 τ.μ., που βρίσκεται στην Ηγουμενίτσα επί της οδού ….., το οποίο αποτελεί διαιρετό εδαφικό τμήμα του ενιαίου οικοπέδου με ΚΑΕΚ .../0/0, όπως εμφαίνεται στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα, επί του οποίου, περιγραφομένου οικοπέδου, να καταχωριστεί ως αποκλειστική κυρία με ποσοστό 100% η ενάγουσα Α.
Π. του Α. με αιτία κτήσης το ... συμβόλαιο δωρεάς και σύστασης κάθετης ιδιοκτησίας της Συμβολαιογράφου Ηγουμενίτσας Αθηνάς Ζήγου Τσιάτση, νομίμως μεταγεγραμμένου και την υπ' αριθμ. ... δημόσια διαθήκη της Β. Π., που δημοσιεύθηκε στις 19-7-2001 με τα υπ'αριθμ. 77/2001 Πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, σε συνδυασμό με το υπ'αριθμ.
πρωτ. ... πιστοποιητικό περί μη αποποιήσεως κληρονομίας του Ειρηνοδικείου Ηγουμενίτσας. Επίσης, με την ίδια ως άνω απόφαση το Δικαστήριο διέταξε από το ακίνητο με ΚΑΕΚ .../0/0 να αφαιρεθεί από τα κτηματολογικά του διαγράμματα, η έκταση που καταλαμβάνει το αμέσως ανωτέρω περιγραφόμενο ακίνητο, εμβαδού 298,40 τ.μ., ώστε να επέλθει η αντίστοιχη χωρική μεταβολή και μετά τη σχετική πιο πάνω χωρική μεταβολή να διορθωθεί στο σχετικό κτηματολογικό φύλλο το εμβαδόν του ακινήτου με ΚΑΕΚ .../0/0 αφαιρουμένων 298,40 τ.μ.
από το εμβαδόν του ακινήτου αυτού, στο οποίο θα περιοριστεί η προσημείωση υποθήκης που είχε εγγραφεί αρχικά επί του ενιαίου οικοπέδου. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν η μεν Ε. χήρα Κ. Π., το γένος Χ. Κ. την από 4-8-2017 και με αριθμ. κατ. 44/2017 έφεση ως ενάγουσα της με αριθμ. κατ. 46/2014 αγωγής και εναγομένη των υπ'αριθμ.
κατ. 174/1997 και 17/2015 αγωγών και οι Γ. Π. και Α. Κ., συζ. Γ. Π. την από 3-12-2017 και με αριθμ κατ. 64/2017 έφεση, ως εναγόμενοι της υπ'αριθμ κατ. 46/2014 αγωγής, ζητώντας η μεν πρώτη εκκαλούσα την καθ' ολοκληρίαν αποδοχή της υπ' αριθ. κατ. 46/2016 αγωγής της και την απόρριψη των υπ'αριθμ. κατ. 174/1997 και 17/2015 αγωγών, οι δε εκκαλούντες Γ.
Π. και Α. Κ., συζ. Γ. Π. την απόρριψη της 46/2014 αγωγής της Ε. Κ., χήρας Κ. Π.. Επί των εφέσεων αυτών εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 41/2018 προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία συνεκδίκασε ερήμην των εφεσιβλήτων "…….Α.Ε.", "Κ…….", "Τ…..", Κ. Μ. και Π. Π., την έφεση της Ε. χήρας Κ. Π., το γένος Χ. Κ. και ερήμην της εφεσίβλητης Α. Π., την έφεση των Γ.
και Α. Π. και αντιμωλία των λοιπών. Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση της Ε. χήρας Κ. Π. ως προς την υπ'αριθμ. κατ. 174/97 αγωγή, ελλείψει εννόμου συμφέροντος και ως προς την υπ'αριθ. κατ. 17/2015 αγωγή της Α. Π. ως προς τους εφεσιβλήτους Γ. Π., Α. Κ., συζ. Γ. Π., Τράπεζα …… και Ελληνικό Δημόσιο, καθόσον αυτοί ήταν ομόδικοι συνεναγόμενοι της εκκαλούσας στην αγωγή αυτή.
Επίσης, απέρριψε την έφεση των Γ. Π. και Α. Κ., συζ. Γ. Π., ως προς την αγωγή με αριθμ κατ. 46/2014 ως απαράδεκτη ως προς την εφεσίβλητη Α. Π., καθόσον αυτή ήταν συνεναγόμενη των εκκαλούντων στην αγωγή αυτή και ως προς τους εφεσίβλητους Τράπεζα ……. και Ελληνικό Δημόσιο, διότι αυτοί δεν ήταν διάδικοι στην πρωτόδικη δίκη, δέχθηκε δε τυπικά τις ως άνω εφέσεις κατά τα λοιπά και τις απέρριψε κατ'ουσίαν.
Ι) Ως προς την από 23-7-2020 αίτηση αναίρεσης της Ε. χήρας Κ. Π., το γένος Χ. Κ..
Με την από 23-7-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 41/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας, συμπροσβαλλομένης και της 6/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας. Ια). Κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 4 και 576 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ., ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπάγγελτα, αν κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο απολιπόμενος αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί, παρά την απουσία του, στη συζήτηση της υπόθεσης.
Εξάλλου, με το άρθρο 83 παρ. 2 του ν. 4790/2021 ορίστηκαν τα εξής: Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και οποιασδήποτε διαδικασίας ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του Προέδρου του τμήματος ή του προϊσταμένου του δικαστηρίου, νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο στη συντομότερη διαθέσιμη δικάσιμο.
Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου.
Στις υποθέσεις με διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο, ο γραμματέας του δικαστηρίου γνωστοποιεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους τη νέα δικάσιμο με το οικείο πινάκιο ή έκθεμα. Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα.
Με την προαναφερόμενη διάταξη προβλέπεται μεν ο αυτεπάγγελτος επαναπροσδιορισμός της συζήτησης των υποθέσεων που ματαιώθηκαν κατά το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων, λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, πλην, όμως, σε περίπτωση ερημοδικίας κατά την ορισθείσα νέα δικάσιμο κάποιου διαδίκου, προκειμένου να ισχύσει η με πρωτοβουλία του γραμματέα εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, ως κλήτευση κατ' αυτήν, του απολιπόμενου διαδίκου, απαιτείται ως προϋπόθεση ο εν λόγω διάδικος είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση είτε να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για την αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω της αναστολής.
Σε αντίθετη περίπτωση, η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για τη νέα δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευσή του κατ' αυτήν και απαιτείται η νόμιμη κλήτευσή του. Στην προκείμενη περίπτωση, μετά από έγγραφη παραγγελία της αναιρεσείουσας Ε. Κ., ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 17ης Μαρτίου 2021, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους 1."Ε…..
Ανώνυμης Εταιρείας", 2.Κτηματολογικό Γραφείο Ηγουμενίτσας, νομίμως εκπροσωπούμενο, 3.Τράπεζα …. Α.Ε, 4. Ελληνικό Δημόσιο, εκπροσωπούμενο από τον Προϊστάμενο του αυτοτελούς Γραφείου δημόσιας περιουσίας Θεσπρωτίας της Περιφερειακής Διεύθυνσης δημόσιας περιουσίας Ηπείρου- Δυτικής Μακεδονίας, 5.Π. Π. του Κ.
