Legislator Case Law & Legislation
797/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on lawyer fees and inadmissible procedural grounds for public entity.

Case Number 797/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the IKAM public entity against a first-instance judgment regarding lawyer fees. The court held that the lower court correctly applied specific fee regulations for public entities rather than general rules, and rejected arguments about omitted facts and insufficient reasoning. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because the cited grounds do not fall within the limited scope of reviewable errors under Article 560 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 91, 92, 98, 99 of the Lawyers Code; Article 560 of the Code of Civil Procedure: The Lawyers Code applies to public entities like IKAM, not special state regulations; appeals against first-instance judgments are limited to specific grounds and cannot challenge omitted facts or insufficient reasoning.

Keywords

AI generated
lawyer fees public entity IKAM EΤΑΜ legal costs Code of Civil Procedure appeal inadmissible appeal grounds lawyer fee minimums omitted facts review insufficient reasoning appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 91 paragraph 1 of the Lawyers Code
Article 92 paragraph 1 of the Lawyers Code
Article 98 paragraph 1 of the Lawyers Code
Article 99 paragraph 1 of the Lawyers Code
Article 560 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 45/1987
Supreme Court 1980/A0012/PO1277/13.11.1998
Article 7 paragraph 9 of Law 2753/1999

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 797 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 797/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευαγγελία Σκαλτσά, Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: ...., Δικηγόρου Πατρών, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Κωστόπουλο, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/2/2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 428/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 409/2005 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12/6/2005 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος-Φώτιος Χατζηπανταζής, ανέγνωσε την από 12/2/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 91 παρ. 1 του Ν.Δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του, πλην της δικαστηριακής ή άλλης δαπάνης, την οποία κατέβαλε εξ ιδίων και αμοιβή για κάθε εργασία του δικαστική ή εξώδικη. Ακολούθως, κατά το άρθρο 92 παρ. 1 του αυτού Κώδικα, όπως ισχύει ήδη μετά την προσθήκη του εδ.

β΄ αυτής με το άρθρο 5 παρ. 3 του Ν.Δ. 4272/1962 και την αντικατάστασή του με το άρθρο 8 του Ν.1093/1980, η δικηγορική αμοιβή κανονίζεται με συμφωνία του δικηγόρου και του εντολέα ή του αντιπροσώπου του, η οποία περιλαμβάνει είτε όλη τη διεξαγωγή της δίκης, είτε μέρος της, είτε μεμονωμένες πράξεις ή άλλης φύσεως νομικές εργασίες.

Σε καμιά περίπτωση δεν επιτρέπεται η αμοιβή να υπολείπεται των ελαχίστων ορίων, που καθορίζονται από τα άρθρα 98 επ. του ως άνω Κώδικα. Κάθε συμφωνία για λήψη μικρότερης αμοιβής από τα ανωτέρω καθοριζόμενα όρια είναι άκυρη ανεξάρτητα από το χρόνο συνάψεώς της. Εξάλλου, κατά το άρθρο 98 παρ. 1 του εν λόγω Κώδικα, σε περίπτωση ελλείψεως ειδικής συμφωνίας, το ελάχιστο ποσό της αμοιβής του δικηγόρου ορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των επομένων άρθρων, κατά δε το άρθρο 99 εδ.

α΄ του αυτού Κώδικα, το ελάχιστο όριο της αμοιβής επί των πολιτικών υποθέσεων, των ποινικών και ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων και αρχών και των εξωδίκων, εκτός των αναφερομένων και για τις δύο περιπτώσεις εξαιρέσεων, είναι ίσο με το γινόμενο των δραχμών, που αναγράφονται στον Κώδικα αυτό και για κάθε ειδική εργασία, επί συντελεστή, ο οποίος με την υπ΄ αριθ. 12.398/9.2.1989 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, που εκδόθηκε κατ΄ εξουσιοδότηση της διατάξεως αυτής και δημοσιεύθηκε στο υπ΄ αριθ. 131/21.2.1989 ΦΕΚ (τεύχος Β΄), ορίσθηκε σε 140 μονάδες.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 65 παρ. 1 και 3 του Ν.2065/1992, η ελάχιστη αμοιβή του δικηγόρου για τις παραστάσεις του ενώπιον οποιασδήποτε δικαστικής, διοικητικής ή άλλης αρχής, καθώς και για τις νομικές υπηρεσίες, στις οποίες προεισπράττεται δικηγορική αμοιβή, καθορίζεται για κάθε κατηγορία παρεχόμενης νομικής υπηρεσίας με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, κατόπιν γνώμης της Ολομέλειας των προέδρων των δικηγορικών συλλόγων της Ελλάδας, η δε αμοιβή αυτή προκαταβάλλεται από τους εντολείς στον οικείο δικηγορικό σύλλογο και δεν μπορεί να είναι μικρότερη από το κατώτατο όριο αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων.

