Legislator Case Law & Legislation
805/2020 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against first instance dismissal of interest claim in debt dispute.

Case Number 805/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the wife's appeal against the First Instance Court's dismissal of her claim for legal interest on a debt. The wife argued that the lower court incorrectly rejected her request for interest calculated from January 1, 2008, while the company contended the claim was time-barred. The court found the lower court erred in dismissing the specific interest claim, thereby overturning that portion of the first instance judgment while upholding the rest of the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 560 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when the lower court erroneously dismisses a specific claim for legal interest, provided the claim falls within the statutory grounds for appeal and the error is corrected on the merits.

Keywords

AI generated
legal interest claim appeal against dismissal debt dispute time bar defense partial appeal allowance costs allocation statutory interest rate

Cited Legislation

AI generated
Articles 553, 556-558, 564(1), 566, 569, 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 559(16) of the Code of Civil Procedure
Article 178(1), 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3)(e) of the Code of Civil Procedure
Law 4335/2015, Article 1, Section 3

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 805 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 805/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Δ. του Μ., συζύγου Κ. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Χατζημιχάλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Ε.Ε.", τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στου ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον εκκαθαριστή αυτής Π. Μ., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Θεοδοσίου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/10/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5336/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 13744/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23/1/2019 αίτησή της και τους από 12/2/2019 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά την αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως δικάσιμο συζητήθηκαν: α) η από 23-01-2019 (με γεν. αρ. κατάθεσης 6473/2019) αίτηση αναίρεσης της Μ. Δ. και, β) οι από 12-02-2019 (με αρ. κατάθεσης 18/2019) πρόσθετοι λόγοι αυτής, κατά της υπ' αριθμ. 13744/2018, τελεσίδικης, απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η ως άνω αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι της έχουν ασκηθεί νόμιμα, εμπρόθεσμα και παραδεκτά (άρθρα 553, 556 - 558, 564 αρ.1, 566, 569, 577 παρ.1 ΚΠολΔ). Επομένως, η αίτηση αυτή πρέπει να συνεκδικασθεί με τους προσθέτους λόγους της, αφού είναι συναφείς και οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία αλλά συζητούνται υποχρεωτικά μαζί με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 921/2019, ΑΠ 507/2017, ΑΠ 478/1981).

ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους, που αναφέρονται, περιοριστικώς, στην εν λόγω διάταξη. Μεταξύ αυτών δεν περιλαμβάνονται και οι λόγοι αναίρεσης, που αναφέρονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ αριθ. 16 και 20 (ΟλΑΠ 45/1987, ΑΠ 875/2018, ΑΠ 1130/2009, ΑΠ 1370/2008, ΑΠ 797/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα: α) με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αναίρεσης, από τον αριθμό 16 άρθρου 559 ΚΠολΔ και τον πρώτο πρόσθετο λόγο της, από τον αριθμό 6 άρθρου 560 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, ότι εσφαλμένα, δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου, από την αναφερόμενη στο αναιρετήριο απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αναφορικά με την ύπαρξη οφειλής της προς την αναιρεσίβλητη, ενάγουσα ποσού των 11.885,78 ευρώ, πηγάζουσα από δανειακή σύμβαση και, στηρίζοντας τις παραδοχές του στο δεδικασμένο αυτό, παρότι τέτοιο δεν υπήρχε, απέρριψε τους περί του αντιθέτου, δεύτερο και τρίτο λόγους της έφεσής της, κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή, ερήμην της, ως βάσιμη η ένδικη αγωγή της αντιδίκου της.

Και, β) με το δεύτερο αναιρετικό λόγο, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 20 άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο την παραμόρφωση του περιεχομένου των αναφερομένων στο αναιρετήριο εγγράφων. Αμφότεροι, όμως, οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι, καθώς και ο προαναφερθείς πρόσθετος λόγος είναι απαράδεκτοι.

Ειδικότερα: α) οι πρώτος και δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, αναιρετικοί λόγοι διότι, στο άρθρο 560 ΚΠολΔ δεν περιλαμβάνονται, κατά τα προεκτεθέντα, λόγοι αναίρεσης, σχετικά με τις, προβαλλόμενες, με αυτούς, παραβάσεις, περί το δεδικασμένο (αριθμ. 16 άρθρ. 559 ΚΠολΔ) και την παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου (αριθμ. 20 άρθρου 559 ΚΠολΔ), αντίστοιχα.

Και, β) ο πρώτος πρόσθετος λόγος διότι, οι περί δεδικασμένου διατάξεις είναι δικονομικού δικαίου και, συνεπώς, η παραβίασή τους δεν ιδρύει τον επικαλούμενο, με αυτόν, λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 6 άρθρου 560 ΚΠολΔ (αριθ. 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ), αλλά ο λόγος υπάγεται στον αριθ. 16 άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, με βάση τον οποίο ο Άρειος Πάγος ερευνά την επάρκεια της αιτιολογίας της απόφασης, που δέχεται την ύπαρξη δεδικασμένου (ΑΠ 685/2019, ΑΠ 1559/2017, ΑΠ 212/2004) και τέτοιος αναιρετικός λόγος, όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν περιλαμβάνεται στο άρθρο 560 ΚΠολΔ.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Κατά το εδ. β' της ίδιας, ως άνω διάταξης λόγος αναιρέσεως, για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ιδρύεται αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν, από το δικαστήριο, για την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων, που αποτέλεσαν τις παραδοχές του ουσιαστικού δικαστηρίου και όχι όταν χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτίμηση αποδείξεως ή ερμηνεία δικαιοπραξίας (ΑΠ 43/2013, ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1662/2010, ΑΠ 574/2010, ΑΠ 225/2009, ΑΠ 2174/2007).

