Supreme Court dismisses State's appeal on property ownership, ruling evidence evaluation was legally sound.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding property ownership. The State argued the lower court erred in accepting claims without specific evidence, but the Court found the appellate court properly evaluated all submitted evidence. Consequently, the appeal was rejected, and the State was ordered to pay legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the appellate court's decision is based on a proper evaluation of evidence, even if the resulting finding of fact is erroneous.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 7 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 7/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές:, Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Ανθή Γκάμαρη -εισηγήτρια Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 19η Σεπτεμβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αφεντία Ιωασηφίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ
Των αναιρεσίβλητων: 1.Σ. Τ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Αγγελική Καρλαύτη, 2. Ιεράς Κοινοβιακής Μονής Κοιμήσεως Θεοτόκου …., που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ματθαίο Βαραγγούλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2009 αγωγή του ήδη 1ου αναιρεσίβλητου, και την από 16-3-2009 πρόσθετη παρέμβαση της 2ης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4883/2010 του ιδίου Δικαστηρίου και 2086/2015 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των ανωτέρω αποφάσεων ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-4-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις ρυθμίσεις που περιέχονται στο πρωτόκολλο του Λονδίνου της 21-1/3-2-1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και στα ερμηνευτικά αυτού πρωτόκολλα της 4/16-6-1830 και της 19- 6/1-7-1830, σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις της από 27-6/9-7- 1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" και του άρθρου 16 του ν.
της 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", προκύπτει ότι στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου περιήλθαν εκείνα τα ακίνητα που βρίσκονταν εντός της ζώνης που μέχρι την 3-2-1830 είχε καταλάβει με τις στρατιωτικές του δυνάμεις και ανήκαν είτε στο Οθωμανικό Δημόσιο είτε σε Οθωμανούς ιδιώτες, καθώς και σε εκείνα, τα οποία, κατά τον χρόνο της υπογραφής των πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους άλλοτε κυρίους τους Οθωμανούς, οι οποίοι απεχώρησαν και δεν εξουσιάζοντο πλέον από αυτούς, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου της 21-6/3-7/1837 "περί διακρίσεως δημόσιων κτημάτων", περιεχόμενα κατά το άρθρο 16 αυτού στην κυριότητα του Δημοσίου ως αδέσποτα.
Με τις ρυθμίσεις αυτές το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των Οθωμανών, αλλά διαδέχθηκε το Τουρκικό Δημόσιο in globo με τη γενόμενη δήμευση "δικαίωμα πολέμου", ως ειδικού τίτλου, στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία κατείχοντο μόνο από τους Οθωμανούς κατά την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως και, ή κατέλαβε διαρκούντος του πολέμου, ή ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους, δεν κατείχοντο πλέον από αυτούς (βλ.
Α.Π 6λ 1/2013) όσον αφορά τα Οθωμανικά κτήματα τα ευρισκόμενα κατά τον χρόνο διακηρύξεως της ανεξαρτησίας του νέου ελληνικού κράτους (3-2-1830) εντός εδαφών τελούντων υπό τουρκική στρατιωτική κατοχή, αλλά εν συνεχεία παραχωρηθέντων βάσει της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως στην ελληνική κυριαρχία, όπως ειδικότερα η Αττική, η Εύβοια και τμήματα της Βοιωτίας και της Φθιώτιδας, όσα μεν εξ αυτών ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο περιήλθαν βάσει της ίδιας συνθήκης στο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ όσα ανήκαν σε Οθωμανούς ιδιώτες παρέμειναν στην ιδιοκτησία τους με δικαίωμα πωλήσεώς τους εντός προθεσμίας, (ΑΠ 15/1843, 24/1849, 230/1850, 80/1877).
Περαιτέρω, όσον αφορά όσα ακίνητα ευρίσκοντο είτε στην ελληνική είτε στην τουρκική ζώνη κατοχής, κατά τις 3-2-1830, εκείνων των εδαφών που τελικά αποτέλεσαν το πρώτο ελληνικό κράτος και κατέχονταν από Έλληνες ιδιώτες με διάνοια κυρίου, έστω και με άκυρο κατά το οθωμανικό δίκαιο τίτλο, ( ήτοι ταπί, χοτζέτι ή βουγιουρδί), αυτά αναγνωρίσθηκαν ως ανήκοντα στους τελευταίους (ΑΠ 472/1899, ΑΠ 269/1898).
Ειδικότερα στην Αττική, η οποία παραχωρήθηκε στο ελληνικό κράτος στις 31-3-1833 βάσει της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, κατά την διάρκεια της τρίτης τουρκικής κατοχής (1827 - 1833) και ειδικότερα το έτος 1829, ο Σουλτάνος, ως έχων κατά το οθωμανικό δίκαιο την κυριαρχία εφ' όλης της γης που ανήκε στο Οθωμανικό κράτος, αναγνώρισε στους υπηκόους του Έλληνες και Τούρκους που κατείχαν νόμιμα κατά το οθωμανικό δίκαιο ακίνητα, ιδιοκτησιακά δικαιώματα σε αυτά, τα οποία αργότερα με την περιέλευση της περιοχής στο Ελληνικό κράτος αναγνωρίσθηκαν και από αυτό δυνάμει της Συνθήκης της Κων/πόλεως και του πρωτοκόλλου της 3.2.1830 (ΑΠ 1563/1995).
Εξάλλου, επί δημοσίων κτημάτων όπως είναι και τα δάση τα οποίδι είναι εθνικά (εκτός των διαλαμβανόμενων στα άρθρα 1 και 2 του από 17-11/1- 12-1836 Β.Δ/τος, τα οποία θεωρούνται ως ιδιωτικά υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 3 του εν λόγω Β.Δ/τος), ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις έχουσες εφαρμογή κατ' άρθρο 51 Εισ.Ν.ΑΚ, για τον προ της ενάρξεως της ισχύος του ΑΚ χρόνο, διατάξεις των ν. 8 παρ. 8 κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50. 4), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν. 6 παρ. 1 Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), δηλαδή κατόπιν ασκήσεως νομής επί του δημοσίου κτήματος με καλή πίστη, δηλαδή με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέως, ότι με τη κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 Παν. (5-8), 27 Πανδ.(18-1), 10,18 και 48 πανδ (41.3), 3 Πανδ. (41-10) και 109 Πανδ. (50.16), τη συνδρομή της οποίας, ενόψει της φύσεως ως ενδιάθετης καταστάσεως συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικώς, από τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, καθώς και με διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα του χρησιδεσπόζοντος να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον ΑΚ, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία (βλ.
και τις διατάξεις των ν. 18.24 παρ. 1 Πανδ. (41-3) παρ. 9 Εισ (2- 9), ν.2 κωδ (7-30) Βασ. (50-10)). Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με τον μεταγενέστερο από 21 Ιουνίου 1837 νόμο "περί διακρίσεως κτημάτων" στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων πραγμάτων εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω περιεχόμεναι - διατάξεις", επομένως και οι προαναφερόμενες διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21.6/3-7- 1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" συνάγεται, ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα, εφόσον η τριακονταετής νομή αυτών, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 8 Κωδ. (7.39), Βασ. 9 παρ. 1 (50. 4) είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του νόμου ΔΞΗ /1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που "εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και της 16-5-1926 και αφετέρου του άρθρου 21 του ν.δ/τος της 22.4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κ.λ.π", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του αν.
ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" που διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 53 Εισ. Ν. αυτού, με τις οποίες διατάξεις ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του, άρα και η χρησικτησία πάνω σ' αυτά (βλ.
Ολ,ΑΠ 75/1987, Α.Π 1524/2012). Επίσης από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι δεν απαιτείται ως προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστης νια την κτήση κυριότητας επί δημοσίου κτήματος με έκτακτη χρησικτησία η ύπαρξη ταπίου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος ή στην περίπτωση του δάσους η εκ μέρους αυτού υποβολή τίτλων ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 3 του από 17-11-1836 ΒΔ/τος "περί ιδιωτικών δασών". (ΑΠ 52/2014).
Περαιτέρω κατά το άρθρο 1 του β.δ. της 12- 12-1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834" όλα τα λιβάδια, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο "ταπί" εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο.
Η διάταξη αυτή όμως αφορά την συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν και δεν καθιστά ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον τα ακίνητα αυτά. Τούτο προκύπτει από α) το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. ΚΘ' της 31-1/18-2-1864, κατά το οποίο το Δημόσιο και οι Κοινότητες διατηρούν τα δικαιώματα που είχαν επί των αμφισβητουμένων λιβαδιών άνευ βλάβης των αποκτηθέντων δικαιωμάτων από τρίτους, και β) το άρθρο 3 του ν.
ΨΗΖ'/1880, κατά το οποίο οι κοινότητες, διατηρούν έναντι των ιδιωτών την νομική- κατοχή επί των βοσκοτόπων, επί των οποίων εγένοντο μέχρι το 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων. Από τις προαναφερθείσες διατάξεις: περί κτήσεως κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία του β.ρ. δικαίου, των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6/307-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", του άρθρου 21 του ν.δ.
της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", του άρθρου 60 του ν. ΣΟΖ'/1855 και του άρθρου 12 παρ.1 του ν. ΔΝΖ'/1912, προκύπτει ότι είναι δυνατή η κτήση κυριότητας επί βοσκοτόπων, εθνικών ή μη και υπό ιδιωτών, εφόσον αυτοί τους νέμονταν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί τριακονταετία μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 και 3 του από 17 (29) Νοεμβρίου/1 Δεκεμβρίου 1836 β.δ. "περί ιδιωτικών δασών", που έχει ισχύ νόμου, προκύπτει ότι το Δημόσια αναγνωρίστηκε με αυτό κύριο κάθε έκτασης, η οποία πριν από την ισχύ του ήταν δάσος, εκτός εκείνων για τις οποίες υπήρχε έγγραφη απόδειξη Οθωμανικής Αρχής ότι ανήκαν πριν από τον περί Ανεξαρτησίας Αγώνα, σε ιδιώτες, καθώς και εκείνων που ανήκαν σε ιδιωτικά χωρία, και στις δύο δε αυτές περιπτώσεις, εάν και εφόσον οι νόμιμοι τίτλοι ιδιοκτησίας υποβλήθηκαν από τους ιδιοκτήτες τους στην Γραμματεία επί των Οικονομικών μέσα στην οριζόμενη από το άρθρο 3 παρ. 1 ανατρεπτική προθεσμία, του ενός έτους από τη δημοσίευση του νόμου, (ΦΕΚ 69/1.12.1836), προς εξέταση της νομιμοποίησής τους ως ιδιοκτητών ιδιωτικών δασών.
Ούτε όμως από το πιο πάνω β. δ/μα, ούτε από άλλη διάταξη απαγορευόταν τότε η έκτακτη χρησικτησία επί των δημόσιων δασών και γενικότερα επί των δημόσιων κτημάτων, ακόμη και εκείνων που περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, με βάση την από 9 Ιουλίου 1832 συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, καθώς και τα από 6 Ιουνίου 1830 και 7 Ιουλίου 1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου, αλλά αντίθετα αυτή ήταν επιτρεπτή τόσο κατά τους ν. 18, Πανδ. (41.3), ν. 2, Κωδ. (7. 30), παρ. 9 Εισηγ. (2.6), όσο και κατά το άρθρο 21 του μετέπειτα ισχύσαντος από 2.6/3.7.1837 νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων", και μπορούσε να οδηγήσει σε κτήση κυριότητας και επί πραγμάτων της mo πάνω κατηγορίας, εφόσον, όμως, είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11-9-1915, αφού έκτοτε, ενόψει του ν.
