Legislator Case Law & Legislation
595/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment on debt offset and damages in contract and tort dispute.

Case Number 595/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the final judgment of the Athens Court of Appeal. The lower court accepted the appellee's claim for debt offset regarding contract delays and tort damages, thereby extinguishing the first-instance ruling. The Court found the appeal arguments legally unfounded and procedurally inadmissible, rejecting the claim that the offset was improper or that the appellate court erred in its reasoning.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577, 578 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment is inadmissible if the appellate court correctly applied the law to reject a defense of set-off, and the appellant's arguments regarding legal insufficiency or procedural error are without merit.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure set-off defense contractual liability tort damages legal insufficiency final judgment appellate review

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 3, 566 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 494 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 595 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 595/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. - Γ. Κ., κατοίκου ..., ως συνδίκου της πτωχεύσασας αρχικά ενάγουσας Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", ο οποίος λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας, παραστάθηκε με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Παπαρρηγόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/8/2005 αγωγή που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4583/2007 μη οριστική και 1072/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 306/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9/7/2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 9-7-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 306/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την από 9-10-2017 έφεση της εναγομένης, νυν αναιρεσίβλητης, και αφού εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 1072/2016 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε δεχθεί εν μέρει την από 2-8-2005 αγωγή της ενάγουσας, στη δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε λόγω πτώχευσής της ο νυν αναιρεσείων σύνδικος πτώχευσης, και αναγνώρισε ότι η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 860.712,70 ευρώ ως αποζημίωση από συρροή ενδοσυμβατικής και εξωσυμβατικής ευθύνης και το ποσό των 50.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, συνολικά 910.712,70 ευρώ, απέρριψε την ως άνω αγωγή συνεπεία αποδοχής της προβληθείσας από την εναγόμενη ένστασης σσυμψηφισμού. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ. 3 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της ( άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Η νομική ανεπάρκεια των αναφερομένων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος, ή ως αόριστη, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 1967/2006).

Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 1452/2007, ΑΠ 963/2006).

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Για να ιδρύεται πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την ποιοτική ή ποσοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση δε στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται, πρέπει να γίνεται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση. Τα πιο πάνω ισχύουν και για την ένσταση κατά το άρθρο 262 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 538/2012).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).

Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 472/2017, ΑΠ 905/2017). Εξάλλου, έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα κα χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 184/2017).

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 166/2016).

Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 32/1999, ΑΠ 148/2008). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 440 και 441 ΑΚ προκύπτει ότι ο συμψηφισμός επιτρέπεται, εκτός των άλλων, και εάν οι απαιτήσεις που συμψηφίζονται είναι ληξιπρόθεσμες.

Ληξιπρόθεσμη είναι η παροχή, όταν επήλθε ο χρόνος εκπλήρωσής της, όπως αυτός καθορίζεται από τη δικαιοπραξία ή από τις περιστάσεις ή από φύση της ενοχικής σχέσης (άρθρα 323 και 340 ΑΚ). Εάν ο χρόνος εκπλήρωσης της παροχής δεν είναι δυνατόν να συναχθεί από κάποιον από τους ανωτέρω τρόπους, τότε έχει εφαρμογή ο συμπληρωματικός κανόνας του άρθρου 323 ΑΚ, αμβλυνόμενος δια της παράλληλης εφαρμογής του άρθρου 288 ΑΚ και ο μεν δανειστής δικαιούται να απαιτήσει παραχρήμα την παροχή, ο δε οφειλέτης δικαιούται επίσης, αλλά δεν υποχρεούται, πριν από την όχληση, να εκπληρώσει αυτήν παραχρήμα.

Περαιτέρω από το συνδυασμό των άνω διατάξεων, με εκείνες των άρθρων 534, 537 του ΕμπΝ και 2 παρ. 1 και 4 του αν. 635/1937, προκύπτει ότι σε περίπτωση πτώχευσης, αν οι προϋποθέσεις του συμψηφισμού συνέτρεξαν πριν από την κήρυξη της πτώχευσης, τότε λόγω της αρχής της αναδρομής των αποτελεσμάτων του συμψηφισμού στον χρόνο κατά τον οποίο οι εκατέρωθεν απαιτήσεις συναντήθηκαν με τα προσόντα αυτού, ο τρίτος δανειστής και οφειλέτης του πτωχού, μπορεί να προτείνει συμψηφισμό και μετά την κήρυξη της πτώχευσης, διότι λογίζεται ότι ικανοποιήθηκε πριν από αυτή και κατά το χρόνο κατά τον οποίο υπήρξαν οι προϋποθέσεις του συμψηφισμού.

