Legislator Case Law & Legislation
638/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against administrative court decision regarding evidence consideration and good faith. Appeal rejected for inadmissibility and lack of merit.

Case Number 638/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the municipality's appeal against the Third Instance Court of Evia's decision. The appellant argued the lower court ignored specific documents regarding good faith, but the court found the appeal inadmissible because it challenged the consideration of evidence rather than a procedural defect. The court ruled that the lower court explicitly acknowledged and evaluated all submitted documents, rendering the appellant's claim baseless.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 1 lit. b, c, d, e, g, h, i, k, l, m, n, o, p, q, r, s, t, u, v, w, x, y, z, aa, ab, ac, ad, ae, af, ag, ah, ai, aj, ak, al, am, an, ao, ap, aq, ar, as, at, au, av, aw, ax, ay, az of the Code of Civil Procedure; Art. 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the non-consideration of evidence is inadmissible if the lower court's decision explicitly states that all submitted documents were taken into account and evaluated.

Keywords

AI generated
administrative appeal evidence consideration good faith inadmissible appeal Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 189 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 276 para. 1 of Law 3463/2006
Art. 281 para. 2 of Law 3463/2006
Art. 285 of Law 3852/2010
Art. 22 para. 1 of Law 3693/1957
Art. 72 para. 1 lit. ig and ie of Law 3852/2010

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 638 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 638/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ (ΟΤΑ) με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ … ", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευδοξία Τζοβλά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Μ., κατοίκου ..., 2) Μ. θυγ. Σ. Μ., 3) Δ. χας Ε. Μ., το γένος Π. Χ., κατοίκου ... και 4) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανέστη Μαυρόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι: α) ανακαλεί την από 6-10-2016 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται και β) ο Θ. Μ., αφ’ ενός παρίσταται ατομικά και αφ’ ετέρου, ως υπεισελθών στη θέση της 2ης των αναιρεσιβλήτων Μ. θυγ. Σ. Μ., που, όπως προκύπτει και από την προσβαλλόμενη απόφαση απεβίωσε στις 28-2-2012, ως καθολικός διάδοχος αυτής, η 3η παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανέστη Μαυρόπουλο και το 4ο εκπροσωπήθηκε από τον Παναγιώτη Αθανασούλη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-9-2005 αγωγή των ήδη 1ου και 3ης των αναιρεσιβλήτων και της ήδη αποβιωσάσης Μ. θυγ. Σ. Μ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας και συνεκδικάστηκε με την από 14-2-2006 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος, καθώς και με την από 29-9-2006 κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 112/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 105/2014 του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 29-5-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 22-9-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των 1ου και 3ης των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Για το παραδεκτό της άσκησης της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως και για την πρόσληψη της πληρεξούσιας δικηγόρου του ο αναιρεσείων Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία Δήμος …. προσκομίζει, κατ’ άρθρ. 72 παρ. 1 εδάφ. ιγ και ιε, αντίστοιχα, του ν. 3852/2010, τις 314/26-5-2015 και 494/13-9-2016 αποφάσεις της Οικονομικής Επιτροπής του, καθώς και το .../21-8-2016 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Χαλκίδας Χρυσούλας Καραμιχαήλ (ΑΠ 537/2014, ΑΠ 92/2013, ΑΠ 1472/2009).

Κατά το άρθρ. 62 εδάφ. α’ ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, η οποία ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται κατά το άρθρ. 73 ΚΠολΔ αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για τα φυσικά πρόσωπα με το θάνατό τους (άρθρ. 35 ΑΚ). Εξάλλου, κατά το άρθρ. 313 παρ. 1 εδάφ. δ’ ΚΠολΔ, η απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη που είχε διεξαχθεί κατά ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και αυτό που απεβίωσε, δεν έχει υπόσταση και ρητά χαρακτηρίζεται και αυτή ως ανύπαρκτη. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι διαδικαστική πράξη που ασκήθηκε κατά προσώπου που είχε αποβιώσει πριν από την άσκησή της είναι απαράδεκτη και πρέπει αυτή να ασκηθεί κατά των κληρονόμων του, όπως για την αναίρεση ειδικότερα ορίζει το άρθρ. 558 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε κατά διαδίκου που είχε αποβιώσει κατά την άσκησή της, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 παρ. 2 ΚΠολΔ) για έλλειψη αναγκαίας διαδικαστικής προϋπόθεσης, δηλαδή του ίδιου του υποκειμένου της διαδικαστικής πράξης, εκτός αν ο αναιρεσείων αγνοεί το θάνατο του διαδίκου, οπότε ναι μεν η αναίρεση είναι παραδεκτή, όμως η συζήτησή της είναι απαράδεκτη, αν δεν κλήθηκαν να παραστούν σ’ αυτή ή δεν παρέστησαν αυτοβούλως οι κληρονόμοι του (ΑΠ Ολομ. 27/1987, ΑΠ 34/2015, ΑΠ 735/2014, ΑΠ 467/2014).

Εξάλλου, κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης είναι να υπάρχει στον αναιρεσείοντα έννομο συμφέρον. Το απαιτούμενο αυτό έννομο συμφέρον προκύπτει κυρίως από τη βλάβη που υπέστη ο διάδικος, ο οποίος επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης. Βλάβη του διαδίκου υπάρχει, όταν βλάπτεται (ηττάται).

Τούτο συμβαίνει, όταν απορρίπτονται, ολικά ή μερικά, οι αιτήσεις του ή γίνονται, ολικά ή μερικά, δεκτές έναντι αυτού αιτήσεις του αντιδίκου του. Η βλάβη δηλαδή του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του, ήτοι η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να περιέχει κάποια διάταξη υπέρ του αντιδίκου του αναιρεσείοντος.

Το έννομο συμφέρον κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρ. 68 ΚΠολΔ) και, εφόσον δεν θεμελιώνεται από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης και δεν προκύπτει από το διατακτικό της προσβαλλομένης, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης κρίνεται απαράδεκτος (ΑΠ 294/2015, ΑΠ 1619/2010). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 105/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Εύβοιας που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, αφού συνεκδικάστηκαν τρεις (3) εφέσεις, ήτοι α) η από 13-7-2009 (με αριθμό κατάθεσης ...16-7-2009) έφεση του ήδη τέταρτου αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου κατά των λοιπών, τριών (3) πρώτων, αναιρεσιβλήτων και του αναιρεσείοντος Δήμου ...

β) η από 28-7-2009 (με αριθμό κατάθεσης ...30-7-2009) έφεση της Δ. χήρας Ε. Μ., ήδη τρίτης των αναιρεσιβλήτων, κατά των Ελληνικού Δημοσίου και Δήμου … και γ) η από 15-9-2009 (με αριθμό κατάθεσης ...18-9-2009) έφεση του τελευταίου κατά των αναιρεσιβλήτων, κατά της πρωτόδικης 112/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, με την οποία συνεκδικάστηκαν α) η από 30-9-2005 αγωγή των τριών πρώτων των αναιρεσιβλήτων κατά του Δήμου …, β) η από 14-2-2006 "ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση προς παρέμβαση" του τελευταίου προς το Ελληνικό Δημόσιο και γ) η από 29-9-2006 κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου.

Στη δευτεροβάθμια δίκη, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ο πρώτος αναιρεσίβλητος Θ. Σ. Μ. δήλωσε, δια του πληρεξούσιου δικηγόρου του, ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη Μ. Σ. Μ. απεβίωσε στις 28-2-2012 και ότι ο ίδιος συνεχίζει τη δίκη ως μοναδικός κληρονόμος της, όπως τούτο δεν αμφισβητήθηκε από κανέναν και, έτσι, υπεισήλθε στη θέση της και συνέχισε τη δίκη.

Κατά συνέπεια, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται εναντίον της αποβιώσασας δεύτερης αναιρεσίβλητης, της οποίας το θάνατο γνώριζε ο αναιρεσείων, είναι απαράδεκτη. Τούτο συνεπάγεται αναγκαίως και το απαράδεκτο της συμμετοχής στη δίκη και του φερόμενου ως μοναδικού (από διαθήκη) κληρονόμου της, ήτοι του πρώτου των αναιρεσιβλήτων Θ.

Σ. Μ. που εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Ανέστης Μαυρόπουλος, ο οποίος δήλωσε ότι συνεχίζει τη "βιαίως διακοπείσα" δίκη, σύμφωνα με σχετική δήλωσή του που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου (ΑΠ 1681/2007), χωρίς, όμως, να υπάρχει εκκρεμής δικαστικός αγώνας, αφού ο θάνατος της εν λόγω αναιρεσίβλητης επήλθε πριν από την άσκηση του υπό κρίση ένδικου μέσου και, συνακόλουθα, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 286 επ.

ΚΠολΔ (που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη, κατ’ άρθρ. 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) για διακοπή και επανάληψη της δίκης (ΑΠ 34/2015). Περαιτέρω, η αναίρεση αυτή είναι απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος και κατά το μέρος που στρέφεται κατά του τέταρτου των αναιρεσιβλήτων Ελληνικού Δημοσίου (μεταξύ του οποίου, ως κυρίως παρεμβάντος, και των αρχικών διαδίκων δεν δημιουργείται σχέση ομοδικίας - ΑΠ 1332/2013, ΑΠ 470/2008, ΑΠ 847/2007), αφού η πληττόμενη απόφαση δεν περιέχει, σε σχέση με αυτό, καμία επιβλαβή διάταξη σε βάρος του αναιρεσείοντος και είναι διαφορετικό το γεγονός ότι πρέπει να καλείται, κατ’ άρθρ. 81 παρ. 3 εδάφ.

α’ ΚΠολΔ, στις επόμενες διαδικαστικές πράξεις από τον διάδικο που επισπεύδει τη δίκη, με ποινή το απαράδεκτο της συζήτησης (άρθρ. 110 παρ. 2 και 111 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Κατά τα άρθρα 1-3 του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856) και το μουσουλμανικό δίκαιο που ίσχυε πριν απ’ αυτόν, οι γαίες διακρίνονται στις ακόλουθες πέντε κατηγορίες: α) τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), όπως οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες κ.λπ., των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία για μεταβίβαση, β) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ), όπως τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση κ.λπ., των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), γ) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ), όπως οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες κ.λπ., οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και ε) τις νεκρές γαίες (μεβάτ), όπως τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση κ.λπ., οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο.