Εξάλλου, σύμφωνα με τον αριθμό 6 της ίδιας, ως άνω, διατάξεως του ΚΠολΔ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016 (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Η διάταξη, όμως, αυτή, όμοια με εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, δεν έχει εφαρμογή και δεν ιδρύεται ο προβλεπόμενος, από αυτή, αναιρετικός λόγος όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, επομένως, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ. 19) του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 1690/2018, ΑΠ 1130/2009, ΑΠ 348/2009, ΑΠ 1068/2007, ΑΠ 589/2005, ΑΠ 174/2004, ΑΠ 189/2018).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία ταυτίζεται με αυτή του αρ. 8 του άρθρου 559 ίδιου Κώδικα, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).

Δεν αποτελούν "πράγματα" η άρνηση αιτιολογημένη ή όχι αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και που δεν έχουν "αυτοτέλεια" (ΟλΑΠ 469/1984, ΑΠ 1299/2009, ΑΠ 625, 701/2008), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης.

Τούτο διότι το "πραγματικό επιχείρημα", δεν έχει αυτοτελή ύπαρξη, αλλά τείνει απλώς σε επίρρωση ή απόκρουση απόδειξης του πραγματικού ισχυρισμού, αναφερόμενο στο οντολογικό μέρος του. Ούτε αποτελούν πράγματα οι νομικοί ισχυρισμοί, που αφορούν στην ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου, ούτε και η επιχειρηματολογία του διαδίκου (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 107/2020, ΑΠ 74/2019, ΑΠ 701/2008).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλον, κατά κυριότητα, χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα, και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 807 ΑΚ, αν δεν ορίσθηκε χρόνος για την απόδοση του δανείου ούτε συνάγεται αυτός από τις περιστάσεις, το δάνειο αποδίδεται αφού περάσει ένας μήνας από την καταγγελία του δανειστή ή του οφειλέτη.

Από την τελευταία αυτή διάταξη, συνδυαζόμενη προς εκείνες των άρθρων 341 παρ. 2, 345 εδ. α' και 808 του ΑΚ το πρώτο των οποίων ορίζει, στην παράγραφο 2, ότι αν για την εκπλήρωση της παροχής έχει ταχθεί ορισμένη προθεσμία από την καταγγελία, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος όταν, αφού γίνει η καταγγελία, περάσει η προθεσμία, προκύπτει ότι επί δανείου του οποίου η απόδοση δεν είναι προσδιορισμένη χρονικώς, αυτό είναι αποδοτέο όταν παρέλθει ένας μήνας (υπολογιζόμενος σύμφωνα με τα άρθρα 240, 241 παρ. 1, 242, 243 παρ. 2 του Α.Κ.), από την ημέρα καταγγελίας του δανείου, είτε από τον δανειστή είτε από τον δανειολήπτη γενόμενης, και ότι οφειλέτης, που δεν αποδίδει το δάνειο όταν η προθεσμία αυτή παρέλθει, καθίσταται (υπό την επιφύλαξη του άρθρου 342 του Α.Κ.) υπερήμερος, χωρίς να προσαπαιτείται όχληση εκ μέρους του δανειστή κατά το άρθρο 340 του Α.Κ. (ΑΠ 663/2010, ΑΠ 1740/2009, ΑΠ 1437/2005, ΑΠ 703/1992).

Ο οφειλέτης δε, που κατέστη υπερήμερος, ως προς την απόδοση χρηματικού δανείου, οφείλει κατ' αρχήν το από το νόμο προβλεπόμενο ανώτατο ποσοστό τόκου υπερημερίας (ίσο με το ποσοστό νόμιμου τόκου), εκτός εάν τα μέρη είχαν προβλέψει με τη σύμβαση να οφείλεται και για το χρόνο υπερημερίας του οφειλέτη το συμφωνημένο (κατώτερο) ποσοστό δικαιοπρακτικού τόκου (ΑΠ 1740/2009).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 250 αριθ. 15 ΑΚ σε πέντε χρόνια παραγράφονται οι αξιώσεις των τόκων, κατά δε το άρθρο 251 ΑΚ η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η επιδίωξή της. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 253 ΑΚ η παραγραφή των αξιώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 250 ΑΚ αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της παραγραφής, που ορίζεται στα προηγούμενα άρθρα.

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε πέντε χρόνια παραγράφονται και οι τόκοι της υπερημερίας, οφειλόμενοι από της οχλήσεως (άρθρα 340, 345 ΑΚ), η εν λόγω δε βραχυπρόθεσμη (πενταετής) παραγραφή αρχίζει να τρέχει από την αρχή κάθε επόμενου έτους εκείνου εντός του οποίου έχουν παραχθεί αυτοί (τόκοι) και κατά το οποίο ο δικαιούχος μπορούσε να εγείρει αγωγή και να τους ζητήσει (ΑΠ 1411/2008).

Τέλος, κατά το άρθρο 261 Α.Κ., την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής, η δε παραγραφή, που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό, αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, επί αγωγών δε, που ασκήθηκαν μετά την έναρξη ισχύος της παραγράφου 1 άρθρου 101 του Ν. 4139/2013, στις 20-03-2013, η διακοπείσα, ως άνω, παραγραφή επαναρχίζει από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης.

Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται, με σαφήνεια, ότι η διακοπή της παραγραφής, με την άσκηση της αγωγής, επέρχεται υπέρ του πραγματικού δικαιούχου και κατά του πραγματικού υποχρέου της διαγνωστέας οφειλής τόσο όταν την αγωγή ασκεί ο πραγματικός δικαιούχος της αξιώσεως, όσο και όταν ασκεί αυτή μη δικαιούχος διάδικος, ο οποίος νομιμοποιείται στην άσκηση αυτής (ΑΠ 1102/2019, ΑΠ 190/2018, ΑΠ 172/2018, ΑΠ 252/2016, ΑΠ 190/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του κατ' ακριβή αντιγραφή της, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα: "...Από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, ήτοι των εγγράφων που προσκομίσθηκαν από την ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και προσκομίζονται από την εναγομένη και ήδη εκκαλούσα, ερημοδικασθείσα στον πρώτο βαθμό, ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου νομοτύπως για πρώτη φορά (βλ.

