Legislator Case Law & Legislation
875/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for inadmissible appeal reasons against first-instance judgments.

Case Number 875/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to appeal the First Instance Court's decision regarding a labor dispute. The appellant argued that the lower court improperly considered evidence not permitted by law, but the Court ruled this was not a valid ground for appeal against first-instance rulings. Consequently, the appeal was rejected because the specific legal provision cited by the appellant does not apply to appeals against first-instance judgments.

Legislator headnote

AI generated

Art. 560 para. 1 KPolD; Art. 559 KPolD: Against first-instance judgments, appeal is permitted only for specific substantive law violations, excluding grounds such as improper consideration of evidence.

Keywords

AI generated
appeal admissibility first instance judgments numerus clausus evidence admissibility labor dispute procedural law Greek Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 108 KPolD
Art. 110 para. 2 KPolD
Art. 498 para. 1 KPolD
Art. 568 para. 1, 2 and 4 KPolD
Art. 576 para. 1-3 KPolD
Art. 560 para. 1 KPolD
Art. 559 KPolD
Art. 281 AC

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 875 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 875/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... και ΣΙΑ Ε.Ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη που παραστάθηκε αφού ανακάλεσε την δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Γ. Π. του Ν., κατοίκου ... ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την .../2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3805/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2152/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 31-5-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ορίσθηκε εισηγήτρια η Αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

"Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2 και 4, 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ’ αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή την επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 1061/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα υπ’ αριθ. .../6-12-2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Σ. Τ. προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία ορίσθηκε δικάσιμος για τη συζήτησή της η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, καθώς και κλήση για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει την συζήτηση της υποθέσεως αυτής.

Ο αναιρεσίβλητος όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά την παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε πληρεξούσιος δικηγόρος του κατέθεσε έγγραφη δήλωση (κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 και 573 ΚΠολΔ), της παραστάσεως στο ακροατήριο.

Επομένως, πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Στην κρινόμενη υπόθεση ο ενάγων, ήδη αναιρεσίβλητος με την από 16-9-2013 αγωγή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης επικαλούμενος σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ αυτού και της εναγομένης, ήδη αναιρεσείουσας, ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλει λόγω διαφοράς μεταξύ νομίμων και καταβληθεισών αποδοχών το συνολικό ποσό των 12.624,72 ευρώ.

Το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 9.028,06 ευρώ νομιμοτόκως κατά της αποφάσεως δε αυτής η εναγομένη άσκησε έφεση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης δε με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Ο ενάγων την 17-8-2007 προσελήφθη από τον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγόμενης ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...

ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", η οποία διατηρεί στην πόλη της Θεσσαλονίκης επιχείρηση φροντιστηρίου, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μερικής απασχόλησης αορίστου χρόνου, ως καθηγητής Φυσικής. Ο ενάγων κατά τον χρόνο της πρόσληψής του προσκόμισε στα αρμόδια όργανα της επιχείρησης της εναγομένης τα προβλεπόμενα από τη με αριθμ.

…2007 Δ.Α., που κατατέθηκε με την με αριθμ. ...-7-2007 πράξη, του Υπουργού Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, έγγραφα και δη τη με αριθμ. πρωτ. .../9-7-1999 απόφαση του 1ου Γραφείου Β/θμιας Εκπ/σης Αιτωλ/νίας, με την οποία του χορηγείτο η άδεια διδασκαλίας σε φροντιστήριο Β/θμιας εκπαίδευσης, όπως της εναγομένης, τη με αριθμ. ...

ληξιαρχική πράξη του γάμου του του ... και το ασφαλιστικό βιβλιάριο του του ΙΚΑ. Στο εν λόγω ασφαλιστικό βιβλιάριο καταγράφεται η απασχόλησή του στα φροντιστήρια της Θεσσαλονίκης με την επωνυμία "..." για τους μήνες από τον Νοέμβριο του έτους 1999 έως και τον μήνα Ιούνιο του έτους 2000, Ιούλιο του έτους 2000 έως και τον μήνα Μάιο του έτους 2001, Σεπτέμβριο του έτους 2001 έως και τον μήνα Νοέμβριο του ίδιου έτους και με την επωνυμία "..." για τους μήνες από το Σεπτέμβριο του έτους 2001 έως και τον μήνα Μάιο του έτους 2002, Σεπτέμβριο του έτους 2002 έως και το μήνα Μάιο του έτους 2003, Αύγουστο του έτους 2003 έως και το μήνα Μάιο του έτους 2004, Σεπτέμβριο του έτους 2004 έως και το μήνα Μάιο του έτους 2005 και Σεπτέμβριο του έτους 2005 έως και το μήνα Μάιο του έτους 2006, ήτοι προϋπηρεσία, με βάση τα οριζόμενα για τον υπολογισμό της στο άρθρο 3 παρ. 1 εδ. 3 της παραπάνω Δ.Α., για επτά ακαδημαϊκά έτη, 7 ετών.