Επακολούθησαν τα Πρωτόκολλα του Λονδίνου της 21-1/3-2-1830 "Περί Ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και τα ερμηνευτικά αυτού Πρωτόκολλα της 4/16.6.1830 και της 19-6/1-7-1830, με τα οποία κυρώθηκε η Ανεξαρτησία της Ελλάδος και ρυθμίστηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τις άλλοτε ιδιοκτησίες του Οθωμανικού Δημοσίου και των Οθωμανών στην Ελλάδα, ορίζοντας, σε συνδυασμό με την από 26-6/9-7-1832 Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης "Περί Οριστικού Διακανονισμού των Ορίων της Ελλάδος", ότι το Ελληνικό Δημόσιο αποκτά την κυριότητα στα κτήματα του Οθωμανικού Δημοσίου και των Οθωμανών, τα οποία είχε καταλάβει κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα (έως τις 3.2.1830) και είχε δημεύσει κατά τη διάρκεια του πολέμου, καθώς και σε εκείνα, τα οποία, κατά το χρόνο της υπογραφής των πρωτοκόλλων, είχαν εγκαταλειφθεί από τους άλλοτε κυρίους τους Οθωμανούς, οι οποίοι αποχώρησαν και δεν εξουσιάζονταν πλέον από αυτούς, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου της 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", περιερχόμενα, κατά το άρθρο 16 αυτού, στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ως αδέσποτα.

Με τις ρυθμίσεις αυτές το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των Οθωμανών, αλλά διαδέχθηκε το Τουρκικό Δημόσιο στο σύνολο με τη γενόμενη δήμευση "δικαιώματι πολέμου", ως ειδικού τίτλου, στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία είτε ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο είτε κατέχονταν μόνο από τους Οθωμανούς κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης και ή κατέλαβε κατά τη διάρκεια του πολέμου ή, ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους, δεν κατέχονταν πλέον από αυτούς.

Η διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο Τουρκικό Δημόσιο "δικαιώματι πολέμου" δεν έθιξε τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) και τα δικαιώματα εξουσίασης "τεσσαρούφ", τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημόσιων γαιών σύμφωνα με το οθωμανικό δίκαιο (ΑΠ Ολομ. 1/2013, ΑΠ 31/2016, ΑΠ 368/2015, ΑΠ 1842/2014, ΑΠ 1830/2014, ΑΠ 160/2014), ούτε αφορά τα ακίνητα που κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης και ακολούθως κατέχονταν από Έλληνες ιδιώτες με διάνοια κυρίου, έστω και χωρίς έγκυρο και ισχυρό τίτλο (ταπί, χοτζέτι ή βουγιουρδί - ΑΠ 1354/2014, ΑΠ 52/2014, ΑΠ 1196/2012).

Με βάση την προαναφερόμενη γενική διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου στα δικαιώματα επί των δημόσιων γαιών, αλλά και της απόκτησης κυριότητας επί των γαιών καθαρής ιδιοκτησίας "δικαιώματι πολέμου", θεσπίστηκε μαχητό τεκμήριο κυριότητας υπέρ αυτού, σύμφωνα με το οποίο το Ελληνικό Δημόσιο τεκμαίρεται ότι έχει αποκτήσει δικαίωμα κυριότητας επί των πιο πάνω κτημάτων με πρωτότυπο τρόπο, αρκεί να επικαλεστεί και να αποδείξει, επί μεν των δημόσιων γαιών, ότι αυτές περιήλθαν στην κυριότητά του ως διαδόχου του Οθωμανικού Δημοσίου, επί δε των γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, ότι τις απέκτησε λόγω της κατάληψης ή της δήμευσής τους.

Ο τρόπος όμως αυτός της απόκτησης κυριότητας θα πρέπει να στηρίζεται στη θετική επίκληση και απόδειξη από το Δημόσιο των γεγονότων που τον θεμελιώνουν και όχι στην αρνητική επίκληση της όποιας έλλειψης παρουσιάζουν οι τίτλοι που επικαλείται ο ιδιώτης για τη θεμελίωση της δικής του κυριότητας, διότι από την ύπαρξη μιας τέτοιας έλλειψης δεν τεκμαίρεται η ύπαρξη κυριότητας του Δημοσίου (ΑΠ 368/2015).

Ανάλογο τεκμήριο κυριότητας θέσπιζε και το άρθρο 1 του β.δ. της 3/15-12-1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834" που αφορά όμως τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν, και δεν καθιστά ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσης στο μέλλον τα ακίνητα αυτά (ΑΠ 1919/ 2014, ΑΠ 1810/2009).

Ειδικά, όμως, για τα οθωμανικά κτήματα που βρίσκονται στην Αττική και στην περιοχή της Εύβοιας, δεν μπορεί να γίνει λόγος για περιέλευσή τους στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου με το δικαίωμα του πολέμου, αφού οι περιοχές αυτές δεν κατακτήθηκαν με τα όπλα, αλλά παραχωρήθηκαν στο Ελληνικό Κράτος στις 31-3-1833, με βάση την από 27-6/9-7-1832 Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης και κατόπιν σχετικών συμφωνιών μεταξύ των ελληνικών και των τουρκικών αρχών.

Επομένως, αν πρόκειται για αμφισβητούμενα μεταξύ ιδιωτών και Ελληνικού Δημοσίου ακίνητα που βρίσκονται στην περιφέρεια της νήσου Εύβοιας, το τελευταίο μπορεί να προτείνει δική του κυριότητα, ως διάδοχο του Οθωμανικού Δημοσίου, δυνάμει των παραπάνω πρωτοκόλλων και διεθνούς σύμβασης, όχι, όμως, και δυνάμει κατάληψης αυτών ως πολεμικής λείας, με άσκηση δικαιώματος πολέμου και, στη συνέχεια, δήμευσης (ΑΠ 31/ 2016, ΑΠ 368/2015, ΑΠ 1196/2012).

Εξάλλου, με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του β.δ. της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου στις εκτάσεις που αποτελούν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες, πριν από τον αγώνα για την ανεξαρτησία, κατέχονταν νόμιμα από ιδιώτες και για τις οποίες οι σχετικοί οθωμανικοί τίτλοι "ιδιοκτησίας" θα αναγνωρίζονταν από τη Γραμματεία των Οικονομικών κατόπιν υποβολής τους μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του εν λόγω διατάγματος που είχε ισχύ νόμου.

Προϋπόθεση όμως του τεκμηρίου τούτου είναι η ύπαρξη δάσους κατά το χρόνο ισχύος του διατάγματος. Δάσος, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, θεωρείται κάθε έκταση εδάφους, η οποία καλύπτεται, ολικά ή μερικά, από άγρια ξυλώδη φυτά οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία προορίζονται για την παραγωγή ξυλείας ή άλλων προϊόντων, σύμφωνα με τον ορισμό του δάσους που περιέχεται στη διάταξη του άρθρου 1 του ν.

ΑΧΝ’ /1888 "περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών" και που επαναλήφθηκε από τότε σε όλους τους μεταγενέστερους σχετικούς νόμους, διευρυνόμενος ως προς τον δασικό χαρακτήρα των εδαφών και τις λειτουργίες που επιτελούνται απ’ αυτά, δηλαδή την προσθήκη, πέραν της οικονομικής, και της οικολογικής λειτουργίας τους, και, συγκεκριμένα, στις διατάξεις των άρθρων 57 του ν. 3077/1924 "περί Δασικού Κώδικος", 45 του ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκε, 1 του ν.δ. 86/1969 και 3 παρ. 1 και 2 του ν. 998/1979.

Ειδικότερα, κατά την έννοια των διατάξεων του ν. 998/1979, "ως δάσος νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω ή σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, αποτελούντων ως εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλεπιδράσεως οργανικήν ενότητα και η οποία δύναται να προσφέρη προϊόντα εκ των άνω φυτών εξαγόμενα, ή να συμβάλη εις την διατήρησιν της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας, ή να εξυπηρετήση την διαβίωσιν του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος" (άρθρο 3 παρ. 1) και "ως δασική έκτασις νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, καλυπτομένη υπό αραιάς ή πενιχράς, υψηλής ή θαμνώδους ξυλώδους βλαστήσεως, οιασδήποτε διαπλάσεως και δυναμένη να εξυπηρετήση μίαν ή περισσοτέρας των εν τη προηγουμένη παραγράφω λειτουργιών" (άρθρο 3 παρ. 2).

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το δάσος είναι οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό, πάνω στην επιφάνεια του εδάφους, τα οποία, μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα πανίδα και χλωρίδα, αποτελούν, λόγω της μεταξύ τους απόστασης, της αμοιβαίας αλληλεξάρτησης και αλληλεπίδρασής τους, ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασο - βιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές).

Δασική έκταση υπάρχει και όταν η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιή. Κρίσιμη, επομένως, για την έννοια του δάσους και της δασικής έκτασης είναι η οργανική ενότητα της δασικής (δενδρώδους ή θαμνώδους) βλάστησης, η οποία με τη συνύπαρξη της όλης δασογενούς χλωρίδας και πανίδας προσδίδει μόνη σ’ αυτό την ιδιαίτερη ταυτότητα ως δασικού οικοσυστήματος.

Επίσης, από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι στην έννοια του δάσους ή της δασικής έκτασης περιλαμβάνονται και οι εντός αυτών, οποιασδήποτε φύσεως, ασκεπείς εκτάσεις, χορτολιβαδικές ή μη, βραχώδεις εξάρσεις και γενικά ακάλυπτοι χώροι, καθώς και οι πάνω από τα δάση ή τις δασικές εκτάσεις ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες βουνών και οι άβατες κλιτύες αυτών, ενώ δεν ασκεί επιρροή στο πραγματικό γεγονός της δασικής μορφής του ακινήτου το ότι ορισμένα τμήματα αυτού, κατά καιρούς, εμφανίζονται χωρίς δασική βλάστηση (ΑΠ 479/2015, ΑΠ 384/2014).

Περαιτέρω, στα δημόσια κτήματα, μεταξύ των οποίων και τα εθνικά δάση, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν. 6 Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου που έχουν εφαρμογή, κατά το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, για το χρόνο πριν από την έναρξη ισχύος του ΑΚ, δηλαδή μετά από άσκηση νομής πάνω στο δημόσιο κτήμα με καλή πίστη για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" (άρθρο 51 ΕισΝΑΚ) συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που προεκτέθηκαν, και επί των εθνικών δασών, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή επ’ αυτών, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), Βασ. 9 παρ. 1 (50.14), είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, όπως τούτο προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του ν.

ΔΞΗ’ /1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 19-9-1915 μέχρι και της 16ης-5-1926 και αφετέρου του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του αν.ν. 1539/1938 "Περί προστασίας δημοσίων κτημάτων".

Με βάση τις διατάξεις αυτές, οι οποίες διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρο 53 Εισ. Ν.ΑΚ), έχει ανασταλεί κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων αυτού, άρα και η χρησικτησία πάνω σε αυτά (ΑΠ Ολομ. 75/1987, ΑΠ 719/2015, ΑΠ 479/2015, ΑΠ 1919/2014).

