Supreme Court partially allows appeal against car damage compensation, remanding case for new trial on specific issues.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a final judgment regarding car damage compensation and medical expenses. The appellant argued that the lower court exceeded its discretion in awarding damages for moral injury and rejected a future surgery claim as premature. The court found the arguments regarding moral damages valid but deemed the surgery claim inadmissible as it was already ruled upon by the lower court.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 580, 591 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court partially allows an appeal when some grounds are admissible and others are inadmissible, remanding the case for new trial on the admissible grounds while rejecting the inadmissible ones.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 799 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 799/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ζ. Α. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίδημο Δημακαρέα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Π. του Π., κατοίκου ..., 2) εταιρείας με την επωνυμία "Π. Π. και ΣΙΑ ΟΕ", που εδρεύει στη …και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Υ. Α. Α. και Α. Ε.", που εδρεύει στην ….και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Τσούτσο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Κοινοποιουμένη η αναίρεση στην: ΔΟΥ …(ως αρμόδια Οικονομική Εφορία των εναγόντων). Δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-7-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και της Σ. συζ. Π. Α., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 113/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 199/2020 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-11-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 30-11-2020 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 199/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισής του (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος.
Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.
Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (ΑΠ 839/2020, ΑΠ 942/2017, ΑΠ 705/2016). Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ (ΑΠ 309/2019, ΑΠ 1259/2015).
Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 681/2021, ΑΠ 797/2020, ΑΠ 890/2020, ΑΠ 90/2019, ΑΠ 199/2018, ΑΠ 848/2015).
Άλλωστε, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 270/2018).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας, ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1051/2021, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013).
Περαιτέρω, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ελέγχεται αναιρετικά μόνον αν αυτά αφορούν σε ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνων δικαίου (άρθρ. 559 αρ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ.), με την έννοια της εξειδίκευσης αόριστων νομικών εννοιών ή της υπαγωγής σε αυτούς πραγματικών περιστατικών, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει, όταν χρησιμεύουν για την υπό του δικαστηρίου εξακρίβωση της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών και συνδέονται με την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 742/2020, ΑΠ 1030/2015).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης, που εφαρμόσθηκε, ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΑΠ 10/2020, ΑΠ 1225/2017).
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/2017). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 947/2020, ΑΠ 1544/2017, ΑΠ 845/2012).
Το Μονομελές Εφετείο Δωδεκανήσου, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), σχετικά με τα ζητήματα των συνθηκών πρόκλησης του επίδικου τροχαίου ατυχήματος και της υπαιτιότητας των δύο οδηγών που είχαν εμπλοκή σε αυτό, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 26-7-2013 και περί ώρα 08:50 ο πρώτος ενάγων (ήδη αναιρεσείων) οδηγώντας την με αριθμό κυκλοφορίας ...
δίκυκλη μοτοσικλέτα, εργοστασίου κατασκευής ΥΑΜΑΗΑ, τύπου YZF R1, κυλινδρισμού 998 κ.ε., ιδιοκτησίας της δεύτερης ενάγουσας (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη), έβαινε επί της Εθνικής Οδού Ρόδου - Λίνδου, περί το 7ο χιλιόμετρο αυτής, με κατεύθυνση από Ρόδο προς Λίνδο, πλησιάζοντας στη συμβολή της οδού με την επαρχιακή οδό Ρόδου - Κοσκινού.
Η Εθνική Οδός Ρόδου - Λίνδου είναι διπλής κατεύθυνσης με διαχωριστική νησίδα πλάτους ενός μέτρου μεταξύ των δυο ρευμάτων πορείας. Σε κάθε κατεύθυνση η Εθνική Οδός έχει δυο λωρίδες κυκλοφορίας, αλλά πλησίον της συμβολής αυτής με την επαρχιακή οδό Ρόδου - Κοσκινού, το πλάτος του οδοστρώματος της Εθνικής οδού στην κατεύθυνση από Ρόδο προς Λίνδο είναι 9,20 μ, με τρεις λωρίδες κυκλοφορίας, διακεκριμένες με μονή διακεκομμένη γραμμή, από τις οποίες οι πρώτη και δεύτερη από δεξιά λωρίδες φέρουν ένδειξη τόξου για ευθεία πορεία, και η επόμενη τρίτη λωρίδα φέρει ένδειξη τόξου για αριστερή στροφή, προς την επαρχιακή οδό Ρόδου - Κοσκινού.