άρθρ. 528, 529 παρ. 1 ΚΠολΔ), τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 528 και 529 παρ. 1 ΚΠολΔ, στην κατ' έφεση δίκη ο εκκαλών, που στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δικάσθηκε ερήμην, δικαιούται να προβάλει και να επικαλεσθεί όλους τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά μέσα που μπορούσε να προτείνει και να επικαλεσθεί και πρωτοδίκως, συμπεριλαμβανομένης και της εξετάσεως νέων μαρτύρων, καθώς και ότι στη δευτεροβάθμια δίκη επιτρέπεται η επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, ακόμη και η εξέταση νέων μαρτύρων εφόσον αυτό επιβάλλεται κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αποδεικνύονται τα εξής:

Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... Ε.Ε." έχει λυθεί με το από 15 - 5 - 2013 ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταχωρήθηκε στο ΓΕΜΗ στις 17 - 5 - 2013 με Κ.Α.Κ. ... και έλαβε αριθμό ΓΕΜΗ ... Κατόπιν τούτου, η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα (σημ. εφεσίβλητη) τέθηκε σε εκκαθάριση και ορίσθηκε εκκαθαριστής ο Π.

Μ.. Η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα Μ. Δ. είναι σύζυγος του ανιψιού της συζύγου του Π. Μ. και μητέρα του νυν εκκαθαριστή της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης εταιρίας Κ. Π.. Κατά το Μάιο του έτους 2000 στην Αθήνα η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ζήτησε από τον νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης Δ. Μ. να βοηθήσει αυτήν και την οικογένειά της δανείζοντάς της χρήματα, επειδή αντιμετώπιζαν οικογενειακώς οικονομικά προβλήματα, στα οποία δεν μπορούσαν να ανταπεξέλθουν με τους δικούς τους πόρους.

Κατόπιν τούτου, η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη εταιρία συμφώνησε, δια του προαναφερομένου νομίμου εκπροσώπου της, να διευκολύνει την εναγομένη και ήδη εκκαλούσα, δίνοντάς της, σχεδόν κάθε μήνα, διάφορα ποσά που ζητούσε, προκειμένου να συμπληρώσει το οικογενειακό της εισόδημα και να ανταπεξέλθουν αυτή (εναγομένη και ήδη εκκαλούσα) και ο σύζυγός της στις οικογενειακές ανάγκες τους.

Ειδικότερα, κατά το χρονικό διάστημα από 12-7-2000 μέχρι 15-5-2002 η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη εταιρία δάνεισε, δια του προαναφερομένου νομίμου εκπροσώπου της, τμηματικά στην εναγομένη και ήδη εκκαλούσα τα παρακάτω ποσά: 1) Στις 12-7- 2000 το ποσό των δραχμών 200.000 ή ευρώ 586,94 με κατάθεση στην Εθνική Τράπεζα. 2) Στις 4-10-2000 το ποσό των δραχμών 200.000 ή ευρώ 586,94 με κατάθεση στην Εθνική Τράπεζα. 3) Στις 6-12-2000 το ποσό των δραχμών 250.000 ή ευρώ 733,68 με την από την αυτή ημερομηνία απόδειξη εισπράξεως, τα οποία εισπράχθηκαν για λογαριασμό της εναγομένης από τον σύζυγό της Κ.

Π. 4) Στις 12-1-2001 το ποσό των δραχμών 250.000 ή ευρώ 586,94 με την από την αυτή ημερομηνία απόδειξη εισπράξεως, τα οποία εισπράχθηκαν για λογαριασμό της εναγομένης από τον σύζυγό της Κ. Π. 5) Στις 14-2-2001 το ποσό των δραχμών 200.000 ή ευρώ 586,94, εισπράχθηκε εισπράξεως. 6) Στις 6-3-2001 το ποσό των δραχμών 200.000 ή ευρώ 586,94 εισπράχθηκε από την ίδια με την υπό την αυτή ημερομηνία απόδειξη εισπράξεως. 7) Στις 9.4.2001 το ποσό των δραχμών 200.000 ή ευρώ 586,94 εισπράχθηκε από την ίδια με την υπό την αυτή ημερομηνία απόδειξη εισπράξεως. 8) Στις 6-5-2001 το ποσό των δραχμών 200.000, ή ευρώ 586,94 με την από την αυτή ημερομηνία απόδειξη εισπράξεως, τα οποία εισπράχτηκαν για λογαριασμό της εναγομένης από τον σύζυγό της Κ.

Π. 9) Στις 12-6-2001 το ποσό των δραχμών 200.000, ή ευρώ 586,94 με την από την αυτή ημερομηνία απόδειξη εισπράξεως, τα οποία εισπράχτηκαν για λογαριασμό της εναγομένης από τον σύζυγό της Κ. Π. 10) Στις 6-7-2001 το ποσό των δραχμών 200.000, ή ευρώ 586,94 εισπράχθηκε από την ίδια με την υπό την αυτή ημερομηνία απόδειξη εισπράξεως. 11) Στις 7-8-2001 το ποσό των δραχμών 200.000, ή ευρώ 586,94 με την από την αυτή ημερομηνία απόδειξη εισπράξεως, τα οποία εισπράχτηκαν για λογαριασμό της εναγομένης από τον σύζυγό της Κ.

Π. 12) Στις 6-9-2001 το ποσό των δραχμών 200.000, ή ευρώ 586,94, εισπράχθηκε από την ίδια με την υπό την αυτή ημερομηνία απόδειξη εισπράξεως. 13) Στις 5-10-2001 το ποσό των δραχμών 200.000, ή ευρώ 586,94, με την από την αυτή ημερομηνία απόδειξη εισπράξεως, τα οποία εισπράχτηκαν για λογαριασμό της εναγομένης από τον σύζυγό της Κ. Π. 14) Στις 8-11-2001 το ποσό των δραχμών 200.000, ή ευρώ 586,94 εισπράχθηκε από την ίδια με την υπό την αυτή ημερομηνία απόδειξη εισπράξεως. 15) Στις 6-12-2001 το ποσό των δραχμών 200.000, ή ευρώ 586,94, με την από την αυτή ημερομηνία απόδειξη εισπράξεως, τα οποία εισπράχτηκαν από την ίδια με την υπό την αυτή ημερομηνία απόδειξη 6-3-2001 το ποσό των δραχμών 200.000, ή ευρώ 586,94, από την ίδια με την υπό την αυτή ημερομηνία απόδειξη 9-4-2001 το ποσό των δραχμών 200.000, ή ευρώ 586,94 από την ίδια με την υπό την αυτή ημερομηνία απόδειξη για λογαριασμό της εναγομένης από τον σύζυγό της Κ.