Επί της κτήσεως κυριότητας δασικής έκτασης με έκτακτη χρησικτησία, η οποία συμπληρώθηκε μέχρι και τις 11-9-1915, δεν έχουν εφαρμογή και δεν ασκούν νόμιμη επιρροή οι μεταγενέστερες διατάξεις α) του άρθρου 117 του ν. 3077/1924 "περί Δασικού Κώδικος" και του άρθρου 215 του ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν από το άρθρο 37 του αν.ν. 1539/1938 και το άρθρο 16 του αν.ν. 192/1946 και επαναλήφθηκαν στο άρθρο 58 του ν.δ. 86/1969 περί "Δασικού Κώδικος", με τις οποίες ορίζεται ότι στα δημόσια εν γένει δάση θεωρείται νομέας το Δημόσιο, έστω και αν δεν ενήργησε επ’ αυτών καμία πράξη νομής και ότι μόνη η βοσκή σε δημόσιο δάσος δεν θεωρείται ως πράξη νομής ή οιονεί νομής και μόνη η ύπαρξη οποιουδήποτε τίτλου δεν θεωρείται καθ’ εαυτήν διακατοχική πράξη (ΑΠ 479/2015, ΑΠ 384/ 2014, ΑΠ 1810/2009) και β) των άρθρων 2, 4 και 37 του αν.ν. 1539/1938 "Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρ. 53 ΕισΝΑΚ), κατά τις οποίες τα ακίνητα που ανήκουν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου είναι ανεπίδεκτα νομής εκ μέρους τρίτου ή χρησικτησίας (ΑΠ Ολομ. 8/2013, ΑΠ 1919/2014, ΑΠ 1445/2011).

Να σημειωθεί ότι κατά το οθωμανικό δίκαιο οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν σε δάση, που ανήκαν, κατά κανόνα, κατά κυριότητα στο Οθωμανικό Δημόσιο, δικαίωμα εξουσίασης (οιονεί επικαρπίας) με "ταπί", δηλαδή επίσημο τίτλο παραχώρησης, που εξέδιδε υπάλληλος του Οθωμανικού Δημοσίου (ΑΠ 309/2012). Εξάλλου, άσκηση νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση της κυριότητάς του με έκτακτη χρησικτησία αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πάνω σ’ αυτό πράξεις του ενάγοντος, καθώς και των δικαιοπαρόχων του, όπου απαιτείται, προς συμπλήρωση του χρόνου της χρησικτησίας, που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του και είναι δηλωτικές εξουσίασής του με διάνοια κυρίου, δηλαδή με τη θέληση να το έχουν δικό τους, ενώ, όπως συνάγεται από τους ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.3), ν. 25 Πανδ. (24.1), ν. 27 Πανδ. (18.1), ν. 10, 13 παρ. 1, 17, 48 Πανδ. (41.3), ν. 5 Πανδ. (41.7), ν. 3 Πανδ. (41.10), ν. 7 παρ. 6 Πανδ. (41.4), ν. 109 Πανδ. (50.16), καλή πίστη αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση του νομέα, ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ’ ουσίαν το δικαίωμα του κυρίου (ΑΠ 1198/2014, ΑΠ 1196/2012, ΑΠ 309/2012).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ανέλεγκτα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στον απώτερο δικαιοπάροχο των εναγόντων Χ.

Γ. είχε περιέλθει, με το από 1-7-1836 και 25 της Σ. Τ. ... συμβόλαιο (χοτζέτι) παρά των κληρονόμων (τέκνων και εγγονών) του αρχικού ιδιοκτήτη Μ. Ε., ήτοι των τέκνων του Α. και Χ. και του εγγονού του Μ. Ε. από το θανόντα γιο του Μουσταφά, των εγγονών του Χ., Γ. και Α. από το θανόντα γιο του Γ., έκταση που βρίσκεται στη θέση "..." έξω από την πόλη της Χαλκίδας της Εύβοιας και περιγράφεται "από τα άκρα του όρους όθεν εξάγωνται οι πέτρες...

του όρους ... από τας άκρας της θάλασσας της περικυκλούσης τα άκρα του όρους όθεν εξάγωνται οι πέτρες". Το χοτζέτι συντάχθηκε ενώπιον του δικαστικού τοποτηρητή και επιτρόπου Α. Φ. και επικυρώθηκε την 1η Ιουλίου 1836 από τον Μ. Σ. της Οθωμανικής θρησκευτικής αρχής (Ιερό Δικαστήριο). Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αρχή της σκέψης αυτής, τα ακίνητα της Εύβοιας, τα οποία δεν ανήκαν στη κατηγορία των δημόσιων οθωμανικών γαιών και δεν εξουσιάζονταν πριν από την Επανάσταση από το Σουλτάνο, αλλά κατέχονταν από Οθωμανούς ιδιώτες, εξακολούθησαν και μετά τα περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτόκολλα του Λονδίνου και την από 3-7-1832 Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης να ανήκουν στους μέχρι τότε Οθωμανούς ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι είχαν το δικαίωμα να μεταβιβάσουν τα ακίνητα τα οποία παρέμεναν στην ιδιοκτησία τους, εντός ορισμένης προθεσμίας.

Το γεγονός ότι μετά από την έκδοση του ΒΔ της 17ης/29ης. 11.1836 "Περί ιδιωτικών δασών" δεν προσκομίστηκαν στη Γραμματεία των Οικονομικών εντός της ενιαυσίας προθεσμίας, οι οθωμανικοί τίτλοι ιδιοκτησίας ή νόμιμης εξουσίασης από το δικαιοπάροχο των εναγόντων Χ. Γ., δεν δημιουργεί τεκμήριο υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, εφόσον δεν επρόκειτο για μεταβίβαση δασικής έκτασης, όπως αναλυτικά θα αναφερθεί παρακάτω.

Το ακίνητο αυτό (κτήμα ...), κείμενο, όπως προαναφέρθηκε, κατά την περιφέρεια της πόλης της Χαλκίδας, μεταβίβασε ακολούθως ο Χ. Γ. στη θυγατέρα του Μ. ως προίκα με το ...19.11.1882 συμβόλαιο του τότε Συμβολαιογράφου Καρύστου Μιχ. Μιχαηλίδη, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο … με αριθμό …. Κατά τη διάρκεια του προαναφερθέντος χρονικού διαστήματος από το 1836 και εφεξής, οι πρόγονοι των εναγόντων, έχοντας τη φυσική εξουσία πάνω στο ακίνητο (corpus) και τη βούληση εξουσίασής του με διάνοια κυρίου (animus domini), νέμονταν το ακίνητο αυτό με καλή πίστη, απορρέουσα από την πεποίθηση ότι έχουν νόμιμους τίτλους, με αποτέλεσμα να έχουν καταστεί κύριοι αυτού, αφού, σύμφωνα με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, χωρούσε έκτακτη χρησικτησία ακόμη και σε δημόσια κτήματα, ανεξάρτητα από τη μορφολογία του εδάφους, πριν δε από την 11η-9-1915 είχε συμπληρωθεί η τριακονταετία.

Ειδικότερα, οι απώτατοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων είχαν τη διοίκηση, επιστασία και εκμετάλλευση αυτού, είτε οι ίδιοι, είτε διαμέσου παρένθετων προσώπων, επέβλεπαν και προστάτευαν τούτο από επεμβάσεις και διεκδικήσεις τρίτων με την πρόσληψη φυλάκων για τη φύλαξή του, είχαν την εκμετάλλευση του λατομείου, μίσθωναν τμήματα της ευρύτερης έκτασης σε τρίτους ως βοσκότοπους ή για μελισσοκομία, επιδεικνύοντας την πρόθεση για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση αυτού (ακινήτου), όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας που αναγνωρίζεται στο δικαιούχο αυτής.

Κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα, το Ελληνικό Δημόσιο ούτε επέβλεπε το ως άνω κτήμα, ούτε είχε συνάψει μισθώσεις με τρίτους σχετικά με την εκμετάλλευσή του, δεν απέβαλε, ούτε ενόχλησε με κανένα τρόπο τους κυρίους, αλλά ούτε αποδείχθηκε ότι αμφισβήτησε την κυριότητά τους ή ότι διεξήγαγε δίκες σε βάρος τους.

Ακολούθως, η Μ. χήρα Ν. Δ., το γένος Χ. Γ., με το .../16.6.1921 προικώο συμβόλαιο του τότε Συμβολαιογράφου Χαλκίδας Γ. Αποστολίδη, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ..., συνέστησε και παραχώρησε ως προίκα αδιατίμητη, υπέρ της θυγατέρας της Β. και προς το γαμπρό της Σ. Θ. Μ., μεταξύ άλλων, και το προαναφερόμενο κτήμα, όσης έκτασης και αν ήταν, με όλα τα εντός αυτού λατομεία και λοιπά παραρτήματα και παρακολουθηματα, κείμενο, όπως προαναφέρθηκε, στη θέση "...", και συνορεύον ανατολικά, δυτικά και δυτικό- μεσημβρινά με θάλασσα και προς βορράν με σπηλιές κληρονόμων Ι.

Μ., με κτήμα επιφάνειας 15 στρεμμάτων πωληθέν από την ίδια προικοδότρια στους Γ., Δ., με δύο λωρίδες αγρού, στρεμμάτων δύο, του Κ. Τ. Π., με δρόμο και με ακίνητο χήρας Ε. Σ.. Ενόψει αυτών και του ότι κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι οποίες ίσχυαν μέχρι την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα [ν. 30 Κ (512) Βασ. 117 (19.2) ν.

μον. παρ. 13 Κ (5.13) ν. 13 παρ. 3 Π (23.5) Νεαρ. Λέοντος 20 και Νεαρ. Ιουστιν. 91 κεφ. Α] και οι οποίες, κατά το άρθρο 78 του ΕισΝΑΚ, εφαρμόζονται σε προίκες που είχαν συσταθεί πριν από την ισχύ του ΑΚ, κύριος προικώου αδιατίμητου ακινήτου κατά τη διάρκεια του γάμου είναι ο προικολήπτης σύζυγος, μετά, δε, το θάνατο αυτού η κυριότητα περιέρχεται αυτοδικαίως στην επιζώσα σύζυγο, χάριν της οποίας η προίκα είχε συσταθεί• αν ο προικοδότης δεν είναι κύριος ή το προικοσυμβόλαιο έχει κάποιο άλλο εσωτερικό ελάττωμα που αποκλείει την κτήση της κυριότητας, ο προικοδότης δεν καθίσταται κύριος• σε περίπτωση θανάτου της υπέρ ης η προίκα συζύγου, το αδιατίμητο ακίνητο, από το θάνατό της, αποβάλλει την προικώα ιδιότητά του και εξερχόμενο της κυριότητας του συζύγου προικολήπτη, περιέρχεται στους κληρονόμους της συζύγου ως κληρονομιαία αυτής περιουσία (βλ.

ΑΠ 970/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), η προικοδότρια κατά το χρόνο σύστασης της προίκας είχε καταστεί κυρία του κτήματος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ο δε Σ. Μ., σύζυγος της προικολήπτριας, απέκτησε από κύριο, χωρίς πλέον ο τίτλος να έχει ελάττωμα, νεμόμενος το ακίνητο έως το θάνατό του κατά το έτος 1952, οπότε περιήλθε το κτήμα αυτοδικαίως κατά κυριότητα στην επιζώσα σύζυγό του, Β. - Κ.

