Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of claims due to statute of limitations error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court's decision regarding the statute of limitations for unpaid wages. The lower court incorrectly applied a five-year limitation period to claims that should have been subject to a two-year period starting from the specific date each claim arose. Consequently, the Court found the lower court's reasoning flawed and remanded the case for further proceedings on the disputed period.
Legislator headnote
AI generatedArticle 559, paragraph 10 of the Code of Civil Procedure; Article 90, paragraph 3 of Law 2362/1995: The Supreme Court may overturn a lower court decision if it accepts factual assertions without evidence or misapplies substantive law regarding the statute of limitations, specifically when the limitation period is calculated incorrectly based on the nature of the claim rather than a fixed duration.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 677 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 677/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα, Χρήστο Βρυνιώτη και Γεώργιο Αναστασάκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Του ΟΤΑ Α’ βαθμού με την επωνυμία "Δήμος Δελφών" ο οποίος εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος υπεισήλθε αυτοδικαίως σε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις του Δήμου ...ς, ως καθολικός διάδοχος αυτού, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αναγνωστόπουλο και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Λ. Β. του Δ. και 2. Π. Φ. του Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Ρουπακιώτη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/12/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η απόφαση 2555/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-2-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Αναστασάκος ανέγνωσε την από 6-3-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπετε αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη για τους ισχυρισμούς αυτούς ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, στην απόφασή του από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη για τη βασιμότητά τους.
Ειδικότερα δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 273/2011, 700/2009, 259/2007 ΑΠ 2031/2007). Για να είναι δε ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποια ήταν η ουσιώδης επίδραση αυτού στο διατακτικό της απόφασης, Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν από την απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό πόρισμά του στα αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισαν οι διάδικοι και αναφέρονται σ’ αυτή, άσχετα αν είναι ορθή ή εσφαλμένη η σχετική ουσιαστική κρίση του, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. (ΑΠ 2040/13, ΑΠ 1304/12, ΑΠ 1491/14).
Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από τον αρ. 11 γ’ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη, κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού συλλογισμού του, αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν παραδεκτά και νόρμα και τα οποία ήταν χρήσιμα για άμεση ή έμμεση (με συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων) απόδειξη πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή παραδεκτών και νομίμων πραγματικών ισχυρισμών, που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν για την απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων και ως εκ τούτου, επιδρούν στη διαμόρφωση του διατακτικού τικ απόφασης (ΟλΑΠ 2/2008).
Ο προαναφερόμενος λόγος είναι αβάσιμος, όταν το δικαστήριο της ουσίας βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, έστω και χωρίς να γίνεται σ’ αυτή ειδική μνεία και ξεχωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, εκτός αν, παρά τη σχετική βεβαίωση, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, και ιδίως από τις αιτιολογίες της προκύπτουν αμφιβολίες αν πράγματι συνεκτιμήθηκαν όλα ή ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο σχετικός λόγος αναίρεσης στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων προσδίδει σε κάποιο αποδεικτικό μέσο αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που ο νόμος καθορίζει δεσμευτικά γι’ αυτό.
Τέτοια παραβίαση υπάρχει όταν το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα αποδεικτικά μέσα, στα οποία ο νόμος προσδίδει αυξημένη και δεσμευτική γι’ αυτό αποδεικτική δύναμη, όπως είναι η δικαστική ομολογία και τα έγγραφα για αποδεικτέα γεγονότα που παράγουν πλήρη απόδειξη, και δεν στηρίζουν απλώς δικαστικά τεκμήρια (άρθρα 352, 438 επ.
και 445 ΚΠολΔ), καθώς και όταν αποδίδει αυξημένη αποδεικτική δύναμη στα λοιπά αποδεικτικά μέσα του άρθρου 339 ΚΠολΔ (μάρτυρες, δικαστικά τεκμήρια κλπ.), τα οποία, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, είναι ισοδύναμα μεταξύ τους και εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο. Αντίθετα, ο αναιρετικός λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο αποδίδει απλώς μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική βαρύτητα ή αξιοπιστία σε κάποιο από τα περισσότερα ισοδύναμα, κατά τον νόμο, αποδεικτικά μέσα, που εκτιμώνται ελεύθερα και κυριαρχικά από το δικαστήριο, το οποίο δεν οφείλει να αιτιολογήσει τη σχετική κρίση του (ΑΠ 479/2010, 75/2008, 907/2006).
Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να διαλαμβάνονται σωρευτικά α) το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, η κατά τον νόμο αποδεικτική δύναμή του και η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ’ αυτό από το δικαστήριο, β) το σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την αποδεικτική δύναμη του αποδεικτικού μέσου, γ) ο πραγματικός ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίστηκε το αποδεικτικό μέσο και η επίδραση που αυτός θα ασκούσε στην έκβαση της δίκης, ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί αν είναι ουσιώδης και δ) η μνεία ότι ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και στο δικαστήριο της ουσίας το αποδεικτικό μέσο, για το οποίο υπάρχει παράβαση της αποδεικτικής δύναμής του (ΑΠ 225/2009, 700/2009, 1592/2008).