Π. 16) Στις 9-1-2002 το ποσό των ευρώ 586,94 με κατάθεση στην Εθνική Τράπεζα (ισόποσο των 200.000 δραχμών). 17) Στις 7-2-2002 το ποσό των ευρώ 587 με κατάθεση στην Εθνική Τράπεζα (ισόποσο των 200.000 δραχμών). 18) Στις 7-3-2002 το ποσό των ευρώ 587 με κατάθεση στην Εθνική Τράπεζα (ισόποσο των 200.000 δραχμών). 19) Στις 15-5-2002 το ποσό των ευρώ 1.174 με κατάθεση στην Εθνική Τράπεζα (ισόποσο των δραχμών 400.040).

Δηλαδή το συνολικό ποσό, το οποίο η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη εταιρία δάνεισε, δια του νομίμου εκπροσώπου της, στην εναγομένη και ήδη εκκαλούσα, τμηματικώς κατά τις προαναφερόμενες ημερομηνίες, ανήλθε σε 11.885,78 ΕΥΡΩ. Οι καταβολές αυτές αποδεικνύονται ιδίως από τα αντίγραφα των αποδείξεων εισπράξεως της Εθνικής Τράπεζας και των Αποδείξεων Εισπράξεως, που προσκομίζει η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο υφιστάμενο αποδεικτικό υλικό (βλ.

π.χ. την ένορκη κατάθεση του εξετασθέντος στο ακροατήριο κατά την παρούσα δευτεροβάθμια συζήτηση μάρτυρα της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης Β. Τ., που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά. Ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε εξ ιδίας αντιλήψεως: "Ξέρω ότι από τον Μάιο του 2000, τον Ιούλιο μάλλον του 2000, ξεκίνησε η ιστορία αυτή για δυο περίπου χρόνια.

ο κος Μ. έδινε στον κο Π. κάποια χρήματα εν είδει δανείου επειδή είχαν οικονομικά προβλήματα και υπήρχε μια πολύ καλή σχέση μεταξύ θείου και ανιψιού κι επειδή ο κος Μ. τότε είχε την οικονομική δυνατότητα, δεν είχε κανένα πρόβλημα να τους βοηθήσει ... Το ξέρω πολύ καλά, διότι ήμουν σε όλη τη διαδικασία και εκείνα τα χρόνια ήμουν παρών όταν δίνονταν τα χρήματα, είχε κάνει και η γυναίκα μου καταθέσεις").

Εξάλλου, η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη εταιρία απέστειλε στην εναγομένη και ήδη εκκαλούσα την από 22-5- 2003 εξώδικη δήλωση - πρόσκλησή της, κοινοποιηθείσα στις 23-5-2003 (βλ. την υπ' αριθμ. ...23-5-2003 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ν. Ζ.), με την οποία της ζήτησε να της επιστρέψει το ανωτέρω συνολικό ποσό που της δάνεισε τμηματικά.

Όμως, μέχρι την παρούσα συζήτηση η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα δεν απέδωσε το εν λόγω ποσό στην ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη εταιρία. Κατόπιν τούτου, ο Δ. Μ., νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης εταιρίας, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 25-9-2003 (υπ' αριθμ. κατάθ. 162748/9531/2003) αγωγή του, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα να του καταβάλει το ανωτέρω ποσό των 11.885,78 ΕΥΡΩ.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4641/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τακτική διαδικασία), η οποία την έκανε δεκτή και υποχρέωσε την εναγομένη και ήδη εκκαλούσα να καταβάλει στον Δ. Μ. το εν λόγω ποσό, με το νόμιμο τόκο από 23-6-2003, ήτοι από την παρέλευση ενός μηνός μετά την ημερομηνία κοινοποιήσεως της προαναφερομένης εξώδικης δήλωσης - πρόσκλησης.

Η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα άσκησε κατά της ανωτέρω υπ' αριθμ. 4641/2011 απόφασης την από 19 - 6 - 2012 (υπ' αριθμ. κατάθ. 5125/2012) έφεσή της, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 5689/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία έκανε αυτήν (έφεση) δεκτή, εξαφάνισε την ανωτέρω απόφαση και απέρριψε την ως άνω την από 25-9-2003 (υπ' αριθμ.

κατάθ. 162748/9531/2003) αγωγή λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης. Συγκεκριμένα, η εν λόγω εφετειακή απόφαση έκρινε ότι το ανωτέρω ποσό των 11.885,78 ΕΥΡΩ το οφείλει η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα στην ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη εταιρία, με την οποία καταρτίσθηκε η δανειακή σύμβαση, και όχι στον Δ. Μ., νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης εταιρίας (βλ. 3° φύλλο της εν λόγω εφετειακής απόφασης, όπου διαλαμβάνονται τα εξής : "Περαιτέρω, από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα και κυρίως από τις από 22. 5. 2003, 30.6.2003 και 17.7. 2003 εξώδικες δηλώσεις - προσκλήσεις της εταιρίας με την επωνυμία "...

Ε.Ε.)" προκύπτει ότι μεταξύ της εν λόγω εταιρίας και της δεύτερης εναγομένης (ήτοι της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας στην υπό κρίση υπόθεση) καταρτίστηκε σύμβαση δανείου συνολικού ποσού 11.885,78 ευρώ, το οποίο η εν λόγω εταιρία κατέβαλε τμηματικά στη δεύτερη εναγομένη, προκειμένου να τη διευκολύνει στην κάλυψη των προσωπικών της αναγκών".