Κ. χήρα Σ. Μ., το γένος Ν. και Μ. Δ. Η τελευταία απεβίωσε, χωρίς να αφήσει διαθήκη, την 10η.2.1982 και κατέλιπε ως μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους της τα τρία τέκνα της κατά ποσοστό 1/3, δηλαδή τους δύο πρώτους ενάγοντες και τον Ε. Σ. Μ., ο οποίος απεβίωσε την 28η.6.1999, κατέλιπε την από 10.11.1998 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία με την απόφαση 1848/ 5.11.1999 του Πρωτοδικείου Αθηνών, και εγκατέστησε μοναδική κληρονόμο του, στο ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου της κληρονομιαίας περιουσίας του, την τρίτη ενάγουσα, σύζυγό του.

Τμήμα της επαχθείσας σ’ αυτούς κληρονομιάς αποτελεί το επίδικο ακίνητο, που βρίσκεται στο νότιο Ευβοϊκό, έχει συνολική επιφάνεια 38.167,63 τ.μ. και αποτελείται: α) από έκταση χέρσας γης, επιφάνειας 33.990,73 τ.μ., περιγραφόμενη, στο από Σεπτέμβριο του 2005 τοπογραφικό διάγραμμα του Τοπογράφου Μηχανικού Ι. Ρ., το οποίο είναι προσαρτημένο στην αγωγή, με τα στοιχεία ..., οριζόμενη γύρωθεν με θάλασσα και τμήμα του παλαιού αιγιαλού νότιου Ευβοϊκού, με ιδιοκτησία της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...

Α.Ε." και με συνεχόμενη έκταση ιδιοκτησίας κληρονόμων Β. Κ. Κ. χήρας Σ. Μ. και καθοριζόμενη με κτηματολογικά στοιχεία, όπως εμφαίνονται στα συνημμένα στην αγωγή κτηματογραφικά αποσπάσματα του Εθνικού Κτηματολογίου της Β’ ανάρτησης, με στοιχεία ΚΑΕΚ ..., επιφάνειας 17.992 τ.μ., που ταυτίζεται με έκταση στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα με περιμετρικά στοιχεία ..., ΚΑΕΚ ..., που ταυτίζεται ομοίως με έκταση με περιμετρικά στοιχεία ..., επιφάνειας 5.179,68 τ.μ.

και ..., επιφάνειας 3.663,66 τ.μ. και ΚΑΕΚ ..., επιφάνειας 6.991,76 τ.μ., με στοιχεία ..., β) έκταση χέρσας γης, επιφάνειας 3.591,96 τ.μ., περιγραφόμενη στο ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα με στοιχεία ..., οριζόμενη γύρωθεν με ιδιοκτησία της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε.", με θάλασσα (γραμμή αιγιαλού) νότιου Ευβοϊκού, με συνεχόμενη έκταση ιδιοκτησίας κληρονόμων Β. - Κ.

Κ. χήρας Σ. Μ. και καθοριζόμενη στα κτηματογραφικά αποσπάσματα του Εθνικού Κτηματολογίου της Β’ ανάρτησης με ΚΑΕΚ ... και γ) έκταση χέρσας γης, επιφάνειας 584,94 τ.μ., περιγραφόμενη στο από 24-7-1996 και με αριθμό … κτηματολογικό διάγραμμα της απαλλοτρίωσης, υπό τα στοιχεία ..., συνορευόμενη γύρωθεν με συνεχόμενη έκταση ιδιοκτησίας κληρονόμων Β.

Κ. - Κ. χήρας Σ. Μ., με θάλασσα (γραμμή αιγιαλού) νότιου Ευβοϊκού και με συνεχόμενη έκταση ιδιοκτησίας κληρονόμων Β. - Κ. Κ. χήρας Σ. Μ. και καθοριζόμενη με κτηματολογικά στοιχεία ΚΑΕΚ .... Την κληρονομιά, σε ό,τι αφορά τις ως άνω εκτάσεις, αποδέχθηκαν κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου καθένας από τους δύο πρώτους ενάγοντες με τις πράξεις αποδοχής κληρονομιάς ...12.12.2002 και .../30.12.2002 του Συμβολαιογράφου Χαλκίδας Σωτηρίου Καμινιάρη, οι οποίες μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χαλκίδας στον τόμο ..., αντίστοιχα.

Η τρίτη ενάγουσα αποδέχθηκε την επαχθείσα σ’ αυτή κληρονομιά του συζύγου της κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου όσον αφορά τις με στοιχεία β’ και γ’ εκτάσεις, επιφάνειας 3.591,96 τ.μ. και 584,94 τ.μ. με τη δήλωση αποδοχής κληρονομιάς .../ 2000, την οποία συνέταξε ο Συμβολαιογράφος Χαλανδρίου Αλέξανδρος Καζάζης, σε συνδυασμό με τη διορθωτική δήλωση .../10.12.2002 του Συμβολαιογράφου Χαλκίδας Σωτήριου Καμινιάρη, οι οποίες μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χαλκίδας στους τόμους ...

με αριθμούς ..., αντίστοιχα. Από την προαναφερόμενη με στοιχείο α’ έκταση, επιφάνειας 33.990,73 τ,μ., η τρίτη ενάγουσα αποδέχθηκε, κατά το ίδιο ποσοστό (1/3), την κληρονομιά του συζύγου της, όσον αφορά έκταση, επιφάνειας 20.342,22 τ.μ., περιγραφόμενη στο πιο πάνω αναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα του Τοπογράφου Μηχανικού Ι.

Ρ., με τα στοιχεία ... και οριζόμενη γύρωθεν με θάλασσα (γραμμή αιγιαλού) Νοτίου Ευβοϊκού, επί τεθλασμένης γραμμής μήκους 268 μ., με τα στοιχεία του τοπογραφικού ..., με συνεχόμενη έκταση ιδιοκτησίας κληρονόμων Β. - Κ. Κ. χήρας Σ. Μ., επί τεθλασμένης γραμμής μήκους 175 μ., με τα στοιχεία του τοπογραφικού ..., με ιδιοκτησία της εταιρίας με την επωνυμία "...

Α.Ε." (πρώην ιδιοκτησία Β. - Κ. Κ. χήρας Σ. Μ.), επί γραμμής μήκους 71 μ., με τα στοιχεία του τοπογραφικού 31-39-19 και με άλλη συνεχόμενη έκταση ιδιοκτησίας κληρονόμων Β. - Κ. Κ. χήρας Σ. Μ., με τεθλασμένη γραμμή μήκους 384 μ., με τα στοιχεία του τοπογραφικού ... και καθοριζόμενη με κτηματολογικά στοιχεία, όπως αυτά φαίνονται στα συνημμένα κτηματογραφικά αποσπάσματα του Εθνικού Κτηματολογίου της Β’ ανάρτησης με στοιχεία ΚΑΕΚ (...) και ....

Συνεπώς, απέκτησαν με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή) την κυριότητα οι μεν δύο πρώτοι ενάγοντες των με στοιχεία α’ , β’ και γ’ επίδικων εκτάσεων, η δε τρίτη ενάγουσα των με στοιχεία β’ και γ’ επίδικων ακινήτων, καθώς και του προαναφερόμενου τμήματος, επιφάνειας 20.243.22 τ.μ., της με στοιχεία α’ επίδικης έκτασης.

Περαιτέρω, με την κοινή απόφαση .../10-10-1997 των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, που δημοσιεύθηκε στο με αριθμό 919Δ/22.10.1997 ΦΕΚ, κηρύχθηκε, χαρακτηρισθείσα ως κατεπείγουσα, η αναγκαστική απαλλοτρίωση, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την προσωρινή παράκαμψη Χαλκίδας (τμήμα ... - ...) από Υψηλή Γέφυρα Στενού του Ευρίπου μέχρι ...

με περιπορεία των όρμων Αγίας Μαρίνας - Αγίου Στεφάνου (Νέα χάραξη), έκτασης, συνολικής επιφάνειας 33.007,65 τ.μ., που βρίσκεται στο Νομό Εύβοιας και εικονίζεται υπό κλίμακα 1:500 στα από 24-7-1996 και με αριθμούς σχεδίων ... κτηματολογικά διαγράμματα και στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα της Διεύθυνσης Συγκοινωνιακών Έργων της 2ης Δ.Ε.Κ.Ε., τα οποία έχει συντάξει η "...

Α.Ε." και έχει θεωρήσει ο Διευθυντής της Διεύθυνσης Απαλλοτριώσεων και Τοπογραφήσεων … του πιο πάνω Υπουργείου Κ. Δ., με την υπόμνηση ότι στην έκταση που απαλλοτριώνεται δεν περιλαμβάνονται οι εκτάσεις εκείνες, οι οποίες στα κτηματολογικά στοιχεία φέρονται ότι ανήκουν στο Δημόσιο, ενώ προβάλλουν δικαιώματα κυριότητας:

α) οι υιοί Μ. και β) τα "...". Η συνολική έκταση που απαλλοτριώνεται, επιφάνειας 20.012 τ.μ., εικονίζεται στο από 24.7.1996 κτηματολογικό διάγραμμα με τα στοιχεία ... και στον οικείο κτηματολογικό πίνακα με τον αριθμό 3 της Διεύθυνσης Συγκοινωνιακών Έργων της 2ης…., τα οποία έχει συντάξει η "... Α.Ε." Στην ως άνω απαλλοτριούμενη έκταση περιλαμβάνεται: 1) τμήμα, επιφάνειας 15.835,10 τ.μ., της μείζονος υπό στοιχείο α’ προαναφερόμενης επίδικης έκτασης, επιφάνειας 33.990,73 τ.μ., το οποίο αποτελείται από τρία επιμέρους τμήματα και ειδικότερα:

α) το τμήμα, επιφάνειας 6.991,76 τ.μ., με τα περιμετρικά στοιχεία ..., β) το τμήμα, επιφάνειας 5.179,68 τ.μ., με τα περιμετρικά στοιχεία ... και γ) το τμήμα, επιφάνειας 3.663,66 τ.μ., με τα περιμετρικά στοιχεία ..., 2) το με στοιχείο β’ επίδικο τμήμα, επιφάνειας 3.591,96 τ.μ., με περιμετρικά στοιχεία ... και 3) το με στοιχείο γ’ επίδικο τμήμα, επιφάνειας 584,94 τ.μ., με περιμετρικά στοιχεία ....

Στο πλαίσιο της απαλλοτρίωσης αυτής, εκδόθηκε η απόφαση 254/1998 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, σύμφωνα με την οποία καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης, μεταξύ άλλων, και των εν λόγω εκτάσεων, στο ποσό των 60.000 δραχμών (176 ευρώ). Ακολούθως, οι ενάγοντες, μεταξύ άλλων δικαιούχων, άσκησαν αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, με την οποία ζήτησαν να αναγνωριστούν δικαιούχοι της προσωρινά καθορισθείσας αποζημίωσης του απαλλοτριούμενου τμήματος του μείζονος ακίνητου τους.

Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της εν λόγω αγωγής, το Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίστηκε, προβάλλοντας δικαίωμα ίδιας κυριότητας, ότι η απαλλοτριωθείσα έκταση, συνολικής επιφάνειας 20.012 τ.μ., είναι χορτολιβαδική, κατά τους όρους του άρθρου 3 παρ. 6β’ του Ν. 998/1978, σύμφωνα με τη με αριθμό ...10.4.1980 πράξη χαρακτηρισμού του Δασάρχη Χαλκίδας.

Επιπλέον, ισχυρίστηκε ότι η συγκεκριμένη απαλλοτριωθείσα έκταση κηρύχθηκε αναδασωτέα με την απόφαση .../21.9.1999 του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδος και ότι με την απόφαση .../23.9.1999 παραχωρήθηκε κατά κυριότητα στο Δήμο…, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 36 παρ. 6 του Ν. 998/1979, για τη δημιουργία πάρκου άλσους και χώρων δασικής αναψυχής.

Έτσι, το Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδος, με την απόφασή του 93/2001, απέσχε και δεν αναγνώρισε δικαιούχους της αποζημίωσης, που αναλογεί στο συγκεκριμένο τμήμα της απαλλοτριούμενης έκτασης, τους ενάγοντες. Μετά από αυτά, εκδόθηκαν οι αποφάσεις 2265/2000 και 27/2007 του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική Έδρα Χαλκίδας), σύμφωνα με τις οποίες καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης στο ποσό των 150 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο εδάφους και αναβλήθηκε η έκδοση της οριστικής απόφασης ως προς το αίτημα περί καθορισμού ή όχι ιδιαίτερης αποζημίωσης για τις απομένουσες εκτός απαλλοτρίωσης εδαφικές εκτάσεις.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την από 17-2-2007 τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας αεροφωτογραφιών των ετών 1945 και 1988 του Τοπογράφου Μηχανικού Ι. Ρ., οι επίδικες εκτάσεις είναι άδενδρες, χέρσες και βραχώδεις. Ειδικότερα, εμφανίζονται γεωμορφολογικά απολύτως ομοιογενείς και με χαρακτήρα αποκλειστικά βραχώδη, ασκεπή και άγονο, η οποία είναι κατάλληλη μόνο για περιορισμένη βοσκή.

Στη συνολική εδαφική έκταση δεν εντοπίζονται δέντρα, παρουσιάζονται όμως, αραιά, διάσπαρτοι μικροί θάμνοι και σε ορισμένα σημεία αραιά χαμηλή βλάστηση, που δεν καθιστά δυνατή την παραγωγή δασικών προϊόντων, κατόπιν δασικής εκμετάλλευσης. Οι εδαφικές αυτές εκτάσεις δεν μπορούν, ως εκ της φυσιογνωμίας τους, να θεωρηθούν ως έχουσες ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές), το οποίο μπορεί να συμβάλλει στη διατήρηση της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρετήσει τη διαβίωση του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος και, επομένως, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως δασικές ούτε με τις προϊσχύουσες διατάξεις, σύμφωνα με τη μείζονα νομική σκέψη, αλλά ούτε με εκείνες του Ν. 998/1979, όπως αυτός τροποποιήθηκε από το Ν. 3208/2003.

Οι εδαφικές αυτές εκτάσεις δεν περιβάλλονται, ούτε καν γειτνιάζουν, με δάσος ή με δασική έκταση οποιασδήποτε μορφής, ενώ διακρίνονται δύο χώροι εξόρυξης (λατομεία). Στην αεροφωτογράφιση του έτους 1988 είναι εμφανής η οικονομική δραστηριότητα και η ανοικοδόμηση οικισμών. Στην εναπομένουσα, μη οικοδομηθείσα επιφάνεια, όπου εντοπίζονται και οι επίδικες εκτάσεις, δεν διαπιστώνεται καμία μεταβολή στα γεωμορφολογικά χαρακτηριστικά από το έτος 1945.

Η μη οικοδομηθείσα έκταση παραμένει αποκλειστικά βραχώδης και ασκεπής και δεν εντοπίζονται δέντρα, παρουσιάζονται όμως αραιά διάσπαρτοι μικροί θάμνοι και σε ορισμένα σημεία αραιά χαμηλή βλάστηση, ενώ δεν περιβάλλεται ή γειτνιάζει με δασική έκταση οποιασδήποτε μορφής, αλλά από δομημένα τμήματα της πόλης της Χαλκίδας και τη θάλασσα του νότιου Ευβοϊκού.

Από όλα αυτά, σε συνδυασμό με το από 10.9.1970 έγγραφο του Δασάρχη Χαλκίδας προς τη Γενική Διεύθυνση Δασών του Υπουργείου Γεωργίας, όπου αναφέρεται ότι "η βλάστησις αποτελείται εκ ποών και φρύγανων μόνον, μη υπαρχούσης θαμνώδους ή δενδρώδους βλαστήσεως, γενικώς εμφανίζεται η μορφή των ασβεστολιθικών εκτάσεων με σχεδόν καθ’ ολοκληρίαν εμφάνισιν του ασβεστόλιθου επί της επιφάνειας του εδάφους", αλλά και από τις περιγραφές της ευρύτερης έκτασης, που περικλείει και την επίδικη, σε όλους τους μεταβιβαστικούς τίτλους και ειδικότερα σ’ αυτή (περιγραφή) στο χοτζέτι του 1836, η οποία είναι χαρακτηριστική της γεωμορφολογίας του εδάφους, συνάγεται ότι και πριν από το έτος 1915 και σε βάθος αμνημόνευτων χρόνων, η έκταση αυτή ήταν ασκεπής και βραχώδης και, συνεπώς, μη δεκτική καλλιέργειας και μη δασική.

Αντίθετα, ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Σ. Μ., έως το θάνατό του, και μετέπειτα η σύζυγός του Β., προέβησαν σε πλήθος μεταβιβαστικών πράξεων, που αφορούσαν την κυριότητα μερών της ευρύτερης έκτασης, τμήματα της οποίας είναι οι επίδικες εκτάσεις, με τίτλο κτήσης το προαναφερόμενο .../16.6.1921 συμβόλαιο, τόσο σε ιδιώτες όσο και σε δημόσιους οργανισμούς, καταβάλλοντας φόρο μεταβίβασης στις αρμόδιες υπηρεσίες του Δημοσίου και μεταγράφοντας τα πωλητήρια συμβόλαια, χωρίς ποτέ να εναντιωθεί το κυρίως παρεμβάν Ελληνικό Δημόσιο.

Μάλιστα, το τελευταίο με πολλά δημόσια έγγραφα διάφορων υπηρεσιών του, έχει αναγνωρίσει το ιδιοκτησιακό καθεστώς των επίδικων εκτάσεων, ενισχύοντας έτσι την πεποίθηση των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους, ότι με τις ανωτέρω πράξεις νομής δεν παραβιάζουν δικαιώματα τρίτων και μάλιστα του Δημοσίου.

Ειδικότερα: 1) Στην από 10.9.1970 έκθεση του Δασάρχη … Μ. Δ. προς το Υπουργείο Γεωργίας - Γενική Διεύθυνση Δασών, αναφέρεται ότι η έκταση της εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε." στο κτήμα "..." περιήλθε σε αυτή (ανώνυμη εταιρία) από τον Σ. Μ. και συνορεύει βόρεια, νότια και ανατολικά με έκταση κληρονόμων Μ. και δυτικά βρέχεται με θάλασσα, είναι δε χαρακτηριστική η αναφορά ότι δεν κατέστη δυνατό να βρεθούν μάρτυρες να καταθέσουν υπέρ του Δημοσίου, διότι "άπαντες οι εν Χαλκίδι από του Δημάρχου μέχρι του τελευταίου πολίτου γνωρίζουν ότι το κτήμα ανήκε εις τον Μ.

περιελθόν αυτού εκ προικός" και ακολούθως γνωμοδοτεί υπέρ της αναγνώρισης της έκτασης ως ιδιωτικής. 2) Με την απόφαση 104/1993 του Διοικητικού Πρωτοδικείου Χαλκίδας, η οποία επικυρώθηκε από το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά με τις αποφάσεις του 217 και 218/1996, κρίθηκε, όσον αφορά την αναστολή καταβολής στο Ελληνικό Δημόσιο του αναλογούντος στους κληρονόμους της Κ.

Μ. φόρου κληρονομιάς από την επαχθείσα σ’ αυτούς κληρονομιά της ανωτέρω δικαιοπαρόχου τους, μετά από έκθεση και του προϊστάμενου της ΔΟΥ, ότι δεν υφίσταται αντιδικία μεταξύ των ανωτέρω, αφού δεν προέκυψε ότι η έκταση ανήκει στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου και, συνεπώς, λόγος αναστολής της φορολογικής υποχρέωσης των ανωτέρω δεν συντρέχει. 3) Στην έκθεση κτηματογράφησης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων για την κατασκευή της προσωρινής παράκαμψης της Χαλκίδας, στην οποία έχει συμπράξει και συνυπογράψει η προϊσταμένη της Κτηματικής Υπηρεσίας Εύβοιας, αναφέρεται ότι ύστερα από έρευνα στα βιβλία δημόσιων κτημάτων της υπηρεσίας δεν φέρονται καταγεγραμμένα ως δημόσια κτήματα και στην ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογίου…, δηλαδή την επίδικη, φέρονται ως ιδιοκτήτες οι ενάγοντες. 4) Με το συμβόλαιο .../1954 του Συμβολαιογράφου Χαλκίδας Γ.

Φωτόπουλου, νομίμως μεταγραμμένου, η Κ. Μ. πώλησε τμήμα της μείζονος έκτασης, μετά από χορήγηση σχετικής άδειας δυνάμει της απόφασης .../24-7-1954 του Υπουργείου Γεωργίας, στην οποία γίνεται μνεία της απόφασης …/1953 της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Χαλκίδας, κατά την οποία "το εν τη κτηματική περιοχή του Δήμου … κείμενο τμήμα υπό την επωνυμία "...", συνολικής έκτασης 903 περίπου στρεμμάτων, εκρίθη ότι δεν υπόκειται σε αναγκαστική απαλλοτρίωση", στη συνέχεια δε επέτρεψε στην ιδιοκτήμονα του τμήματος αυτού ακινήτου Κ.

χήρα Σ. Μ. να το πωλήσει ελεύθερα. 5) Με την ...7-8-1985 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων κηρύχθηκε απαλλοτριωτέο, για λόγους δημόσιας ωφέλειας, τμήμα της μείζονος ως άνω έκτασης, περαιτέρω δε με την απόφαση 240/1987 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας δικαιούχοι της καθορισθείσας αποζημίωσης, ως κύριοι της έκτασης αυτής, αναγνωρίστηκαν οι κληρονόμοι της Κ.

Μ., ενώ δυνάμει της ...7283/0010/1-2-1991 κοινής απόφασης των ιδίων ως άνω Υπουργών απαλλοτριώθηκε και άλλο τμήμα της μείζονος προαναφερόμενης έκτασης, δικαιούχοι δε της σχετικής αποζημίωσης, ως κύριοι αυτού, αναγνωρίστηκαν οι κληρονόμοι της Κ. Μ. με την απόφαση 205/1997 του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η κτήση κυριότητας επί της μείζονος έκτασης από τον αρχικό δικαιοπάροχο των εναγόντων Χ.