και 6. Α. Π. του Κ. (βλ. εκθέσεις επιδόσεως 7646Β/17.12.2020 της Δικαστικής Επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Ε. Δ., 99025/7.1.2021 της Δικαστικής Επιμελήτριας του Εφετείου Κέρκυρας Α. Τ., 7645Β/17-12-2020 της Δικαστικής Επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Ε. Δ., 9003Γ/7-1-2021, 9893 και 9894/28-12-2020 εκθέσεις επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας του Εφετείου Κέρκυρας Α.
Τ.). Κατά τη δικάσιμο αυτή (17-3-2021), η υπόθεση ματαιώθηκε, λόγω του μέτρου της προσωρινής αναστολής λειτουργίας όλων των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών της Χώρας. Στη συνέχεια, η Πρόεδρος του Γ' Πολιτικού Τμήματος Ασπασία Μαγιάκου, σύμφωνα με το άρθρο 83 παρ.2 του Ν. 4790/30-03-2021, όρισε αυτεπαγγέλτως δικάσιμο για την εκδίκαση της προκειμένης υποθέσεως την 3-11-2021, η οποία γνωστοποιήθηκε ηλεκτρονικά από τον Γραμματέα του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου στην διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων, στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων και στο site του Αρείου Πάγου, ο ίδιος δε ως άνω Γραμματέας ενέγραψε την υπόθεση στο οικείο πινάκιο, εγγραφή που ισχύει ως κλήτευση στην δικάσιμο όλων των διαδίκων.
Όμως, οι προαναφερόμενοι αναιρεσίβλητοι, δεν παρέστησαν κατά τη δικάσιμο αυτή στο ακροατήριο κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικαστούν ερήμην, ωστόσο πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν αυτοί παρόντες (άρθρο 576 παράγραφος 2 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι έχει επιδοθεί η υπό κρίση αναίρεση με κλήση προς συζήτηση για την ως άνω αρχική δικάσιμο καθώς επίσης έχει γνωστοποιηθεί νόμιμα και η κλήση για συζήτηση αυτής κατά την παρούσα δικάσιμο της 3-11-2021.
Ιβ). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 553 παράγραφος 1 και 554 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση, μόνον αφότου έπαυσε να είναι προσβλητή με ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε η κατ' άρθρο 503 αριθμό 1 Κ.Πολ.Δ δεκαπενθήμερη, προς άσκηση αυτής, προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο δικαιούμενος στην άσκηση της (ερημοδικασθείς) διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή από το σχετικό δικαίωμα, καθόσον έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 533 παρ. 1β' Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1104/2020, ΑΠ 241/2015, ΑΠ 1464/2010).
Εξάλλου, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 553 παράγραφος 1β Κ.Πολ.Δ με αυτές των άρθρων 74 και 75 παράγραφοι 1 και 2 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η οριστική απόφαση που εκδίδεται, καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου και, συνεπώς, υπόκειται σε αναίρεση ως προς εκείνον από τους ομοδίκους που έγινε τελεσίδικη, έστω και αν δεν έγινε τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους (ΑΠ 1057/2020, 239/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση από τις εκθέσεις επιδόσεως 9388Γ, 9389Γ', 9390Γ'/6-7-2020 της Δικαστικής Επιμελήτριας του Εφετείου Κέρκυρας Α. Τ., 7118Β/6-7-2020 της Δικαστικής Επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Ε. Δ. και από το 114/31-7-2020 πιστοποιητικό του Εφετείου Κέρκυρας, προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στους ερημοδικασθέντες εφεσιβλήτους και ήδη αναιρεσίβλητους: 1.
Κτηματολογικό Γραφείο Ηγουμενίτσας, νομίμως εκπροσωπούμενο, 2. Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε., 3. Π. Π. του Κ. και 4. Α. Π. του Κ. και παρήλθε η 15νθήμερη προθεσμία προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, χωρίς να ασκηθεί αυτή, με συνέπεια να καταστεί η προσβαλλόμενη απόφαση και ως προς τους αναιρεσιβλήτους αυτούς τελεσίδικη.
Ως προς την αναιρεσίβλητη όμως ερημοδικασθείσα εφεσίβλητη, "……Ανώνυμη εταιρεία", με το διακριτικό τίτλο "Ε…", η οποία τελεί σε σχέση απλής ομοδικίας προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε απαραδέκτως, καθόσον ως προς αυτήν δεν προκύπτει ότι έχει καταστεί τελεσίδικη η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, επειδή δεν προσκομίζεται η επικαλούμενη στην σελ. 5 των από 3-10-2021 προτάσεων της αναιρεσείουσας υπ'αριθμ 7114Β/6-7-2020 έκθεση επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Ε.
Δ., προς την αναιρεσίβλητη αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης, την οποία εξάλλου δεν επικαλείται στην σελ. 21 των ιδίων προτάσεων της, υπό στοιχ. Γ με τίτλο αποδεικτικά τελεσιδικίας της αναιρεσιβαλλόμενης.
Συνεπώς, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ν'απορριφθεί ως προς την αναιρεσίβλητη "…..Ανώνυμη εταιρεία".
Iγ) Από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η οποία δεν κάνει καμία διάκριση, σαφώς προκύπτει ότι αναίρεση συγχωρείται αδιαφόρως εάν το δικαστήριο της ουσίας με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση αποφάσισε για την ουσία της υπόθεσης ή δεν εισήλθε στην εξέταση αυτής για τυπικούς λόγους, επιτρεπόμενη σε κάθε μια περίπτωση, εφόσον συντρέχει κάποιος νόμιμος λόγος από τους αναφερόμενους, περιοριστικά, στο άρθρο 559 ή 560 ΚΠολΔ, ο οποίος αφορά το περιεχόμενο της εκάστοτε, αντιστοίχως, αποφάσεως (ΑΠ 1300/2014, ΑΠ 1000/2009).
Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 522, 553 και 566 παρ.2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, εάν ασκηθεί έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης και η έφεση απορριφθεί ως απαράδεκτη, σε αναίρεση υπόκειται, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμοι όροι για το παραδεκτό αυτής, τόσον η απόφαση του Εφετείου, αλλά μόνον ως προς την από αυτήν απόρριψη της έφεσης για τυπικούς λόγους, εφόσον υπάρχει σύμφωνα με το νόμο προσβλητή ως προς αυτήν πλημμέλεια, όσο και η πρωτόδικη οριστική απόφαση, ως προς τα από αυτήν κριθέντα στην ουσία, καθόσον αυτή καθίσταται τελεσίδικη ως προς αυτά, με την έκδοση της απορρίπτουσας για τυπικούς λόγους την έφεση αποφάσεως (ΑΠ 995/2020, AΠ 505/2011, ΑΠ 1000/2009, ΑΠ 1158/1980).