Κατ΄ εξουσιοδότηση της τελευταίας διατάξεως σε συνδυασμό με εκείνες του Ν.2214/1994, όπως κωδικοποιήθηκαν στο άρθρο 51 του Ν.2238/1994, που αφορά την κύρωση του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, εκδόθηκε η υπ΄ αριθ. 94.324/11.12.1996 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, με την οποία (παρ.1, 2 και 6 αυτής) ορίσθηκε ότι με βάση για την ελάχιστη αμοιβή των δικηγόρων, που προκαταβάλλεται για τις παραστάσεις ενώπιον όλων των δικαστηρίων, καθώς και για τις νομικές υπηρεσίες, στις οποίες προεισπράττεται δικηγορική αμοιβή σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, θεωρείται το άθροισμα της ετήσιας επαγγελματικής αμοιβής κατά τις διατάξεις της φορολογικής νομοθεσίας και ενός σταθερού μέσου όρου 300.000 δρχ., που αναφέρεται στη μισθωτική αξία της επαγγελματικής εγκατάστασης, η δε αμοιβή για κάθε παράσταση ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου καθορίζεται, με την επιφύλαξη των επομένων παραγράφων, σε ποσοστό 1% επί του ποσού του ως άνω αθροίσματος.

Τα ανωτέρω ισχύουν και ως προς την κατ΄ αποκοπή αμοιβή για παραστάσεις για λογαριασμό του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ., των Δήμων και Κοινοτήτων, των Δημοσίων Οργανισμών και Επιχειρήσεων, Ασφαλιστικών Εταιριών και Τραπεζών. Οι διατάξεις των άρθρων 100 επ. του Κώδικα Δικηγόρων για τα ελάχιστα όρια των αμοιβών εξακολουθούν να ισχύουν.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ΄αριθ. 1127072/1980/Α00112/ΠΟΛ. 1277/13.11.1998 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, με την οποία αναπροσαρμόσθηκε η αμοιβή των ελευθέρων επαγγελματιών του άρθρου 51 παρ. 3 του Ν.2238/1994 για τη χρήση του έτους 1998 και ορίσθηκε ειδικά για τους δικηγόρους στο ποσό των 2.300.000 δρχ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 7 παρ. 2, 3 και 9 του Ν.2753/1999, για τις παραστάσεις των δικηγόρων ενώπιον των δικαστηρίων, τη σύμπραξή τους σε εξώδικες ενέργειες και συμβάσεις, όπως προβλέπουν οι οικείες διατάξεις, καθώς και για κάθε άλλη νομική υπηρεσία, που παρέχουν στον εντολέα τους, καθορίζεται το μήνα Δεκέμβριο κάθε δευτέρου έτους με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ύστερα από γνώμη της ολομέλειας των προέδρων των δικηγορικών συλλόγων της Ελλάδας, ελάχιστη αμοιβή ενιαία για όλους τους δικηγορικούς συλλόγους της Χώρας.

Η αμοιβή αυτή προεισπράττεται από τον οικείο δικηγορικό σύλλογο με τετραπλότυπο γραμμάτιο, ενώ οι δικηγορικοί σύλλογοι υποχρεούνται να ενεργούν παρακράτηση φόρου εισοδήματος με συντελεστή 15% στο ακαθάριστο ποσό των αμοιβών, που αναγράφονται στα τετραπλότυπα γραμμάτια. Ειδικά για τη διαχειριστική περίοδο 1999, για το ελευθέριο επάγγελμα του δικηγόρου το καθαρό εισόδημα, που προκύπτει σύμφωνα με το άρθρο 51 παρ. 1 του Ν.2238/1994, όπως αντικ.