Αντίθετα, αν οι προϋποθέσεις του συμψηφισμού συνέτρεξαν μετά την κήρυξη της πτώχευσης, ο τρίτος δανειστής και οφειλέτης του πτωχού δεν μπορεί να προτείνει την ένσταση συμψηφισμού. Το ίδιο ισχύει και αν οι προϋποθέσεις του συμψηφισμού και δη η απαίτηση του τρίτου δανειστή του πτωχού έγινε ληξιπρόθεσμη και απαιτητή το πρώτο μετά την ημερομηνία παύσης των πληρωμών που ορίστηκε από το δικαστήριο ή εντός δέκα ημερών πριν από αυτή.

Τούτο γιατί σ' αυτή την περίπτωση υπάρχει πληρωμή ληξιπρόθεσμων χρεών εντός της υπόπτου περιόδου, κατά την έννοια του άρθρου 537 του ΕμπΝ που δεν έγινε με μετρητά αλλά με άλλο τρόπο. Εξάλλου, με το άρθρο 36 του Πτωχευτικού Κώδικα, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν. 3588/2007, προβλέφθηκε για πρώτη φορά ρητή διάταξη για το επιτρεπτό του συμψηφισμού σε περίπτωση συνδρομής των προϋποθέσεων, λόγω συνύπαρξης των δύο αντιθέτων ομοειδών και ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων υπέρ και κατά του εμπόρου πριν από την κήρυξη της πτώχευσης, οπότε και θα έχει ήδη επέλθει η απόσβεση, ικανοποίηση και εκπλήρωση τους με μόνη τη συνάντησή τους με τα προσόντα του συμψηφισμού και ως απόρροια της ιδιότητας του συμψηφισμού ως εκπλήρωσης της ενοχής.

Προκρίθηκε δε η ρύθμιση αυτή γιατί στην αντίθετη περίπτωση ο συμψηφισμός θα επέφερε την πλήρη ικανοποίηση του δανειστή, δηλαδή την προνομιακή του μεταχείριση απέναντι στους λοιπούς δανειστές της πτώχευσης, σύμφωνα με τα παραπάνω αναφερόμενα, με συνέπεια την παραβίαση της θεμελιώδους αρχής αναγκαστικού δικαίου περί ίσης μεταχείρισης των πτωχευτικών πιστωτών στη διανομή του προϊόντος εκκαθάρισης. (ΑΠ 1512/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι δέχθηκε τα εξής: " η εκκαλούσα- εναγομένη με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου προέβαλε ένσταση απόσβεσης της επίδικης απαίτησης που έγινε εξώδικα με μονομερή συμψηφισμό της αρχικώς ενάγουσας και επικουρικά πρόταση συμψηφισμού κατά τη συζήτηση της υπόθεσης.

Συγκεκριμένα ισχυρίστηκε ότι η αρχικώς ενάγουσα με την από 8.8.2007 δήλωση συμψηφισμού και επίσχεσης προέβη σε συμψηφισμό ληξιπρόθεσμων απαιτήσεών της ύψους 210.074,59 ευρώ έναντι ισόποσων απαιτήσεων της εναγομένης, καθώς επίσης προέβη και σε επίσχεση ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων της εναγομένης, ύψους 3.971.223,92 ευρώ, μέχρι προσφοράς πληρωμής και εξόφλησης του αντίστοιχου ποσού εκ των ληξιπρόθεσμων απαιτήσεών της, ύψους 4.318.806,99 ευρώ, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι επίδικες.

Ακολούθως, εκθέτει ότι, επικουρικά .... συμψηφίζει ισόποσα με κάθε τυχόν επιδικασθέν ποσό ως κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, με αποτέλεσμα την απόσβεση των εκατέρωθεν απαιτήσεων από τη γέννησή τους. Η ανωτέρω ένσταση είναι επαρκώς ορισμένη, δεδομένου ότι προσδιορίζεται ο ακριβής χρόνος πρότασης του εξώδικου συμψηφισμού από την αρχικώς ενάγουσα (8.8.2007) από τον οποίο συνάγεται ότι οι αμοιβαίες απαιτήσεις είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμες και επομένως οι προϋποθέσεις του συμψηφισμού συνέτρεξαν πριν την κήρυξη της πτώχευσης της αρχικώς ενάγουσας με την 321/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με ημερομηνία παύσης πληρωμών 30.3.2009, οπότε, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, το δικαίωμα του πτωχευτικού δανειστή για συμψηφισμό ανταπαίτησής του προς αντίστοιχη απαίτηση του πτωχού εξακολουθεί να ισχύει και μετά την πτώχευση.