ΔΞΗ/1912 και των εκδοθέντων σε εκτέλεση αυτού αλλεπάλληλων β. δ/των, όπως και του ν. δ/τος της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ", που προπαρατέθηκε, αποκλείστηκε η χρησιδεσποτεία των ανηκόντων στο Ελληνικό Δημόσιο ακίνητων πραγμάτων. Εφόσον, όμως, είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11-9-1915 ο χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας, δεν έχουν εφαρμογή και δεν ασκούν καμιά έννομη επιρροή σε σχέση με την κυριότητα που αποκτήθηκε με αυτή οι διατάξεις του άρθρου 215 του ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν με τις διατάξεις των άρθρων 37 του α.ν. 1539/1938 και 16 του α.ν. 192/1946, επαναλήφθηκαν δε σε εκείνη του άρθρου 58 του ν.δ. 86/1969 "περί δασικού κώδικος", με τις οποίες ορίζεται ότι νομέας σε δημόσια κτήματα θεωρείται το Δημόσιο, έστω και αν δεν ενήργησε σ' αυτά καμία πράξη νομής και ότι μόνον η βοσκή επί δημόσιων δασών, μερικώς δασοσκεπών εκτάσεων, λιβαδιών και χορτολιβαδικών εδαφών δεν θεωρείται ποτέ ως πράξη νομής ή οιονεί νομής και ότι η νομή από τρίτους στα ακίνητα αυτά θεωρείται ότι ασκείται μόνο με την υλοτομία ή την εκμετάλλευση αυτών ως ιδιωτικών εκτάσεων με βάση άδεια της δασικής αρχής (Α.Π 1524/2012).
Ούτε ασκεί επιρροή στην κυριότητα που αποκτήθηκε η μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 62 παρ. 1 του ν. 998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας", με την οποία ορίζεται ότι "σε κάθε φύσεως αμφισβητήσεις ή διενέξεις ή δίκες μεταξύ του Δημόσιου και φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο επικαλείται ή αξιώνει οποιαδήποτε δικαιώματα εμπράγματα ή όχι επί των δασών, των δασικών εκτάσεων κλπ το ως άνω φυσικό ή νομικό πρόσωπο οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη του δικαιώματος του" και πολύ περισσότερο η εκδιδόμενη με βάση το άρθρο 191 του νδ 86/1969 απόφαση του Νομάρχη, με την οποία κηρύσσεται η επίδικη έκταση δασωτέα ή αναδασωτέα, αφού ο ιδιοκτήτης της συγκεκριμένης έκτασης εξακολουθεί να παραμένει κύριος αυτής και μετά την κήρυξη της ως αναδασωτέα (Ολ ΑΠ 21/2005, απ 1646/2009).
Εξάλλου ο ορισμός της έννοιας του δάσους κατά το ελληνικό δίκαιο διατυπώθηκε για πρώτη φορά στο άρθρο 1 του v. ΑΧΝ'/1888 "περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών", (ήτοι εδαφική έκταση καλυπτόμενη εν όλω ή εν μέρει από άγρια ξυλώδη φυτά, οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, η οποία προορίζεται για την παραγωγή ξυλείας ή άλλων προϊόντων), και επαναλήφθηκε έκτοτε σε όλους τους μεταγενέστερους σχετικούς νόμους, διευρυνόμενος ως προς τον δασικό χαρακτήρα των εδαφών και τις επιτελούμενες από αυτά λειτουργίες, (ήτοι προσθήκη πέραν της οικονομικής και της οικολογικής λειτουργίας τους"), ειδικότερα δε από τις διατάξεις των άρθρων 57 του ν.3077/1924, 45 του ν.4173/1929 (όπως τροπ.
με τα άρθρα 9 του α.ν. 3/1935 και 1 του α.ν. 857/1937), 1 του ν.δ. 69/1969 και 3 του ν.998/1979, όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο 3208/2003 (βλ. ΑΠ 552/98). Τέλος, κατά το προϊσχύσαν δίκαιο και ειδικότερα, το άρθρο 2 παρ.1 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", το άρθρο 16 του από 21.06/03.07.1837 νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων", τα οποία διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 53 του ΕισΝ Α.Κ., όπως και κατά το άρθρο 972 του ΑΚ, τα αδέσποτα ακίνητα, δηλαδή εκείνα, τα οποία μπορεί να εξουσιάσει ο άνθρωπος, αλλά δεν υπάρχει κύριος αυτών, ανήκουν στο Δημόσιο, έστω και αν επ' αυτών ουδεμία πράξη νομής ενήργησε.
Το Δημόσιο, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, αποκτά πρωτοτύπως κυριότητα και συγχρόνως με την κυριότητα αποκτά αυτοδικαίως και τη νομή του ακινήτου, ανεξαρτήτως αν έλαβε τη φυσική εξουσία αυτού ή αν ενήργησε πάνω σ' αυτό πράξεις διακατοχής (Α.Π. 132/2000, ΑΠ 532/1980, ΑΠ 1076/1973). Άσκηση νομής, η οποία χρειάζεται για την κτήση κυριότητος με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία (1041, 1045 ΑΚ) αποτελούν όταν πρόκειται για ακίνητο οι υλικές και εμφανείς πάνω σ' αυτό πράξεις που προσιδιάζουν στην φύση και τον προορισμό του - ακινήτου, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του.
Ως πράξεις νομής που οδηγούν στην κτήση κυριότητας με χρησικτησία θεωρούνται, όταν πρόκειται για ακίνητο, οι υλικές και εμφανείς σ' αυτό πράξεις, όπως είναι, μεταξύ άλλων, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η εκμίσθωση, η φύλαξη, η συλλογή καρπών, ο καθαρισμός, η οριοθέτηση, οι καταμετρήσεις και η σύνταξη διαγραμμάτων, η καταβολή του οικείου φόρου (Α.Π 165/2014, ΑΠ 1707/2008).
Περαιτέρω, τίτλους εκ του νόμου για τα κτήματα των Ιερών Μονών αποτελούν και τα Διαχωριστικά Διατάγματα της μοναστηριακής περιουσίας, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 8 παρ.2 του ν.4684/1930, όπως τροποποιήθηκε με τους ν.5141/1931 και 5256/1931 και κωδικοποιήθηκε με το Π.Δ της 14/22.04.1931 και χωρίς να απαιτείται μεταγραφή των εν λόγω Διαχωριστικών Διαταγμάτων, διότι αυτά αποκτούν με τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την απαιτούμενη από τις διατάξεις της μεταγραφής δημοσιότητα.
Ειδικότερα, τα Διαχωριστικά αυτά Διατάγματα συνιστούν ex lege τίτλο κυριότητας υπέρ της αναφερόμενης σ' αυτά Μονής, μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση, διότι η διαπίστωση της κυριότητας επί της Μονής έγινε αυθεντικά από τον ίδιο το νομοθέτη. Γι' αυτό ισχύουν erga omnes και όχι μόνο έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, δεν αφορούν δε σύμβαση μεταξύ της Εκκλησίας και του Δημοσίου.
Έτσι, κατ' εξουσιοδότηση του νομοθέτη κατ' αρχή καταγράφηκε η ανήκουσα σε κάθε Ιερά Μονή ακίνητη περιουσία και στη συνέχεια έγινε ο διαχωρισμός σε διατηρητέα και εκποιητέα περιουσία, που αναγκαστικά προϋπέθετε τον προσδιορισμό της ανήκουσας σε κάθε Μονή περιουσίας, δεδομένου ότι η Πολιτεία με τη νομοθετική αυθεντία της διαπίστωσε την προϋπάρχουσα κυριότητα κάθε Μονής που είχε αποκτηθεί στο παρελθόν (βλ.
ΑΠ 1338/2010). Τέλος, από τον συνδυασμό των ακολούθων διατάξεων: α) του άρθρου 21 του Ν.Δ. 22/04-16.05.1926 'περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων του Δημοσίου, της Αεροπορικής Αμύνης κλπ, β) του Ν.ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων περί δικαιοστασίου που έληξε το έτος 1930, γ) του άρθρου 62 παρ.2 του Ν.590/1977 'περί καταστατικού χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος', με το οποίο οι διατάξεις των άρθρων 4 και 23 του Α.Ν. 1539/1938 'περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων' έχουν ανάλογη εφαρμογή και επί των κτημάτων των ανηκόντων στα αναφερόμενα στο άρθρο 1 παρ.4 του νόμου τούτου νομικά πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και οι Ι.
Μονές, δ) του άρθρου 4 του εν λόγω ν. 1539/1938, κατά το οποίο τα επί των ακινήτων δικαιώματα του Δημοσίου δεν υπόκεινται σε παραγραφή ε) του άρθρου 17 παρ.3 του Ν.Δ. 3432/1955 'περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της περί ΟΔΕΓΙ νομοθεσίας κλπ', που εφαρμόζεται και επί των ακινήτων των Ι.Μονών, και κατά το οποίο έχει σε αυτά εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 6 παρ.3 του ν.4944/1930 'περί του Ταμείου του Εθνικού Στόλου, σύμφωνα με την οποία το Ταμείο θεωρείται αδιαλείπτως ότι έχει τη νομή ακινήτου κτήματος από της κτήσης της κυριότητας αυτού ανεξάρτητα από κάθε αφαίρεση αυτής από τρίτο, προκύπτει ότι οι Ιερές Μονές μετά την 11.09.1915, θεωρείται ότι είχαν αδιαλείπτως τη νομή επί των κτημάτων τους από της κτήσεως της κυριότητας τους, ανεξαρτήτως κάθε αφαιρέσεως αυτής από οιονδήποτε τρίτον, και άρα αυτά ήσαν και παραμένουν έκτοτε ανεπίδεκτα χρησικτησίας (ΑΠ 1267/1997, ΑΠ 695/1994, ΑΠ 1650/1981), ενώ πριν από την προηγούμενη ημερομηνία (11.09.1915) ήταν δυνατή η εκ μέρους τρίτων κτήση κυριότητας επί μοναστηριακών κτημάτων με έκτακτη χρησικτησία, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις του βρδ με την άσκηση καλόπιστης νομής επί 40ετία, η οποία θα έπρεπε να είχε οπωσδήποτε συμπληρωθεί ήδη κατά την 11.9.1915 (ΑΠ 1534/2012, ΑΠ 815/2009).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση "του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Δυνάμει του …02/20-6-1975 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του Συμβ/φου Α. Α. Δ., το οποίο έχει νομίμως μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου … στον τόμο 125 με αα 107 (βλ.
το …12/28-3-2005 πιστοποιητικό μεταγραφής του Μεταγραφοφύλακα …), η προσθέτως παρεμβαίνουσα υπέρ του ενάγοντος και ήδη εκκαλούσα Ιερά Κοινοβιακή Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου …, μεταβίβασε στον ενάγοντα Σ. Τ. και τον αδελφό του Κ. Τ., κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στον καθένα ένα ακίνητο το οποίο βρίσκεται στην θέση "….", στο Ο….5 και επί των οδών …..