Εάν στο αναιρετήριο δεν περιέχεται κάποιο από τα προαναφερόμενα στοιχεία, ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, μετά την κατάργηση με τους Ν. 2207/1994 και 2479/1997 της προδικαστικής απόφασης και της εισαγωγής της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ, σε όλες τις υποθέσεις της τακτικής διαδικασίας δεν τίθεται θέμα υποκειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια του προσδιορισμού του διαδίκου, στον οποίο πρέπει να επιβάλει με απόφαση του το δικαστήριο την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού.
Αντίθετα το αντικειμενικό βάρος αποδείξεως, με την έννοια προσδιορισμού του διαδίκου, ο οποίος φέρει τον κίνδυνο της δημιουργούμενης στο δικαστήριο αμφιβολίας για την απόδειξη των θεμελιωτικών της αγωγής ή της ενστάσεως πραγματικών περιστατικών, εξακολουθεί να λειτουργεί, στο οποίο εντοπίζεται και περιορίζεται ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, κατά τους ορισμούς του οποίου ιδρύεται, λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως. (ΑΠ 1374/13, 671/10, 888/10).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο κατά σειρά λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα ότι το αναιρεσείον συνδέεται με τους αναιρεσίβλητους με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, παρέχοντας, μάλιστα, οι τελευταίοι την εργασία τους και κατά τις βραδινές ώρες, αργίες και Κυριακές, χωρίς ν’ αναφέρει τ’ αποδεικτικά μέσα στα οποία στήριξε την περί των πραγμάτων κρίση της.
Στην πλημμέλεια αυτή, κατ’ εκτίμηση του πιο πάνω λόγου, προσήκει μόνο ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ., (και όχι του άρθρου 559 αρ. 11, 12, 13 που προτείνει ο αναιρεσείων) ο οποίος και πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος, δοθέντος ότι στις απολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης γίνεται αναφορά στα αποδεικτικά μέσα τα οποία και αξιολόγησε.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 ν. 2362/1995 " Περί Δημοσίου Πολιτιστικού και Ελέγχου δαπανών του Κράτους" (οι διατάξεις του οποίου καταργήθηκαν με το άρθρο 177 του Ν. 4270/2014) που εφαρμόζεται και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 56 ν.δ. 496/1974, 3 ν.δ. 31/1968, 304 ... 40/1995 και 276 παρ.1 ν. 3463/2006, η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλου του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ’ αυτού που αφορά σε αποδοχές η άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από τη γένεση της, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 91 εδ.α του ιδίου νόμου με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διάταξης του νόμου αυτού η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της .
Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων σαφώς προκύπτει, ότι με την πρώτη απ’ αυτές ρυθμίζεται ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ’ αυτού που αφορούν σε αποδοχές, ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του ή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, και ορίζεται ως χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξίωσης.
Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με την διάταξη του άρθ. 91 εδ.α του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το θέμα της έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του δημοσίου κ.λ.π. από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της, όπως τούτο, σαφώς συνάγεται από την ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων που διατυπώνεται στο άρθρ. 9 εδ.α και επομένως κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2008, Ολ,ΑΠ 29/2006).
Η προβλεπόμενη από την προαναφερθείσα διάταξη του αρθρ. 90 παρ.3 ν. 2362/1995 για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου και των ΟΤΑ βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει κατ" άρθρ. 250 αρ.6 και 17 ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από τον οριζόμενο στο άρθρ. 937 ΑΚ χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων (ΟλΑΠ 3/2006, 23/2004, 11/2003) και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και αντιστοίχων υποχρεώσεων του Δημοσίου και των ΟΤΑ, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι δημότες με την καταβολή φόρων, τελών και λοιπών υπέρ αυτών (ΟΤΑ) επιβαρύνσεων (ΟλΑΠ 38/2005) και συνεπώς η διάταξη αυτή δεν αντίκειται α) στην κατά το άρθρ. 4 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, ούτε στην αποτελούσα ειδικότερη μορφή και εκδήλωση αυτής και καθιερούμενη με το αρθρ. 22 παρ.1 εδ.
β αυτού αρχή της ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας (ΑΕΔ 1/2012) και β) σης διατάξεις του άρθρ.1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης (που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974) που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, στην οποία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρ. 17 του Συντ.
προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή το δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (ΟλΑΠ 40/1998), αφού οι διατάξεις αυτές εμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη της ισχύος τους, ενώ εξάλλου και από τη διάταξη του άρθρ. 1 παρ.2 του ως άνω Πρωτοκόλλου προκύπτει, ότι και αυτό αναγνωρίζει ευθέως το δικαίωμα κάθε Κράτους και θεσπίζει νόμους, εάν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, ευμενές και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνου προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτεθέντα, κα η προστασία της περιουσίας του Δημοσίου και των ΟΤΑ (ΟλΑΠ 2/2011 επί ομοίας διατάξεως του άρθρ. 48 παρ.3 ν.δ. 496/1974 για τα ΝΠΔΔ).
Τέλος, κατά το άρθρο 93 β’ του προϊσχύοντος κατά τα προαναφερόμενα Ν. 2362/1995 η παραγραφή των χρηματικών αξιώσεων κατά του δημοσίου (και συνεπώς και κατά των ΟΤΑ) διακόπτεται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, με την υποβολή στην αρμόδια αρχή αιτήσεως για πληρωμή της απαιτήσεως, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση της αρμόδιας για την πληρωμή της απαίτησης αρχής, αν δε η αρχή δεν απαντήσει, η παραγραφή αρχίζει εκ νέου μετά πάροδο έξι μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αιτήσεως (ΑΠ 581/2014, 430/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση 2555/2010 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι (σχολικοί φύλακες) είχαν διακόψει την παραγραφή των επίδικων αξιώσεών τους κατά του εναγομένου δήμου και αναιρεσείοντος με την από 27-12-2006 αίτησή τους προς τον δήμο (που δεν απάντησε εντός εξαμήνου από την χρονολογία υποβολής της αίτησής τους), η δε υπό κρίση αγωγή επιδόθηκε στις 30-12-2008.
Η ίδια απόφαση επιδίκασε, περαιτέρω, στους αναιρεσίβλητους διαφορές αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 17-9-2004 έως 30-11-2006 (που αντιστοιχούν σε μισθούς, αργίες, επιδόματα, νυκτερινή εργασία κλπ), δεχόμενη ότι οι απαιτήσεις τους υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή, που αρχίζει από το τέλος του κάθε έτους στο οποίο αυτές γεννήθηκαν, ενώ, απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι οι αξιώσεις έχουν παραγραφεί, καθόσον, υπόκεινται σε διετή παραγραφή, που αρχίζει από του χρόνου γενέσεως τους.
Έτσι που έκρινε το δικαστήριο ουσίας παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 90 § 3 του Ν. 2362/1995, τις οποίες δεν εφάρμοσε αν και ήταν εφαρμοστέες στην κρινόμενη υπόθεση, αφού η παραγραφή των ενδίκων απαιτήσεων είναι διετής και αρχίζει, όχι από του τέλους του έτους κατά το οποίο γεννήθηκαν, αλλά, από τη γένεση καθεμιάς απ’ αυτές χωριστά.
Ενώ, ειδικότερα, για το επίδομα Πάσχα αρχίζει στις 30 Απριλίου, για το επίδομα Χριστουγέννων και για τις αποδοχές και επίδομα αδείας αρχίζει στις 31 Δεκεμβρίου του οικείου έτους (άρθρα 10 της ΥΑ 19040/1981, 4 § 1 ΑΝ 539/1945, 3 § 16 Ν. 4504/1966 - ΑΠ ολομ. 40/2002). Με βάση πάντοτε τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως παρεγράφησαν στην προκείμενη περίπτωση, κατ’ αρχήν, οι αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων για το χρονικό διάστημα από 17-9-2004 έως 26-12-2004.
Αντίθετα, δεν παρεγράφησαν οι αξιώσεις τους για το χρονικό διάστημα από 27-12-2004 έως 30-11-2006, αφού, μετά τη διακοπή της παραγραφής, που έγινε, κατά τις αιτιολογίες της, με αίτησή τους, στις 27-12-2006, το εξάμηνο συμπληρώθηκε, κατά νόμο, στις 27-6-2007 και η αγωγή ασκήθηκε στις 30-12-208. Κατόπιν αυτών, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
είναι βάσιμος.
Συνεπώς, πρέπει ν’ αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο περί παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων της χρονικής περιόδου από 17-9-2004 έως 26-12-2004 ενόψει της δυνατότητας προβολής από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους κατά τούτο αντενστάσεως διακοπής της παραγραφής, ως και το κεφάλαιο περί δικαστικών εξόδων και παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που την εξέδωσε.
Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας εκάστου των διαδίκων μερών (Κ.Πολ.Δ. 183, 178 § 1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την απόφαση 2555/2010 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το κεφάλαιο αυτής που αναφέρεται στις διαφορές αποδοχών των αναιρεσιβλήτων της χρονικής περιόδου από 17-9-2004 έως 26-12-2004 και στο αντίστοιχο κεφάλαιο περί δικαστικών εξόδων.
Παραπέμπει κατά τούτο την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση. Και
Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 1 Απριλίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 21 Μαΐου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