Σε περίπτωση δε που η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, αν προσβλήθηκε με έφεση η πρωτόδικη απόφαση και η έφεση έγινε τυπικά δεκτή, σε αναίρεση, σύμφωνα με τα άρθρα 552 και 553 ΚΠολΔ, υπόκειται μόνο η οριστική απόφαση του εφετείου, που ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης, αφού, αν μεν έγινε δεκτή κατ' ουσία η έφεση, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίσθηκε και έπαψε να υπάρχει, ενώ, αν η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε πλέον στην εφετειακή απόφαση (Ολ ΑΠ 40/1996, ΑΠ 86/2021,ΑΠ 1102/2017, ΑΠ 297/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 23-7-2020 αίτηση αναίρεσης της Ε. χήρας Κ. Π., το γένος Χ. Κ., παραδεκτά συμπροσβάλλεται και η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, εφόσον η ως άνω έφεση αυτής (αναιρεσείουσας) απορρίφθηκε ως απαράδεκτη ως προς την υπ'αριθ. κατάθεσης 174/8-12-1997 αγωγή, ασκήθηκε δε αυτή νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 554, 556, 558, 564,566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), με την κατάθεσή της και ενώπιον του Εφετείου Κέρκυρας και ενώπιον του Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας και συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), απορρίπτομένης της ενστάσεως περί απαραδέκτου αυτής εκ μέρους των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις τους, πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Ιδ) Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ. υπάρχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, η δε ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 222 Κ.Πολ.Δ. όταν επέλθει η εκκρεμοδικία και όσο αυτή διαρκεί, δεν μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε δικαστήριο νέα δίκη για την ίδια επίδικη διαφορά ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους εφόσον εμφανίζονται με την ίδια ιδιότητα. Αν κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας ασκηθεί άλλη αγωγή, ανταγωγή ή κύρια παρέμβαση ή προταθεί ένσταση συμψηφισμού για την ίδια επίδικη διαφορά αναστέλλεται αυτεπαγγέλτως η εκδίκασή της εωσότου περατωθεί η πρώτη δίκη.
Το εκ της ανωτέρω διατάξεως απαράδεκτο λόγω εκκρεμοδικίας αποτελεί εκδήλωση της έννομης σχέσης της δίκης και συνίσταται στο ότι το δικαστήριο δεσμεύεται να μη συζητήσει εκ νέου την ίδια διαφορά μεταξύ των αυτών διαδίκων. Όμως, η παρά το νόμο παράλειψη του δικαστηρίου να αναστείλει τη διαδικασία, λόγω εκκρεμοδικίας κατά την προαναφερθείσα διάταξη, μη επιβαλλόμενη από το νόμο, προς κατοχύρωση του αποτελέσματος δικονομικής ακυρότητας ή προς εξασφάλιση της άσκησης δικονομικού δικαιώματος, δεν συνιστά παράλειψη κηρύξεως δικονομικού απαραδέκτου, υπό την έννοια της διατάξεως του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι η αναστολή αυτή επιβάλλεται από το νόμο απλώς χάριν οικονομίας χρόνου και δαπάνης, καθώς και προς αποφυγήν εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων (ΑΠ 1029/2020, ΑΠ 700/2019, ΑΠ 431-2/2015, ΑΠ 207/2008, ΑΠ 290/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα Ε. χήρα Κ. Π. με τον πρώτο λόγο αναίρεσής της, και κατ'εκτίμηση αυτού, μέμφεται α) την υπ'αριθμ. 6/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας για την πλημμέλεια της, από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ., ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας δεν ανέστειλε λόγω εκκρεμοδικίας την εκδίκαση της από 2-6-2015 (αριθμ.
κατ. 17/2015) αγωγής μέχρι εκδόσεως αμετακλήτου αποφάσεως επί των από 3-12-1997 και με αριθμ. κατ. 174/1997 και από 12-12-2014 και με αριθμ. κατ. 46/2014 αγωγών, ενώ θα έπρεπε να διαγνώσει την εκκρεμοδικία μεταξύ των ως άνω αγωγών, να συνεκδικάσει τις δύο χρονικά προηγηθείσες και να αναστείλει την έκδοση της οριστικής αποφάσεως επί της τρίτης, και β) την υπ'αριθμ. 41/2018 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας, το οποίο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας ως απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος ως προς την με αριθμ.
κατ. 174/8-12-1997 αγωγή και μετά έκρινε την ένσταση εκκρεμοδικίας, χωρίς να επισκοπήσει την αγωγή αυτή έναντι της υπ'αριθμ κατ. 17/2015 αγωγής και επισκόπησε την τελευταία μόνο έναντι της υπ'αριθμ. κατ. 46/2014, ενώ όφειλε να αναστείλει την διαδικασία έκδοσης οριστικής αποφάσεως επί της από 2-6-2015 και με αριθμ. 17/2015 αναγνωριστικής αγωγής της αναιρεσίβλητης Α.
Π. μέχρι εκδόσεως αποφάσεως επί της από 3-12-1997 αναγνωριστικής αγωγής της αρχικής διαδίκου Β. Π. και της Α. Π., συνεκδικαζομένης αυτής με την από 12-12-2014 και με αριθμ. κατ. 46/2014 αγωγή της (αναιρεσείουσας) Ε. Π.. Σύμφωνα όμως με όσα αναφέρονται στην υπό στοιχ. Ιδ νομική σκέψη, η περί αναστολής (ή μη) διάταξη του δικαστηρίου λόγω εκκρεμοδικίας δεν συνιστά κήρυξη (ή παράλειψη κήρυξης) δικονομικού απαραδέκτου υπό την έννοια της διατάξεως του αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
και κατά συνέπεια ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Εξάλλου, απαράδεκτος είναι ο λόγος αυτός και διότι δεν προβάλλεται πλημμέλεια του Εφετείου ως προς την απόρριψη της εκ μέρους της αναιρεσείουσας ασκηθείσας εφέσεως ως προς την από 3-12-1997 αγωγή, ως απαράδεκτης (ελλείψει εννόμου συμφέροντος), ούτε πλημμέλεια του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ως προς τα κριθέντα από αυτό κατ'ουσίαν ως προς την με αριθμ.
κατ. 174/8-12-1997 αγωγή, η απόφαση του οποίου καθίσταται τελεσίδικη ως προς αυτά, με την έκδοση της απορρίπτουσας για τυπικούς λόγους την έφεση αποφάσεως, σύμφωνα με την υπό στοιχεία Ιγ νομική σκέψη. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι δεν προβάλλεται άλλος λόγος αναίρεσης που να αφορά την υπ'αριθμ. 6/2017 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας.
Ιε) Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, Ολ ΑΠ 1/1999).
Για την πληρότητα του άνω λόγου, πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα (Ολ ΑΠ 32/1996), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο 'Αρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 1040/2010) και το περιεχόμενο αυτής (ΑΠ 182/2021), 2) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 1373/2019), 3) ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και 4) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλειπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 284/2021).
Από δε τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ., εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 948/2021, ΑΠ 602/2020, ΑΠ 238/2020).Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 επ.
του Α.Κ. προκύπτει ότι κατά την ερμηνεία της διαθήκης αναζητείται μόνο η αληθινή βούληση του διαθέτη. Σκοπείται δηλαδή, η ανεύρεση της υποκειμενικής απόψεως του διαθέτη. Προσφυγή σε ερμηνεία διαθήκης συγχωρείται μόνο εάν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώσει, έστω και εμμέσως, κενό ή ασάφεια στο περιεχόμενο της διαθήκης.