με το άρθρο 7 παρ. 1 του Ν.2753/1999, δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος, όπως αυτό προσδιοριζόταν από τις διατάξεις του άρθρου 51 του Ν.2238/1994, που ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο 7 του Ν.2753/1999. Για την εφαρμογή της παρ. 9 του άρθρου 7 του τελευταίου αυτού Νόμου, ως επαγγελματική αμοιβή λαμβάνεται το ποσό των 2.500.000 δρχ., ως συντελεστής μισθωτικής αξίας το ποσοστό 8,5% και ως τιμή ζώνης λαμβάνεται αυτή που ίσχυε τη 1.1.1995.

Με τις διατάξεις των ανωτέρω Νόμων, καθώς και εκείνες της εκδοθείσης κατ' εξουσιοδότηση του τελευταίου Νόμου υπ' αριθ. 1314/21.12.2000 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, με τις οποίες καθορίσθηκε η ελάχιστη αμοιβή των δικηγόρων για τις αναφερόμενες στο συνημμένο πίνακα δικαστικές και εξώδικες εργασίες τους, δεν καταργήθηκαν οι προαναφερόμενες διατάξεις του Κώδικα των Δικηγόρων, που αφορούν τον καθορισμό του κατωτάτου ορίου αμοιβής των δικηγόρων.

Οι διατάξεις του Κώδικα αυτού, των οποίων σκοπός είναι όχι μόνο η προστασία του ιδιωτικού συμφέροντος του δικηγόρου ως εργαζομένου, αλλά και η κατοχύρωση του κύρους του δικηγορικού λειτουργήματος ως θεράποντος του δημοσίου συμφέροντος, κατισχύουν εκείνων των ως άνω Νόμων και των κατ΄εξουσιοδότηση αυτών εκδοθεισών ΚΥΑ στις σχέσεις μεταξύ των συμβαλλομένων, αφού οι διατάξεις αυτών, όπως προκύπτει από το σύνολο του περιεχομένου τους και τις οικείες εισηγητικές εκθέσεις, έχουν φορολογικό χαρακτήρα και αποσκοπούν στη μεταρρύθμιση και απλοποίηση του φορολογικού συστήματος με την καθιέρωση αντικειμενικής φορολογικής μεταχειρίσεως των δικηγόρων προς τον σκοπό της δικαιότερης κατανομής των φορολογικών βαρών, της μειώσεως των οικονομικών στρεβλώσεων, που προκαλεί η φορολογική διάρθρωση στην κατανομή των πόρων, της αυξήσεως της ανταγωνιστικότητας και της προσαρμογής της φορολογίας στο ενοποιούμενο διεθνές οικονομικό περιβάλλον.

Έτσι, όταν η καθοριζόμενη με βάση τον Κώδικα για κάθε κατά περίπτωση ενέργεια ελάχιστη αμοιβή είναι μεγαλύτερη από εκείνη, που καθορίζεται με βάση τις ως άνω ΚΥΑ, τότε οφείλεται η μεγαλύτερη αυτή αμοιβή. Όταν όμως είναι μικρότερη, τότε οφείλεται η καθοριζόμενη με βάση τις ΚΥΑ μεγαλύτερη ελάχιστη αμοιβή, διότι θα ήταν άνισο οι δικηγόροι να αμείβονται με τα ελάχιστα όρια του Κώδικα των Δικηγόρων και να φορολογούνται για μεγαλύτερο εισόδημα.

Τα ανωτέρω ισχύουν και ως προς τους δικηγόρους, που ενεργούν ως εντολοδόχοι του ΙΚΑ σύμφωνα με την παρ. 6 της ΚΥΑ 94.324/11.12.1996 και δεν αμείβονται με πάγια αντιμισθία, αφού ως προς αυτούς δεν γίνεται διάκριση ή εξαίρεση από το Ν.2753/1999, ενώ δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις που ρυθμίζουν την αμοιβή των δικηγόρων του Δημοσίου με βάση το πάγιο ελάχιστο όριο, που προβλέπεται στον Κώδικα των Δικηγόρων ακόμη και για δικαστικές ή εξώδικες εργασίες, για τις οποίες η αμοιβή ορίζεται απ΄ αυτόν σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου της υπόθεσης.