Με βάση τα παραπάνω που αποδείχθηκαν, το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο άγεται στη δικανική πεποίθηση ότι η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα οφείλει πράγματι το ανωτέρω ποσό των 11.885,78 ΕΥΡΩ στην ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη εταιρία δυνάμει σύμβασης δανείου, που κατάρτισε με την τελευταία. Σύμφωνα, δε, με τη διάταξη του άρθρ. 806 ΑΚ, στη σύμβαση δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα και αυτός έχει την υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας.

Η σύμβαση δανείου έχει κατά κανόνα αντικείμενο ορισμένο χρηματικό ποσό, το οποίο μεταβιβάστηκε κατά κυριότητα στον οφειλέτη από τον δανειστή και, συνεπώς, επί μη επιστροφής του ο τελευταίος έχει δικαίωμα να επιδιώξει την απόδοσή του από τον οφειλέτη ... Όσα δε ισχυρίζεται με την υπό κρίση έφεσή της η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα και καταθέτει ενόρκως ο εξετασθείς στο ακροατήριο του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυράς της Κ.

Π., σύζυγός της, ότι οι προαναφερόμενες επίδικες καταβολές δεν συνιστούν σε καμία περίπτωση δανεισμό της, αλλά έλαβαν χώρα στο πλαίσιο συμφωνιών μεταξύ αυτής (εναγομένης και ήδη εκκαλούσας) και της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης εταιρίας σχετικά με την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών, δεν αποδείχθηκαν και, συνεπώς, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα.

Το δε παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, εκτιμώντας το υφιστάμενο αποδεικτικό υλικό, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως (άρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), άγεται στη δικανική πεποίθηση ότι οι τυχόν έννομες σχέσεις και διαφορές, που προέκυψαν από τα αναφερόμενα στην υπό κρίση έφεση υπ' αριθμ. .../30-6-2000 εργολαβικό και προσύμφωνο μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου του συμβ/φου Αθηνών Σ.

Δ. και από 24-12-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό, δυνάμει του οποίου η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ανέλαβε να εκτελέσει συγκεκριμένες εργασίες για την αποπεράτωση των εσωτερικών χώρων δύο κατοικιών της αντιπαροχής της, δεν σχετίζονται με τις προαναφερόμενες επίδικες καταβολές. Πρέπει, επομένως, οι πρώτος και τρίτος λόγος της υπό κρίση εφέσεως, με τους οποίους η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κατά πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων έκανε δεκτή την προμνησθείσα από 21-10-2013 (υπ' αριθμ.

κατάθ. 12045/2013) αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη. Επίσης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση εφέσεως, με τον οποίο η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη δέχθηκε εσφαλμένα ότι η ανωτέρω υπ' αριθμ. 5689/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών έκρινε με δύναμη δεδικασμένου τα πραγματικά περιστατικά της προμνησθείσας από 21-10-2013 (υπ' αριθμ.

κατάθ. 12045/2013) αγωγής, ήτοι το γεγονός ότι η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα οφείλει το ως άνω ποσό των 11.885,78 ΕΥΡΩ στην ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη εταιρία δυνάμει σύμβασης δανείου. Αυτό επειδή η εν λόγω εφετειακή απόφαση αποτελεί τελεσίδικη απόφαση και, κατ' επέκταση είναι εξοπλισμένη με δύναμη δεδικασμένου (άρθρ. 321 ΚΠολΔ), το οποίο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρ. 332 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, πρέπει να απορριφθεί και ο τέταρτος λόγος της υπό κρίση εφέσεως, με τον οποίο η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση έκρινε εσφαλμένως ότι η καταβολή του ανωτέρω ποσού των 11.885,78 ΕΥΡΩ πρέπει να γίνει με το νόμιμο τόκο από τις 23-6-2003. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 807 ΑΚ, αν δεν ορίσθηκε χρόνος απόδοσης του δανείου, αυτό αποδίδεται αφού περάσει ένας μήνας από την καταγγελία τού δανειστή.

Στην κρινόμενη περίπτωση η καταγγελία της επίδικης δανειακής σύμβασης έγινε με την προαναφερομένη από 22-5-2003 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης δανείστριας εταιρίας, η οποία, όπως προεκτέθηκε, κοινοποιήθηκε στην εναγομένη και ήδη εκκαλούσα οφειλέτρια στις 23-5-2003.

Συνεπώς, η έναρξη της τοκοφορίας επί του ανωτέρω ποσού των 11.885,78 ΕΥΡΩ πρέπει να λάβει χώρα μετά την παρέλευση ενός μηνός από την επίδοση της καταγγελίας της επίδικης δανειακής σύμβασης, ήτοι στις 23 - 6 - 2003. Τέλος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ο πέμπτος λόγος της υπό κρίση εφέσεως, με τον οποίο η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι οι τόκοι επί του ανωτέρω ποσού των 11.885,78 ΕΥΡΩ έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή και, συνεπώς, δεν οφείλονται.

Αυτό επειδή, όπως προεκτέθηκε, το εν λόγω ποσό ζητήθηκε για πρώτη φορά με από 25-9-2003 (υπ' αριθμ. κατάθ. 162748/9531/2003) αγωγή του Δ. Μ., η οποία ασκήθηκε πριν τη συμπλήρωση της πενταετίας από τη γέννηση της επίδικης απαίτησης. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, έστω και κατ' εφαρμογή του τεκμηρίου της ομολογίας (άρθρ. 271 παρ. 3 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το άρθρ. 352 ΚΠολΔ), έκανε εν όλω δεκτή την προμνησθείσα από 21-10-2013 (υπ' αριθμ.