Μνεία της προϋπηρεσίας του αυτής, χωρίς, όμως, αναφορά του συνολικού άνω χρόνου της, έγινε στην προσκομιζόμενη από τον ενάγοντα και με χρόνο σύνταξής της μεταγενέστερο της πρόσληψης του και δη την 13-9-2007, αναγγελία της πρόσληψής του από την εναγομένη στις αρμόδιες αρχές, με σχετική σημείωση των αρμοδίων οργάνων της στην παράγραφο Γ αριθμ. 5 αυτής, ότι δεν αναλαμβάνει για πρώτη φορά εργασία σαν μισθωτός.

Ο ενάγων από το χρόνο της πρόσληψής του προσέφερε προσηκόντως την εργασία του στην επιχείρηση της εναγομένης, ακολουθώντας τις οδηγίες των αρμόδιων οργάνων της, ως προς τον αριθμό των ωρών, ανά εβδομάδα, της απασχόλησής του, το χρόνο διάρκειας της κάθε διδακτέας ώρας και τον τρόπο καταγραφής των ωρών αυτών για την καταβολή της υπολογιζόμενης ανά ώρα αμοιβής του.

Συγκεκριμένα ο ενάγων, όπως και οι λοιποί συνάδελφοι του, λάμβανε από τη γραμματεία του φροντιστηρίου μία κατάσταση, στην οποία σημείωνε τις καθοριζόμενες από την εναγομένη ώρες της εβδομαδιαίας εργασίας του, αναγράφοντας αυτές στις προσημειωμένες επί της άνω κατάστασης ημέρες, καθώς και τις επιπλέον, των ορισθέντων ωρών του, ανάλογα με τις ανάγκες του φροντιστηρίου της, ώρες της απασχόλησής του.

Τις καταστάσεις αυτές ο ενάγων τις παρέδιδε στη γραμματεία της εναγομένης, έτσι ώστε με βάση τις αναγραφόμενες σε αυτές ώρες να υπολογίζεται το ύψος της ωριαίας αμοιβής του, η οποία ανερχόταν σε 9 ευρώ από το χρόνο της πρόσληψής του και έως την 14-9-2008, σε 10 ευρώ από την 15-9-2008 έως την 13-9-2009 και σε 10,50 ευρώ από την 14-9-2009 έως την 31-5-2011.

Η πληρωμή του ενάγοντος συμφωνήθηκε να γίνεται με κατάθεση του χρηματικού ποσού, που αντιστοιχούσε στις ώρες της εργασίας του επί του ορισθέντος καταβαλλόμενου ημερομισθίου του, σε τραπεζικό λογαριασμό του στην τράπεζα "...", κατά τις κατωτέρω αναφερόμενες ημερομηνίες κατάθεσης των αμοιβών του, η διάρκεια δε της κάθε διδακτέας ώρας είχε καθοριστεί από τα αρμόδια όργανα της εναγομένης σε 40 λεπτά.

Με βάση δε τις προαναφερθείσες αναγραφόμενες στις καταστάσεις αυτές ώρες ο ενάγων συνέταξε τις προσκομιζόμενες από τον ίδιο χειρόγραφες σημειώσεις του για τις ώρες απασχόλησής του στην επιχείρηση της εναγομένης καθ’ όλη τη διάρκεια της εργασιακής τους σχέσης. Εξάλλου, καθ’ όλη τη διάρκεια της τελευταίας, με την απασχόλησή του, όπως θα αναφερθεί κατωτέρω και κατά το μήνα Αύγουστο και στις αρχές του μηνός Σεπτεμβρίου κάθε έτους και περί το μήνα Σεπτέμβριο του ιδίου έτους λάμβανε χώρα νέα πρόσληψη του (βλ.

τις προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα από 19-9-2008, 7-9-2009, 30-9-2009 και 15-9-2010 ατομικές συμβάσεις μερικής απασχόλησή του, καθώς και την κατάθεση στα οικεία πρακτικά της συζήτησης για το θέμα των αποζημιώσεων απόλυσης του πρώτου των μαρτύρων, ο οποίος απαντώντας σε σχετική ερώτηση της συνηγόρου του ενάγοντος αναφέρει ότι "Όχι, αυτό το ποσό δεν το εισέπραξα ποτέ, όπως και άλλοι συνάδελφοι, όπως και ο κύριος Π....

Ναι δεν φαίνεται, γιατί δεν καταβλήθηκε..") Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι τα καταβαλλόμενα στον ενάγοντα άνω ωρομίσθια υπολείπονταν των νομίμων, λαμβάνοντας υπόψιν τα παραπάνω έτη προϋπηρεσίας του και την οικογενειακή του κατάσταση. Ειδικότερα αυτά ανέρχονταν 1) Σύμφωνα με την Δ.Α. …2007 (Πράξη Κατάθεσης Υπ.