Τόσο η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δήλωση του διαθέτη, όσο και η μετά τη διαπίστωση αυτή κρίση για την αληθινή βούληση του διαθέτη, ως κρίσεις αναγόμενες σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκεινται σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Ο ως άνω ερμηνευτικός κανόνας παραβιάζεται εκ πλαγίου, όταν, παρ' ότι διαπιστώθηκε η ανάγκη ερμηνείας, κενό, δηλαδή, ή ασάφεια της δήλωσης βουλήσεως που περιέχεται στη διαθήκη, οι εν λόγω διατάξεις εφαρμόσθηκαν κατά τρόπο που καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή τους, όπως όταν δεν εκτίθενται στην απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν για το σκοπό εξεύρεσης της αληθινής βούλησης του διαθέτη (ΑΠ 233/2020, ΑΠ 105/2013).
Με το δεύτερο λόγο κατά το πρώτο σκέλος αυτού, γίνεται αναφορά στη μεταξύ των διαδίκων ένδικη διαφορά και στο ουσιώδες ζήτημα εάν τα ακίνητα που περιήλθαν στα διάδικα μέρη από τον άμεσο και απώτερο δικαιοπάροχο αυτών, Α. Π., είναι κτισμένα επί ενιαίου γεωτεμαχίου ή επί κεχωρισμένων οικοπέδων. Με το δεύτερο υπό στοιχ.
Β και υπό στοιχ. Γ1α, και Γ1β σκέλη του δεύτερου λόγου αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προβάλλει την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα περί αποκλειστικής κυριότητας του ενιαίου οικοπέδου επιφανείας 979,08 τ.μ.
του άμεσου και απώτερου δικαιοπαρόχου των διαδίκων μερών, Α. Π. κατά το έτος 1968, οπότε με την διαθήκη του προέβη στην κατάτμηση αυτού, δεχόμενο παράλληλα, ότι είχε συστήσει χωριστή οριζόντια ιδιοκτησία στην οικοδομή του ξενοδοχείου, δυνάμει του ... συμβολαίου αιτία δωρεάς του δικαιώματος αέρος και υψούν επί της στέγης του δευτέρου ορόφου στο ακίνητο του ξενοδοχείου, το οποίο ήταν κτισμένο στο παραπάνω οικόπεδο, προς τον γιό του Κ.
Π., ότι κατά το έτος 1968 όταν έγινε το συμβόλαιο διανομής "...ο καθορισμός ποσοστού εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, χωρίς ο δωρητής να έχει ορίσει ποσοστά συνιδιοκτησίας, έγινε προφανώς παράτυπα, χωρίς τη συμμετοχή και εκείνου ως συγκυρίου του οικοπέδου, δεδομένου ότι οι δύο συμβαλλόμενοι δωρεοδόχοι δεν είναι οι μοναδικοί συγκύριοι, αφού στο ίδιο οικόπεδο είναι κτισμένη και η ισόγεια κατοικία του δωρητή, αλλά και τα δύο καταστήματα στο ισόγειο όροφο ....και τα οποία μέχρι τότε εξακολουθούσαν να ανήκουν στην κυριότητα του δωρήτή..." και ότι σε ακάλυπτο χώρο 75 τ.μ εκ του συνολικού ενιαίου οικοπέδου υπήρχε βόθρος εξυπηρετών και το ξενοδοχείο και την ισόγεια κατοικία.
Στο λόγο αυτό στο υπό στοιχείο Β σκέλος φέρεται ως παραβιασθείσα διάταξη ουσιαστικού δικαίου αυτή του άρθρου 173 Α.Κ., διότι "δεν μπορούσε με τη διαθήκη να καταλείπει σε κληρονόμο αυτοτελή ιδιοκτησία οικοπέδου που δεν του ανήκει εξ ολοκλήρου... Διότι η ερμηνεία μιας δικαιοπραξίας και δηλώσεως βουλήσεως κατά το άρθρο 173 Α.Κ που στοχεύει στην αποκάλυψη του νοήματος της και στην επικράτηση της βουλήσεως όπως αυτή εκφράστηκε προϋποθέτει εξουσία διαθέσεως του δικαιώματος στο οποίο αφορά η δικαιοπραξία ή η δήλωση βουλήσεως (ουδείς μετάγει πλέον του ούτινος έχει δικαιώματος)".
Τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά στον λόγο αυτό δεν προσιδιάζουν στο πραγματικό του ως άνω κανόνα δικαίου (173 Α.Κ.), δεν αφορούν δηλαδή ζήτημα της ερμηνείας της διαθήκης του διαθέτη των διαδίκων μερών Α. Π., αλλά ζήτημα της έλλειψης εξουσίας διαθέσεως του διαθέτη αυτού σε όλο το επίδικο ακίνητο, κατά τη σύνταξη της διαθήκης, ενώ δεν αναφέρονται οι παραβιασθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, ως προς το ζήτημα αυτό ούτε το κατά την εκδοχή της αναιρεσείουσας ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το Δικαστήριο της ουσίας.
Συνεπώς, ο σχετικός λόγος είναι αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος. Ιστ) Κατά τις διατάξεις των παρ. 1-3 του άρθρου 2 του ν.δ. 690/1948, όπως η παρ.1 καταργήθηκε με το άρθρο 3 § 1 α.ν. 625/1968 και επαναφέρθηκε σε ισχύ με το άρθρο 6 § 1 ν. 651/1977: 1) Απαγορεύεται η μεταβίβαση της κυριότητας οικοπέδων επαγόμενη την δημιουργία οικοπέδων μη αρτίων, είτε κατά το ελάχιστον εμβαδόν, είτε κατά το ελάχιστον πρόσωπον ή βάθος. 2) Οσάκις εκ των κειμένων περί σχεδίων πόλεων διατάξεων επιβάλλεται, πλην των ελαχίστων ορίων εμβαδού και διαστάσεων των οικοπέδων, η τήρησις ωρισμένων ακαλύπτων αποστάσεων μεταξύ των ορίων του οικοπέδου και της οικοδομής ή ποσοστού του οικοπέδου ακαλύπτου υπό οικοδομής, απαγορεύεται η μετά την ανέγερσιν της οικοδομής καθ' οιονδήποτε τρόπον μεταβίβασις της κυριότητος μέρους του οικοπέδου κατά τρόπον καθιστώντα το εφ' ού η οικοδομή οικόπεδον μη άρτιον ή μειούντα τας ακάλυπτους αποστάσεις ή το ακάλυπτον ποσοστόν κάτω του επιβεβλημένου ελαχίστου ορίου και 3) Πάσα δικαιοπραξία εν ζωή ή αιτία θανάτου, έχουσα αντικείμενον απαγορευμένην κατά τας προηγούμενας παραγράφους μεταβίβασιν κυριότητος, είναι αυτοδικαίως και εξ υπαρχής απολύτως άκυρος.
Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις συνάγεται ότι κάθε δικαιοπραξία, όπως είναι και η διαθήκη (ΑΠ 472/2015), με την οποία μεταβιβάζεται οικόπεδο και, εξαιτίας της οποίας δημιουργούνται μη άρτια οικόπεδα, είναι άκυρη. (ΑΠ 75/2021 ΑΠ 420/2020, ΑΠ 1225/2018, ΑΠ 903/2018). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1α' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος παραβιάζεται αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Επίσης, κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου, ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ 272/2020, ΑΠ 5/2020).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρ. 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ., είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Ειδικότερα, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που στηρίζει το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή, ανάλογα, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ., με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό, που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ., προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που, επίσης, πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.