κατάθ. 12045/2013) αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε την εναγομένη και ήδη εκκαλούσα να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη το ανωτέρω ποσό των 11.885,78 ΕΥΡΩ, με το νόμιμο τόκο από 23 - 6 - 2003 μέχρις εξοφλήσεως, ερμήνευσε και εφήρμοσε ορθώς τις σχετικές νομικές διατάξεις και εκτίμησε προσηκόντως το υφιστάμενο αποδεικτικό υλικό...".

Με τις παραδοχές του αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απέρριψε την ένδικη έφεση της αναιρεσείουσας, ως ουσιαστικά αβάσιμη, στο σύνολό της. Έτσι, που έκρινε και αποφάσισε το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 806 - 808 του ΑΚ, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες, στην προκειμένη περίπτωση και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, με πλήρεις, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή τους, χωρίς να απαιτείται η παράθεση και άλλων (αιτιολογιών) ούτε η ειδικότερη αναφορά και εξειδίκευση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφού, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, το Δικαστήριο χρησιμοποίησε αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.

Και τούτο διότι, το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, ειδικότερα, δέχθηκε ότι: α) Το Μάϊο του 2000 καταρτίσθηκε, μεταξύ των διαδίκων προφορική σύμβαση δανείου, δυνάμει της οποίας η αναιρεσίβλητη, ενάγουσα μεταβίβασε, κατά κυριότητα, στην ήδη αναιρεσείουσα, εναγομένη, τμηματικά και κατά τους αναφερομένους, ειδικότερα, στην προσβαλλομένη απόφαση χρόνους, συνολικά το ποσό των 11.885,78 ευρώ.

β) δεν είχε ορισθεί ο χρόνος απόδοσης του δανείου. γ) Η αναιρεσίβλητη, ενάγουσα με την από 22-05-2003 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση, που επέδωσε στην αντίδικό της, στις 23-05-2003, κατήγγειλε την ένδικη δανειακή σύμβαση. Και, δ) η τελευταία, παρότι όφειλε να της αποδώσει το ανωτέρω χρηματικό ποσό μετά την πάροδο ενός μήνα από την ως άνω καταγγελία της και συγκεκριμένα στις 23-06-2003, δεν το απέδωσε και, επομένως, της το οφείλει.

Συνακόλουθα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις ευθέως ή εκ πλαγίου και, έτσι, οι περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος, από τον αριθμό 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ, ορθώς εκτιμώμενος, ως από τον αριθμό 6 άρθρου 560 ΚΠολΔ, κατά τη σχετική αιτίαση του πρώτου μέρους του, όπως και ο συμπληρωματικός αυτού, δεύτερος πρόσθετος λόγος της, από το άρθρο 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, ο τέταρτος αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ, (ορθώς από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ) και ο συμπληρωματικός αυτού τέταρτος πρόσθετος λόγος, επίσης από τον αριθμό 1 άρθρου 560 ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμοι.

Πέραν τούτων, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως και ο συμπληρωματικός αυτού, δεύτερος πρόσθετος λόγος της, κατά τις λοιπές αιτιάσεις τους και, συγκεκριμένα: ότι εσφαλμένα κρίθηκε, με την προσβαλλομένη απόφαση, η ένδικη σύμβαση ως δανειακή, γιατί με βάση τις αποδείξεις, που προσκομίσθηκαν τα επίμαχα χρηματικά ποσά δεν καταβλήθηκαν στην αναιρεσείουσα, εναγομένη, ως δάνειο, αλλά στο πλαίσιο προφορικής συμφωνίας τους με την αναιρεσίβλητη, ενάγουσα, για την κάλυψη των εξόδων διαμονής της σε άλλη, μισθωμένη, οικία, μετά την κατεδάφιση εκείνης, όπου διέμενε αυτή και μέχρι να της παραδώσει η αντίδικός της αποπερατωμένες τις κατοικίες, τις οποίες είχε αναλάβει, δυνάμει συμβολαιογραφικού προσυμφώνου, να κατασκευάσει σε ακίνητό της, με το σύστημα της αντιπαροχής.

Και, β) ότι είναι αντιφατικές οι παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, αφενός, ότι η αναιρεσίβλητη, ενάγουσα εταιρεία είχε αναλάβει την ανέγερση σε οικόπεδό της, με το σύστημα της αντιπαροχής δύο κατοικιών και, αφετέρου ότι αυτή (αναιρεσείουσα) έλαβε το ένδικο ποσό ως δάνειο, από την αντίδικό της, για την κάλυψη προσωπικών της αναγκών, κρίνονται απαράδεκτοι.

Και τούτο, διότι, με τις αιτιάσεις αυτές, υπό το πρόσχημα των ως άνω προβαλλομένων πλημμελειών, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, για πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, ο δεύτερος αναιρετικός και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος, κατά τις αιτιάσεις, που προβάλλονται, με αυτούς, στην αναιρεσιβαλλομένη, για αντιφατικές αιτιολογίες, είναι αβάσιμοι, διότι οι πληττόμενες, ως άνω, αιτιολογίες της δεν αποκλείουν, λογικά, η μία την άλλη και δεν είναι αντιφατικές.

Περαιτέρω, ο τρίτος αναιρετικός λόγος, από τον αριθμό 8 άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο συμπληρωματικός αυτού τρίτος πρόσθετος λόγος, από τον αριθμό 6 άρθρου 560 ΚΠολΔ, εκτιμώμενοι, αμφότεροι, ορθώς, ως από τον αριθμό 5 άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα, με τους οποίους, κατά τη νοηματική απόδοση του περιεχομένου τους, η αναιρεσείουσα μέμφεται το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ότι δεν έλαβε υπόψη τους, νόμιμα, προβληθέντες, ενώπιόν του, ισχυρισμούς της, ότι μεταξύ αυτής και της αντιδίκου της δεν συνήφθη σύμβαση δανείου, αλλά, όπως αποδείχθηκε, οι προς αυτή καταβολές, εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, ενάγουσας, των αναφερομένων στην αγωγή και την προσβαλλομένη απόφαση χρηματικών ποσών έγιναν στο πλαίσιο προφορικής συμφωνίας τους και αφορούσαν την κάλυψη των δαπανών της για τη μίσθωση, από αυτή, κατοικίας προκειμένου να στεγασθεί μέχρι την ολοκλήρωση της κατασκευής και την παράδοση σ' αυτή των διαμερισμάτων, που η αντίδικός της είχε αναλάβει να κατασκευάσει στη θέση κατεδαφισθείσας κατοικίας της, επί οικοπέδου της ιδιοκτησίας της, κατά το σύστημα της αντιπαροχής, με βάση το αναφερόμενο στο αναιρετήριο εργολαβικό συμβολαιογραφικό προσύμφωνο μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου, κρίνονται απαράδεκτοι.