συνολικής επιφάνειας 2.795 τ.μ, το οποίο εμφαίνεται υπό τον αριθμό ….3/232 αποτελούμενο από τα υπ' αριθμ. 2,3 και 4 οικόπεδα, του ιδίου ΟΤ, στο από 19-6-1975 σχεδιάγραμμα του Μηχανικού Γ. Μ., το οποίο προσαρτάται στο ανωτέρω συμβόλαιο και συνορεύει κατά το σχεδιάγραμμα αυτό βόρεια με οδό … επί προσώπου μέτρων 60,97 επί πλευράς ΑΒ, ανατολικά με το υπ' αριθμ. 53/231 οικόπεδο επί πλευράς ΒΓ μέτρων 45,85, νότια με οδό ….επί προσώπου ΔΓ μέτρων 60,94 και δυτικά με το υπ' αριθμ. 53/233 οικόπεδο ιδίου διαγράμματος επί πλευράς ΔΑ μέτρων 45,87, περικλείεται δε το οικόπεδο αυτό υπό τα στοιχεία Α.Β.Γ.Δ.Α του ως άνω διαγράμματος και κατά το νεότερο από Μάιο 2011 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου - μηχανικού Α.
Γ. Μ. ΒΟΡΕΙΑ σε πλευρά (11-13) μήκους 61,42 μέτρων με κράσπεδο και πέραν αυτού με την οδό … πλάτους 8,00 μέτρων, ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ σε πλευρά (5-13) μήκους 45,70 μέτρων με ιδιοκτησία αγνώστου, ΔΥΤΙΚΑ σε πλευρά (11 - 7)μήκους μέτρων 44,67 μέτρων με ιδιοκτησία αγνώστου και ΝΟΤΙΑ σε τεθλασμένη πλευρά (7-6) μήκους μέτρων 25,05 και (6-5) μήκους 35,71 (σύνολο πλευράς (7-6-5) 60,76 μέτρων με κράσπεδο και πέραν αυτού με την οδό … 12.00 μέτρων.
Το οικόπεδο αυτό οι συγκύριοι Σ. και Κ. Τ. είχαν καταλάβει και κατείχαν από πολλά έτη πριν από την ανωτέρω αγοραπωλησία και ο πατέρας τους Π. Κ. Τ. από του έτους 1953. Κατά καιρούς ζητούσαν με διάφορες αιτήσεις τους προς το Ηγουμενοσυμβούλιο της Ιερός Μονής τη συμβιβαστική προς αυτούς εκ μέρους της Ιερός Μονής μεταβίβαση του επιδίκου αντί ευλόγου και δικαίου τιμήματος.
Η Ιερά Κοινοβιακή Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου …, αποφάσισε με τις υπ' αριθμ. 14/23/20-4-1970 και 11/1/19-6-1975 αποφάσεις να αποδεχθεί τον προτεινόμενο συμβιβασμό και να πωλήσει το επίδικο στους ανωτέρω Σ. και Κ. Τ. αντί του ποσού των 150.000 δρχ. Η απόφαση αυτή του Ηγουμενοσυμβουλίου εγκρίθηκε νόμιμα με τις υπ' αριθμ. Φ.502/71/151/1970 και Φ.942/10/633/13-3-1970 αποφάσεις του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και δόθηκε η κατά νόμο άδεια με την υπ' αριθμ.
…5/11-5-1970 απόφαση του ΟΔΔΕΠ ενώ η αγοραπωλησία αυτή επετράπη δια της υπ' αριθμ. …83/11-2-1970 αποφάσεως του Νομάρχη …. και κατεβλήθησαν στο Ταμείο Γενικών Εσόδων τα νόμιμα τέλη υπέρ του Ειδικού Ταμείου Εποικισμού και έτσι ήρθησαν οι απαγορεύσεις του Ν. 3250/1924 και της παρ. 1 του άρθρου μόνου του Ν. 2148/1952. Το Ελληνικό Δημόσιο, ισχυρίζεται τόσο με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όσο και με τις προτάσεις του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει στη κυριότητα του καθόσον περιλαμβάνεται στα δασικά πολύγωνα με αριθμούς ΔΑ...361 και ΔΔ...267 και μάλιστα ότι η έκταση στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο κηρύχθηκε αναδασωτέα με την …82/13-11-2007 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας …, μετά την πυρκαγιά της 16-8-2007.
Έχει δε καταχωρηθεί στο κτηματολογικό βιβλίο του Δήμου … στο κτηματολογικό φύλλο με ΚΑΕΚ ...02/0/0 με φερόμενο ως κύριο το Ελληνικό Δημόσιο, μετά από την …33/16- 9-2002 δήλωση και …86/13-1- 2003 ένσταση του Δημοσίου του Ν. 2308/1995 στο κτηματολογικό γραφείο ΟΤΑ … ως ανήκον σ' αυτό ως δασικό. Από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο, εντάχθηκε στο εγκεκριμένο σχέδιο του Δήμου …..
Σύμφωνα εξάλλου, με το υπ' αριθ. πρωτ. …67/1190/05 έγγραφο της Νομαρχίας Αθηνών Διεύθυνση Πολεοδομίας του τμήματος Εφαρμογής Πολ. Σχεδίων, το επίδικο ακίνητο έχει ενταχθεί στο σχέδιο πόλεως με το 9-12- 1961 Διάταγμα (ΦΕΚ147Δ/61), σύμφωνα με το οποίο χαρακτηρίστηκε ως οικοδομήσιμο, χωρίς τροποποιήσεις στην απόφαση του Νομάρχη, που κύρωσε το Π.Δ/γμα ένταξης στο σχέδιο πόλεως, όσο αφορά το εν λόγω οικοδομικό τετράγωνο στο οποίο βρίσκεται το επίδικο.
Εξάλλου, πράγματι με την …82/13-11-2007 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας … κηρύχθηκαν αναδασωτέα τα δάση και δασικές εκτάσεις, συνολικού εμβαδού 9.408,00 στρ. που βρίσκονται στις θέσεις ... και των Διοικητικών περιφερειών των Δήμων ..., οι οποίες κάηκαν από την πυρκαγιά της 16ης Αυγούστου 2007. Όμως, η επίδικη έκταση βρίσκεται εκτός των ορίων της κηρυγμένης αναδασωτέας έκτασης (βλ.
την από 27-4-2011 τεχνική έκθεση του δασολόγου περιβαντολόγου Ε. Κ. η οποία προσκομίζεται από τον ενάγοντα), που σε κάθε περίπτωση δεν θα μπορούσε να κηρυχθεί αναδασωτέα, αφού βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου. Τέλος, ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι το επίδικο ακίνητο καλύπτονταν μέχρι και το 1960 από δασική βλάστηση και δη δάσος χαλεπίου πεύκης σε ποσοστό κάλυψης μεγαλύτερο του 30% και ότι σε ένα τμήμα του επίδικου, που εμπίπτει στο Δασικό Πολύγωνο ΔΔ ...267, η κάλυψη από δασική βλάστηση ανέρχονταν σε ποσοστό μεγαλύτερο του 50%, ενώ το έτος 1998 σε ποσοστό μεγαλύτερο του 70%, ουδεμία ασκεί επιρροή καθόσον από την ένταξη του επιδίκου στο σχέδιο πόλεως, σύμφωνα με όσα στην υπό στοιχ.
I μείζονα σκέψη αναφέρονται, δεν υπάγεται στο ν.998/1979 "Περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας", αφού οι διατάξεις αυτές δεν καταλαμβάνουν χώρους που χαρακτηρίζονται ως οικοδομήσιμοι ακόμη και αν η υφιστάμενη βλάστηση θα δικαιολογούσε τον χαρακτηρισμό τους ως κοινόχρηστων χώρων πρασίνου.
Άλλωστε, το εναγόμενο ούτε ισχυρίζεται ότι ο χώρος αυτός χαρακτηρίστηκε από το προαναφερόμενο Δ/ταγμα ως κοινόχρηστος χώρος πρασίνου ούτε και αποδεικνύεται κάτι τέτοιο. Να σημειωθεί εξάλλου, ότι στο προαναφερόμενο συμβόλαιο μεταβίβασης γίνεται μνεία ότι το πωλούμενο (επίδικο) ακίνητο, δεν αποτελεί δάσος κατά την έννοια του δασικού κώδικα και δεν υπάγεται στην αναδασωτέα περιοχή του λεκανοπεδίου …, η οποία καθορίζεται δια της υπ' αριθ. 108424/13-9-1934 αποφάσεως του Υπουργείου Γεωργίας, αλλά αποτελούσε "αδιαμόρφωτη έκταση" και ήδη κατά την σύνταξη του συμβολαίου οικοδομήσιμο οικόπεδο.
Από τα παραπάνω επίσης αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι το επίδικο, αποτελούσε τμήμα ενός πολύ μεγαλύτερου κτήματος της Ιεράς Μονής Κοιμήσεως Θεοτόκου …, ονομαζόμενου "..." ή "...", έκτασης πολλών χιλιάδων στρεμμάτων, που περιελάμβανε δάση και δασότοπους, αλλά και βοσκήσιμες και καλλιεργήσιμες γαίες, κείται στο … Όρος, με την κορυφογραμμή του οποίου συνορεύει βόρεια, από τη θάλασσα παρά τη θέση "…." ή "…" και πλησίον του παλαιού συνοικισμού ….
μέχρι την υψηλότερη κορυφή στη θέση "….ς", όπως η νοητή αυτή γραμμή διέρχεται από τις θέσεις ".." και "…", νότια με τις θέσεις "….", "…", "…", "…" και "…" και με την οδό …ν μέχρι τη …. ανατολικά με τη θάλασσα από τη … μέχρι το χωριό …. στη θέση "…." ή "…." και δυτικά με ιδιοκτησία της Μονής …. στις τοποθεσίες "…ς" και "….." (…) και με τον δρόμο από …προς …, συμπεριλαμβανομένων των θέσεων "...", "...", "…" και "...".
Η Ιερά Μονή …, η οποία ιδρύθηκε σύμφωνα με το βρδ, το έτος 1578, από τον Άγιο Τιμόθεο Επίσκοπο Ευρίπου και ως αυθύπαρκτη έκτοτε προσωπικότητα, απέκτησε το κτήμα αυτό, το ίδιο έτος 1578 περίπου, από ένα Οθωμανό από την Κάρυστο, ονομαζόμενο Κ., με τίτλους αγοραπωλησίας, που καταστράφηκαν κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης και εξουσίαζε αυτό έκτοτε συνεχώς ως ενιαίο ακίνητο, στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο, που ήταν καλλιεργήσιμη έκταση με ευρισκόμενα σε αυτό και πευκόδενδρα, μέχρι την 11.09.1915, αλλά και πέραν της ημερομηνίας αυτής, με διάνοια κυρίου, ασκώντας τις προσιδιάζουσες στο χαρακτήρα και στη μορφολογία κάθε τμήματος του διακατοχικές πράξεις, χωρίς οποιαδήποτε ενόχληση ή αμφισβήτηση του εναγομένου εφεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου.