Γ., δυνάμει έκτακτης χρησικτησίας, αφού, όπως αναφέρεται σ’ αυτή, ασκούσε πράξεις νομής από το έτος 1836, ενώ ως προς τη δήλωση του Ελληνικού Δημοσίου, που για πρώτη φορά (μόλις το έτος 1997) φαίνεται τότε να διεκδικεί δικαιώματα κυριότητας, ότι η επίδικη έκταση ανήκει σ’ αυτό, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι δεν πιθανολογήθηκε δικαίωμα κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου και αναγνώρισε δικαιούχους της αποζημίωσης τους κληρονόμους της Κ.

Μ.. Πρέπει να σημειωθεί ότι στην από 10.11.1986 εισήγηση του Αρεοπαγίτη Σαμουήλ Σαμουήλ προς το Αναθεωρητικό Συμβούλιο Ιδιοκτησίας Δασών και στο με αριθμό … της 1.12.1986 απόσπασμα του ίδιου Συμβουλίου, προκειμένου να κριθεί ως δασική ή ιδιωτική όμορη έκταση των επίδικων, την οποία μεταβίβασαν στην εταιρία με την επωνυμία "...

Α.Ε.", αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι "ο αρχικός δικαιοπάροχος της αιτούσας ανώνυμης εταιρίας Χ. Γ. ενέμετο, με καλή πίστη, τη μεγαλύτερη έκταση με πράξεις βοσκής των ποιμνίων διαφόρων ενοικιαστών του, γιατί από τη σύσταση του εδάφους της δεν προσεφέρετο για άλλη εκμετάλλευση. Έτσι με την καλόπιστη νομή αυτού και των δικαιοδόχων του, που ασκήθηκε με τον ίδιο τρόπο από το 1882 μέχρι του έτους 1915, αποκτήθηκε κυριότητα στην έκταση αυτή με έκτακτη χρησικτησία".

Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι είναι χαρακτηριστικό ότι η μείζων ως άνω έκταση έχει συνδεθεί με την οικογένεια Μ. με τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι γνωστή ως "περιοχή Μ." και με την ονομασία αυτή να καταγράφεται σε συμβόλαια, τοπογραφικά διαγράμματα, κτηματολογικά φύλλα ακινήτων κ.λπ. Ωστόσο, με την από 10.4.1980 και με αριθμό πρωτοκόλλου ...

πράξη χαρακτηρισμού εκτάσεων, ο Δασάρχης Χαλκίδας Α. Κ. χαρακτήρισε ως χορτολιβαδικές εκτάσεις που περιέχονται στο νέο σχέδιο οικιστικής ανάπτυξης της πόλης της Χαλκίδας. Ακολούθως, με την απόφαση με αριθμό πρωτοκόλλου .../21.9.1999 του Διευθυντή Δασών του Νομού Εύβοιας Ν. Α. Λ., αποφασίστηκε να κηρυχθούν αναδασωτέες με σκοπό τη δημιουργία πάρκου - άλσους, που δεν έχει πραγματωθεί, οι εκτάσεις που βρίσκονται στις θέσεις "..." και "… Μ.", επιφάνειας 248,6 και 149 στρεμμάτων, ενώ με την ίδια απόφαση ανακλήθηκε η απόφαση με αριθμό .../1.10.1980 (ΦΕΚ 534/Δ/1980), με την οποία είχε κηρυχθεί ως αναδασωτέα, λόγω πυρκαγιάς, έκταση, επιφάνειας 16 στρεμμάτων, που περιλαμβάνεται στην παραπάνω έκταση στη θέση "Μ.".

Περαιτέρω, με το έγγραφο με αριθμό πρωτοκόλλου .../23.9.1999, ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδος αποφάσισε την παραχώρηση των ως άνω εκτάσεων στον Δήμο …. Η παραχώρηση αυτή ολοκληρώθηκε με την υπογραφή του από 7.6.1999 πρωτοκόλλου παράδοσης - παραλαβής των εκτάσεων, όπως περιγράφονται στα τοπογραφικά διαγράμματα, που συνοδεύουν τη με αριθμό .../23. 9.1999 απόφαση.

Όμως, αν και από τα ανωτέρω έγγραφα δεν προκύπτει ότι και πριν το 1915 και ειδικότερα από το 1836 και εφεξής, οπότε απέκτησαν τη νομή της εν λόγω μείζονος έκτασης οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, η έκταση αυτή είχε χορτολιβαδικό χαρακτήρα, σε κάθε, ωστόσο, περίπτωση, ακόμη κι αν γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του κυρίως παρεμβάντος Ελληνικού Δημοσίου και του εναγόμενου Δήμου … περί χορτολιβαδικού χαρακτήρα της επίδικης έκτασης, ακόμη και πριν το έτος 1915, αυτός δεν καθιστά ανεπίδεκτο νομής και ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον και τα ακίνητα αυτά, αλλά αντιθέτως είναι δυνατή η κτήση κυριότητας επί λιβαδιών του Δημοσίου από τρίτους, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του β.ρ.

δικαίου, όπως ήδη αναφέρθηκε εκτενέστερα παραπάνω, εφόσον ο σχετικός χρόνος είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11η-9-1915, όπως στην υπό κρίση περίπτωση, ενώ με την απόδειξη συμπλήρωσης έκτακτης χρησικτησίας κατά τον ανωτέρω τρόπο επέρχεται ανατροπή του τυχόν τεκμηρίου κυριότητας του Δημοσίου. Ο χορτολιβαδικός χαρακτήρας, συνεπώς, των επίδικων εκτάσεων δεν αναιρεί την ύπαρξη του εμπράγματου δικαιώματος της κυριότητας των εναγόντων επί αυτών, ενώ από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι το Ελληνικό Δημόσιο νεμόταν και κατείχε τις επίδικες εκτάσεις διάνοια κυρίου, έχοντας τη φυσική εξουσίαση αυτών, ούτε αποδείχθηκε ότι κατέστησαν αυτές με οποιονδήποτε τρόπο αδέσποτες, ώστε να περιέλθουν στη συνέχεια στο Δημόσιο.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που με ανάλογες σκέψεις δέχθηκε τα ίδια και στη συνέχεια αφενός μεν δέχθηκε την αγωγή: α) ως προς τους δύο πρώτους ενάγοντες στο σύνολό της, ως προς τα αιτήματα για αναγνώριση της συγκυριότητας αυτών κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου για καθένα από αυτούς στις τρεις επίδικες εκτάσεις και για αναγνώριση αυτών ως δικαιούχων κατά το ίδιο ποσοστό της αποζημίωσης για τις προαναφερόμενες απαλλοτριούμενες εκτάσεις και β) ως προς την τρίτη από τους ενάγοντες ως προς το αίτημα για αναγνώριση της συγκυριότητας αυτής κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στη δεύτερη και στην τρίτη από τις επίδικες εκτάσεις και για αναγνώριση αυτής ως δικαιούχου κατά το ίδιο ποσοστό της αποζημίωσης για τη δεύτερη και την τρίτη από τις απαλλοτριούμενες εκτάσεις, αφετέρου δε απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την κύρια παρέμβαση του Ελληνικού δημοσίου, ορθά εφάρμοσε το νόμο και σωστά εκτίμησε τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν σ’ αυτό και, συνεπώς, οι λόγοι των κρινόμενων από 13-7-2009 και 15-9-2009 εφέσεων του κυρίως παρεμβάντος Ελληνικού Δημοσίου και του εναγομένου Δήμου …, αντίστοιχα, με τους οποίους οι εν λόγω εκκαλούντες υποστηρίζουν ότι εσφαλμένα το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τους ισχυρισμούς τους:

α) ότι οι επίδικες εκτάσεις είχαν ανέκαθεν δασικό χαρακτήρα και ότι, αφού δεν τηρήθηκε η προβλεπομένη από τη διάταξη του άρθρου 3 του ΒΔ της 17/29-11-1836 "Περί ιδιωτικών δασών" ειδική διαδικασία για την αναγνώρισή τους ως ιδιωτικών δασών, τεκμαίρεται ότι είναι δασικές εκτάσεις ανήκουσες στο Δημόσιο, β) ότι αλλιώς οι επίδικες εκτάσεις υπήρξαν ανέκαθεν βοσκότοποι ή λιβάδια, επί των οποίων εξ αυτού του λόγου το ίδιο έχει τεκμήριο κυριότητας, γ) ότι αλλιώς οι επίδικες εκτάσεις καταλήφθηκαν από τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους από αυτό ως αδέσποτες και δ) ότι αλλιώς το Ελληνικό Δημόσιο απέκτησε την κυριότητα στις επίδικες εκτάσεις με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, αφού από τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους επιλήφθηκε της νομής τους, βάσει των συνθηκών και πρωτοκόλλων αναγνώρισης αυτού και εξακολούθησε να την ασκεί μέχρι την συμπλήρωση του νόμιμου χρόνου, είναι ουσιαστικά αβάσιμοι.

Επίσης, απορριπτέοι, ως ουσιαστικά αβάσιμοι είναι οι λόγοι των ίδιων εφέσεων, με τους οποίους οι εν λόγω εκκαλούντες υποστηρίζουν ότι εσφαλμένα το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό τους ότι οι επίδικες εκτάσεις ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο, διότι από τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους καταλήφθηκαν, βάσει πολεμικού δικαιώματος και στη συνέχεια δημεύθηκαν ως ανήκουσες προηγουμένως στο οθωμανικό δημόσιο, αλλιώς σε οθωμανούς ιδιώτες, διότι, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αρχή της σκέψης αυτής, τα ακίνητα της Εύβοιας, τα οποία δεν ανήκουν στη κατηγορία των δημόσιων οθωμανικών γαιών και δεν εξουσιάζονταν πριν από την Επανάσταση από το Σουλτάνο, αλλά κατέχονταν από οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του οθωμανικού δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος Πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 3-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, αλλά εξακολούθησαν και μετά το χρονικό αυτό σημείο να ανήκουν στους μέχρι τότε οθωμανούς ιδιοκτήτες τους, σύμφωνα δε με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου της 3ης Φεβρουαρίου 1830 οι οθωμανοί της Εύβοιας θα αποζημιώνονταν για τα κτήματα που είχαν στην άμεση κυριότητά τους...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι τα επίδικα ακίνητα περιήλθαν στη (συγ)κυριότητα των τριών πρώτων των αναιρεσιβλήτων με παράγωγο τρόπο (κληρονομικές διαδοχές), εν πάση, όμως, περιπτώσει και με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), απορρίπτοντας τις σχετικές ενστάσεις του Ελληνικού Δημοσίου για δική του κυριότητα και, κατόπιν αυτών, αφού απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμες, τις εφέσεις του τελευταίου και του αναιρεσείοντος Δήμου … και δέχθηκε την έφεση της τρίτης αναιρεσίβλητης, εξαφανίζοντας, κατά τούτο, την πρωτόδικη απόφαση (που, κατά τα λοιπά, είχε απορρίψει την κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου και είχε κάνει δεκτή την αγωγή των τριών πρώτων των αναιρεσιβλήτων - ως προς την τρίτη, κατά ένα μέρος), δέχθηκε, τελικά, την ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας των επίδικων ακινήτων αγωγή των πιο πάνω αναιρεσιβλήτων και, συνακόλουθα, τους αναγνώρισε δικαιούχους της αποζημίωσης που αναλογεί στο απαλλοτριούμενο τμήμα της ιδιοκτησίας τους.