Επίσης, είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις ανωτέρω στη μείζονα σκέψη αναφερόμενες διατάξεις και πρέπει ακολούθως, να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και ειδικότερα ότι η επικουρικώς προβληθείσα από την εναγόμενη ένσταση συμφηφισμού ληξιπρόθεσμης και ομοειδούς ανταπαίτησής της από αμοιβή της παροχής υπηρεσιών διασύνδεσης προς την αντίδικό της ενάγουσα κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως 28-2-2007, ποσού 4318.806,99 ευρώ, την οποίαν (ανταπαίτηση) είχε πριν από το χρόνο κήρυξης (2009) της μετέπειτα πτωχής ενάγουσας εταιρείας είναι πλήρως ορισμένη κατά τις διατάξεις των άρθρων 440 ΑΚ και 262 ΚΠολΔ, εφόσον περιέχει τα από το νόμο απαιτούμενα στοιχεία και στη συνέχεια δέχθηκε την νομική βασιμότητά της, απορρίψασα αντίθετους σχετικούς ισχυρισμούς του εφεσίβλητου, νυν αναιρεσείοντος, δεχόμενο σχετικό λόγο έφεσης της νυν αναιρεσίβλητης, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη από τον αναιρεσείοντα πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου, λόγω αοριστίας, αυτής, και ορθώς το νόμο εφάρμοσε ως προς τη συνδρομή των νόμιμων προϋποθέσεων για την ένσταση συμψηφισμού και τη δυνατότητα προβολής του εφόσον αυτές συνέτρεξαν πριν από την κήρυξη της πτώχευσης της αρχικής ενάγουσας, με συνέπεια ο πρώτος από τους αρ. 1,14, και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο τρίτος κατά τα λοιπά σκέλη του (2-4), και πέμπτος από τους αρ. 1,8, και 14 του ίδιου ως άνω άρθρου λόγοι της ένδικης αναίρεσης, με τους οποίους τα αντίθετα αυτός υποστηρίζει, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Στην συνέχεια η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της ως άνω ένστασης δέχθηκε τα εξής: "Η εφεσίβλητη- ενάγουσα με την από 8.8.2007 δήλωση συμψηφισμού και επίσχεσης που κοινοποίησε στην εκκαλούσα- εναγομένη στις 9.8.2007, προέβη σε συμψηφισμό ληξιπρόθεσμων απαιτήσεών της ύψους 210.074,59 ευρώ έναντι ισόποσων απαιτήσεων της εκκαλούσας, καθώς επίσης προέβη και σε επίσχεση ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων της εκκαλούσας, ύψους 3.971.223,92 ευρώ, μέχρι προσφοράς πληρωμής και εξόφλησης του αντίστοιχου ποσού εκ των ληξιπρόθεσμων απαιτήσεών της, ύψους 4.318.806,99 ευρώ στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι επίδικες.

Ειδικότερα με την ανωτέρω δήλωσή της εκθέτει ότι η εφεσίβλητη (εννοεί η εκκαλούσα) έχει ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις για υπηρεσίες διασύνδεσης από 1.1.2006 έως 28.2.2007, που ανέρχονταν στο ποσό των 4.964.643,74 ευρώ και μετά την καταβολή εκ μέρους της του ποσού των 993.420,72 ευρώ, ανέρχονται πλέον στο ποσό των 3.971.223,02 ευρώ, όπως αυτά προσδιορίζονται στους αναφερόμενους στην εν λόγω δήλωση πίνακες Α, Β και Γ.

Συνεπώς, συντρέχουν οι προϋποθέσεις μονομερούς συμψηφισμού και ειδικά η αμοιβαιότητα των απαιτήσεων, το ομοειδές αυτών και ότι πρόκειται για έγκυρες, νομικά τέλειες και ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις και πρέπει να γίνει δεκτή η ανωτέρω ένσταση συμψηφισμού και να επέλθει με την πρόταση συμψηφισμού η απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν και ειδικά να αποσβεστεί πλήρως η επίδικη απαίτηση, όπως αυτή ανωτέρω αποδείχθηκε, ύψους 910.712,70 ευρώ, δεδομένου ότι η ανταπαίτηση της εκκαλούσας είναι κατά πολύ μεγαλύτερη της επίδικης και ανέρχεται, όπως αποδέχεται και η εφεσίβλητη, στο ποσό των 3.971.223,02 ευρώ, καθώς επίσης να αποσβεστεί και η ανταπαίτηση της εκκαλούσας κατά το μέρος που καλύπτεται, δηλαδή κατά το ποσό της επίδικης απαίτησης ήτοι κατά το ποσό των 910.712,70 ευρώ".

Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση της εκκαλούσας, νυν αναιρεσίβλητης, και αφού εξαφάνισε την πρωτόβαθμη απόφαση και κράτησε και δίκασε την υπόθεση, απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή. Από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από το ότι δέχθηκε ως νόμω και κατ' ουσία βάσιμη την προβληθείσα κατά τα άρθρα 440 ΑΚ και 262 ΚΠολΔ ένσταση συμψηφισμού της επίδικης απαίτησης των 910.712, 70 ευρώ με την προβληθείσα από την εναγόμενη ανταπαίτηση ποσού 3.971.223,02 ευρώ, η οποία προέρχεται από παροχή υπηρεσιών διασύνδεσης για το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως 28-2-2007 και τη συνακόλουθη απόρριψη της επίδικης αγωγής ως κατ' ουσίαν αβάσιμης, συνάγεται ότι αυτή έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνος ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκε, τον οποίον η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς ή αντιφατικές ή ενδοιαστικές αιτιολογίες, συνολικά εκτιμώμενες, καθώς το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους τρίτο (εν μέρει κατά το ένα σκέλος του), έκτο και έβδομο λόγους του αναιρετηρίου, όπως εκτιμώνται από το δικαστήριο αυτό, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια των εκ των αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αντίστοιχα κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι λόγοι αυτοί αναίρεσης.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ υπάρχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Επί παράλειψης κήρυξης προσωρινού απαραδέκτου, όπως είναι το απαράδεκτο της συζήτησης ή της αναβολής της ή της αναστολής της διαδικασίας, ο λόγος αυτός στοιχειοθετείται όταν το απαράδεκτο αυτό επιβάλλεται από το νόμο προς κατοχύρωση του αποτελέσματος της ακυρότητας άλλης διαδικαστικής πράξης που προηγήθηκε, όπως είναι η ακυρότητα της κλήτευσης, ή (και) προς εξασφάλιση της άσκησης δικονομικού δικαιώματος, όπως είναι πρωτίστως το θεμελιώδες δικονομικό δικαίωμα της υπεράσπισης (Ολ.ΑΠ 12/2000).

Επομένως η παρά το νόμο παράλειψη του δικαστηρίου να αναστείλει τη διαδικασία, λόγω εκκρεμοδικίας (άρθρ. 222 ΚΠολΔ), δεν συνιστά παράλειψη κήρυξης δικονομικού απαραδέκτου, υπό την έννοια της διάταξης του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού η αναστολή αυτή επιβάλλεται από το νόμο χάριν οικονομίας χρόνου και δαπάνης, καθώς και προς αποφυγήν έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, ενδεχόμενο όμως που αντιμετωπίζεται από το νόμο με την καθιέρωση λόγου αναψηλάφησης για την τελευταία απόφαση (άρθρα 544 παρ. 1 και 549 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Κατά συνέπεια, ο τρίτος, αληθώς από τον αρ. 14 (και όχι 1, όπως εσφαλμένα επικαλείται ο αναιρεσείων) του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά το πρώτο σκέλος του λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, προβάλλεται ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν κήρυξε το απαράδεκτο της προβληθείσας ένστασης συμψηφισμού, ενόψει της συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων της εκκρεμοδικίας κατά το άρθρο 222 παρ. 1 ΚΠολΔ) που υφίστατο από αναγγελία των ιδίων απαιτήσεων της αναιρεσείουσας "στην επαλήθευση των πιστώσεων και των συναφών αντιρρήσεων του συνδίκου της πτώχευσης που προηγήθηκε της δηλώσεως συμψηφισμού", και αληθής υποτιθέμενος, είναι κατά τα προαναφερθέντα απαράδεκτος (ΑΠ 714/2013, 1377/2013).

Κατά το άρθρο 562 παρ.2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α)για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο (όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 36 ν. 4842/2021).