Ειδικότερα, η Ιερά Μονή … με τα αρμόδια όργανά της επέβλεπε και προστάτευε αυτό από επεμβάσεις ή διεκδικήσεις τρίτων, φρόντιζε για τη φύλαξή του με την πρόσληψη φυλάκων, δημοπρατούσε την υλοτομία των δένδρων του, συνέλεγε τη ρητίνη από τα πεύκα ή εκμίσθωνε το δικαίωμα ρητινοσυλλογής σε τρίτους, ενώ εκμεταλλευόταν τις βοσκήσιμες και καλλιεργήσιμες εκτάσεις του, όπως το επίδικο, εκμισθώνοντας αυτές σε βοσκούς ή καλλιεργητές αντίστοιχα, και μεταβίβαζε κατά κυριότητα τμήματα αυτού σε τρίτους, μετά τη χορήγηση των απαιτούμενων σε κάθε περίπτωση αντίστοιχων αδειών εκποίησης, εκμίσθωσης, παραχώρησης ή εκμετάλλευσης από τις αρμόδιες αρχές του Δημοσίου, έχοντας πάντοτε ειλικρινή πεποίθηση, μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ (23.02.1946), ότι με την κτήση της νομής του, κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, και νεμόμενη ως κυρία το ακίνητο αυτό, μέσα στα όρια του οποίου περιλαμβανόταν και το επίδικο, δεν προσέβαλε το δικαίωμα κυριότητας άλλου, ακόμη και του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο ουδέποτε κατέλαβε τη νομή του, ούτε άσκησε οποιαδήποτε διακατοχική πράξη σε αυτό (ολόκληρο ή μέρος του), μετά δε την εισαγωγή του ΑΚ (23.02.1946), έχοντας την πεποίθηση, χωρίς βαριά αμέλεια, ότι είχε αποκτήσει κυριότητα στο μείζον αυτό ακίνητο, στο οποίο περιλαμβανόταν και το επίδικο.
Συγκεκριμένα, η Ιερά Μονή ….ς 1) με τα …..4/26.04.1867, ….0/21.08.1867, …..03/10.02.1869, ….22/12.01.1870 συμβόλαια του Συμβολαιογράφου Α. Π., εκμίσθωσε σε τρίτους τη ρητινοσυλλογή από τα ρητινοφόρα πεύκα και τη χειμερινή χορτονομή του κτήματος στη θέση "...", της περιφέρειας του Δήμου Μαραθώνος, για το χρονικό διάστημα α) 26.04:1867 μέχρι τέλος Σεπτεμβρίου 1867, β) 16.10.1867 μέχρι 23.04.1868, γ) 10.02.1869 μέχρι 31.10.1869, 5)12.01.1870 μέχρι τέλος Οκτωβρίου 1870, αντίστοιχα, 2) με τα ….71/15.02.1871, ….52/16.02.1873, …61/02.12.1874 συμβόλαια του Συμβολαιογράφου Γ.
Α., εκμίσθωσε, αντίστοιχα, α) στον Ι. Π. τα ευρισκόμενα στη θέση "..." της περιφέρειας …πεύκα της μέχρι το τέλος Οκτωβρίου του ίδιου έτους, για να καλλιεργήσει και συλλέξει τη ρητίνη τους, β) στους ποιμένες, κατοίκους του χωρίου … του Δήμου …., Γ. και Χ. Π. τη βοσκή του χειμερινού λιβαδιού "..." επί έξι μήνες από 26.10.1873 μέχρι 23.04.1874, γ) στο Σ.
Π., ως τελευταίο πλειοδότη για τη δεκαετή ενοικίαση των κτημάτων της "... και …", κατά τα πρακτικά της δημοπρασίας, που εγκρίθηκαν με τις 5720 και 5952/1874 διαταγές του Υπουργού επί των Εκκλησιαστικών και της Δημόσιας Εκπαίδευσης, 3) με το …3/26.11.1886 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Δ. Β. εκμίσθωσε, σύμφωνα με τα πρακτικά πλειοδοτικής δημοπρασίας και την 16960/1886 διαταγή του Υπουργού των Εκκλησιαστικών και της Δημόσιας Εκπαίδευσης, το κτήμα "..." στον Ν.
Β.,"για οκτώ έτη από 25.12.1886 μέχρι 24.12.1894, επιτρεπομένου σε αυτόν να συλλέξει τον ελαιόκαρπο του τελευταίου έτους της ενοικίασης, κατά τη διάρκεια της οποίας συμφωνήθηκε ότι θα παραχειμάζει στο ίδιο κτήμα το ποίμνιο των αιγών της Μονής, μη δυναμένου να υπερβεί τα χίλια ζώα, 4) με τα ….76/31.10.1894, 26161/07.09.1896, ….37/24.01.1898 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Δ.
Κ. εκμίσθωσε αντίστοιχα, α) στο Μ. Σ., μετά την …00/25.08.1894 έγκριση του Υπουργού επί των Εκκλησιαστικών και Δημόσιας Εκπαίδευσης, των πρακτικών της πλειοδοτικής δημοπρασίας που διενεργήθηκε, τη συλλογή της ρητίνης των πεύκων του κτήματος "..." της περιφέρειας του Δήμου …., για δέκα έτη, β) στο Δ. Κ., σύμφωνα με τα πρακτικά της πλειοδοτικής δημοπρασίας, που εγκρίθηκε με την 12050/26.08.1896 διαταγή του Νομάρχη ….
και …, τη χορτονομή του κτήματος "..." της περιφέρειας του Δήμου …. για ένα έτος από 15.10.1896 μέχρι 14.10.1897, γ) στον Μ. Π., σύμφωνα με τα πρακτικά της επαναληπτικής δημοπρασίας, που εγκρίθηκε με την …4/20.09.1897 διαταγή του Νομάρχη … και …, τη χορτονομή για ένα έτος από 01.10. 1897 μέχρι 30.09.1898 στο κτήμα "..." της περιφέρειας του Δήμου … 5) με το ….07/20.11.1876 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Η.
Γ. εκποίησε προς τον Ι. Κ. τα ευρισκόμενα στον … της θέσης "..." καυσόξυλα, μετά την έγκριση των πρακτικών της δημοπρασίας που διενεργήθηκε με την …9/04.11.1867 διαταγή του Υπουργείου των Εκκλησιαστικών και της Δημόσιας Εκπαίδευσης, 6) με το ….7/22.09.1898 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου ν Α. Δ., εκμίσθωσε, σύμφωνα με τα πρακτικά της επαναληπτικής δημοπρασίας που πραγματοποιήθηκε στις 09.08.1898, η οποία εγκρίθηκε με την …680/29.08.1898 διαταγή του Νομάρχη ….
και …, τη χορτονομή του κτήματος "..." στην περιφέρεια του Δήμου …, στον Σ. Β., από την 1-10-1898 μέχρι 20-9-1899, 7) με το 3797/26.02.1900 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Μ., γενομένης αναφοράς ότι ο Νομάρχης …με την …82/4899 προκήρυξη του, που δημοσιεύθηκε στο 22/26.01.1900 παράρτημα της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (τεύχος τρίτο), προκήρυξε τακτική δημοπρασία δεκαετούς ενοικίασης του γνωστού με το όνομα "…..
και ..." κτήματος της Μονής … και ότι σε αυτή αναδείχθηκε τελευταίος πλειοδότης ο Μ. Σ., σύμφωνα με το πρακτικό της οποίας (δημοπρασίας), που εγκρίθηκε με την 2683/1900 διαταγή του Υπουργείου Εκκλησιαστικών και Δημόσιας Εκπαίδευσης, εκμίσθωσε προς τον τελευταίο το ανωτέρω κτήμα της, στο οποίο περιλαμβάνεται το επίδικο ακίνητο, 8) με το …80/21.12.1909 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Α.
Μ., γενομένης αναφοράς ότι ο Νομάρχης Αττικής με την από 10.06.1909 διακήρυξή του, που δημοσιεύτηκε στο 112/15.06.1909 φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (τεύχος Γ'), εκτέθηκε σε πλειοδοτική δημοπρασία η δεκαετής μίσθωση του ως άνω κτήματος της Μονής και σε αυτή αναδείχθηκε τελευταίος πλειοδότης ο Κ. Σ., σύμφωνα με τα πρακτικά της, που εγκρίθηκαν με την 10952/15.07.1909 απόφαση του Υπουργείου των Εκκλησιαστικών και της Δημόσιας Εκπαίδευσης, εκμίσθωσε στον τελευταίο το ως άνω κτήμα "...
και ..." για το χρονικό διάστημα από 01.01.1910 μέχρι 31.12. 1919, 9) με το 1….05/19.02.1920 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Α. Ζ. εκμίσθωσε στο Συνεταιρισμό γεωργοκτηνοτρόφων …. "…." το κείμενο στην περιφέρεια των Δήμων ... κτήμα της, με το γνωστό τίτλο "..." για μία πενταετία, από 01.01.1920 μέχρι 31.12.1924, υποδιαιρούμενη σε πέντε γεωργικά έτη, μετά τη διενέργεια της αναφερόμενης σε αυτό δημοπρασίας, που εγκρίθηκε με το ….78/239/27.01.1920 έγγραφο του Συμβουλίου του Γενικού Εκκλησιαστικού Ταμείου, 10) με το ….6/21.01.1932 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ν.
Κ. εκμίσθωσε στον Α. Λ. το δικαίωμα αποθάμνωσης και εκρίζωσης των θάμνων, για την παραγωγή ξυλανθράκων στο κτήμα "..." της περιφέρειας της Κοινότητας …, επί τρίμηνο, κατόπιν έγκρισης του Κεντρικού Συμβουλίου του ΟΔΕΠ, 11) με το …64/09.08.1929 Συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Π. Κ., εκποίησε στον Σ. Μ., ως τελευταίο πλειοδότη, 70.000 ζύγια καυσόξυλων, προερχομένων από πυρκαγιά και ευρισκομένων στο δάσος της Μονής ….-..., κατά το 4732/19.07.1929 έγγραφο του Δασαρχείου ….
και το 5177/3376/1929 έγγραφο του Γενικού Εκκλησιαστικού Ταμείου, που ενέκρινε την πώληση. Τις πράξεις αυτές, τα αρμόδια όργανα της Ιεράς Μονής …ενεργούσαν για λογαριασμό της με διάνοια κυρίου, έχοντας τη θέληση να εξουσιάζει και εκμεταλλεύεται ολόκληρο τα παραπάνω μείζον ακίνητο, στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο τμήμα του, ως ιδιοκτήτρια.
Επίσης, λόγω της προαναφερόμενης καταστροφής των τίτλων αγοραπωλησίας του μείζονος ως άνω ακινήτου από τη Μονή …., με διαταγή της Ελληνικής Κυβέρνησης, συντάχθηκαν τα έτη 1836 και 1837, ως "μαρτυρικά" έγγραφα, οι-δύο κώδικες, που σώζονται μέχρι σήμερα. Από αυτούς, ο ένας έχει αριθμό πρωτοκόλλου ….62 και φέρει την από Φεβρουάριου 1836 θεώρηση του Επαρχιακού Διευθυντή … και ο δεύτερος, με τον τίτλο "Κώδιξ Μέγας της Ιεράς Μονής Παναγίας …ς", φέρει χρονολογία 31.03.1837, θεώρηση του Ηγουμενοσυμβουλίου με αριθμό πρωτοκόλλου 40 και χρονολογία 01.04.1837, όπως, επίσης, θεώρηση με χρονολογία 20.06.1909 του Τμηματάρχη του Εκκλησιαστικού Τμήματος του τότε Υπουργείου Εκκλησιαστικών και Δημόσιας Εκπαίδευσης.
Τα έγγραφα αυτά, που αναφέρονται στο αντίγραφο της από 02.10.1987 εισήγησης του Αρεοπαγίτη Ευαγγέλου Ανδριανού προς το Αναθεωρητικό Συμβούλιο Ιδιοκτησίας Δασών και το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο Δημοσίων Κτημάτων, σύμφωνα με την Δ.8089/2352/1978 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών - Γεωργίας, δεν αποτελούν τίτλους ιδιοκτησίας, έχουν, όμως, ιδιαίτερη αξία ως αποδεικτικά στοιχεία, σχετικά με τις εκτάσεις που νεμόταν και κατείχε η Ιερά Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου …, (στις οποίες περιλαμβάνεται το άνω μείζον ακίνητο), δεδομένου ότι συντάχθηκαν από δημόσια υπηρεσία (την Επιτροπή του β.δ.