Ήδη, ο αναιρεσείων Δήμος ..., με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο δεν ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε ορθά τις προπαρατιθέμενες, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις, καθώς και εκείνες που αναγράφονται στο αναιρετήριο, ενώ έπρεπε να δεχθεί α) αφενός μεν, ότι τα κτήματα που εγκαταλείφθηκαν από τους οθωμανούς ιδιοκτήτες τους αλλά και εκείνα που ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο αποκτήθηκαν, από το Ελληνικό Δημόσιο, "δικαιώματι πολέμου", ανεξάρτητα από το αν καταλήφθηκαν ή όχι κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα από τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις, αφετέρου δε, ότι οι επίδικες εκτάσεις ανήκαν, λόγω των γεωμορφολογικών χαρακτηριστικών τους (βοσκοτόπια), στην κατηγορία των δημόσιων οθωμανικών γαιών (μιριγιέ) και όχι σε αυτή των γαιών καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), β) ότι επί δασικών εκτάσεων απαιτούνταν, για τη μεταβίβασή τους, η έκδοση ταπίου, ενώ το χοτζέτι, που αποτελούσε αναγνωριστικό τίτλο αγοραπωλησίας επί κτημάτων πλήρους ιδιοκτησίας (μούλκια), αναφέρεται σε απόκτηση εμπράγματου δικαιώματος μόνο επί καλλιεργήσιμων εκτάσεων, γ) ότι οι επίδικες εκτάσεις, ως χορτολιβαδικές, σύμφωνα και με τα μνημονευόμενα στην απόφαση έγγραφα (...10-4-1980 τελεσίδικη πράξη χαρακτηρισμού τους ως χορτολιβαδικών του Δασάρχη Χαλκίδας και .../21-9-1999 απόφαση του Διευθυντή Δασών νομού Εύβοιας, με την οποία κηρύχθηκαν αναδασωτέες), διαχειρίζονται ως δασικές από τις αρμόδιες δασικές υπηρεσίες, σύμφωνα με τους σχετικούς νόμους για τα δάση, δ) ότι το Ελληνικό Δημόσιο θεωρείται νομέας των δασικών-χορτολιβαδικών και γενικά των δημόσιων εκτάσεων, έστω και αν δεν ενήργησε σ’ αυτές καμία πράξη νομής και ε) οι αναφερόμενες στην απόφαση διάφορες μεταβιβαστικές πράξεις σε ιδιώτες και δημόσιους οργανισμούς δεν θεωρούνται διακατοχικές πράξεις (νομής), κατ’ άρθρ. 2 παρ. 3 αν.ν. 1539/1938 και 58 παρ. 5 ν.δ. 86/1969.

Από τις αιτιάσεις αυτές, 1) οι υπό στοιχ. α’ , κατά το πρώτο σκέλος τους, είναι αβάσιμες, διότι τα ακίνητα που βρίσκονται στην περιφέρεια της νήσου Εύβοιας δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο "δικαιώματι πολέμου", όπως αναπτύχθηκε στην αρχή της παρούσας σκέψης, 2) οι υπό στοιχ. α’ , κατά το δεύτερο σκέλος τους, β’ , γ’ και δ’ είναι απαράδεκτες, διότι στηρίζονται, με βάση όσα προβάλλονται από τον αναιρεσείοντα, στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι τα επίδικα ακίνητα εντάσσονται στην κατηγορία των δημόσιων γαιών (μιριγιέ) και ότι έχουν δασικό ή χορτολιβαδικό χαρακτήρα, ενώ, όπως έγινε δεκτό με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αυτά δεν έχουν δασικό ή χορτολιβαδικό χαρακτήρα (κατά την κύρια αιτιολογία της προσβαλλομένης) και, γενικά, δεν είναι δημόσια κτήματα, ούτε μνημονεύεται ότι αυτά ανήκουν στην κατηγορία των δημόσιων οθωμανικών γαιών και 3) οι υπό στοιχ.

ε’ είναι, προεχόντως, αλυσιτελείς, διότι η επίμαχη παραδοχή του Εφετείου για το ότι "...ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Σ. Μ., έως το θάνατό του, και μετέπειτα η σύζυγός του Β., προέβησαν σε πλήθος μεταβιβαστικών πράξεων, που αφορούσαν την κυριότητα μερών της ευρύτερης έκτασης, τμήματα της οποίας είναι οι επίδικες εκτάσεις, με τίτλο κτήσης το προαναφερόμενο .../16-6-1921 συμβόλαιο, τόσο σε ιδιώτες όσο και σε δημόσιους οργανισμούς, καταβάλλοντας φόρο μεταβίβασης στις αρμόδιες υπηρεσίες του Δημοσίου και μεταγράφοντας τα πωλητήρια συμβόλαια, χωρίς ποτέ να εναντιωθεί το κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο..." εκ περισσού διατυπώθηκε στην πληττόμενη απόφαση, όχι για να στηρίξει, και μάλιστα αποκλειστικά σε αυτές τις μεταβιβαστικές πράξεις, την κρίση του για κτήση κυριότητας στα επίδικα ακίνητα από τους παραπάνω δικαιοπαρόχους των εναγόντων, η οποία, άλλωστε, είχε ήδη θεμελιωθεί από το έτος 1915 με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας (με την άσκηση πράξεων νομής από τους απώτατους δικαιοπαρόχους των εναγόντων - τριών πρώτων των αναιρεσιβλήτων Χ.

Γ. και Μ. σύζ. Ν. Μ., με βάση τις οποίες, ως αναγκαίες, το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην τελική του κρίση του για την παραδοχή της αγωγής), αλλά για να ενισχύσει απλώς την κρίση του σχετικά με την αναγνώριση, εκ μέρους του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, του ιδιωτικού ιδιοκτησιακού καθεστώτος των επιδίκων και δεν ήταν απαραίτητη για τη στήριξη αυτής.

Κατά συνέπεια, αφού το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως, τις νομικές, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις που παρατέθηκαν στην αρχή της παρούσας, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι απαράδεκτος και αβάσιμος, κατά τις πιο πάνω διακρίσεις. Κατά τη διάταξη του αριθμού 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις.

Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της ίδιας απόφασης και δεν αρκεί η ύπαρξη αντίφασης στο αιτιολογικό της απόφασης αυτής ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού. Ειδικότερα, η αντίφαση στο διατακτικό δημιουργεί τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης όταν προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο (ΑΠ 87/2013).

Αν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό και έχει μορφή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών ιδρύεται ο από τον αριθμό 19 λόγος, ενώ, αν υπάρχει μεταξύ εκείνων που έγιναν δεκτά και του συμπεράσματος (συλλογιστικό άλμα), ιδρύεται ο από τον αριθμό 1 λόγος. Η πλημμέλεια αυτή του δικαστηρίου της ουσίας προτείνεται, πρώτη φορά, στον Άρειο Πάγο, αφού πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (άρθρο 562 παρ. 2 εδάφ.

β’ ΚΠολΔ). Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης και με την επίκληση της διάταξης του αριθμού 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, παραδεκτά, πρώτη φορά, στο παρόν Δικαστήριο, η αιτίαση ότι, ενώ αρχικά δέχεται ότι οι επίδικες εκτάσεις "από αμνημονεύτων ετών" ήταν ασκεπείς και βραχώδεις, μη δεκτικές καλλιέργειες και κατάλληλες μόνο για περιορισμένη βοσκή, δηλαδή, κατά τον αναιρεσείοντα, δέχεται ότι έχουν γεωμορφολογικά χαρακτηριστικά που συνηγορούν υπέρ του χορτολιβαδικού χαρακτήρα τους, ακολούθως, όμως, κρίνει ότι "...δεν προκύπτει ότι πριν το 1915 η έκταση είχε χορτολιβαδικό χαρακτήρα".

Ο λόγος αυτός είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, διότι δεν προσδιορίζεται ποία είναι η αντίφαση που υπάρχει στο διατακτικό της απόφασης, η οποία, και μόνο αυτή, ιδρύει τον παρόντα από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, με την επισήμανση ότι όσα εκθέτει ο αναιρεσείων ανάγονται σε αντιφάσεις και ανεπάρκειες, κατά την άποψή του, του αιτιολογικού της απόφασης.

Όπως έχει προαναφερθεί, άσκηση της νομής επί ακινήτου αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πάνω σ’ αυτό πράξεις, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να εξουσιάζει το πράγμα ως δικό του. Τέτοιες πράξεις είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η περίφραξη, η φύτευση με δένδρα, η καλλιέργεια, η παραχώρηση σε τρίτον με ή χωρίς αντάλλαγμα, η φύλαξη, η οριοθέτηση και καταμέτρηση των διαστάσεών του και, εφόσον πρόκειται για κληρονομιαίο ακίνητο, η αποδοχή της κληρονομίας και η μεταγραφή της, η καταβολή φόρου κληρονομίας κ.λπ.

και, ειδικά, αν πρόκειται για ακίνητα που δεν είναι δεκτικά καλλιέργειας, η απλή επίσκεψη, η επισκόπηση και η επίβλεψή τους αυτοπροσώπως ή με αντιπρόσωπο, χωρίς παράλληλα να απαιτείται, για την πληρότητα της αιτιολογίας της απόφασης, και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας (ΑΠ 847/2013, ΑΠ 92/2013, ΑΠ 991/2012), ούτε ο προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων νομής σε κάθε επίδικο τμήμα της ευρύτερης έκτασης (ΑΠ 556/2012), καθώς και των ονομάτων των αντιπροσώπων του νομέα ή των βοηθών νομής αυτού.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ’ αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι αυτή έχει ανεπαρκείς και ελλιπείς αιτιολογίες στο ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης στα επίδικα ακίνητα κυριότητας από τους απώτατους δικαιοπαρόχους των εναγόντων, δηλαδή τον Χ.

Γ. και τη Μ. Δ., με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, γιατί "...εξ ουδενός στοιχείου προέκυψε, ούτε απεδείχθη άσκηση πράξεων νομής επί των επιδίκων, εντοπιζόμενες σε συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα και διενεργούμενες από συγκεκριμένα πρόσωπα... το Δικαστήριο αρκείται σε επιγραμματική αναφορά αυτών (των πράξεων νομής), χωρίς να προβαίνει σε παραμικρή αναφορά των στοιχείων από τα οποία οδηγήθηκε στην κρίση του, δεδομένου ότι δεν αναφέρεται το όνομα ούτε ενός μισθωτή ούτε έστω μία μαρτυρική κατάθεση από την οποία να προκύπτει η εκμετάλλευση του επιδίκου ως βοσκοτόπου ή η πρόσληψη φυλάκων για την προστασία των επίδικων εκτάσεων...".