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Τέλος, στα σφάλματα που προκύπτουν από την ίδια την απόφαση υπάγονται κυρίως λόγοι αναίρεσης, που θεμελιώνονται σε έλλειψη τυπικών στοιχείων της απόφασης ή σε διαδικαστικά σφάλματα, που αποδεικνύονται αμέσως από την απόφαση, χωρίς ανάγκη προσφυγής σε άλλα έγγραφα καθώς και οι λόγοι των αριθ. 1, 2,3,4, 17 και 19 του άρθρου 559 (ΑΠ 1449/2014, 1620/2005).

Και στις περιπτώσεις όμως αυτές για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημοσία τάξη ή το δεδικασμένο ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΑΠ 177/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο από τους αρ. 1, 10 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ της ένδικης αναίρεσης,που εκτιμάται ορθώς στο σύνολό του ως εντασσόμενος στον αρ. 10 του τελευταίου, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δέχθηκε εσφαλμένα ως κατ' ουσία βάσιμη την προαναφερθείσα προβληθείσα ένσταση συμψηφισμού, παρά το ότι αυτή δεν αποδεικνυόταν παραχρήμα κατ' άρθρο 442 ΑΚ, ως εκ του ότι προβλήθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά την επαναληφθείσα δεύτερη συζήτηση της ένδικης αγωγής μετά την διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, που είχε διαταχθεί με μη οριστική απόφασή του.

Ο λόγος αυτός ανεξάρτητα από την αοριστία του, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο, εάν ο σχετικός ισχυρισμός προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και ως εκ τούτου είναι απορριπτέος, είναι απαράδεκτος κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα πρόταση, και διότι, από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 επισκόπηση των προτάσεων που κατατέθηκαν στα δικαστήρια της ουσίας, προκύπτει ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν προτάθηκε.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο έλαβε ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989), θα πρέπει δε οι ισχυρισμοί αυτοί να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 2/2001, ΟλΑΠ 12/2000) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 792/2015), γιατί διαφορετικά το Δικαστήριο της ουσίας, δεν επιτρεπόταν να τους λάβει υπόψη (Ολ.

ΑΠ 2/2001). Οι ισχυρισμοί πρέπει να είναι ουσιώδεις, δηλαδή να επιδρούν στην έκβαση της δίκης και να επηρεάζουν ευνοϊκά για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της απόφασης. Επομένως, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων, τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Συνακόλουθα, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμη ή αλυσιτελή (Ολ ΑΠ 2/1989, 14/2004), ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 857/2007), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.

Επιπλέον, ο από το ανωτέρω άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997, 25/2003), έστω και εσφαλμένως, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς εκείνα που τον συγκροτούν (Ολ.

ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1363/2008, 684/2019). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός θα πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιος είναι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, ότι το απαράδεκτο προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ποια είναι η ουσιώδης επιρροή του στην έκβαση της δίκης καθώς και οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου επί του ισχυρισμού (ΑΠ 841/2014, 235/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον όγδοο λόγο αναίρεσης από τους αρ. 1, 11 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ορθώς εκτιμώμενου στο σύνολό του ως εντασσόμενου στον αρ. 8 του ίδιου άρθρου, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της τον νομίμως προβληθέντα και επαναφερθέντα με τις προτάσεις του στο Εφετείο ουσιώδη ισχυρισμό του που έχει επιρροή στην έκβαση της δίκης συνιστάμενο στην καταχρηστική άσκηση και αντιβαίνοντος στην καλή πίστη ισχυρισμού της προαναφεθείσας ένστασης συμψηφισμού, κατά τα εκεί εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, που είχε προτείνει η εναγόμενη και νυν αναιρεσίβλητη.

Ο λόγος όμως αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό και τον απέρριψε σιγή, εφόσον δέχθηκε τη νομιμότητα και την ουσιαστική βασιμότητα της ως άνω ένστασης. (Ολ.ΑΠ 11/1996, 684/2019). Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 450 ΑΚ δεν επιτρέπεται συμψηφισμός κατά απαίτησης η οποία προέρχεται από αδίκημα που διαπράχθηκε με δόλο, έστω και ενδεχόμενο.

Η απαγόρευση αυτή αποτελεί κύρωση κατά του προσώπου που διέπραξε την αδικοπραξία με την έννοια ότι αυτό υποχρεούται να εκπληρώσει κανονικά την παροχή του δηλ. να καταβάλει την αποζημίωση, ενώ διατρέχει τον κίνδυνο να μην ικανοποιηθεί η απαίτησή του, αν ο ζημιωθείς δεν είναι φερέγγυος. Το αδίκημα δεν χρειάζεται να συνιστά ποινικώς κολάσιμη πράξη.