της 01.12.1834), με βάση τις μαρτυρίες των κατοίκων των πλησίον χωρίων, που προφανώς δεν είχαν συμφέρον να επεκτείνουν τα όρια του κτήματος της Μονής. Εξάλλου, κατά το έτος 1884, η Ιερά Μονή ... με την ΞΝ'/16.01.1884 πράξη του Συμβουλίου της δώρισε στο Ελληνικό Δημόσιο έκταση 1337 στρεμμάτων και 325 μ2 του κτήματος "..." για την ίδρυση λωβοκομείου.
Η δωρεά αυτή εγκρίθηκε με το από 31.01.1884 β.δ/γμα, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 45/03.02.1884), στο οποίο αναφέρεται ότι η συγκεκριμένη έκταση αποτελεί τμήμα του ανήκοντος στη Μονή, "κειμένου δε εν τω κατά τον … κτήματι της Μονής, τω γνωριζομένω υπό την επωνυμίαν ...", πλην όμως, λόγω ακυρότητας της δωρεάς, ως μη γενομένης με συμβολαιογραφικό έγγραφο, το 1895, η Μονή άσκησε κατά του Ελληνικού Δημοσίου την από 15.06.1895 αγωγή διεκδίκησης της κυριότητας της ως άνω έκτασης των 1.337,325 στρεμμάτων.
Η αγωγή αυτή, μετά την έκδοση της 7550/1895 προδικαστικής απόφασης του Πρωτοδικείου Αθηνών, έγινε δεκτή με την 4033/1897 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και, αναγνωριζόμενης της Μονής κυρίας της επίδικης έκτασης, διατάχθηκε η εγκατάσταση αυτής στη νομή της, με την αντίστοιχη αποβολή του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς και η απόδοση των εξαχθέντων καρπών από την κοινοποίηση της αγωγής μέχρι εγκατάστασης της ενάγουσας, κατά την αγοραία αξία τους, υποχρεώνοντας το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο σε λογοδοσία, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της.
Με το …87/19.03.1912 συμβιβαστικό και κατάργηση δίκης ενώπιον του Συμβολαιογράφου Α. Γ., οι ως άνω - διάδικοι, αφενός το Ελληνικό Δημόσιο και αφετέρου η Ιερά Μονή ….., νομίμως εκπροσωπούμενοι, ανέφεραν και συνομολόγησαν τα εξής : "Η Ιερά Μονή … ήγειρε κατά του Δημοσίου την από 15 Ιουνίου 1895 αγωγή της ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών, δι' ης ητήσατο όπως 1ον) αναγνωρισθή κυρία και εγκατασταθή εν τη νομή τμήματος του ανήκοντος αυτή κατά πλήρη κυριότητα και νομήν μεγάλου κτήματος "...", αποτελουμένου εξ εκτάσεως στρεμμάτων 1337 και μέτρων 325, περιέχοντος δάσος εκ πευκοδένδρων και γαίας βοσκήσιμους και καλλιεργημένος, κειμένου κατά το ανατολικό μέρος του όλου κτήματος και συνορεύοντος ανατολικώς προς θάλασσαν και γύρωθεν προς υπόλοιπον κτήμα, καταληφθέντος δε υπό του Δημοσίου κατά Φεβρουάριο 1884, λόγω δωρεάς γενομένης προς τούτο υπό της Ιεράς Μονής … προς ίδρυσιν λωβοκομείου, 2ον) Όπως καταβληθώσι αυτώ δραχμαί 11.000 δια καθαρόν εισόδημα του κτήματος από της καταλήψεως τούτου υπό του Δημοσίου μέχρις εγέρσεως της αγωγής μέχρι εγκαταστάσεως και δραχμαί 1000 ετησίως από της εγέρσεως της αγωγής μέχρι εγκαταστάσεως της Μονής εν τω κτήματι.
Επί της αγωγής αυτής εξεδόθη η υπ' αριθμόν 7550 (1895) απόφασις του Πρωτοδικείου Αθηνών, υποχρεώσασα την Μονήν …. εις αποδείξεις περί της νομής και κυριότητος του όλου κτήματος "..." και περί της υπό του Δημοσίου καταλήψεως του διεκδικούμενου τμήματος αυτού, ως επίσης και περί των ετησίων εισοδημάτων του διεκδικούμενου κτήματος, αποδεξαμένης δια του αιτιολογικού της την βάσιν του Δημοσίου, λόγω της προς αυτό δωρεάς της Μονής ..., όντος νομέως καλής πίστεως, η υποχρέωσις του προς απόδοσιν των καρπών ανάγεται εις τον από της αγωγής και επέκεινα χρόνον.
Διεξαχθεισών δε των αποδείξεων, εξεδόθη η υπ' αριθμόν 4033 (1897) απόφασις του Πρωτοδικείου Αθηνών, ήτις, αποδεξαμένη την αγωγήν της Μονής ... εν μέρει, ανεγνώρισε την νομήν και κυριότητα της επί του όλου κτήματος "..." και διέταξε την επί του καταληφθέντος υπό του Δημοσίου τμήματος τούτου εγκατάστασιν της Μονής ..., υποχρέωσε δε το Δημόσιον, όπως λογοδοτήσει δια τους καρπούς του κτήματος.
Επιδοθείσης τω Δημοσίω της αποφάσεως ταύτης τη 25 Φεβρουάριου 1898, επήλθε τελεσιδικία δια τα οριστικώς υπό ταύτης κριθέντα, εγκατέστη δε η Μονή ... εν τω επιδίκω κτήματι τη 3η Μαΐου 1898. Μη λογοδοτήσαντος όμως του Δημοσίου, επεδόθη τούτω η από 8 Απριλίου 1898 κλήσις, εφ' ης εξεδόθη η υπ' αριθμόν 9321 (1899) ερήμην του Δημοσίου απόφασις, και επί τη από 12 Φεβρουάριου 1900 κατ' αυτής ανακοπή του Δημοσίου, η υπ' αριθμόν 3810 (1905) απόφασις του Πρωτοδικείου Αθηνών, επιβαλούσα τη Μονή ...
αποδείξεις ότι το Δημόσιον κατέσχε και εκαρπούτο τον επίδικον αγρόν, από της αγωγής μέχρι της 3ης Μαΐου 1898, ότε εγκατέστη εν τη νομή τούτου η Μονή .... Κατόπιν της αποφάσείος ταύτης επί τη από 17 Φεβρουάριου 1903 αιτήσει της Μονής ..., εξεδόθη η υπ' αριθμόν 1168 (1903) απόφασις του Πρωτοδικείου Αθηνών, ορίσασα ως Εισηγητήν επί των αποδείξεων, τον Ειρηνοδίκην Μαραθώνος, επί δε τη από 9 Μαΐου 1905 αιτήσει της Μονής ..., εξεδόθη η υπ' αριθμόν 3308 (1905) απόφασις του Πρωτοδικείου Αθηνών, παρατείνασα την προς απόδειξιν προθεσμίαν και επί τη από 18 Απριλίου 1908 αιτήσει της Μονής ...
εξεδόθη η υπ' αριθμόν 3334 (1908) απόφασις του Πρωτοδικείου Αθηνών, παρατείνασα την προς απόδειξιν προθεσμίαν επίσης, μεθ' ας, συνεπεία της υπ' αριθμόν 134 τη 11 Ιουνίου 1910 Πράξεως του Ειρηνοδίκη Μαραθώνος, εγένετο τη 29 Ιουνίου 1910, έναρξις διεξαγωγής αποδείξεως επί του θέματος της υπ' αριθμόν 3810 (1900) αποφάσεως του Πρωτοδικείου Αθηνών.
Ήδη, τα ως άνω συμβαλλόμενα μέρη συνωδά και την εν αντιγράφω επισυναπτομένη ώδε από 6 (έξι) Ιουλίου 1910, γνωμοδοτήσει του Νομικού Συμβουλίου, ως και τη επισυναπτόμενη ωσαύτως εν αντιγράφω ώδε υπ' αριθμόν 2124/216 από 16 Νοεμβρίου 1910 εγκρίσει του Διοικητικού Συμβουλίου του Γενικού Εκκλησιαστικού Ταμείου προς το Ηγουμενοσυμβούλιον της Ιεράς Μονής ..., καταργούσι την ως είρηται δίκη ν μεταξύ του Δημοσίου και της Ιερός Μονής ... "Η Κοίμησις της Θεοτόκου" υφισταμένην εκκρεμή συμβιβαστικώς, παραιτούμενης της Ιερός Μονής ...
της μνησθείσης από 15 Ιουνίου 1895 ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών απευθυνόμενης αγωγής της και των δικαιωμάτων αυτής συνεπεία της υπ' αριθμ. 9321 έτους 1899 ερήμην αποφάσεως του Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς τα αιτούμενα εισοδήματα εκ δραχμών δύο χιλιάδων οκτακοσίων τριάκοντα τριών και 30% (2.833,30) και συμψηφιζομένων εκατέρωθεν των γενομένων δικαστικών και εν γένει δαπανών.
Ταύτα συνομολογησάντων και συμπαραδεξαμένων των συμβαλλομένων, συνετάγη κατ' αίτησίν των το παρόν όπερ αναγνωσθέν.,.υπεγράφη παρά πάντων...". Να σημειωθεί ότι το Ελληνικό Δημόσιο, κατά τη δίκη εκείνη, δεν προέβαλε δικαίωμα κυριότητας επί του ευρύτερου αυτού κτήματος, με το από 17.11/01.12.1836 β.δ/γμα ή το από 15.12.1833 β.δ/γμα, (που αφορούσε τους βοσκοτόπους) ή με την ιδιότητα του διαδόχου του Οθωμανικού Δημοσίου, δυνάμει του Πρωτοκόλλου του Λονδίνου της 06/07.07.1830 και της Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης του 1832 ή βάσει δικαιώματος πολέμου, ως εγκαταλειφθέν από άγνωστο Οθωμανό.
Στη συνέχεια, το έτος 1900 η Μονή ... άσκησε την από 20.08.1900 αγωγή ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών για προστασία της νομής της επί του περιγραφόμενου κτήματος "..." κατά του Α. Σ., ο οποίος, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, από την αρχή Ιανουαρίου μέχρι το Μάιο του 1900 είχε υλοτομήσει 100.000 πεύκα, διαταράσσοντας την ανεπίληπτη και ήσυχη διακατοχή της επί του συγκεκριμένου κτήματος της.
Η αγωγή αυτή έγινε δεκτή με την 471/1903 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να πάψει στο εξής "διαταράσσων την διανοία κυρίου κατοχήν της εναγούσης Μονής" επί του περιγραφόμενου στην αγωγή και στο ιστορικό της κτήματος. Ομοίως, η Ιερά Μονή ... με την από 19.07.1902 αγωγή ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυριζόμενη ότι κατέχει με διάνοια κυρίας και καλή πίστη, από την ίδρυσή της το έτος 1560, το κείμενο στην περιφέρεια του Δήμου ...
κτήμα, καλούμενο "... και Νταού ...", συνορευόμενο ανατολικά με θάλασσα, δυτικά με το κτήμα της Μονής ..., καλούμενο "…. ...", βόρεια με κτήμα της Μονής ….. και νότια με κτήμα του Α. Σ., περιέχον γαίες καλλιεργήσιμες και μη, ελαιώνες και δάση από πεύκα, πρίνους, κουμαριές και λοιπά δένδρα, πλην όμως το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο από τον Οκτώβριο του έτους 1901 και τον Μάρτιο του έτους 1902, με τους ανθρώπους του και ιδίως τον Π.