Εξάλλου, το ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως, λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρέσεις.
Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, που προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής.
Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο δε αυτό αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης ( Ολ ΑΠ 15/2000, ΑΠ 970/2020, ΑΠ 403/2019, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 1059/2017, ΑΠ 841/2017, ΑΠ 386/2017).
Και ναι μεν η διάταξη του άρθρου 2 του ν.δ. 690/1948, με την οποία απαγορεύεται, με ποινή την αυτοδικαίως επερχόμενη ακυρότητα, η μεταβίβαση της κυριότητας οικοπέδων που συνεπάγεται τη δημιουργία μη άρτιων οικοπέδων, είναι δημόσιας τάξης, δεδομένου όμως ότι και οι όροι της αρτιότητας δεν ορίζονται ενιαίως, αλλά ποικίλλουν όχι μόνο κατά πόλεις αλλά και κατά θέση στην ίδια πόλη προκειμένου να διασφαλιστεί ο τυχόν ιδιαίτερος χαρακτήρας του οικισμού στους τομείς αυτούς, ο ισχυρισμός περί ακυρότητας μεταβίβασης κυριότητας ακινήτου λόγω της δημιουργίας μη άρτιων οικοπέδων πρέπει να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να είναι ορισμένος, ώστε να είναι σε θέση το δικαστήριο να εφαρμόσει την παραπάνω διάταξη και να είναι παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης (ΑΠ 1203/2014).
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, υπό στοιχ. Γ3, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1α' και 19 Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 2 του ν. δ/τος 690/1948, διότι δέχθηκε εσφαλμένα ότι κατά την ερμηνεία της διαθήκης του Α. Π.
η βουληθείσα κατάτμηση είναι νόμιμη, δεδομένου ότι η διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 του ν. δ/τος 690/1948 αφορά μόνο ασκεπείς χώρους που προορίζονται για ανοικοδόμηση και στη προκείμενη περίπτωση πρόκειται περί οικοπέδων επί των οποίων έχει κτισθεί οικοδομή και επίσης εσφαλμένα δέχθηκε ότι δεν υφίσταται αντίθεση της γενόμενης κατάτμησης προς τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.2 του ως άνω ν.δ/τος.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η αναιρεσείουσα πρότεινε τον ως άνω ισχυρισμό περί ακυρότητας της μεταβίβασης του επιδίκου, του οποίου το περιεχόμενο πρέπει ν'αναφέρεται, όπως προτάθηκε με τις έγγραφες προτάσεις της που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και ότι επανέφερε αυτόν με λόγο έφεσής της ενώπιον του Εφετείου.
Όπως, άλλωστε προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσείουσας ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αυτή επικαλέσθηκε αορίστως παράβαση του άρθρου 2 του ν.δ/τος 690/1948, χωρίς περαιτέρω να προβάλλει ισχυρισμό περί ακυρότητας της διατάξεως τελευταίας βουλήσεως του δικαιοπαρόχου των διαδίκων μερών, ως περιέχουσα μεταβίβαση απαγορευμένη κατά τη διάταξη του άρθρου αυτού και χωρίς ν' αναφέρει συγκεκριμένα τους πολεοδομικούς κανόνες αρτιότητας που ίσχυαν για το επίδικο ακίνητο κατά το χρόνο της μεταβίβασης, ώστε η κατάτμηση του μείζονος οικοπέδου σε δύο τμήματα να συνεπάγεται τη δημιουργία μη άρτιων οικοπέδων, σύμφωνα με τη θέση του συγκεκριμένου οικοπέδου, κατά τους ισχύοντες κατά το χρόνο που έλαβε χώρα η κατάτμηση πολεοδομικούς κανόνες, προκειμένου ο ισχυρισμός της αυτός να είναι νόμιμος.
Στην δε έφεσή της, επικαλέσθηκε γενικώς την υπ'αριθμ. 1016/2013 αμετάκλητη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, δυνάμει της οποίας κρίθηκε παράνομη η 188/1984 άδεια της πολεοδομίας Θεσπρωτίας κατά παράβαση του άρθρου 2 του Ν.Δ/τος 690/1948.
Ιζ) Περαιτέρω, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μια μόνον από αυτές, οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μιας από αυτές δεν τελεσφορεί (Ολ ΑΠ 25/2003, 713/2020). Κατά το τρίτο υπό στοιχ. 2 σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 19 της ανεπάρκειας των αιτιολογιών της επάλληλης αιτιολογίας περί κτήσεως κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία επί τμήματος του επίδικου οικοπέδου από την Β.
Π. και τους διαδόχους αυτής. Ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής, διότι η πρώτη (κύρια) αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της και αναφέρεται στην κτήση της κυριότητας του επιδίκου από την Β. Π. κατά παράγωγο τρόπο είναι ότι ο Α. Π. "...προέβη στη κατάτμηση του επιδίκου οικοπέδου και με τη δωρεά προς τους δύο υιούς του από τον πρώτο γάμο σε συνδυασμό και με την διαθήκη του διαμόρφωσε δύο ανεξάρτητα μεταξύ τους οικοπεδικά τμήματα, έτσι ώστε καθένα τούτων, με την υπάρχουσα σ'αυτό οικοδομή, ν'αποτελέσει αυτοτελή και διακεκριμμένη ιδιοκτησία επιφανείας η μεν πρώτη που αφορά την διώροφη οικοδομή όπου στεγάζεται το ξενοδοχείο και τα ισόγεια καταστήματα εμβαδού 300,30 τ.μ, όπως εμφαίνεται στην τεχνική έκθεση, .......η δε δεύτερη που αφορά την ισόγεια οικοδομή (με το μαγειρειό και το πλυσταριό) και το συνεχόμενο ακάλυπτο χώρο αυτής 319,28 τ.μ, όπως εμφαίνεται.." και ότι "Με την παραπάνω διαθήκη η δικαιοπάροχος της Α.
Π. Βασιλική απέκτησε την κυριότητα του διαιρετού τμήματος οικοπέδου εμβαδού 298,40 τ.μ μετά του επ'αυτού ως άνω ισογείου κτίσματος..." και "...Έτσι η Α. Π. απέκτησε την κυριότητα του αυτοτελούς τμήματος οικοπέδου εκτάσεως 298,40 τ.μ, με παράγωγο τρόπο δυνάμει κληρονομικής διαδοχής, από την μητέρα της Β. Π., η οποία κατά τα ως άνω αναφερόμενα, απέκτησε την κυριότητα επί του ως άνω οικοπέδου ομοίως με παράγωγο τρόπο, μετά από έγκυρη κατάτμηση του αρχικού ενιαίου οικοπέδου, στην οποία προέβη ο Α.
Π.....", όπως από την παραδεκτή επισκόπησή της (αναιρεσιβαλλομένης) προκύπτει. Η εν λόγω όμως επάλληλη αιτιολογία δεν επλήγη επιτυχώς με τους αμέσως προηγούμενους λόγους αναιρέσεως και ως εκ τούτου ο πιο πάνω λόγος που αναφέρεται στη δεύτερη κατά τα ως άνω επάλληλη αιτιολογία, περί κτήσεως κυριότητας με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), είναι αλυσιτελής.