Και τούτο διότι, όλοι αυτοί οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας, δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την αναφερόμενη στη νομική σκέψη της παρούσας έννοια της από τον αριθμό 5 άρθρου 560 ΚΠολΔ αναιρετικής πλημμέλειας, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της, ερειδομένης στις διατάξεις των άρθρων 806 - 808 του ΑΚ, περί δανείου, ένδικης αγωγής, καθώς και επιχειρήματα και συμπεράσματα, τα οποία αυτή (αναιρεσείουσα), αντλεί από την, κατά την εκδοχή της, εκτίμηση των αποδείξεων και δεν έχουν "αυτοτέλεια", παρότι έχουν προταθεί με λόγους έφεσης της αναιρεσείουσας.

Με το να δεχθεί, όμως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ότι το ένδικο ποσό η αναιρεσίβλητη, ενάγουσα, δικαιούται νομιμοτόκως, από 23-06-2003 μέχρι την εξόφληση και να απορρίψει τη, νόμιμα προβληθείσα, για πρώτη φορά, ενώπιόν του, λόγω της ερημοδικίας της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ένσταση της αναιρεσείουσας, εναγομένης, περί πενταετούς παραγραφής των, επί του ως άνω επιδικασθέντος χρηματικού ποσού, αναλογούντων νομίμων τόκων για το χρονικό διάστημα από 23-06-2003 μέχρι και 31-12-2007, δεχόμενο ότι: "...το εν λόγω ποσό ζητήθηκε για πρώτη φορά με από 25-9-2003 (υπ' αριθμ.

κατάθ. 162748/9531/2003) αγωγή του Δ. Μ., η οποία ασκήθηκε πριν τη συμπλήρωση της πενταετίας από τη γέννηση της επίδικης απαίτησης...", παραβίασε, ευθέως, τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 250 αρ. 15, 251, 253 και 261 του ΑΚ και, ειδικότερα, αφενός, των άρθρων 250 αρ. 15, 251 και 253, γιατί δεν τα εφάρμοσε, ενώ έπρεπε να τα εφαρμόσει και να δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμη την, περιεχομένη στον ανωτέρω λόγο έφεσης, σχετική ένσταση της αναιρεσείουσας, εναγομένης και, αφετέρου, αυτής του άρθρου 261 ΑΚ, γιατί την εφάρμοσε, έστω και αν παρέλειψε, ειδικώς, να την αναφέρει, ενώ δεν έπρεπε, αφού, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής της.

Και τούτο διότι, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε ότι οι ένδικες αξιώσεις της αναιρεσίβλητης, ενάγουσας, για νομίμους τόκους, επί του ανωτέρω χρηματικού ποσού, που της επιδικάσθηκε για το χρονικό διάστημα από 23-06-2003 έως 31-12-2007, δεν υπέπεσαν στην, κατά τ' ανωτέρω, πενταετή παραγραφή, γιατί ζητήθηκαν, πριν την πάροδο πενταετίας από τη γέννηση της ένδικης απαίτησης, με την προαναφερθείσα αγωγή του Δ.

Μ., παρά το ότι, κατά τις ίδιες παραδοχές του, είχε κριθεί, τελεσίδικα, ότι δεν είναι αυτός ο πραγματικός δικαιούχος, ούτε νομιμοποιούμενος, προς τούτο, ως μη δικαιούχος αυτής (απαίτησης) και ότι η ένδικη αγωγή της, πραγματικής, όπως έκρινε, δικαιούχου αυτών αναιρεσίβλητης, ασκήθηκε εντός του έτους 2013, ήτοι, σε κάθε περίπτωση, μετά την πάροδο πενταετίας, από τότε που οι επίμαχες αξιώσεις (των νομίμων τόκων) γεννήθηκαν και κατέστησαν δικαστικά επιδιώξιμες.

Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης και ο συμπληρωματικός αυτού πέμπτος πρόσθετος λόγος, από τους αριθμούς 1 και 19 άρθρου 559 και 1 και 6 άρθρου 560 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, εκτιμώμενοι, αμφότεροι, κατά το νοηματικό τους περιεχόμενο, ως από τον αριθμό 1 άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα μέμφεται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι, με την προαναφερθείσα κρίση του, παραβίασε, τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 250 αρ. 15, 251, 253 του ΑΚ, με το να μη τους εφαρμόσει, παρότι έπρεπε και τους κανόνες των άρθρων 261 και 263 του ΑΚ, με το να τους εφαρμόσει, ενώ δεν έπρεπε, κρίνονται βάσιμοι.

Συνακόλουθα, η προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει να αναιρεθεί, εν μέρει, ήτοι κατά το μέρος της, με το οποίο έκρινε απορριπτέα την ως άνω ένσταση παραγραφής και, συνακόλουθα, τον περιέχοντα αυτή πέμπτο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, εξαφανιζομένης, κατά δικονομική αναγκαιότητα και της περί δικαστικών εξόδων διάταξης αυτής και άνευ ειδικού παραπόνου (ΑΠ 798/2019).