Συνεπώς, σε περίπτωση αναθέσεως από μέρους του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. εντολής σε δικηγόρο να παρασταθεί για λογαριασμό του ενώπιον δικαστηρίου, υποχρεούνται αυτά μετά την ισχύ των 94.324/11.12.1996 και 1.314/21.12.2000 ΚΥΑ να καταβάλουν στον εν λόγω δικηγόρο την αντίστοιχη αμοιβή, που προβλέπεται από τις διατάξεις αυτών και όχι το ελάχιστο όριο αμοιβής, που προβλέπεται στον Κώδικα Δικηγόρων για τη συγκεκριμένη παράσταση, εφόσον η αμοιβή, σύμφωνα με τις ως άνω ΚΥΑ, είναι ανώτερη αυτής, που ορίζεται στον Κώδικα Δικηγόρων.

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 5 του Π.Δ. 282/1996 "περί του Οργανισμού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους", που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο παροχής των ενδίκων υπηρεσιών, ήτοι μέχρι τις 23.12.2002, οπότε άρχισε η ισχύς της αντίστοιχης διατάξεώς του άρθρου 24 παρ. 5 του Ν.3086/2002, ορίσθηκε ότι η αμοιβή των δικηγόρων του Δημοσίου διέπεται από τις διατάξεις του Δικηγορικού Κώδικα, όπως ισχύουν κάθε φορά και καθορίζεται στα προβλεπόμενα απ΄ αυτές ελάχιστα όρια για κάθε κατά περίπτωση δικαστική ή εξώδικη ενέργεια, μάλιστα δε μετά την αντικατάσταση της διατάξεως αυτής με το άρθρο 18 παρ. 5 του Ν.2873/2000 ορίσθηκε πλέον ότι η αμοιβή των ως άνω δικηγόρων διέπεται από τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, όπως εκάστοτε ισχύουν και καθορίζεται στο διπλάσιο από εκείνο που προβλέπεται απ΄αυτές ελαχίστου ορίου για κάθε δικαστική ή εξώδικη ενέργεια, ενώ με αμφότερες τις διατάξεις αυτές ορίσθηκε ότι σε δικαστικές ή εξώδικες εργασίες, για τις οποίες από διατάξεις του Κώδικα η αμοιβή ορίζεται σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου της υποθέσεως, οι δικηγόροι του Δημοσίου αμείβονται με τις αναφερόμενες διακρίσεις.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 13 του Ν.Δ. 2698/1953, σε όσα υποκαταστήματα, γραφεία ή παραρτήματα του ΙΚΑ δεν συσταθούν δικαστικά γραφεία, ορίζεται με απόφαση του Διοικητή αυτού μετά γνώμη του νομικού συμβούλου ένας δικηγόρος, στον οποίον ανατίθεται η παράσταση και υπεράσπιση των συμφερόντων του Ιδρύματος ενώπιον των δικαστηρίων και δικαστικών αρχών γενικώς της έδρας του σε όλες τις δικαστικές υποθέσεις αυτού, Ο ανωτέρω δικηγόρος αμείβεται με μηνιαία αντιμισθία, που ορίζεται από το ΔΣ ή με βάση τα κατώτατα όρια, που προβλέπονται στον Δικηγορικό Κώδικα ή και κάτω απ΄ αυτά κατόπιν ειδικής συμφωνίας.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 19 παρ. 1α του Α.Ν. 1856/1951, το ΙΚΑ απαλλάσσεται κάθε δημοσίου, δημοτικού, κοινοτικού ή λιμενικού φόρου, αμέσου ή εμμέσου, κάθε τέλους ταχυδρομικού, ως και δικαστικού, ενώ σε κάθε δίκη του απολαύει όλων ανεξαιρέτως των ατελειών και προνομίων δικαστικών, διοικητικών και οικονομικών, κατά δε το άρθρο 5 του Ν. 3210/1955, το ΙΚΑ απολαύει όλων των διαδικαστικών προνομίων του Δημοσίου και κατά το άρθρο 21 παρ. 9α του Ν.1902/1990, το ΙΚΑ και οι λοιποί οργανισμοί αρμοδιότητας του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων έχουν όλα τα δικαστικά και δικονομικά προνόμια του Δημοσίου.