Περαιτέρω, οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, που έρχονται σε αντίθεση με αυτά που έχουν γίνει ανέλεγκτα δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς και οι εκτιμήσεις και τα συμπεράσματα που εξάγει η ίδια από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και που αναφέρονται στους παραπάνω αναιρετικούς λόγους, είναι απαράδεκτες, διότι πλήττουν την μη υποκειμένη σε αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ).
Ιη) Aπό τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων, οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη στην οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντα, και μάλιστα όχι εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνον εναντίον εκείνων από αυτούς, οι οποίοι νίκησαν και από τους οποίους επιδιώκεται με αυτήν και είναι δυνατή με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειές της, η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 1002/2015).
Έτσι, ο εκκαλών του οποίου απορρίφθηκε η έφεση, και συνεπώς ηττήθηκε, θα απευθύνει την αίτηση αναίρεσης κατά των εφεσίβλητων στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και μόνο κατ' εκείνων ως προς τους οποίους έχει έννομο συμφέρον να εξαφανιστεί αυτή. Επίσης, στην περίπτωση που η αναίρεση στρέφεται κατά περισσότερων αναιρεσίβλητων, και οι προτεινόμενοι λόγοι δεν αφορούν κάποιο αναιρεσίβλητο, η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη ως προς αυτόν που οι λόγοι δεν αρμόζουν στο πρόσωπό του, αφού δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί η απόφαση ως προς αυτόν και αν ακόμη ευδοκιμήσουν οι προταθέντες λόγοι (ΑΠ 932/2018,ΑΠ 47/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, ως προς το αναιρεσίβλητο (εναγόμενο- εφεσίβλητο) Ελληνικό Δημόσιο, δεδομένου ότι με τους λόγους αναιρέσεως δεν πλήττεται η απόρριψη με την προσβαλλόμενη απόφαση της έφεσης της αναιρεσείουσας ως προς αυτό (Ελληνικό Δημόσιο).
Κατ'ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν'απορριφθεί η από 23-7-2020 αίτηση της Ε. χήρας Κ. Π., το γένος Χ. Κ. για αναίρεση της υπ'αριθμ.41/2018 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας και της 6/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολ.Δ., η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκε στη σχετική από 23-7-2020 έκθεση κατάθεσης του Γραμματέα του Εφετείου Κέρκυρας.
Τέλος, στην αναιρεσείουσα που ηττήθηκε πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του Ελληνικού Δημοσίου, εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό των Οικονομικών κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα που υπέβαλε με τις προτάσεις του , λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα και κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
Περαιτέρω δε πρέπει να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ της αναιρεσείουσας και των τριών πρώτων αναιρεσίβλητων, καθόσον η έρευνα των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 Κ.Πολ.Δ σε συνδυασμό με τα άρθρα 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), ενώ οι λοιποί αναιρεσίβλητοι δεν υπεβλήθησαν σε δικαστικά έξοδα λόγω της απουσίας τους.
ΙΙ) Ως προς την από 18-2-2019 αίτηση αναίρεσης των Γ. Π. και Α. Κ., συζ. Γ. Π., κατά της υπ'αριθμ. 41/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας.
ΙΙα) Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295 και 297 ΚΠολΔ, όπως το πρώτο και τρίτο εξ αυτών αντικαταστάθηκε με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για αναίρεση, προκύπτει ότι παραίτηση, ολική ή μερική, από το δικόγραφο του ένδικου μέσου που έχει ασκηθεί, όπως είναι και η αναίρεση (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ), μπορεί να γίνει ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτούμενου ή με δήλωση στις προτάσεις χωρίς τη συναίνεση του αντιδίκου, εφόσον γίνει πριν την έναρξη της συζήτησης.
Η δήλωση αυτή, επιφέρει αντίστοιχη, ανάλογα με το περιεχόμενο και την έκτασή της, κατάργηση της δίκης (ΑΠ 344/2021, ΑΠ 1314/2020, ΑΠ 416/2019, ΑΠ 1181/2017, ΑΠ 404/2016). Η νομότυπη κατά τον προαναφερόμενο τρόπο παραίτηση έχει ως συνέπεια ότι η αναίρεση θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και επιφέρει αντίστοιχη κατάργηση της δίκης (Ολ ΑΠ 4/1992, ΑΠ 1295/2018) για το κύρος δε της εν λόγω παραιτήσεως δεν είναι αναγκαία η κλήτευση του αναιρεσιβλήτου, αφού αυτός και αν τυχόν είχε κληθεί και παρίστατο, δεν θα μπορούσε να αντιταχθεί σ' αυτήν, εφόσον γίνεται προτού το δικαστήριο προχωρήσει στην έρευνα των λόγων της αναιρέσεως (ΑΠ 836/2020, ΑΠ 665/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, με δήλωσή τους στις προτάσεις τους, οι αναιρεσείοντες Γ. Π. και Α. Κ. δήλωσαν την παραίτηση τους από το δικόγραφο της αναιρέσεως ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη Α. Π..
Συνεπώς, ως προς την αναιρεσίβλητη αυτή, σύμφωνα και με όσα στη προηγηθείσα νομική σκέψη αναφέρονται, η αναίρεση θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και επιφέρει την κατάργηση της δίκης.
ΙΙβ) Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 578 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση αίτησης αναίρεσης είναι η συνδρομή εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος. Το έννομο συμφέρον αυτού, θεμελιώνεται στη βλάβη του ηττημένου διαδίκου από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης.
Τέτοια βλάβη υπάρχει όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι προτάσεις του ή γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές έναντι αυτού οι αιτήσεις του αντιδίκου του, και επομένως η βλάβη του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικο του, υπέρ του οποίου η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει κάποια διάταξη.
Το έννομο συμφέρον κρίνεται από την προσβαλλομένη απόφαση, εφόσον δε δεν θεμελιώνεται από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης και δεν προκύπτει από το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, ο αντίστοιχος λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 10/2019, ΑΠ 1320/2017, ΑΠ 342/2009, ΑΠ 2124/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με την από 12-12-2014 και αριθμ.
κατ. 46/2014 αγωγή της ενάγουσας Ε. χας Κ. Π., το γένος Χ. Κ., πρώτης αναιρεσίβλητης, στην πιο πάνω αίτηση αναίρεσης, η οποία επισκοπήθηκε κατ'αρθ. 561 παρ.2 του Κ.ΠολΔ, κατά της Α. Π. και των αναιρεσειόντων, αυτή αιτήθηκε, μεταξύ άλλων, ν'αναγνωρισθεί αποκλειστική κυρία, νομέας και κάτοχος του ξενοδοχείου με την επωνυμία "……" και της εν αυτώ οικίας της, που βρίσκεται στην Ηγουμενίτσα επί της οδού…..
σε τριώροφη πολυκατοικία και αποτελείται από ισόγεια είσοδο του ξενοδοχείου ή ισόγεια είσοδο του κλιμακοστασίου εμβαδού 21,74 τ.μ., από πρώτο, δεύτερο και τρίτο ορόφους 250 τ.μ. έκαστο, καθώς και του δικαιώματος υψούν επί της υφιστάμενης ταράτσας, να αναγνωρισθεί συγκυρία, συννομέας, συγκάτοχος κατά ποσοστό 790/1000, άλλως κατά το ποσοστό που θα ορισθεί επί του ενιαίου ακινήτου των 618 τ.μ., του ενιαίου ακάλυπτου χώρου των 307,31 τ.μ.