Απασχόλησης: ...-7-2007 και κήρυξη υποχρεωτικής με την ΥΑ. 12991/15.10.2007, ΦΕΚ Β 2117/31.10.2007 από την 10-7-2007, ήταν δηλαδή σε ισχύ κατά το χρόνο πρόσληψης του ενάγοντος, απορριπτόμενου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της εναγόμενης, σε κάθε δε περίπτωση η εναγόμενη ήταν μέλος του Συλλόγου ..., που ανήκει στην Ομοσπονδία ... - Ο.Ε.Φ.Ε.

και ο ενάγων μέλος και μετέπειτα αντιπρόεδρος του Σωματείου ... ΣΜΕΘ, εφαρμοζόμενης, συνεπώς, σε αυτούς της ως άνω ΔΑ) "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εκπαιδευτικών, που απασχολούνται στα ιδιωτικά φροντιστήρια Μέσης Εκπαίδευσης όλης της χώρας", η οποία ισχύει ως προς τις αποδοχές, βάσει του αρθρ. 2 αυτής, από 1 -5-2007 έως και 5-3-2008 (λόγω έναρξης ισχύος ως προς τις αποδοχές της .../2008 από 6-3-2008), ορίζεται ότι για το διάστημα από 1-5-2007 ως 31-8-2007 το ωρομίσθιο των εργαζόμενων έγγαμων καθηγητών με προϋπηρεσία έξι ως εννέα χρόνων, που υπάγονται στην παρούσα, όπως ο ενάγων, ανέρχεται σε 11,15 ευρώ.

Βάσει της ως άνω Δ.Α. από την 1-9-2007 ως 5-3-2008 το αντίστοιχο ωρομίσθιο ανέρχεται σε 11,74 ευρώ. Σε περίπτωση απασχόλησης των πιο πάνω εργαζομένων για περισσότερες ή λιγότερες από 21 ώρες την εβδομάδα, οι αποδοχές υπολογίζονται σε αντιστοιχία με την ανά ώρα αμοιβή των ωρών διδασκαλίας. 2) Σύμφωνα με την Δ. Α. …2008 (Πράξη Κατάθεσης Υπ.

Απασχόλησης ...-7-2008 και κήρυξη υποχρεωτικής με την ΥΑ. .../6.10.2008, ΦΕΚ .../17.10.2008) "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εκπαιδευτικών, που απασχολούνται στα ιδιωτικά φροντιστήρια Μέσης Εκπαίδευσης όλης της χώρας", η οποία ισχύει ως προς τις αποδοχές, βάσει του αρθρ. 2 αυτής, από 6-3-2008 έως και 26-3-2009 (λόγω έναρξης ισχύος ως προς τις αποδοχές της Σ.Σ.Ε. 2009 από 27-3-2009), ορίζεται, ότι για το διάστημα από 6-3-2008 ως 31-7-2008, το ωρομίσθιο των εργαζόμενων έγγαμων καθηγητών με προϋπηρεσία έξι ως εννέα χρόνων, που υπάγονται στην παρούσα, όπως ο ενάγων, ορίζεται σε 12 ευρώ.

Βάσει της ως άνω Δ.Α από την 1-8-2008 ως 26- 3-2009, το αντίστοιχο ωρομίσθιο προσδιορίζεται σε 12,60 ευρώ. 3) Σύμφωνα με τη ΣΣΕ 3.7.2009 με Π.Κ. στο Υπουργείο Απασχόλησης ...10.9.2009 και η οποία κηρύχτηκε υποχρεωτική με την Υ.Α. 248/33/ 8.1.2010 (ΦΕΚ Β 8/13.1.2010 ), άρθρο 2, από 27-3-2009 ως 31-8-2009 (γιατί από 27-3-2010 ως προς τις αποδοχές ισχύει η Δ Α. 42/ 2010, άρθρο 5), το ωρομίσθιο των εργαζόμενων έγγαμων καθηγητών με προϋπηρεσία έξι ως εννέα χρόνων, που υπάγονται στην παρούσα, όπως ο ενάγων, ορίζεται σε 12,98 ευρώ και από 1- 9-2009 ως 26-3- 2010 σε 13,31 ευρώ, ενώ από 1-9-2009 ως 26- 3-2010, το ωρομίσθιο των εργαζόμενων έγγαμων καθηγητών με προϋπηρεσία εννέα ως δώδεκα χρόνων, που υπάγονται στην παρούσα ορίζεται σε 13,86 ευρώ και 4) Σύμφωνα με τη Δ Α. 42/2010με Π.Κ.