Στη συμβολή της Εθνικής Οδού Ρόδου - Λίνδου με την επαρχιακή οδό Ρόδου - Κοσκινού η κυκλοφορία ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες και επ' αυτών υπάρχει πινακίδα απαγόρευσης αναστροφής για οχήματα άνω των 5 μέτρων, η δε ανώτατη επιτρεπόμενη ταχύτητα των οχημάτων ορίζεται σε 60 χιλιόμετρα/ώρα με σχετική ρυθμιστική πινακίδα.
Κατά τον άνω χρόνο η κατάσταση του οδοστρώματος ήταν ξηρά, υπήρχε επαρκής φυσικός φωτισμός, η κυκλοφορία ήταν πυκνή και η ορατότητα επί της Εθνικής Οδού δεν περιοριζόταν. Για την είσοδο οχημάτων στα παρόδια από δεξιά καταστήματα υπάρχει παράπλευρα δεξιά της Εθνικής Οδού δίοδος, πλάτους 6,40 μέτρων και για την έξοδο έτερη δίοδος πλησίον της θέσης των φωτεινών σηματοδοτών.
Όμως τα οχήματα που εξέρχονται από τα παρόδια καταστήματα χρησιμοποιούν συνήθως τη δίοδο εισόδου αντί να χρησιμοποιούν τη δίοδο εξόδου. Επειδή στο σημείο αυτό η Εθνική Οδός εμφανίζει μικρή κλίση προς τα δεξιά σχηματίζοντας δεξιόστροφη καμπύλη και παράπλευρα της διόδου εισόδου προς τα παρόδια καταστήματα υπάρχουν ψηλά δένδρα δυσχεραίνεται η ορατότητα των οχημάτων που εξέρχονται από τη δίοδο εισόδου με σκοπό να εισέλθουν στην Εθνική Οδό στο ρεύμα πορείας από Ρόδο προς Λίνδο.
Όμοια για τα οχήματα που κινούνται στο ρεύμα της Εθνικής Οδού με κατεύθυνση από Ρόδο προς Λίνδο περιορίζεται η ορατότητα ως προς τα εξερχόμενα από τα παρόδια καταστήματα που χρησιμοποιούν τη δίοδο εισόδου. Την ίδια άνω ημέρα και ώρα ο πρώτος εναγόμενος (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος) οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΙΧΦ, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Π. Π. και ΣΙΑ ΟΕ" (ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης), ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εναγομένη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία (ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη), βρισκόταν στον χώρο έμπροσθεν των παροδίων καταστημάτων.
Κινήθηκε για να εξέλθει από το χώρο χρησιμοποιώντας τη δίοδο εισόδου με σκοπό να εισέλθει στο ρεύμα πορείας της οδού από Ρόδο προς Λίνδο, να φθάσει κινούμενος διαγώνια στην αριστερή λωρίδα αυτής, προκειμένου εκτελώντας αναστροφή να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα πορείας της Εθνικής Οδού, από Λίνδο προς Ρόδο.
Φθάνοντας στο σημείο που η δίοδος εισόδου συμβάλλει στην Εθνική Οδό, από έλλειψη της προσοχής και επιμέλειας που μπορούσε να καταβάλει, ο πρώτος εναγόμενος δεν διέκοψε την πορεία του οχήματός του στη συμβολή των οδών προκειμένου να ελέγξει προσεκτικά την κυκλοφορία των οχημάτων στην Εθνική Οδό και να βεβαιωθεί ότι η είσοδος του οχήματός του σ' αυτή δεν θα προκαλέσει κίνδυνο ή παρακώλυση των χρηστών της οδού.
Εισήλθε απερίσκεπτα στο οδόστρωμα της Εθνικής οδού, κινήθηκε διαγώνια διασχίζοντας τις δυο πρώτες από δεξιά λωρίδες κυκλοφορίας για να ευθυγραμμιστεί στην τρίτη από δεξιά λωρίδα ενεργώντας ελαφρά δεξιά στροφή. Με την ενέργεια αυτή παρεμβλήθηκε στην πορεία της ως άνω δίκυκλης μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο πρώτος ενάγων και κινούνταν στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας από Ρόδο προς Λίνδο, που πλησίον της συμβολής γίνεται μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας - καθώς η τρίτη από δεξιά κατευθύνεται προς Κοσκινού - με ταχύτητα πολύ μεγαλύτερη της επιτρεπόμενης των 60 χιλιομέτρων ανά ώρα.