του ενιαίου ακινήτου των 618 τ.μ., του ενιαίου ακάλυπτου χώρου των 236,73 τ.μ., (στο οποίο περιλαμβάνεται και το περιγραφόμενο αυθαίρετο κτίσμα) του ενιαίου ακινήτου των 618 τ.μ., και να διαταχθεί η απόδοση από τους εναγόμενους κατά το παραπάνω ποσοστό συγκυριότητας του αυθαιρέτου κτίσματος των 55,81 τ.μ., όπως αποτυπώνεται υπό στοιχ.
Χ1.Ψ1.Σ.Τ.Χ1, στο συνημμένο στην αγωγή από Ιουλίου 2014 τοπογραφικό διάγραμμα και να διορθωθούν οι εσφαλμένες εγγραφές στα Κτηματολογικά βιβλία. Οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις τους εξέθεταν ότι αυτοί τυγχάνουν ο μεν πρώτος αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος της οριζόντιας ιδιοκτησίας εμβαδού 90 τ.μ., και αμφότεροι αποκλειστικοί συγκύριοι συννομείς και συγκάτοχοι ετέρας οριζόντιας ιδιοκτησίας εμβαδού 90 τ.μ., που βρίσκονται στο ισόγειο της οικοδομής επί της οποίας είναι κτισμένο το ξενοδοχείο και η οικία της ενάγουσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, όπως και στις πρωτόδικες προτάσεις τους αναφέρουν και αρνούνται τα αιτήματα της αγωγής, ως στηριζόμενα επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ότι τόσο οι δικές τους προαναφερόμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες όσο και της ενάγουσας αλλά και της συνεναγομένης τους Α.
Π., είναι κτισμένες στην οικοπεδική έκταση των 618 τ.μ., ενώ στην πραγματικότητα κατά τα εκτιθέμενα οι ιδιοκτησίες αυτών και της ενάγουσας είναι κτισμένες επί οικοπέδου κατά νεότερη καταμέτρηση 316,28 τ.μ. και η συνεναγομένη τους Α. Π. είναι ιδιοκτήτρια ομόρου αυτοτελούς και ανεξάρτητου οικοπέδου. Το πρωτοβάθμιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας, αναγνώρισε την ως άνω ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη κυρία νομέα και κάτοχο α) ενός αυτοτελούς και ανεξάρτητου οικοπέδου εμβαδού 312,62 τ.μ., που εμφαίνεται στο συνημμένο στην αγωγή από Ιουλίου 2014 τοπογραφικό διάγραμμα των Γ.
Δ. και Α. Ε., β) της τριώροφης οικοδομής, επί της οδού …., όπου λειτουργεί τριώροφο ξενοδοχείο με την επωνυμία "…..", αποτελούμενο από ισόγεια είσοδο του ξενοδοχείου εμβαδού 21,74 τ.μ., από πρώτο, δεύτερο και τρίτο ορόφους 250 τ.μ. έκαστος και τμήματος οικοπέδου, που αποτελεί τον ακάλυπτο χώρο του ξενοδοχείου, η εδαφική κάλυψη της οποίας αποτυπώνεται από τα στοιχεία ΑΒΓιθβαΩΨΧΦκΑ, στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα και γ) τμήματος οικοπέδου, που αποτελεί τον ακάλυπτο χώρο του ξενοδοχείου και εμφαίνεται στο ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα υπό στοιχεία ΓΔΕΖΗΘγβθιΓ, και διέταξε την διόρθωση της πρώτης κτηματολογικής εγγραφής, ώστε στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Ηγουμενίτσας, να δημιουργηθεί ιδιαίτερο κτηματολογικό φύλλο με ξεχωριστό ΚΑΕΚ και να καταχωρηθεί στο όνομα της Ε.
Κ., χήρας Κωνσταντίνου Παρούση, η αυτοτελής και ανεξάρτητη οριζόντια ιδιοκτησία της ισόγειας εισόδου της οικοδομής, όπου λειτουργεί το ξενοδοχείο εμβαδού 21,74 τ.μ., όπως περιγράφεται στο συνημμένο στην αγωγή από Ιουλίου 2014 τοπογραφικό διάγραμμα των Γ. Δ. και Α. Ε., έτσι ώστε: στην ισόγεια είσοδο της προπεριγραφόμενης οικοδομής, εμβαδού 21,74 τ.μ. (χωρίς να έχει καθορισθεί μέχρι στιγμής το αναλογούν ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο), θα αναγράφεται ως αποκλειστική κυρία κατά ποσοστό 100% η Ε.
Κ., χήρα Κ. Π., με τίτλο κτήσης κυριότητας την υπ' αριθ. ... πράξη αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Ηγουμενίτσας Γ. Β., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηγουμενίτσας στον τόμο 257 και αριθμό 31. Την απόφαση αυτή επικύρωσε με την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ 41/2018 απόφασή του το Τριμελές Εφετείο Κέρκυρας, απορρίπτοντας την από 3-12-2017 έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων με την οποία παραπονούντο ότι το πρωτοβάθμιο έσφαλε επιδικάζοντας κάτι που η ενάγουσα δεν αιτήθηκε, αναγνωρίζοντάς την αποκλειστική κυρία, νομέα και κάτοχο του οικοπέδου επί του οποίου η οικοδομή (στο ισόγειο της οποίας βρίσκονται οι οριζόντιες ιδιοκτησίες τους) και αποκλειστική νομέα και κάτοχο της οικοδομής στην οποία βρίσκονται τα καταστήματά τους και κυρία νομέα και κάτοχο του ακάλυπτου χώρου πίσω από την οικοδομή.
Με δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα αναφέρονται παραπάνω, μετά την εν μέρει παραδοχή της αγωγής της πρώτης αναιρεσίβλητης εις βάρος των εναγομένων-αναιρεσειόντων, με την προσβαλλόμενη απόφαση υφίσταται βλάβη αυτών, οι οποίοι αιτούνται με την υπό κρίση αναίρεσή τους, έναντι της πρώτης αναιρεσίβλητης, ν'αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 41/2018 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας κατά το κεφάλαιο που απέρριψε την από 3-12-2017 έφεσή τους, με την οποία παραπονούντο για την κατ'ουσίαν εν μέρει παραδοχή της αγωγής της πρώτης αναιρεσίβλητης, την οποία (έφεση) έπρεπε να κάνει δεκτή και ν'απορρίψει την αγωγή.
Κατόπιν αυτών, κατά τα προαναφερόμενα, καθίσταται πρόδηλο το έννομο συμφέρον των αναιρεσειόντων Γ. Π. και Α. συζ. Γ. Π., προς άσκηση της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως.
Συνεπώς, πρέπει ν'απορριφθεί η ένσταση της πρώτης αναιρεσίβλητης, που προβλήθηκε με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις της (άρθρο 570 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), περί απαραδέκτου της πιο πάνω αιτήσεως αναιρέσεως, ελλείψει εννόμου συμφέροντος των αναιρεσειόντων, ως αβάσιμη καθώς και ο επιχειρούμενος να στηρίξει την ένσταση αυτή ισχυρισμός περί καταχρηστικής ασκήσεως της υπό κρίση αναιρέσεως και ο περί δεδικασμένου ισχυρισμός της , το οποίο φέρεται να παράγεται από την υπ'αριθμ. 6/2017 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ως προς την υπ'αριθμ. 17/2015 αγωγή της Α.