στο Υπουργείο Εργασίας 21/ 29.9.2010 και η οποία κηρύχτηκε υποχρεωτική με την Υ.Α. ... 25.12.2011 (ΦΕΚ Β 276/20.2.2011) από 27-3- 2010 (άρθρο 5) ως 27-3-2011 (άρθρο 2), το ωρομίσθιο των εργαζόμενων έγγαμων καθηγητών με προϋπηρεσία, όπως ο ενάγων, εννέα ως δώδεκα χρόνων, παραμένει σταθερό (άρθρο 2), δηλαδή 13,86 ευρώ την διδακτική ώρα. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 των ως άνω ΔΑ, ο καθηγητής έχει εκτός των ωρών διδασκαλίας το καθήκον να δίνει πληροφορίες στους γονείς για την πρόοδο των μαθητών του, σε χρόνο που καθορίζεται από τη διεύθυνση του φροντιστηρίου, ύστερα από σχετική συνεννόηση μαζί του και πάντως εκτός των ωρών διδασκαλίας του καθηγητή, αλλά σε χρόνο που συνάπτεται με αυτές.

Για το χρόνο πληροφόρησης των γονέων που δεν συνάπτεται με τις διδακτικές ώρες, ο καθηγητής δικαιούται πρόσθετη αμοιβή, σύμφωνα με το προβλεπόμενο από την παρούσα ρύθμιση ωρομίσθιο. Στο φροντιστήριο της εναγομένης πραγματοποιούνται έκαστο έτος δύο κεντρικές ενημερώσεις μία πριν τις διακοπές των Χριστουγέννων και μία πριν τις διακοπές του Πάσχα και συγκεκριμένα ημέρα Σάββατο απογευματινές ώρες, 17.00 με 22.00, ήτοι σε χρόνο, που δεν συνάπτεται με τις διδακτικές ώρες του ενάγοντος, αλλά και των λοιπών καθηγητών, αφού οι απογευματινές ώρες του Σαββάτου ήταν πολύ μετά το πέρας του πρωινού προγράμματος εργασίας τουλάχιστον του ενάγοντος.

Επομένως, η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα τις διαφορές, καθ’ όλη τη διάρκεια της εργασιακής τους σχέσης, μεταξύ των καταβαλλόμενων, όπως προκύπτει από τις αντίστοιχες καταστάσεις μισθοδοσίας του στην Τράπεζα "..." για έκαστο των κατωτέρω αναφερόμενων χρονικών διαστημάτων και των νόμιμων, σύμφωνα με τα ανωτέρω, αποδοχών για τις δεδουλευμένες αποδοχές του, τα επιδόματα εορτών και τις αποδοχές και τα επιδόματα αδείας, οι οποίες υπολογίζονται στα κάτωθι χρηματικά ποσά και δη Α) για το έτος 2007, κατά τον οποίο είχε ορισθεί να εργάζεται 13 ώρες την εβδομάδα 1) Ο ενάγων απασχολήθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 20-8-2007 έως 9-9-2007, συνολικά 27 ώρες, για τις οποίες έλαβε από την εναγομένη την 24/09/2007, το ποσό των (27 ωρών Χ 9 ευρώ η ώρα=) 243 ευρώ.

Η εναγόμενη έπρεπε, σύμφωνα με τα οριζόμενα παραπάνω κατά τις ισχύουσες Δ.Α. 32/2007, να του καταβάλει για τις ώρες αυτές και δη για τις 16 ώρες από 20/08/07 έως 31/08/07 και προς 11,15 ευρώ την ώρα, 178,40 ευρώ μικτά και για τις 11 ώρες από 1/09/07 έως 9/09/07 και προς 11,17 ευρώ την ώρα, 129,14 ευρώ μικτά, ήτοι συνολικά το ποσό των 307,54 ευρώ, υφισταμένης διαφοράς ύψους 64,54 ευρώ. 2) Ο ενάγων απασχολήθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 10-9-2007 έως 30-9-2007 συνολικά 38 ώρες, για τις οποίες έλαβε από την εναγομένη την 4/10/2007 το ποσό των (38 ώρες Χ 9ευρώ ή ώρα=) 342 ευρώ, ενώ έπρεπε να του καταβάλει για τις ώρες αυτές το ποσό των (38 ωρών Χ 11,74 ευρώ η ώρα=) 446,12 ευρώ, υφιστάμενης διαφοράς, ύψους 104,12 ευρώ. 3) Ο ενάγων απασχολήθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 1-10-2007 έως 28-10-2007 συνολικά 54 ώρες, για τις οποίες έλαβε από την εναγομένη, την 2/11/2007 (54 ώρες Χ 9 ευρώ η ώρα=) 486 ευρώ, ενώ έπρεπε, να η τελευταία να του καταβάλει για τις ώρες αυτές το ποσό των (54 ώρες Χ 11,74 ευρώ η ώρα=) 633,96 ευρώ, υφιστάμενης διαφοράς, ύψους 147,96 ευρώ. 4) Ο ενάγων απασχολήθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 29-10-2007 έως 25-11-2007 συνολικά 49 ώρες, για τις οποίες έλαβε την 28/11 /2007 (49 ώρες Χ 9 ευρώ η ώρα=) 441 ευρώ, ενώ έπρεπε, να λάβει το ποσό των (49 ώρες Χ 11,74 ευρώ \ η ώρα=) 575,26 ευρώ, υφιστάμενης διαφοράς ύψους 134,26 ευρώ. 5) Ο ενάγων απασχολήθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 26-11-2007 έως 22-12- 2007 συνολικά 56 ώρες, για τις οποίες έλαβε την 19/12/2007 το ποσό των (56 ώρες Χ 9 ευρώ η ώρα=) 504 ευρώ, ενώ έπρεπε να του καταβληθεί για τις ώρες αυτές το ποσό των (56 ώρες Χ 11,74 ευρώ η ώρα=) 657,44 ευρώ, υφιστάμενης διαφοράς ύψους 153,44 ευρώ 6) Για το χρονικό διάστημα από 24-12-2007 έως 31-12-2008, κατά το οποίο διακόπηκε η ροή του προγράμματος λόγω των εορτών των Χριστουγέννων, ο ενάγων δικαιούται, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ.4 της Δ.Α. 32/2007 το ποσό των (13 ώρες Χ 11,74 ευρώ η ώρα=) 152,62 ευρώ, έναντι του οποίου η εναγομένη δεν του κατέβαλε, ως όφειλε κατά την λήξη του άνω χρονικού διαστήματος, κανένα χρηματικό ποσό, 7) για το επίδομα εορτών Χριστουγέννων του έτους 2007 για τις 237 ώρες της απασχόλησής του από 20-8-2007 έως 31-12-2007.