Το αντικείμενο της απαίτησης πρέπει να συνίσταται στην αποκατάσταση ζημίας ή στην παροχή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Κατά δε το άρθρο 527 αρ. 1 ΚΠολΔ είναι παραδεκτή η προβολή νέων ισχυρισμών για πρώτη φορά στο Εφετείο από τον εφεσίβλητο προς υπεράσπιση κατά της έφεσης, οι οποίοι προτείνονται από τον εφεσίβλητο με τις προτάσεις.

Από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 επισκόπηση των προτάσεων του εφεσίβλητου και νυν αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου προκύπτει ότι αυτός υπέβαλε για πρώτη φορά νομίμως κατά τα προαναφερθέντα τον ισχυρισμό περί απαραδέκτου του προταθέντος ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συμψηφισμού ανταπαίτησης της εναγόμενης ποσού 3.971.223,92 ευρώ που είχε αυτή από έκδοση τιμολογίων της κατά της αρχικώς ενάγουσας και μετέπειτα πτωχής εταιρείας για παρασχεθείσες υπηρεσίες διασύνδεσης της χρονικής περιόδου 1-1- 2006 έως και 28-2-2007, προς αμοιβαία απόσβεση των επίδικων απαιτήσεων ποσού 860.712,70 ευρώ από ποινικές ρήτρες λόγω καθυστέρησης παράδοσης μισθωμένων γραμμών και αποκατάσταση βλαβών τους, με βάση τη συρροή ενδοσυμβατικής (άρθρο 361 ΑΚ) και εξωσυμβατικής ευθύνης (άρθρα 914 επ.

ΑΚ, ν. 703/1977) καθώς και του ποσού των 50.000 ευρώ που επιδικάστηκε στην ενάγουσα ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης λόγω της τελεσθείσας αδικοπραξίας της εναγομένης. Το Εφετείο δέχθηκε ότι νομίμως και παραδεκτώς προβάλλεται ο ως άνω συμψηφισμός και συνακόλουθα δέχθηκε κατ' ουσία την ως άνω ένσταση συμψηφισμού και απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή της ενάγουσας, αφού εξαφάνισε την πρωτόβαθμη απόφαση, κατά τα προαναφερθέντα.

Έτσι που δέχθηκε και έκρινε το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του προαναφερθέντος στη μείζονα πρόταση αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και έλαβε υπόψη του και απέρριψε τον συγκεκριμένο ισχυρισμό, αφού δέχθηκε τα αντίθετα, έστω και εσφαλμένα, ως προς το μη επιτρεπτό της ένστασης συμψηφισμού για το κεφάλαιο της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ποσού 50.000 ευρώ, το οποίο κρίθηκε νόμιμο με βάση τις περί αδικοπραξίας διατάξεις των άρθρων 914, 932 ΑΚ, ν. 703/1977, εν όψει του ότι για το ποσό των 860.712,70 ευρώ συρρέει και ενδοσυμβατική ευθύνη της εναγομένης και ο ως άνω περιορισμός του άρθρου 450 ΑΚ εδώ υποχωρεί..

Επομένως, θα πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμος ο τέταρτος λόγος αναίρεσης από τους αρ. 1,8,14 και 19, που εκτιμάται στο σύνολό του, ως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίον ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα. Τέλος, αφού απορριφθεί ο ένατος λόγος από τους αρ. 1 και 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ορθώς εκτιμώμενου στο σύνολό του ως εντασσόμενου στον αρ. 16 του ίδιου άρθρου, της ένδικης αναίρεσης, με τον οποίο ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεχόμενο με την απόφασή του ότι "..να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος και συνακόλουθα να εξαφανιστεί αυτή, δεδομένου ότι μεταβάλλεται το αντικείμενο και το εύρος του δεδικασμένου" ως προδήλως απαράδεκτος, διότι το Εφετείο με την ως άνω κρίση του δικαιολογεί την εξαφάνιση της πρωτόβαθμης απόφασης συνεπεία αποδοχής απ' αυτήν της ένστασης συμψηφισμού που απέρριψε η τελευταία και της εντεύθεν αλλαγής των αντικειμενικών ορίων του δεδικασμένου σε σχέση με την εκκαλούμενη απόφαση, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της.

Επίσης πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέβαλε ο αναιρεσείων σστο δημόσιο ταμείο. (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης θα επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 106, 176, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 306/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