Π., η οποία όμως έχει τελείως διαφορετικό αντικείμενο από αυτό της υπ'αριθμ. κατ. 46/2014 αγωγής της πρώτης αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με το περιεχόμενο και τα αιτήματα των αγωγών αυτών που εκτίθενται στην αρχή της παρούσας. Επίσης, στο σημείο αυτό πρέπει ν'αναφερθεί ότι δεν υφίσταται σχέση αναγκαστικής ομοδικίας μεταξύ των αναιρεσειόντων εναγομένων στην με αριθμ.
κατ. 46/2014 αγωγή της αναιρεσίβλητης ενάγουσας και της τέταρτης εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία "……ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", δεδομένου ότι η τελευταία δεν ενάγεται ως δικαιούχος δικαιώματος, του οποίου αμφισβητεί την εγγραφή η ενάγουσα πρώτη αναιρεσίβλητη επί του επιδίκου ακινήτου. Επομένως, εφόσον δεν υφίσταται μεταξύ τους σχέση αναγκαστικής ομοδικίας, δεν απαιτείται κοινοποίηση, στην εναγομένη αυτή (τέταρτη) της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, για το παραδεκτό αυτής, όπως αβασίμως ισχυρίστηκε η πρώτη αναιρεσίβλητη.
Εξάλλου, η Τράπεζα ……, την οποία προσεπικάλεσε η ενάγουσα πρώτη αναιρεσίβλητη προς άσκηση αναγκαστικής παρέμβασης, σύμφωνα με την υπ'αριθμ. 6/2017 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, δεν παρενέβη στη δίκη και κατά την προσβαλλόμενη απόφαση δεν κατέστη διάδικος, με συνέπεια εξ αυτού του λόγου να απορριφθεί, ως προς αυτήν ως απαράδεκτη η έφεση των αναιρεσειόντων.
Με την άσκηση δε μόνο της ως άνω προσεπικλήσεως εκ μέρους της ενάγουσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, αυτή δεν κατέστη αναγκαία ομόδικος με κανένα εκ των διαδίκων και ως εκ τούτου δεν είχαν υποχρέωση κοινοποιήσεως της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προς αυτήν, όπως αβασίμως επίσης ισχυρίζεται η πρώτη αναιρεσίβλητη.
Κατόπιν αυτών, η από 18-2-2019 αίτηση αναίρεσης των Γ. Π. και Α. Κ. συζ. Γ. Π., κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης Ε. χήρας Κ. Π., το γένος Χ. Κ., ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 554, 556, 558, 564,566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 559 αριθμός 9 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Κατά την έννοια της διάταξης, που αποτελεί κύρωση της διαθετικής αρχής του άρθρου 106 ΚΠολΔ, "αίτηση" θεωρείται εκείνη που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία, όπως η αγωγή, ανταγωγή, παρέμβαση, ένδικο μέσο, ανακοπή ή τριτανακοπή και όχι αίτηση για παραδοχή ενστάσεων, προτάσεων, πραγματικών ισχυρισμών ή αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 749/2020, ΑΠ 265/2019, ΑΠ 536/2011, ΑΠ 445/2011).
Από τη διάταξη του άρθρου 106 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το Δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση του διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς, τους οποίους προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις τις οποίες υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Όπως συνάγεται από το άρθρο 106 ΚΠολΔ, τα πολιτικά δικαστήρια δεν παρέχουν έννομη προστασία αυτεπαγγέλτως, αλλά μόνο ύστερα από υποβολή εκ μέρους των διαδίκων σχετικής αιτήσεως.
Η προστασία αυτή περιορίζεται στα όρια που καθορίζει η εκάστοτε υποβαλλομένη αίτηση χωρίς ο δικαστής να μπορεί να τα υπερβεί. Έτσι δεν μπορεί να επιδικάσει κάτι που δεν έχει ζητηθεί ή πέρα από εκείνο που ζήτησαν οι διάδικοι γιατί αλλιώς θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως σύμφωνα με το προαναφερθέν άρθρο 559 αριθμ. 9 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1627/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, με βάση όσα αναφέρονται παραπάνω, καθόσον αφορά στην από 12-12-2014 και με αριθμό καταθέσεως 46/2014 αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης Ε. χήρας Κ. Π., το γένος Χ. Κ., με την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικάσαν Εφετείο, που δίκασε επί της προαναφερόμενης αγωγής, επιδίκασε περισσότερα απ' όσα ζητήθηκαν δεδομένου ότι προέβη σε αναγνώριση δικαιωμάτων κυριότητας της πιο πάνω ενάγουσας και ειδικότερα επί ποσοστών αυτών που δεν περιλαμβάνονταν στα αιτήματα της αγωγής, κατά τα ως άνω εκτιθέμενα.
Έτσι, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ. και συνεπώς ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, μετά την παραδοχή του παραπάνω αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον αφορά στην εν μέρει παραδοχή κατ'ουσίαν της υπ'αριθμ.
κατ. 46/2014 αγωγής της πρώτης αναιρεσίβλητης Ε. χήρας Κ. Π., το γένος Χ. Κ., κατά των εναγομένων αναιρεσειόντων Γ. Π. και Α. Κ., ως προς όλες τις διατάξεις, οι οποίες συνάπτονται μεταξύ τους, για την ενότητα της κρίσεως και της εκτελέσεως της αποφάσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Τριμελές Εφετείο Κέρκυρας, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 580 Κ.Πολ.Δ., παρέλκει δε η έρευνα των λοιπών λόγων της υπό κρίση αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καταλαμβάνει και τους λόγους αυτούς που κατατείνουν στην αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρ. 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η πρώτη αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ α) την από 18-2-2019 αίτηση αναίρεσης των Γ. Π. και Α. Κ., συζ. Γρηγ. Παρούση κατά της 41/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας και β) την από 23-7-2020 αίτηση αναίρεσης της Ε. χήρας Κ. Π., το γένος Χ. Κ. κατά της 41/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας, συναναιρουμένης και της 6/2017 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 23-7-2020 αίτηση αναίρεσης της Ε. χήρας Κ. Π., το γένος Χ. Κ., κατά της 41/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας, και της 6/2017 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου εις βάρος της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ ΚΑΙ ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα μεταξύ της αναιρεσείουσας και των πρώτης, δεύτερου και τρίτης των αναιρεσιβλήτων. ΘΕΩΡΕΙ ως μη ασκηθείσα την από 18-2-2019 αίτηση αναίρεσης των Γ. Π. και Α. Κ., συζ. Γ. Π., ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη Α. Π. και κηρύσσει κατηργημένη τη δίκη ως προς αυτήν. ΔΕΧΕΤΑΙ την ως άνω αίτηση αναίρεσης ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη Ε. χήρα Κ. Π., το γένος Χ. Κ..
ΑΝΑΙΡΕΙ την 41/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας, ως προς την από 12-12-2014 και με αριθμ. κατ. 46/2014 αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης και κατά των αναιρεσειόντων.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την πρώτη αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Φεβρουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