Βενετσάνο, στους οποίους χορήγησε άδειες υλοτομίας, αυθαιρέτως, παρανόμως και χωρίς δικαίωμα, έκοψε με πέλεκα από το συγκεκριμένο δάσος περισσότερες από 100.000 αγριελιές, ηλικίας 10 έως 100 ετών, διαταράσσοντας, με τον τρόπο αυτό, την ήσυχη και ανεπίληπτη διακατοχή της επί του εν λόγω κτήματος, και ζημιώνοντας αυτή κατά 20.000 δραχμές, ζήτησε να υποχρεωθεί το Δημόσιο να πάψει τη διατάραξή της επί του ανωτέρω κτήματος διακατοχής της, με απειλή χρηματικής ποινής 10.000 δραχμών, καθώς και να υποχρεωθεί να πληρώσει σε αυτή (Μονή), λόγω αποζημίωσης, 20.000 δραχμές εντόκως από την αγωγή μέχρι εξόφλησης, πλέον τόκων και εξόδων.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 7597/1907 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο, αφού έκρινε ότι από τα προσκομιζόμενα στοιχεία αποδεικνύεται πλήρως η επί του επιδίκου ανεπίληπτη νομή της ενάγουσας Μονής και, παράλληλα, πιθανολογείται η γενόμενη από το Δημόσιο διατάραξη, δεχόμενο εν μέρει αυτή, υποχρέωσε το Δημόσιο να πάψει τη διατάραξη της διακατοχής της ενάγουσας Μονής επί του περιγραφόμενου στην αγωγή κτήματος, με απειλή χρηματικής ποινής 10.000 δραχμών, διατάσσοντας τις οριζόμενες αποδείξεις της γενόμενης ζημίας για το περί αποζημίωσης αίτημα της αγωγής.
Ακολούθως, με το από 25.01.1933 π.δ/γμα, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ τ.Α' 39/14.02.1933, "περί διαχωρισμού της ακίνητης περιουσίας της Ιεράς Μονής ... - Αρχιεπισκοπής Αθηνών", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 8 του ν.4684/1930, όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με τους ν.5141/1931 και 5256/1931 και κωδικοποιήθηκε με το Π.Δ. 14/22.04.1931, κατόπιν πρότασης του επί της Παιδείας και Θρησκευμάτων Υπουργού, ορίστηκε "διατηρητέα μεν περιουσία παραμένουσα εις την διαχείρισιν της Ιεράς Μονής ..., ως απαραίτητος προς χρήσιν αυτής", πλην άλλων, τμήμα του δάσους "..." και ως εκποιητέα, μεταξύ άλλων, το υπόλοιπο τμήμα του ίδιου δάσους, κατά σχεδιάγραμμα, αναγνωρίζοντας έτσι η Πολιτεία με τη νομοθετική αυθεντία της την κυριότητα της Ιεράς Μονής Κοιμήσεως Θεοτόκου ..., επί του ευρύτερου αυτού κτήματος με την ονομασία ...' και αποδίδοντας σ' αυτήν τίτλους εκ του νόμου, αφού όπως εκτίθεται στη νομική σκέψη της παρούσας, τέτοιους αποτελούν τα διαχωριστικά της μοναστηριακής περιουσίας σε διατηρητέα και εκποιητέα Διατάγματα, καθώς προϋποθέτουν τη διαπίστωση της περιουσίας αυτής.
Στη συνέχεια, με τις 33/1972 (ΦΕΚ 153/29.07.1972) και 35/1972 (ΦΕΚ 114/12.08.1972) Κανονιστικές Διατάξεις της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, που επέχουν ισχύ νόμου κατ' εξουσιοδότηση του Ν.Δ. 126/1969 (τότε ισχύοντος Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος), μεταφέρθηκαν από την εκποιητέα στη διατηρητέα περιουσία της Ιεράς Μονής αντιστοίχους, τμήμα 237 στρεμμάτων μεταξύ του 28ου και του 30ου χλμ της οδού ….
και έκταση 31.250 μ2 στη θέση "…" του μεγάλου κτήματος "...". Μάλιστα, η διατηρητέα αυτή περιουσία της Ιεράς Μονής Κοιμήσεως Θεοτόκου ... επί του …. Όρους αποτυπώνεται στον από 03.06.1960 διαχειριστικό χάρτη (κλίμακας 1:20.000) του δασολόγου δασάρχη Σ. Τ., που θεωρήθηκε στις 09.06.1960 από τον Δασάρχη …, ενώ προηγουμένως η διατηρητέα περιουσία της ως άνω Ιεράς Μονής είχε αποτυπωθεί, χωρισμένη σε 18 περιοχές (μεταξύ των οποίων και η περιοχή "…"), στον από 06.06.1938 διαχειριστικό χάρτη του δασολόγου Κ.Δ., ο οποίος εγκρίθηκε με την ….155/1938 διαταγή του Υπουργού Γεωργίας, με μικρή διόρθωση στη βόρεια πλευρά του, ενώ διαπιστώθηκε η ακρίβεια της περιγραφής και με βάση αυτόν τον διαχειριστικό χάρτη, εκδόθηκε από τον πολιτικό μηχανικό Γ.Μ.
ο από 18.09.1984 χάρτης της ιδιοκτησίας της εν λόγω Ιεράς Μονής επί του ….. Όρους. Συνεχίζοντας η Πολιτεία να αναγνωρίζει την κυριότητα της Ιεράς Μονής Κοιμήσεως της Θεοτόκου ... επί της mo πάνω ευρύτερης έκτασης, εξέδωσε τα κάτωθι έγγραφα: α) το 1….93/30.02.1941 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών του Υπουργείου Γεωργίας προς την Υπηρεσία Κρατικών Υποτροφιών, σύμφωνα με το οποίο "το δάσος … ανήκει στην Ιεράν Μονήν ...", αναφερομένης σε αυτό ως "δασοκτήμονος" και β) τις με αριθμούς πρωτοκόλλου 1…636/10.01.1942 και ….82/12.04.1944 αποφάσεις του Υπουργού Γεωργίας περί επίταξης και άρσης της γενομένης επίταξης μη δημόσιου δάσους Ιεράς Μονής ...
αντίστοιχα, ρητά αναγράφεται ότι το δάσος ... ανήκει στην ιδιοκτησία της Ιεράς Μονής ... "υπό την επωνυμίαν ...". Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι διατηρητέα έκταση που περιλαμβάνεται σ1 εκείνη των 31.250 μ2 στη θέση "…." έχει επίσης αναγνωρισθεί "ως ιδιοκτησία δασικού χαρακτήρα, ανήκουσα στην κυριότητα, νομή και κατοχή της Ιερός Μονής με την ….794/1974/03.07.1985 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, που εκδόθηκε βάσει των διατάξεων του Α.Ν. 1539/1938 'περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων' και του άρθρου 8 του ν.998/1979 'περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας', κατόπιν της ομόφωνης 4/3/08.03.1985 γνωμοδότησης του Αναθεωρητικού Συμβουλίου Ιδιοκτησίας Δασών (ΑΣΙΔ), ενώ η ίδια έκταση είχε και προηγουμένως αναγνωρισθεί ως ιδιωτική έκταση με την 5…58/3922/04.06.1975 απόφαση του ίδιου Υπουργού Γεωργίας, κατόπιν της ….2/5/23.04.1975 γνωμοδότησης του Συμβουλίου Ιδιοκτησίας Δημοσίων Δασών, έτσι ώστε είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου.
Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί, ότι το εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο έχει επανειλημμένα χορηγήσει τις απαραίτητες άδειες για εκποιήσεις εδαφικών τμημάτων της μεγαλύτερης αυτής έκτασης προς ιδιώτες, χωρίς να προβάλλει οποιαδήποτε αντίρρηση , αλλά και οι μεταγενέστερες αποφάσεις του ίδιου Υπουργού με αριθμούς Ε/43064/1954, Ε/11836/1960, Ε/37054/1960 με τις οποίες χορηγήθηκε η άδεια για την εκποίηση διαφόρων αγροτικών εκτάσεων του μεγάλου κτήματος ..., καθώς και η 211583/2843/1965 άδεια πωλήσεως δασικής έκτασης της Διεύθυνσης Δασών.
Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι το Ελληνικό Δημόσιο έχει επανειλημμένα προβεί σε αναγκαστική απαλλοτρίωση λόγω 'ρυμοτομίας, διάφορων τμημάτων του ως άνω μείζονος κτήματος "...", τις οποίες επώλησε η Ιερά Μονή Κοιμήσεως (Θεοτόκου ..., αναγνωρίζοντας, έτσι την κυριότητα ιδιωτών στις ρυμοτομούμενες εκτάσεις και τη μη δασική μορφή των τελευταίων (Ail 975/2008, ΕΦ.
Αθ. 1064/2012, 2164/2012 προσκομιζόμενες). Ενόψει των εκτεθέντων, η προσθέτως παρεμβαίνουσα υπέρ του ενάγοντος Ιερά Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου ..., η οποία υφίσταται από το έτος 1560, κατέστη κυρία του μείζονος κτήματος '...', στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο, με χρησικτησία (έκτακτη, κατά το προγενέστερο δίκαιο) και ήδη την 11.09.1915, ως νεμόμενη μέχρι τότε αυτό συνεχώς και αδιαλείπτως, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της τριακονταετίας αλλά και πέραν της ημερομηνίας αυτής, με διάνοια κυρίου, ασκώντας τις προσιδιάζουσες στο χαρακτήρα και στη μορφολογία κάθε τμήματος του διακατοχικές πράξεις, όπως έχει άλλωστε κριθεί μεταξύ άλλων και με την 6120/2009 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία κατέστη αμετάκλητη με την 1433/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου και με την 5797/2009 απόφαση του παρόντος επίσης Δικαστηρίου που κατέστη αμετάκλητη (βλ.
το από 14-1-2013 πιστοποιητικό του Εφετείου Αθηνών) καθώς και με την 3193/2001 αμετάκλητη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία αφορούσε ακίνητο 4000 τ.μ, στην ίδια με το επίδικο περιοχή του "….", του Δήμου …. και εκδόθηκε κατόπιν αγωγής των Μ. χήρας Γ. Σ. κλπ κατά του Ελληνικού Δημοσίου και την οποία το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο αποδέχθηκε χωρίς να ασκήσει κατά αυτής αναίρεση, "...ως ορθή και νόμιμα αιτιολογημένη, διότι όπως ανέλεγκτα έκανε "δεκτό το Εφετείο η επίδικη έκταση, αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης εκτάσεως, για την οποία έχει ήδη κριθεί και με άλλες δικαστικές αποφάσεις, ότι δεν ανήκει στο Δημόσιο αλλά στην απώτερη δικαιοπάροχο των εναγουσών ΙΜ ..." (βλ.