Κατ' ακολουθία, η υπόθεση πρέπει να κρατηθεί από τον Άρειο Πάγο κατά το προαναφερθέν μέρος, που αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς και κατά τη διάταξή της, με την οποία συμψηφίστηκαν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων (ΚΠολΔ 580 παρ. 3 εδ. α'). Ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, πρέπει να κρατηθεί και να δικασθεί από το παρόν δικαστήριο η ένδικη έφεση, κατά τον πέμπτο λόγο της, με τον οποίο προβάλλει, η εκκαλούσα, εναγομένη, την από τις διατάξεις των άρθρων 250 αρ. 15, 251, 253 του ΑΚ, ένσταση περί πενταετούς παραγραφής των νομίμων τόκων, επί του επιδικασθέντος στην αντίδικό της, χρηματικού ποσού των 11.885,78 ευρώ, οι οποίοι αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα από 23-06-2003 έως 31-12-2007.

Πράγματι, όλες αυτές οι αξιώσεις, κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης, από 21-10-2013 (αριθμ. κατάθ. 12045/2013), αγωγής της αναιρεσίβλητης, είχαν υποπέσει στην, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις του ΑΚ, πενταετή παραγραφή. Και τούτο διότι, η (πενταετής) παραγραφή των εν λόγω αξιώσεων της εφεσίβλητης, ενάγουσας: α) για το έτος 2003, που άρχισε από 01-01-2004, συμπληρώθηκε στις 31-12-2008, β) για το έτος 2004, που άρχισε από 01-01-2005, συμπληρώθηκε στις 31-12-2009, για το έτος 2005, που άρχισε από 01-01-2006, συμπληρώθηκε στις 31-12-2010, για το έτος 2006, που άρχισε από 01-01-2007, συμπληρώθηκε στις 31-12-2011 και, για το έτος 2007, που άρχισε από 01-01-2008, συμπληρώθηκε στις 31-12-2012.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που επιδίκασε στην ενάγουσα νομίμους τόκους, επί του ενδίκου χρηματικού ποσού, για το χρονικό διάστημα από 23-06-2003 έως 31-12-2007, έσφαλε. Συνακόλουθα, ο υπό κρίση, πέμπτος λόγος της έφεσης της εκκαλούσας, εναγομένης, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, κατά το ως άνω κεφάλαιό της, καθώς και κατά την περί δικαστικών εξόδων διάταξή της (ΑΠ 192/1998, ΑΠ 748/1984).

Στη συνέχεια, πρέπει να κρατηθεί και δικασθεί, κατά τούτο, η ένδικη αγωγή και, κατά παραδοχή ως και ουσιαστικά βάσιμης της ως άνω ένστασης της εναγομένης, να γίνει αυτή (αγωγή) δεκτή, εν μέρει, ήτοι κατά το, επικουρικώς, προβαλλόμενο αίτημά της, να επιδικασθούν στην ενάγουσα νόμιμοι τόκοι "...από πενταετίας προ της επιδόσεως της παρούσας μέχρι την εξόφληση..." και να υποχρεωθεί η πρώτη (εναγομένη) να της καταβάλει το παραπάνω χρηματικό ποσό (11.885,78 ευρώ), νομιμοτόκως από την 01-01-2008, μέχρι την εξόφληση.

Τα δικαστικά έξοδα και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, κατανεμόμενα, ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας της κάθε μιας διαδίκου, πρέπει να επιβληθούν στην εναγομένη, εφόσον η ενάγουσα υπέβαλε σχετικό αίτημα, με την αγωγή και τις προτάσεις της και, ακόμη, να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της εν μέρει νίκης της, σε μέρος των δικαστικών εξόδων, για την παρούσα δίκη, της αναιρεσείουσας, που άσκησε προσθέτους λόγους και υπέβαλε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού της αιτήματος (ΚΠολΔ 178 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα των παραβόλων, που κατέθεσε για την άσκηση των ως άνω ενδίκων μέσων της έφεσης και της αίτησης αναίρεσης (άρθρα 495 παρ. 3 εδαφ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση, μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, εν μέρει, την 13744/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και δη κατά το κεφάλαιό της, που απέρριψε τον πέμπτο λόγο της από 30-11-2017 (αρ. κατ. 70391/3208/1-12-2017) έφεσης της αναιρεσείουσας.

Κρατεί και δικάζει την έφεση, κατά το ανωτέρω μέρος της.

Δέχεται τυπικά και κατ' ουσία την έφεση, ως προς τον προαναφερθέντα (πέμπτο) λόγο αυτής.

Εξαφανίζει την εκκαλούμενη 5336/2017 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, κατά το κεφάλαιό της, περί υποχρεώσεως της εναγομένης να καταβάλει, επί του επιδικασθέντος στην ενάγουσα χρηματικού ποσού των ένδεκα χιλιάδων οκτακοσίων ογδόντα πέντε ευρώ και εβδομήντα οκτώ λεπτών (11.885,78) ευρώ, νόμιμους τόκους, από τις 23-06-2003 μέχρι την εξόφληση, καθώς και κατά τη διάταξή της, περί καταδίκης της εναγομένης στα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας. Δικάζει την αγωγή, ως προς το αίτημα της ενάγουσας να της επιδικασθεί το ποσό των ένδεκα χιλιάδων οκτακοσίων ογδόντα πέντε ευρώ και εβδομήντα οκτώ λεπτών (11.885,78 €) νομιμοτόκως, κατά τις αναφερόμενες, σ' αυτή, διακρίσεις.

Δέχεται, εν μέρει, την αγωγή.

Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των ένδεκα χιλιάδων οκτακοσίων ογδόντα πέντε ευρώ και εβδομήντα οκτώ λεπτών (11.885,78 €), με τους νομίμους τόκους από την 01-01-2008 μέχρι την εξόφληση.

Καταδικάζει την εκκαλούσα, εναγομένη σε μέρος των δικαστικών εξόδων της εφεσίβλητης, ενάγουσας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, από εξακόσια (600) ευρώ.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, από δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

Και,

Διατάζει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα των παραβόλων, που κατέθεσε για την άσκηση της των αναφερομένων στην αρχή της παρούσας ενδίκων μέσων της έφεσης και της αίτησης αναίρεσης.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 13 Ιουλίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