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή (ή μη) εφαρμογή των σχετικών, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων που έχουν προπαρατεθεί, τις οποίες το Εφετείο, ούτε εκ πλαγίου, δεν παραβίασε, όσον αφορά το επίμαχο ουσιώδες ζήτημα της κτήσης κυριότητας στα επίδικα από τους απώτατους δικαιοπαρόχους των εναγόντων με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας μέχρι τις 11-9-1915.

Επομένως, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης, δεν ήταν απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας και η περαιτέρω εξειδίκευση των πιο πάνω στοιχείων, λαμβάνοντας υπόψη και το γεγονός ότι επρόκειτο για ενιαία έκταση και ο φυσικός εξουσιασμός των απώτατων δικαιοπαρόχων των εναγόντων και το πνευματικό στοιχείο της νομής επεκτείνονταν σε όλη την έκταση αυτή, μέσα στην οποία βρίσκονται, κατά τις ανέλεγκτες, αναιρετικά, παραδοχές, και τα επίδικα εδαφικά τμήματα.

Οι υπόλοιπες αιτιάσεις του ίδιου λόγου είναι απαράδεκτες, διότι με το πρόσχημα της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλήττεται η, αναιρετικά, ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο (άρθρ. 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει, από 1-1-2002, κατ’ άρθρ. 15 ν. 2943/2001, μετά την τροποποίηση με το άρθρο 17 παρ. 2 ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν, για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά.

Ο όρος "πράγματα", στην παρούσα περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, ήτοι, ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι όμως και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει.

Συγκεκριμένα, δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποία από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποία για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2031/2007, ΑΠ 259/2007). Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποία ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 677/2015).

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ’ αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1304/2012, ΑΠ 292/2011). Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα", κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2148/2007, ΑΠ 356/2002).

Στην κρινόμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι αυτή εσφαλμένα δέχθηκε, ως αληθινά, πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς αυτά να έχουν αποδειχθεί και, ειδικότερα, α) δέχθηκε ότι η ευρύτερη περιοχή, μέσα στην οποία βρίσκονται τα επίδικα, έχει συνδεθεί με το όνομα "Μ." (των εναγόντων), ως ιδιοκτησία της οικογένειας αυτής, χωρίς να μνημονεύονται τα στοιχεία, τα οποία καθιστούν τούτο πασίγνωστο σε τόσο μεγάλο κύκλο προσώπων και β) για τη θεμελίωση της κρίσης για την κυριότητα των εναγόντων στα επίδικα μνημονεύει τις 240/1987 και 205/1997 (από προφανή παραδρομή αναγράφεται στο αναιρετήριο εσφαλμένα το έτος 1987) αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, με τις οποίες οι κληρονόμοι Μ.

αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι της αποζημίωσης, ως κύριοι εδαφικών τμημάτων ευρύτερης, απαλλοτριωμένης αναγκαστικά, έκτασης, πλην όμως οι αποφάσεις αυτές εκδόθηκαν κατά την ειδική διαδικασία των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων για την αναγνώριση δικαιούχων της αποζημίωσης, χωρίς να απαιτείται, όπως στην προκείμενη τακτική διαδικασία, πλήρης απόδειξη.

Ο λόγος αυτός είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στο άρθρο 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ, πλήττεται η, αναιρετικά, ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα), με επαναξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή τους, κατέληξε σε εσφαλμένη για τα πράγματα κρίση.

Εν πάση, όμως, περιπτώσει, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα στο σύνολο των αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα) που προσκομίστηκαν νόμιμα και που μνημονεύονται σ’ αυτή. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 12 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.

Ως αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων, που προβλέπονται από το άρθρο 339 ΚΠολΔ, θεωρείται η προβλεπόμενη από το νόμο για καθένα από αυτά απόλυτη ή σχετική δεσμευτικότητα της κρίσης του δικαστή ως προς την απόδειξη, με το μέσο αυτό, του αποδεικτέου θέματος. Επομένως, μόνο η παράβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ορισμών του νόμου ως προς τη δεσμευτικότητα αυτή, όπως είναι η αναγνώριση αποδεικτικής δύναμης σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερης ή μικρότερης από αυτή που του αποδίδει ο νόμος, ιδρύει τον παρόντα λόγο αναίρεσης.

Έτσι, δεν επιτρέπεται αναίρεση για παραβίαση των άρθρων 438 και 440 ΚΠολΔ, αναφορικά με την αποδεικτική δύναμη των δημόσιων εγγράφων, όταν αυτά δεν λαμβάνονται υπόψη για άμεση απόδειξη, αλλά εκτιμώνται ελεύθερα με τις λοιπές αποδείξεις προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 566/2012). Στην υπόψη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτίαση, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο παραβίασε την αποδεικτική δύναμη της από 10-9-1970 έκθεσης που συντάχθηκε από το Δασάρχη Χαλκίδας, που όμως δεν αποτελεί, κατά τον αναιρετικό αυτόν λόγο, δημόσιο έγγραφο και δεν έχει πλήρη αποδεικτική δύναμη ως προς το γεγονός που αναγράφεται ("βεβαιώνεται") σ’ αυτό ότι "...

άπαντες οι εν Χαλκίδι... γνωρίζουν ότι το κτήμα ανήκε εις τον Μ....". Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και ανεξάρτητα από το αν η επίμαχη έκθεση αποτελεί δημόσιο έγγραφο ή όχι, το Εφετείο έλαβε υπόψη το έγγραφο τούτο προς συναγωγή δικαστικού τεκμηρίου, χωρίς να δεχθεί δεσμευτικότητα από το περιεχόμενό του.

Ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο, δηλαδή, στην ανάγνωση αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι όμως και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, και όχι όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΑΠ Ολομ. 2/2008, ΑΠ 49/2015, ΑΠ 1047/2014).

Τέλος, για την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού, απαιτείται η προσκόμιση από τον αναιρεσείοντα στον Άρειο Πάγο του εγγράφου, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, το περιεχόμενό του, ως προς τη διαπίστωση της βασιμότητας του σφάλματος του δικαστηρίου της ουσίας.

Διαφορετικά, ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος ως αναπόδεικτος (ΑΠ 1277/2015, ΑΠ 100/2015, ΑΠ 840/2015). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον έκτο λόγο της αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της έκθεσης κτηματογράφησης των απαλλοτριωμένων ακινήτων, στην οποία έχει συμπράξει και συνυπογράψει η τότε Προϊσταμένη της Κτηματικής Υπηρεσίας Εύβοιας, σύμφωνα με την οποία τα επίδικα ακίνητα "...δεν φέρονται καταγεγραμμένα ως δημόσια κτήματα", με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο αποδεικτικό αυτό έγγραφο, καθόσον η διαπίστωση της μη καταγραφής κάποιου ακινήτου ως δημόσιου κτήματος (που υπάγεται στην αρμοδιότητα και διαχείριση της Κτηματικής Υπηρεσίας), δεν σημαίνει ότι το ακίνητο αυτό δεν είναι δημόσια έκταση, υπαγόμενη στη διαχείριση άλλης Υπηρεσίας, πλην της Κτηματικής, υποπίπτοντας, έτσι, στην πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, κυρίως ως αναπόδεικτος, διότι ο αναιρεσείων δεν προσκομίζει το πιο πάνω έγγραφο. Εν πάση, όμως, περιπτώσει, 1) σύμφωνα και με όσα προβάλλει ο αναιρεσείων, το Εφετείο δεν υπέπεσε, ως προς το έγγραφο αυτό, σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, επειδή, δήθεν, περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, αλλά απλώς από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, οδηγήθηκε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, οπότε πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο και 2) όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο εν λόγω έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, αλλά προέβη στην εκτίμηση του περιεχομένου του σε συνδυασμό με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν κατέληξε σε εσφαλμένο, κατά τον αναιρεσείοντα, αποδεικτικό πόρισμα.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται, όπως έχει προαναφερθεί, οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κ.λπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1530/2008, ΑΠ 559/2008, ΑΠ 141/ 2006).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1455/2009, ΑΠ 94/2008). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421-425/2009).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ’ του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι’ αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που προσκομίστηκαν με επίκληση δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΑΠ Ολομ. 2/2008, ΑΠ 677/2015, ΑΠ 1456/2014, ΑΠ 161/2013).

Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον έβδομο (και τελευταίο) λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 8 εδάφ. β’ ΚΠολΔ πλημμέλεια, επειδή, κατά τον αναιρεσείοντα, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη "πράγματα" που προτάθηκαν από αυτόν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αναφορικά με την καλή πίστη των εναγόντων και, ιδίως, των δικαιοπαρόχων τους και, ειδικότερα, ότι δεν έλαβε υπόψη του, παρά το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση, τα παραπάνω έγγραφα του Δασάρχη Χαλκίδας και του Διευθυντή Δασών του νομού Εύβοιας, τα οποία, αν πράγματι λάμβανε υπόψη του, θα κατέληγε σε διαφορετικό, υπέρ των απόψεών του, πόρισμα.

Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, καθόσον δεν προσάπτεται πλημμέλεια για μη λήψη υπόψη αυτοτελούς, κατά την προεκτιθέμενη έννοια, ισχυρισμού που προβλήθηκε νομότυπα, αλλά αναφέρεται σε μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων - εγγράφων που προσκομίστηκαν από τον αναιρεσείοντα και, κατ’ ακρίβεια, σε παραγνώριση της αποδεικτικής τους αξίας και, συνεπώς, δεν πρόκειται για "πράγματα", όπως προαναφέρθηκε.

Αλλά και με την εκδοχή ότι πρόκειται για τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ’ του ΚΠολΔ, αυτός είναι αβάσιμος, διότι, από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενο αυτής, στην οποία ρητά αναφέρονται τα εν λόγω έγγραφα (15ο φύλλο - α’ όψη, 17ο φύλλο - β’ όψη, 18ο φύλλο - α’ όψη) και μάλιστα αξιολογούνται, προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, όπως, άλλωστε, και ο ίδιος ο αναιρεσείων παραδέχεται στο αναιρετήριο (στις 20η και 21η σελίδες αυτού).

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων που νικήθηκε στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παριστάμενων πρώτου και τρίτης των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατά τα άρθρα 276 παρ. 1 και 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006, σε συνδυασμό με τα άρθρα 285 ν. 3852/2010 και 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, όπως ορίζεται στο διατακτικό, ενώ δεν γίνεται λόγος για δικαστικά έξοδα ως προς το τέταρτο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, γιατί δεν υποβλήθηκε από αυτό σχετικό αίτημα κατά του αναιρεσείοντος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29 Μαΐου 2015 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης …/2-6-2015 αίτηση του Δήμου … για αναίρεση της 105/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Εύβοιας. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παριστάμενων πρώτου και τρίτης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