το από 8-4-2002 Πρακτικό Συνεδρίασης της Τριμελούς Επιτροπής άρθρων 4,5 και 6 του Π.Δ/τος 282/1996 του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους - Γραφείο Νομικού Συμβούλου Υπουργείου Γεωργίας). Με τα δεδομένα αυτά, το γεγονός ότι η Ιερά Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου ... δεν τήρησε την προβλεπόμενη στο άρθρο 3 του β.δ/τος της 17/29.11.1836 διαδικασία υποβολής των νόμιμων τίτλων ιδιοκτησίας της, στην επί των Οικονομικών Γραμματεία προς αναγνώριση, εντός της οριζόμενης ετήσιας προθεσμίας από τη δημοσίευσή του (ΦΕΚ 69/01.12. 1836), δεν ασκεί έννομη επιρροή στην προκειμένη περίπτωση, διότι, μετά την παράλειψή της αυτή, που είχε σαν συνέπεια τα δασικά τμήματα του εν λόγω μείζονος κτήματος να θεωρούνται ως αδιαφιλονίκητα εθνικά, παραμένοντας στην κατοχή της, εξακολούθησε να νέμεται αυτά, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι την 11.09.1915, οπότε, κατά τα εκτεθέντα, απέκτησε την επ' αυτών κυριότητα, όπως και της υπόλοιπης μείζονος έκτασης του συγκεκριμένου κτήματος, δεδομένου ότι η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία ήταν επιτρεπτή και επί δασών (δημοσίων γαιών), με τις αναφερόμενες στη νομική σκέψη της παρούσας προϋποθέσεις, που αποδείχθηκαν.
Κατά συνεπεία, στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχουν πλέον εφαρμογή για τα δασικά τμήματα της μείζονος έκτασης οι διατάξεις των κατά καιρούς ισχυσάντων και πάντως μετά την 11.09.1915 δασικών κωδίκων, σύμφωνα με τις οποίες το δημόσιο θεωρείται νομέας στα δημόσια γενικά δάση, έστω και αν δεν έχει ενεργήσει πράξεις νομής και ότι δεν μπορεί να ασκηθεί νομή με εκχέρσωση, υλοτομία, σπορά η άλλη πράξη σύμφωνα με όσα στην υπό στοιχ.
II μείζονα σκέψη αναφέρονται. Ειδικότερα δε ως προς το επίδικο η προσθέτως παρεμβαίνουσα ενεργούσε τις προαναφερόμενες πράξεις νομής, με την περιφρούρηση αυτού με φύλακες, με την καλλιέργεια της καλλιεργήσιμης έκτασης και την υλοτομία και ρητινοσυλλογή των πεύκων που υπήρχαν σ' αυτή καθώς και δια της εκμισθώσεως ή παραχωρήσεως της χρήσεως σε τρίτους προς εκμετάλλευση (καλλιέργεια κλπ), με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής αυτού δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου.
Εξάλλου, τις ως άνω διακατοχικές πράξεις και πράξεις νομής επί του επιδίκου ακινήτου εξακολούθησε να ασκεί συνεχώς η Ιερά Μονή ..., με την πεποίθηση ότι ήταν κυρία μέχρι το έτος 1975, που μεταβίβασε την πιο πάνω έκταση στον ενάγοντα και τον αδελφό του, αφού προηγουμένως εξασφάλισε τις σχετικές άδειες του Υπουργού Γεωργίας και της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι το επίδικο από του έτους 1953 το κατέλαβε ο πατέρας του ενάγοντος όπως και εν συνέχεια ο ενάγων και ο αδελφός του, χωρίς όμως ποτέ αυτοί να αμφισβητήσουν την κυριότητα της προσθέτως παρεμβαίνουσας Ιεράς Μονής, δεδομένου μάλιστα σύμφωνα και με όσα στην υπό στοιχ.
ΙΙ μείζονα σκέψη αναφέρονται ότι η ακίνητη περιουσία των Ιερών Μονών είναι ανεπίδεκτη χρησικτησίας, αλλά και χωρίς ποτέ μέχρι τότε να αμφισβητηθεί η ήδη διαμορφωθείσα πραγματική κατάσταση από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο ουδεμία διακατοχική πράξη έχει ασκήσει επί της έκτασης αυτής, αντίθετα δε, θεωρώντας αυτή ως ιδιωτική, αντιμετώπιζε και αναγνώριζε ρητά ή σιωπηρά την Ιερά Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου ...
ως ιδιοκτήτρια, εγκρίνοντας μάλιστα τη μεταβίβαση του επιδίκου στον ενάγοντα και τον αδελφό του. Από του έτους δε 1975 που το επίδικο μεταβιβάστηκε με το προαναφερόμενο συμβόλαιο στον ενάγοντα και τον αδελφό του, αυτοί ενέμοντο το επίδικο με διάνοια κυρίου καλή τη πίστει δηλαδή χωρίς βαριά αμέλεια και έχοντας την πεποίθηση ότι απέκτησαν κυριότητα επί του επιδίκου με βάση τους mo πάνω τίτλους.
Συγκεκριμένα αυτοί το περιέφραξαν, το επέβλεπαν, το καλλιεργούσαν με διάφορα οπωροφόρα δέντρα, με συκιές αμυγδαλιές, με αμπέλους, χωρίς ποτέ το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να αμφισβητήσει την κυριότητα τους, μέχρι την υποβολή εκ μέρους του της υπ' αριθ. ….35/16-9-2002 δήλωσης και της …86/13-1-2003 ένστασης στο αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο, όπως αναφέρεται παραπάνω.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την από 6- 4-1977 έκθεση της επιτροπής της παρ.5 του άρθρουί του Ν. 127/1975 της Νομαρχίας Αττικής, προσδιορίστηκε η αξία του επιδίκου οικοπέδου, δυνάμει της οποίας έγινε έγγραφη στον βεβαιωτικό κατάλογο ΦΟΡΟΥ ΑΚΑΛΥΠΤΩΝ ΧΩΡΩΝ οικ. έτους 1977, της Νομαρχίας Αττικής κοινότητας … δυνάμει του 17/1979 φύλλου ελέγχου φόρου μεταβίβασης του επιδίκου ακινήτου ο Οικ.
Έφορος Κεφαλαίου Ανατ. Αττικής, καταλόγισε ποσά κύριου και πρόσθετου φόρου για την εν λόγω μεταβίβαση, κατά του οποίου ο ενάγων και ο αδελφός του προσέφυγαν ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου με καθού το Ελληνικό Δημόσιο, δυνάμει της 966/1980 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση στο επίδικο ακίνητο, δυνάμει της 2281/1-4-2005 βεβαίωσης μη οφειλής ΤΑΓΤ του Δήμου ...
βεβαιώνεται από τον ως άνω Δήμο ότι δεν οφείλεται φόρος για το επίδικο. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι στην επικαλούμενη από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο με ημερομηνία 9/6/2011 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Δ. Δ., που διορίστηκε με την 900/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στα πλαίσια άλλης δίκης (μεταξύ του Ε.
Θ. του Δ. και του Ελληνικού Δημοσίου), αναφέρεται ότι "Το υπ' αριθ. δ μετόχι ... μεταξύ των περιγραφών των δύο κωδίκων φαίνεται να αυξάνει πιθανώς το εμβαδόν του και εί^αι μετόχι, δηλαδή κτήμα της Μονής, το οποίο και βρίσκεται εκτός της Μονής ... και ως εκ τούτου αποτελεί χωριστή ιδιοκτησία... Μεταξύ των μετοχιών πιθανολογούμε εξ' αρχής μη ύπαρξη γειτνίασης λόγω της ετυμολογίας της λέξης μετόχι, λόγω απουσίας περιγραφής όμορης ιδιοκτησίας και από την αναφορά "πέριξ του μοναστηριού τα Μετόχια" της συνοπτικής περιγραφής της περιφέρειας του μοναστηριού", διατυπώνεται πιθανότητα, ως προς τη τοποθεσία του προαναφερομένου κτήματος, χωρίς όμως να συνάγεται βεβαιότητα δυνατή να ανατρέψει ή να κλονίσει τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά που" αποδείχθηκαν.
Η αποδοχή δε της άποψης του παραπάνω πραγματογνώμονα από τις 2403 και 2408/2014 αποφάσεις του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών που επικαλείται το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, δεν είναι δυνατόν σε καμία περίπτωση να οδηγήσουν σε διάφορη κρίση, του παρόντος Δικαστηρίου. Επομένως, οι ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου ότι αυτό κατέλαβε και δήμευσε το επίδικο αγροτεμάχιο κατά τη διάρκεια του αγώνα της Ανεξαρτησίας, ως ανήκον στο Τουρκικό Δημόσιο ή σε Οθωμανούς ή εγκαταλείφθηκε απ' αυτούς, δυνάμει της από 09.07.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των από 03.02, 04/16.06, 19.06/01.07.1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, άλλως ότι περιήλθε στην κυριότητά του ως δασικό τμήμα κατά τις διατάξεις του β.δ/τος της 17/29.11.1836, άλλως ως λιβάδι ή βοσκότοπος κατά το άρθρο 1 του β.δ/τος της 03/15.12.1833, άλλως, με τακτική, άλλως, έκτακτη χρησικτησία, ως νεμόμενο αυτό από τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι σήμερα, άλλως, ως αδέσποτο κατά τις διατάξεις του από 10.07.1837 β.δ/τος έχοντος ισχύ νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων", ότι η επίδικη έκταση περιήλθε στο Δημόσιο με τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία, ότι το "..." δεν εντοπίζεται στο κτήμα με τις προαναφερόμενες διαστάσεις και ότι δεν έγιναν πράξεις νομής από την Ιερά Μονή ...
είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την ένδικη αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου και αναγνώρισε ότι αυτός κατά το χρόνο έναρξης του κτηματολογίου στο Δήμο ….. (2-7-2006) ήταν συγκύριος κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου των 2.795 τμ που απέκτησε με παράγωγο τρόπο (κατόπιν αγοραπωλησίας κατά το άνω ποσοστό, του υπόλοιπου περιελθόντος στον αδελφό του, με συμβόλαιο του 1975 που μεταγράφηκε νόμιμα από αληθινό κύριο, ήτοι την Ιερά Κοινοβιακή Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου ..., που είχε καταστεί κυρία με έκτακτη χρησικτησία υπό τους όρους του προισχύσαντος ΒΡΔ, που είχε συμπληρωθεί έως την 11-9-1915), και διέταξε τη διόρθωση της πρώτης εγγραφής στα βιβλία του κτηματολογικού γραφείου …..
στο Δήμο …..ως προς το ακίνητο αυτό ώστε να καταχωριστεί ο ενάγων ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος κατά το παραπάνω ποσοστό εξ αδιαιρέτου αντί του φερομένου ως κυρίου Ελληνικού Δημοσίου, απορρίπτοντας τις προαναφερόμενες ενστάσεις του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου- εναγομένου, αφού δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει, ως ουσιαστικά βάσιμες τις εφέσεις τόσο του πρώτου αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος, όσο και της δεύτερης αναιρεσίβλητης και προσθέτως παρεμβαίνουσας υπέρ αυτού στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δικαιοπαρόχου του ως άνω, Ιεράς Μονής ..., κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε απορρίψει την αγωγή στο σύνολο της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, όπως και την πρόσθετη παρέμβαση και ακολούθως εξαφάνισε την απόφαση κατά τα παραπάνω κεφάλαιά της και δίκασε την αγωγή αυτή και την πρόσθετη παρέμβαση.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης , αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις , σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες , που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο , ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου από την προαναφερόμενη άμεση δικαιοπάροχο του ενάγοντος Ιερά Μονή ...
