Supreme Court dismisses appeal due to failure to summon an intervening party, violating the right to be heard.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court declared the appeal inadmissible because the court failed to summon an intervening party who had participated in the lower court proceedings. The intervening party, representing the plaintiff, appeared before the Court of First Instance and the Court of Appeal but was not notified or summoned for the appeal hearing. The court ruled that this omission violated the fundamental principle of adversarial proceedings and the right to be heard, rendering the appeal discussion inadmissible under the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 82, 81, 568, 110, 576 of the Code of Civil Procedure: The court must summon an intervening party who participated in the lower instance to the appeal hearing; failure to do so violates the right to be heard and renders the appeal inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 802 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 802/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1η Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Β. Κ. του Γ., κατοίκου ...., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αλέξανδρου Λεοντόπουλου-Βαμβέτσου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην …. και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) των πληρεξουσίων δικηγόρων Βασιλείου Κωτσοβίλη και Γ. Μαθιόπουλου, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-1-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 13-9-2018 πρόσθετη παρέμβαση, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκαν η 2/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 7067/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-4-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 82 εδ. γ` Κ.Πολ.Δ., αποφάσεις και δικόγραφα που επιδίδονται στους κύριους διαδίκους πρέπει να επιδίδονται και σε εκείνον που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνη της παρ.3 εδ. α` του άρθρου 81 του ίδιου Κώδικα, με την οποία ορίζεται, ότι ο παρεμβαίνων καλείται στις επόμενες διαδικαστικές πράξεις από τον διάδικο που επισπεύδει τη δίκη, συνάγεται, ότι η κλήση προς συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, που γίνεται είτε κάτω από το αντίγραφο του αναιρετηρίου, είτε αυτοτελώς (άρθρ. 568 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να επιδίδεται και προς εκείνον που δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το πινάκιο και είχε στη δίκη επί της ουσίας, από την οποία προήλθε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, την ιδιότητα του προσθέτως υπέρ κάποιου από τους κυρίους διαδίκους παρεμβαίνοντος, για να ενημερώνεται αυτός ως προς την εξέλιξη της δίκης, που ανοίγεται με την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως και να ασκεί τα νόμιμα δικαιώματά του, διότι και αυτός είναι διάδικος, χωρίς δε την κλήτευσή του παραβιάζεται η θεμελιώδης δικονομική αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως, που καθιερώνεται με το άρθρο 110 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., ειδική εφαρμογή της οποίας περιέχουν οι προαναφερόμενες διατάξεις, αλλιώς δημιουργείται απαράδεκτο της συζητήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, το οποίο, ως αναφερόμενο στην προδικασία, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 908/2020, 4/2020, 1227/2019, 1133/2019, 434/2019, 591/2018, 447/2017, 404/2017, 436/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, υπόκειται προς κρίση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η από 16-4-2021 (υπ'αριθμ. καταθ. 287/2021) αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 7067/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι πριν από τη συζήτηση της ένδικης διαφοράς ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 7067/2020 απόφαση, ασκήθηκε από το Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών" η από 4-12-2019 (υπ' αριθμ. καταθ. 11589/4-12-2019) πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της εκκαλούσας-εφεσίβλητης-ενάγουσας, Β. Κ.. Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως κατά τη συνεδρίαση της 7ης-1-2020, το ως άνω Ν.Π.Δ.Δ. παραστάθηκε στο ακροατήριο, εκπροσωπούμενο από την πληρεξουσία δικηγόρο του Βασιλική Ζυγούρη, η οποία κατέθεσε και έγγραφες προτάσεις.
Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο, αφού συνεκδίκασε τις από 18-6-2019 και 17-6-2019 αντίθετες εφέσεις των διαδίκων και την ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, δέχθηκε τυπικά αυτές και απέρριψε στη συνέχεια κατ' ουσίαν την πρόσθετη παρέμβαση, ενώ δέχθηκε κατ' ουσίαν τις εφέσεις, και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και κράτησε την υπόθεση, δικάζοντας επί της ουσίας την αγωγή, δέχθηκε εν μέρει αυτή.
Και ναι μεν η πρόσθετη παρέμβαση δεν διευρύνει τα υποκείμενα της έννομης σχέσεως της δίκης, αφού δεν εισάγει χωριστό αίτημα, διευρύνει όμως τα υποκείμενα της διαδικασίας, με συνέπεια το ανωτέρω Ν.Π.Δ.Δ. να έχει καταστεί διάδικος. Ωστόσο, στην συγκεκριμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της προκειμένης υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου δεν εμφανίστηκε το ως άνω προσθέτως παρεμβαίνον, το οποίο, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, αφού είχε παραστεί στο Εφετείο και είχε εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, ενόψει του ότι απορρίφθηκε η πρόσθετη παρέμβαση από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατ' ουσίαν, έπρεπε να κληθεί για να παραστεί κατά τη σημερινή δικάσιμο της συζητήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ουδείς όμως από τους κύριους διαδίκους (αναιρεσείουσα και αναιρεσίβλητη) επικαλείται επίδοση ακριβούς αντιγράφου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ'αριθμ. 7067/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β1 Τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για την παρούσα δικάσιμο για την εκδίκαση της υπόθεσης, καθώς και κλήση για συζήτηση, στο προσθέτως παρεμβαίνον, προκειμένου να παραστεί κατά την παρούσα δικάσιμο, αλλά ούτε και προσκομίζεται σχετική έκθεση επιδόσεως.
Επομένως, με βάση όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ως προς όλους τους διαδίκους κατ` άρθρ. 576 παρ.3 εδ. α` του Κ.Πολ.Δ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 16-4-2021 (υπ'αριθμ. καταθ. 287/2021) αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7067/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Μαΐου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