Το γεγονός, ότι το ΙΚΑ απολαύει των ατελειών, απαλλαγών και προνομίων του Δημοσίου, δεν σημαίνει ότι εφαρμόζονται επ' αυτού και οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 23 παρ. 5 του Π.Δ. 282/1996, που ρυθμίζουν την αμοιβή των δικηγόρων του Δημοσίου, αφού η ρύθμιση αυτή δεν αποτελεί προνόμιο ή απαλλαγή, αλλ' αντίθετα πρόκειται περί διατάξεων ουσιαστικού περιεχομένου, που καθορίζουν την καταβλητέα αμοιβή από το Δημόσιο, ως εντολέα, στον δικηγόρο του, ως εντολοδόχο, στη μεταξύ τους σχέση εκτός της δίκης και την κατ' αυτή διαδικασία, ενώ δεν προβλέπεται από τις εν λόγω διατάξεις εξομοίωση του ΙΚΑ προς το Δημόσιο ως προς τον διάφορο τρόπο αμοιβής των χρησιμοποιουμένων από το δεύτερο δικηγόρων.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη δικηγόρος, η οποία συνδεόταν με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΙΚΑ-ΕΤΑΜ με σύμβαση έμμισθης εντολής, αμειβόμενη ανά υπόθεση, εκτέλεσε κατ' εντολή του τελευταίου, τις αναφερόμενες λεπτομερώς δικαστικές και εξώδικες εργασίες, οι οποίες δεν αμφισβητούνται από το αναιρεσείον και ότι δικαιούται την αμοιβή, που καθορίζεται κατά περίπτωση στην ΚΥΑ 94324/111.12.1996, σε συνδυασμό με την Υ.Α. 1127072/1980/Α0012/ ΠΟΛ1277/13.11.1998 και το άρθρο 7 παρ. 9 του Ν.2753/1999.καθώς και στις διατάξεις των άρθρων 100 παρ. 1 και 3, 107 παρ. 1 και 110 του Κώδικα Δικηγόρων και όχι την αμοιβή, που προσδιορίζεται με βάση τις ειδικές για το Δημόσιο ως άνω ρυθμίσεις του άρθρου 23 παρ. 5 του 282/1996 Π.Δ./τος, σύμφωνα με τις οποίες η αναιρεσίβλητη δικηγόρος του αναιρεσείοντος ΙΚΑ-ΕΤΑΜ για ενέργειες που ο Κώδικας περί δικηγόρων ορίζει αμοιβή σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου της υποθέσεως (άρθρ. 100 παρ. 1-3, 107 παρ. 1 και 110) δεν αμείβεται με βάση αυτές, αλλά σύμφωνα με τςι διατάξεις των άρθρων 100 παρ. 4, 107 παρ. 1β και 110 παρ. 1β του αυτού Κώδικα.

Και τούτο γιατί το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ δεν εξομοιώνεται με το δημόσιο ως προς το διάφορο τρόπο αμοιβής των δικηγόρων, που χρησιμοποιεί. Έτσι που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, ορθά τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε και συνεπώς, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος, κατά το πρώτο μέρος τους, λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Επειδή, κατά το άρθρο 560 Κ.Πολ.Δ., κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, ως και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση συγχωρείται μόνο για τους αναφερόμενους περιοριστικώς στη διάταξη αυτή λόγους. Το άρθρο αυτό δεν περιέχει διατάξεις αντίστοιχες με εκείνες του άρθρου 559 αριθ. 8 και 19 Κ.Πολ.Δ.

Έτσι, στους λόγους των διατάξεων του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. δεν περιλαμβάνονται α) η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο πραγμάτων, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και β) η έλλειψη επαρκών αιτιολογιών, που στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση, ήτοι η εκ πλαγίου παράβαση κανόνα δικαίου (Ολ.Α.Π. 45/1987).

Στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών μετά από έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης ειρηνοδικειακής αποφάσεως. Κατά της ανωτέρω αποφάσεως προβάλλονται ως αναιρετικοί λόγοι οι αιτιάσεις ότι α) το Δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν από το αναιρεσείον και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και β) οι αιτιολογίες της αποφάσεως ως προς του ουσιαστικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε τούτο, είναι ανεπαρκείς, με συνέπεια να επέρχεται εκ πλαγίου παράβαση των ουσιαστικών διατάξεων, που εφάρμοσε.

Οι ανωτέρω πρώτος, δεύτερος και τρίτος, κατά τα δεύτερο και τρίτο μέρος τους, λόγοι της αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι και πρέπει να απορριφθούν, αφού δεν προβλέπεται από τις προαναφερόμενες διατάξεις ότι μπορούν να προταθούν κατά της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-6-2005 αίτηση του ΝΠΔΔ υπό την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ)" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 409/2005 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων τριάντα (330) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 17 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