ο ενάγων έλαβε από την εναγομένη την 17/12/2007 το ποσό των 238,50 ευρώ, όπως προκύπτει από την κατάσταση μισθοδοσίας στην ανωτέρω Τράπεζα. Η εναγομένη έπρεπε, όμως, να του καταβάλει το ποσό των 362,21 ευρώ (237 ώρες Χ 0,125=29,62, 29,62 X 11,74=347, 73, 347, 73 X 0,04166=14,48, 347,73+14,48=362,21), υφιστάμενης διαφοράς, ύψους 123,71 ευρώ, 8) για την αποζημίωση αδείας του έτους 2007 λόγω της μη ληφθείσας άδειας, ο ενάγων δικαιούτο το ποσό των 222,59 ευρώ (237 ώρες Χ 0.08= 18,96, 18,96X11,74=222,59), και για το επίδομα αδείας του έτους 2007, επίσης, το ποσό των 222,59 ευρώ, έναντι των οποίων η εναγομένη δεν του κατέβαλε κανένα χρηματικό ποσό.

Ως προς δε το αιτούμενο κονδύλιο των 222,59 ευρώ για την προσαύξηση σε ποσοστό 100% της άνω αποζημίωσης, η αγωγή κρίνεται απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, αφού δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων αιτήθηκε τη χορήγηση της άδειας από την εναγομένη και η τελευταία από υπαιτιότητά της αρνήθηκε να του την χορηγήσει και 9) για την αμοιβή του για το χρόνο απασχόλησής του για την ενημέρωση των γονέων των μαθητών του κατά το άρθρο 7 της άνω Δ.Α., που έλαβε χώρα επί 5 ώρες την ημέρα του Σαββάτου 22/12, όχι ως έκτη ημέρα της εβδομαδιαίας απασχόλησής του, πριν από τα Χριστούγεννα, σε χρόνο, που δε συνάπτεται με τις διδακτικές του ώρες, ο ενάγων δικαιούται το ποσό των 58,70 ευρώ (5X11,74=58,70) ...

Ακολούθως η προσβαλλόμενη αφού υπολόγισε κατά τα άνω τις νόμιμες και τις καταβληθείσες πράγματι στον ενάγοντα ήδη αναιρεσίβλητο αποδοχές και κατά το επόμενο χρονικό διάστημα ήτοι μέχρι την 7-9-2011 καταλήγει ότι "η εναγομένη για το έτος 2011 οφείλει στον ενάγοντα συνολικά το ποσό των 515,02 ευρώ. Η συνολική οφειλή της εναγομένης προς τον ενάγοντα για όλα τα άνω έτη υπολογίζεται στο ποσό των 8.986,56 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι, κατ’ εφαρμογή του άρθ. του Ν. 3846/2010, ο ενάγων δικαιούται για την εργασία του το Σάββατο προσαύξηση του ωρομισθίου του σε ποσοστό 30%, έσφαλε κατά την εφαρμογή του νόμου, καθώς η ανωτέρω διάταξη έχει εφαρμογή στην περίπτωση αμοιβής εργασίας κατά την έκτη ημέρα σε καθεστώς πενθήμερης απασχόλησης, γεγονός, που δεν συντρέχει εν προκειμένω, ούτε ο ενάγων, άλλωστε το επικαλείται. Επομένως, δεκτού εν μέρει γενόμενου του σχετικού λόγου έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα ζητά την απόρριψη του κονδυλίου περί αμοιβής για εργασία κατά την ημέρα του Σαββάτου, η έφεση πρέπει να γίνει δεκτή και η απόφαση να εξαφανισθεί, να κρατηθεί δε και να δικαστεί η αγωγή ...