με έκτακτη χρησικτησία, η οποία μάλιστα είχε συμπληρωθεί την 11-9-1915, και ειδικότερα ως προς τη διενέργεια πράξεων νομής επί τριακονταετία κατά τις διατάξεις του ΒΡΔ, και την καλή πίστη στο πρόσωπο αυτής κατά τη διενέργεια των πράξεων. Τούτο , αφού δέχθηκε, ως προς τις πράξεις νομής, ότι από το 1578 που ιδρύθηκε και αγόρασε το μεγαλύτερο κτήμα ονομαζόμενο "..." ή "...", έκτασης πολλών στρεμμάτων, που περιελάμβανε δάση, και δασότοπους, αλλά και βοσκήσιμες και καλλιεργούμενες εκτάσεις, στο οποίο περιλαμβανόταν και το επίδικο, από έναν \Οθωμανό από την Κάρυστο , ονομαζόμενο Κ., με τίτλους που καταστράφηκαν, το εξουσίαζε έκτοτε μέχρι την 11-9-1915 αλλά και πέραν της ημερομηνίας αυτής ως κυρία, και διενεργούσε πράξεις νομής προσιδιάζουσες στο χαρακτήρα και τη μορφολογία κάθε τμήματος ήτοι επέβλεπε με τα αρμόδια όργανα της και προστάτευε αυτό από επεμβάσεις και διεκδικήσεις τρίτων, φρόντιζε για τη φύλαξή του με την πρόσληψη φυλάκων, δημοπρατούσε την υλοτομία των δένδρων του, συνέλεγε τη ρητίνη από τα πεύκα ή εκμίσθωνε το δικαίωμα ρητινοσυλλογής σε τρίτους, ενώ εκμεταλλευόταν τις βοσκήσιμες και καλλιεργήσιμες εκτάσεις του, όπως το επίδικο, εκμισθώνοντας αυτές σε βοσκούς ή καλλιεργητές αντίστοιχα, και μεταβίβαζε κατά κυριότητα τμήματα αυτού σε τρίτους, μετά τη χορήγηση αδειών εκποίησης κλπ από το Ελληνικό Δημόσιο.
Ως προς δε το επίδικο επίσης δέχθηκε ειδικότερα, ότι ενεργούσε τις προαναφερόμενες πράξεις νομής με την περιφρούρηση αυτού με φύλακες, με την καλλιέργεια της καλλιεργήσιμης έκτασης και την υλοτομία και ρυτινοσυλλογή των ευρισκομένων σε αυτό πεύκων, καθώς και διά της εκμισθώσεως ή παραχωρήσεως της χρήσεως σε τρίτους προς εκμετάλλευση (καλλιέργεια κλπ).
Αναφορικά δε με την ύπαρξη της καλής πίστης στο πρόσωπο της παραπάνω Ιεράς Μονής κατά την άσκηση των πράξεων νομής ,αφού δέχθηκε ότι αυτή νεμόταν το μείζον ακίνητο και το εντός αυτό επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίου και καλή πίστη , δηλαδή έχοντας την εύλογη και ειλικρινή πεποίθηση (μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ -23-2-1946) ότι δεν βλάπτουν δικαιώματα τρίτων και ιδίως του Ελληνικού Δημοσίου, μετά δε την εισαγωγή του ΑΚ, με την πεποίθηση χωρίς βαρειά αμέλεια ότι είχε αποκτήσει την κυριότητα στο μείζον ακίνητο , στο οποίο περιλαμβανόταν και το επίδικο, η δε καλή πίστη δικαιολογείται όχι μόνο από το ότι νεμόταν το μείζον ακίνητο ως περιλαμβανόμενο στην έκταση που αγόρασε χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο καμία πράξη δεν άσκησε στο όλο κτήμα ή μέρος αυτού, αλλά και από το ότι το τελευταίο με πολλές πράξεις του, που προεκτέθηκαν, και ανάγονται σε χρονικό διάστημα τουλάχιστον 30ετίας πριν την 11-9-1915 αναγνώριζε ότι το μείζον κτήμα ανήκε στην κυριότητά της Ιεράς Μονής.
Επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος που περιέχουν αιτιάσεις 1) ο πρώτος λόγος, για ασαφείς αιτιολογίες^αναφορικά με τη διενέργεια πράξεων νομής επί 30ετία κατά τις διατάξεις του ΒΡΔ από τη δικαιοπάροχο του πρώτου αναιρεσιβλήτου κα δη τη δεύτερη αναιρεσίβλητη Ιερά Μονή αλλά και μετέπειτα μέχρι τη μεταβίβαση τον ενάγοντα και τον αδελφό του διότι, κατά την αποψή του, ενώ δέχεται τη διενέργεια από αυτήν των αναφερόμενων παραπάνω πράξεων νομής στο επίδικο, παρά ταύτα δέχεται περαιτέρω "Να σημειωθεί εξάλλου, ότι στο προαναφερόμενο συμβόλαιο μεταβίβασης γίνεται μνεία ότι το πωλούμενο (επίδικο) ακίνητο , δεν αποτελεί δάσος κατά την έννοια του δασικού κώδικα...
αλλά αποτελούσε "αδιαμόρφωτη έκταση" και ήδη κατά τη σύνταξη του συμβολαίου οικοδομήσιμο οικόπεδο", ώστε έτσι κατά το αναιρεσείον δημιουργούνται αμφιβολίες και ασάφειες αναφορικά με την "κρίση του δικαστηρίου περί του αγροτικού χαρακτήρα της επίδικης έκτασης και της διενέργειας των αναφερόμενων πράξεων νομής", 2) ο δεύτερος λόγος για ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες αναφορικά με την ύπαρξη της καλής πίστης στο πρόσωπο της παραπάνω Ιεράς Μονής κατά τη διενέργεια των παραπάνω πράξεων, διότι κατά την άποψή του αναιρεσείοντος, "αφού η προσβαλλόμενη δέχεται ότι απέκτησε η Ιερά Μονή το μείζον κτήμα, στο οποίο περιλαμβάνεται και η επίδικη έκταση από τον παραπάνω Οθωμανό Κ.
με τίτλους που καταστράφηκαν, και δεν αναφέρονται σ' αυτήν και δεν προσκομίστηκαν, παρά ταύτα , χωρίς τίτλους ,δέχθηκε την καλή πίστη ", είναι απαράδεκτοι. Ο πρώτος , είναι απαράδεκτος, προεχόντως διότι ερείδεται σε εσφαλμένη προύπόθεση , αφού με την προσβαλλόμενη, όπως το περιεχόμενο αυτής προεκτέθηκε αναλυτικά, δεν έγινε δεκτό, ούτε αυτή διέλαβε κρίση περί του ότι το επίδικο, όπως και το μείζον κτήμα, είχε χαρακτήρα αμιγώς "αγροτικό".
Ο δεύτερος, είναι απαράδεκτος, προεχόντως, διότι, σύμφωνα με όσα έχουν προεκτεθεί στη μείζονα νομική σκέψη, δεν απαιτείτο ως προύπόθεση της αξιούμενης καλής πίστης για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, ακόμη και επί δημοσίου κτήματος υπό του όρους του ΒΡΔ , η ύπαρξη τίτλου, ταπίου ή άλλου έγκυρου τίτλου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος.
Σε κάθε περίπτωση οι παραπάνω αιτιάσεις ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξων από το δικαστήριο της ουσίας και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού του πορίσματος και δεν υπόκεινται στο έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚπολΔ) καθόσον το πόρισμα που έχει εξαχθεί από τις αποδείξεις και προεκτέθηκε , διατυπώνεται με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 'έως 341 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 14/2005).
Εξάλλου, επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να καθορίζεται ο ισχυρισμός το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα αποδεικτικά αυτά μέσα, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Για τον έλεγχο όμως της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναίρεσης είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η σχετική αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχεί η μη λήψη του από το δικαστήριο της ουσίας .Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτκά μέσα που επικαλέστηκε και προσκόμισε το αναιρεσείον με τις προτάσεις του στη δευτεροβάθμια δίκη, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση για την απόδειξη της ακριβούς θέσης, επιφάνειας και ορίων του κτήματος "...", που δεν εκτείνεται μέχρι τα …, και δεν περιλαμβάνει το επίδικο και, ειδικότερα, ότι δεν έλαβε υπόψη 1) την από 29-3-2006 Τεχνική Εκθεση του δασολόγου Α.
Ρ., που συντάχθηκε στα πλαίσια άλλης δίκης για ακίνητο στην ίδια περιοχή "….", κατά την οποία το κτήμα "..." δεν εκτείνεται μέχρι τα …, αλλά αφορά συγκεκριμένη θέση στη …, 2) το υπ' αρ ….3/1976 έγγραφο του Υπουργείου Γεωργίας, όπου οι κώδικες της Ι.Μ.... δεν αναφέρονται σε δασικές εκτάσεις και βουνά από την … μέχρι τον …..
κόλπο, 3) το από 4- 11-1972 σημείωμα του Γενικού Δ/ντή Δασών και την από 10-7-1972 Έκθεση του προϊσταμένου του Τμήματος Δημοσίων Κτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών που επιβεβαιώνουν ότι στο πδ 25-1-1933 η περιουσία της Μονής καταγράφεται πολύ μικρότερη από τη διεκδικούμενη και 4) την από 7- 5-1980 Έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της δασικής γραφολόγου Χ.Τ.
όπου αναφέρεται ότι ο μεγάλος Κώδικας της I.Μονής, που περιγράφει τα ακίνητα, νοθεύθηκε με εγγραφές μεταγενέστερες. Όπως όμως προκύπτει από την στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ενυπάρχουσα διαβεβαίωση ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νόμιμα με επίκληση από τους διαδίκους προσαχθέντα έγγραφα, μέχρι του πέρατος της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, σε συνδυασμό και προς το σύνολο των αιτιολογιών της, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο κατέληξε στο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα , αφού έλαβε υπόψη του και τα προαναφερόμενα έγγραφα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει μνεία ή χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά και ουδεμία αμφιβολία δημιουργείται για τη συνεκτίμησή τους με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα.
Επομένως, ο πιο πάνω λόγος είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν, για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά.
Ο όρος "πράγματα", στην παρούσα περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, ήτοι, ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι όμως και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει.
Συγκεκριμένα, δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποία από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποία για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 638/2016, ΑΠ 677/2015). Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποία ήταν η ουσιώδης επίδραση του στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 638/2016, ΑΠ 677/2015).
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 638/2016, ΑΠ 677/2015). Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα", κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2148/2007, ΑΠ 356/2002).
Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι αυτή εσφαλμένα δέχθηκε, ως αληθινά, πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς αυτά να έχουν αποδειχθεί και, ειδικότερα δέχθηκε ότι η Ιερά Μονή ... απέκτησε την κυριότητα του επίδικου με έκτακτη χρησικτησία κατά τις διατάξεις του ΒΡΔ με τη διενέργεια πράξεων νομής τουλάχιστον από το έτος 1880 μέχρι την 11-9-1915, χωρίς όμως να παρατίθεται στην προσβαλλόμενη κανένα αποδεικτικό μέσο για την κρίση της αυτή λαμβανομένου υπόψη, ότι τα μισθωτήρια που παρατίθενται αφορούν την περιοχή ….
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στο παραπάνω αποδεικτικό του πόρισμα ύστερα από εκτίμηση όλων των αποδείξεων που προσκομίστηκαν νόμιμα (μάρτυρες , έγγραφα κλπ).
Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον , ως ηττηθείς διάδικος ,στη δικαστική δαπάνη καθενός των αναιρεσιβλήτων, που είχαν χωριστή εκπροσώπηση , κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-4-2016 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 2086/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για τον καθένα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