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 440 ΑΚ, με τον συμψηφισμό αποσβήνονται, κατά το μέρος που καλύπτονται, οι μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίες απαιτήσεις, αν αυτές είναι ομοειδείς κατ" αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 664 του ίδιου κώδικα, ο εργοδότης δεν μπορεί να συμψηφίσει οφειλόμενο μισθό με απαίτηση του κατά του εργαζομένου, εφόσον ο μισθός αυτός είναι απόλυτα αναγκαίος για τη διατροφή του εκμισθωτή και της οικογένειάς του, εκτός αν η απαίτησή του (εργοδότη) πηγάζει από ζημία που προξένησε δολίως ο μισθωτής κατά την εκτέλεση της εργασίας του.

Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι δεν υπόκεινται σε συμψηφισμό προς απαίτηση του εργοδότη οι δεδουλευμένες αποδοχές, οι αποδοχές και τα επιδόματα αδείας, τα δώρα εορτών καθώς και κάθε αμοιβή για εργασία που παρέχει σε εκτέλεση έγκυρης συμβάσεως και η αμοιβή του εργαζόμενου από παρασχεθείσα, νόμιμη ή παράνομη, υπερωριακή εργασία, συμπεριλαμβανόμενη στην έννοια του, τεκμαιρόμενου ως αναγκαίου για τη διατροφή του εργαζομένου και της οικογένειάς του, μισθού, εκτός αν συντρέχει η εκτεθείσα εξαιρετική περίπτωση της προελεύσεως της απαιτήσεώς του (εργοδότη) από ζημία προκληθείσα εκ δόλου του εργαζομένου κατά την εκτέλεση της εργασίας του (ΑΠ 1269/2005, ΕφΘεσ 2536/2014, ΕφΘεσ 2562/2009, ΕφΑθ 2754/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Στην προκείμενη περίπτωση, η εναγόμενη επικουρικά πρότεινε προς συμψηφισμό με τις αγωγικές αξιώσεις του ενάγοντος και επαναφέρει ως λόγο έφεσης τις ακόλουθες αξιώσεις της: α) ποσού 4.920 ευρώ, που αντιστοιχεί σε 246 ένσημα, που έλαβε ο ενάγων πέραν αυτών, που πράγματι δικαιούτο, στα πλαίσια συγκεκριμένης πολιτικής, που η εναγομένη ακολουθούσε, β) αξίωσή της από τη διαφορά του χρόνου απασχόλησης του ενάγοντος και δη μεταξύ των 45 λεπτών, που προβλεπόταν από τη ΣΣΕ για τον υπολογισμό της ωριαίας εργασίας του και του χρόνου των 40 λεπτών, που προβλεπόταν από το πρόγραμμα απασχόλησής του, ήτοι σε ποσοστό 12,50% επί του ωρομισθίου του και γ) ποσού 3.375,50 ευρώ, που της επιδικάστηκε σε βάρος του ενάγοντος με τη με αριθμό 1964/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης για την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, το οποίο ο ενάγων δεν της έχει αποδώσει.

Με αυτό το περιεχόμενο ο ισχυρισμός της εναγομένης περί συμψηφισμού των επίδικων απαιτήσεων κρίνεται απορριπτέος, ως προς το αναφερόμενο ποσό των 4920 ευρώ ως μη νόμιμος, διότι το εν λόγω ποσό δεν αποτελεί ληξιπρόθεσμη απαίτηση της εναγομένης κατά του ενάγοντος, μη αναφερόμενης ρητής σχετικής συμφωνίας τους (ΑΠ 1254/2013 ΝΟΜΟΣ), αλλά οικειοθελή παροχή της προς αυτόν στα πλαίσια συγκεκριμένης πολιτικής της απέναντι στους εργαζομένους της, ως προς το χρηματικό ποσό που αντιστοιχεί στην διαφορά του χρόνου απασχόλησης του ενάγοντος, επίσης, ως μη νόμιμος, αφού το υπολογιζόμενο, με βάση το άνω ποσοστό, ποσό δεν αποτελεί ληξιπρόθεσμη απαίτηση της εναγομένης κατά του ενάγοντος, μη αναφερόμενης ρητής σχετικής συμφωνίας τους, αλλά σε κάθε περίπτωση οικειοθελή παροχή της προς αυτόν λαμβάνοντας υπόψιν ότι τα αρμόδια όργανά της, όπως είναι εύλογο και μη υφιστάμενου περί του αντιθέτου ισχυρισμού της εναγόμενης, καθόριζαν το πρόγραμμα εργασίας του ενάγοντος, σε κάθε περίπτωση ως προς τα άνω ποσά, αλλά και ως προς το ποσό των 3.375,50 ευρώ ως μη νόμιμος, αφού τις ως άνω απαιτήσεις, που η εναγόμενη δεν επικαλείται ότι πηγάζουν από ζημία, που προξένησε δολίως ο ενάγων κατά την εκτέλεση της εργασίας του (ΕφΠειρ 97/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), δεν μπορεί να τις προτείνει προς συμψηφισμό η εναγομένη, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, με τις αγωγικές αξιώσεις του αντιδίκου της, οι οποίες συμπεριλαμβάνονται στην έννοια του τεκμαιρόμενου ως αναγκαίου για τη διατροφή του έγγαμου εργαζόμενου ενάγοντος εν ευρεία εννοία μισθού του.

Κατά ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος ως προς την κύρια βάση της, απορριπτομένης ως μη νόμιμης της επικουρικής της βάσης, αφού υφίστατο μεταξύ των διαδίκων έγκυρη σύμβαση εργασίας και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 8.986,56 ευρώ, με το νόμιμο τόκο ...".

Με τις κρίσεις του ατές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο όσον αφορά το ουσιώδες ζήτημα της γνωστοποιηθείσης στην αναιρεσείουσα - εναγομένη προϋπηρεσίας του ενάγοντος ώστε να δύναται να θεμελιωθεί κατά νόμο το δικαιούμενο από αυτόν επίδομα προϋπηρεσίας σύμφωνα με τις οικίες ΣΣΕ και ΔΑ. Επομένως ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 5 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. (λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθρου 59 ΚΠολΔ) ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ,ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006).

Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 178/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον 10 λόγο της αίτησης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την εκ του άρθρου 560 αρ. 5 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, αιτιώμενη, κατά την επιτρεπτή νοηματική του απόδοση, ότι: η προσβαλλόμενη δέχθηκε ότι οι οικείες εν προκειμένω ΣΣΕ και ΔΑ τυγχάνουν εφαρμογής για τον καθορισμό των νομίμων αποδοχών του ενάγοντος από την αρχή της προσλήψεώς του αν και η ίδια με τις πρωτόδικες προτάσεις της αμφισβήτησε την ιδιότητα αμφοτέρων των διαδίκων ως μελών των αντίστοιχων συνδικαλιστικών οργανώσεων.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο όμως με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε (σελ. 6 αυτής) ... 1) Σύμφωνα με την ΔΑ 32/2007 (Πράξη Κατάθεσης Υπ. Απασχόλησης ...-7-2007 και κήρυξη υποχρεωτικής με την ΥΑ 12991/ 15-10-2007 (ΦΕΚ Β 2117/31-10-2007 από την 10-7-2007 ήταν δηλαδή σε ισχύ κατά τον χρόνο πρόσληψης του ενάγοντος, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της εναγομένης, σε κάθε δε περίπτωση η εναγόμενη ήταν μέλος του Συλλόγου ..., που ανήκει στην Ομοσπονδία ... - ...

και ο ενάγων μέλος και μετέπειτα αντιπρόεδρος του Σωματείου ... …, εφαρμοζομένης συνεπώς σε αυτούς της ως άνω ΔΑ ..., με συνέπεια να τυγχάνουν άνευ εννόμου επιρροής οι ισχυρισμοί της εναγομένης - αναιρεσείουσας ότι ο ενάγων δεν ανέφερε ρητά ότι ήταν μέλος της οικείας συνδικαλιστικής οργάνωσης, αφού η οικεία ΔΑ είχε ήδη προς της προσλήψεώς του κηρυχθεί υποχρεωτική.

Συνεπώς ο ανωτέρω πρώτος αναιρετικός λόγος με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η ρηθείσα αναιρετική πλημμέλεια είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος αυτούς με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη την εκ του αριθ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ επίσης αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη της την προταθείσα ένσταση εξοφλήσεως εξειδικεύοντας τα ποσά που κατέβαλε για ασφαλιστικές εισφορές του αναιρεσίβλητου παρακρατούμενες από τις οφειλόμενες αποδοχές δεδομένου, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την ως άνω απόφασή του έλαβε υπόψη τον ανωτέρω προταθέντα ισχυρισμό της και τον απέρριψε ως μη νόμιμο, εξ ετέρου απορριπτέος τυγχάνει ως αβάσιμος ο λόγος αυτός (δεύτερος) κατά το δεύτερο σκέλος αυτού με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη οι αναιρετικές πλημμέλειες εκ των αριθ. 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ δεδομένου ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών - που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα στις εκτεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή και διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες.

Περαιτέρω, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη την αυτή ως άνω αναιρετική πλημμέλεια εκ του αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, διότι όπως ισχυρίζεται παρέλειψε παρά τον νόμο να λάβει υπόψη την νομίμως προταθείσα ένσταση για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου, άλλως υπέπεσε στην παράβαση του αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ αφού απέρριψε αυτόν ως μη νόμιμο.

Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη τον ανωτέρω ισχυρισμό και δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με το δεύτερο λόγο έφεσης η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι έσφαλε κατά την εφαρμογή του νόμου το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε ως μη νόμιμη την ένστασή της περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος όσον αφορά στην.

επίδικη αγωγή του. Ειδικότερα η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα αρνούμενη την οποιαδήποτε οφειλή της εξέθετε στις προτάσεις της ότι ο ενάγων ουδέποτε κατά τα τέσσερα έτη συνεργασίας τους, αν και συνδικαλιστής, ο οποίος γνώριζε τα δικαιώματά του, δεν διαμαρτυρήθηκε για τις αποδοχές του, ούτε επιφυλάχθηκε κατά την ετήσια υπογραφή των καταγγελιών των συμβάσεων απασχόλησής του, δημιουργώντας της έτσι την εύλογη πεποίθηση ότι δεν του όφειλε κανένα χρηματικό ποσό και ότι ήταν απόλυτα ικανοποιημένος για την απασχόλησή του στην επιχείρησή της, η δε εκ των υστέρων, ήτοι μετά την καταγγελία της σύμβασής του επιδίωξη επιπλέον αποδοχών, συνιστά αντιφατική και καταχρηστική συμπεριφορά και ιδίως προσχεδιασμένο τέχνασμα για την επίτευξη πρόσθετου οικονομικού οφέλους.

Ο ως άνω ισχυρισμός της εναγομένης, ο οποίος επιχειρείται να θεμελιωθεί στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, είναι, σύμφωνα και με την ως άνω νομική σκέψη, απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος, διότι τα παραπάνω περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν στοιχειοθετούν την κατά το άρθρο 281 ΑΚ καταχρηστική άσκηση, προεχόντως δε διότι δεν συντρέχει το στοιχείο της μακροχρόνιας αδράνειας του δικαιούχου (ΑΠ 731/2003 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), το οποίο, σε κάθε περίπτωση δεν αρκεί από μόνο του για το χαρακτηρισμό της άσκησης του επίδικου δικαιώματος ως καταχρηστικής, ακόμα δε και αν ήθελε υποτεθεί ότι ο ενάγων παραιτήθηκε σιωπηρώς εκ των νόμιμων εργασιακών δικαιωμάτων του, αυτό δεν του στερεί το δικαίωμα όπως διεκδικήσει αυτά μεταγενέστερα με αγωγή, αφού η συμφωνία περί παραιτήσεως του μισθωτού από τις νόμιμες εν γένει μισθολογικές αξιώσεις του, είναι άκυρη είτε γίνει πριν από την παροχή εργασίας είτε μετά από αυτή (ΑΠ 843/2002 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που τα ίδια έκρινε και απέρριψε την πιο πάνω ένσταση της εναγομένης, ορθά το νόμο εφάρμοσε, απορριπτόμενου του περί του αντιθέτου αντίστοιχου δεύτερου λόγου έφεσης." Με τις κρίσεις του αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης δικάζον ως Εφετείο αφού έλαβε υπόψη την ανωτέρω ένσταση της εναγομένης και την απέρριψε ως νόμω αβάσιμη προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στην εκτεθείσα διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ που εφάρμοσε την οποία δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία η εφαρμογή.

Συνεπώς ο περί του αντιθέτου πέμπτος λόγος αναίρεσης ως προς αμφότερα τα σκέλη του είναι αβάσιμος.

1. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδοντα, σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνοντα, και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών [...], 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ’ ύλην αρμοδιότητα 4) αν παράνομα αποκλείσθηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ... 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ....

Συνεπώς, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, μόνον για τους λόγους που αναφέρονταν στη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ μετά την τροποποίηση με το ν. 4335/2015, οι δε αναφερόμενοι σ’ αυτήν λόγοι, όπως συνάγεται από τη χρήση της λέξης "μόνο", είναι περιοριστικοί (numerus clausus, ΟλΑΠ 45/87, ΑΠ 110/10, ΑΠ 1130/ 2009). Επομένως, δεν περιλαμβάνονται σ’ αυτούς οι λόγοι αναίρεσης εκ των αρ.7, 8, 10, 11, 13 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όταν η αίτηση στρέφεται κατά αποφάσεως ειρηνοδικείου ή πρωτοδικείου που δίκασε ως εφετείο (ΟλΑΠ 1335/1985, ΑΠ 1370/2008, ΑΠ 600/2007).

Εν προκειμένω η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 11 περ. α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι έλαβε υπόψη της αποδεικτικά μέσα, τα οποία ο νόμος δεν επιτρέπει. Το παράπονο αυτό δεν αποτελεί στην συγκεκριμένη περίπτωση παραδεκτό λόγο αναίρεσης.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος πρέπει να απορριφθεί η αίτηση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31-5-2016 αίτηση για αναίρεση της 2152/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 7 Μαΐου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