Έτσι όταν αντιλήφθηκε ότι το φορτηγό αυτοκίνητο παρεμβλήθηκε στην πορεία του κινούμενο διαγώνια στις πρώτη και δεύτερη από δεξιά λωρίδες κυκλοφορίας, ενήργησε ελιγμό προς τα αριστερά - προς την αριστερή λωρίδα - με σκοπό να αποφύγει το φορτηγό και τροχοπέδησε για να ακινητοποιηθεί η δίκυκλη μοτοσικλέτα, αφήνοντας ίχνη 24 μέτρων στο οδόστρωμα.
Όμως επειδή το φορτηγό συνέχισε στην τρίτη από τα δεξιά λωρίδα (αριστερή) για να ευθυγραμμιστεί με ελαφρά δεξιά στροφή και εξαιτίας της μεγάλης ταχύτητας της μοτοσικλέτας η απόσταση μεταξύ των οχημάτων δεν επαρκούσε και δεν κατέστη δυνατό να αποφευχθεί η σύγκρουση. Το εμπρόσθιο τμήμα της μοτοσικλέτας προσέκρουσε στην οπίσθια αριστερή γωνία του φορτηγού αυτοκινήτου.
Με τη σύγκρουση το τελευταίο ακινητοποιήθηκε, η μοτοσικλέτα ανατράπηκε και σύρθηκε αφήνοντας χαραγές στο οδόστρωμα, ενώ ο οδηγός, ο πρώτος ενάγων, εκτινάχθηκε και έπεσε στο αντίθετο ρεύμα πορείας σε απόσταση 3,5μ περίπου από τη διαχωριστική νησίδα, όπου βρέθηκαν ίχνη αίματος. Με βάση το μήκος των ιχνών τροχοπέδησης και τις λοιπές συνθήκες της οδού (συντελεστή τριβής, χρόνο αντίδρασης κλπ) η ταχύτητα της δίκυκλης μοτοσικλέτας υπολογίζεται τουλάχιστον σε 88, 12 χιλιόμετρα ανά ώρα κατά την έναρξη της τροχοπέδησης, σύμφωνα με τον υπολογισμό του Ν.
Γ., πολιτικού μηχανικού, που προσκομίζει και επικαλείται η τρίτη εναγομένη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία. Ο ίδιος ο πρώτος ενάγων αποδέχεται ότι κινούνταν με ταχύτητα 70 χιλιομέτρων ανά ώρα στην από 12-9-2013 προανακριτική του ένορκη κατάθεση. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι το ατύχημα οφείλεται σε συντρέχουσα υπαιτιότητα αμφοτέρων των οδηγών.
Ο πρώτος εναγόμενος, από έλλειψη της προσοχής και επιμέλειας που όφειλε και από τις περιστάσεις μπορούσε να καταβάλει, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, διότι ενώ εξήλθε από παράπλευρη δίοδο, επιχείρησε να εισέλθει στην Εθνική Οδό, στο ρεύμα πορείας από Ρόδο προς Λίνδο, χωρίς να ακινητοποιήσει το όχημα προκειμένου να ελέγξει προσεκτικά την κίνηση των οχημάτων σ' αυτό το ρεύμα πορείας, όπως είχε υποχρέωση, παραχωρώντας προτεραιότητα στα οχήματα που κινούνταν σ' αυτή, προκειμένου να μην προκαλέσει κίνδυνο ή να παρεμποδίσει την κυκλοφορία τους.
Αυτός εισήλθε απερίσκεπτα στο οδόστρωμα της Εθνικής Οδού από Ρόδο προς Λίνδο, κινήθηκε διαγώνια στις δυο πρώτες από δεξιά λωρίδες κυκλοφορίας και με ελαφρά δεξιά στροφή επιχείρησε να ευθυγραμμίσει το όχημά του στην αριστερή λωρίδα, έχοντας παρεμβληθεί στην πορεία της δίκυκλης μοτοσικλέτας, που προσέκρουσε σ' αυτό.
Η σύγκρουση έγινε στην αριστερή λωρίδα του ρεύματος πορείας από Ρόδο προς Λίνδο της Εθνικής Οδού, πριν ευθυγραμμιστεί πλήρως το φορτηγό όχημα, κατά την κρίση του δικαστηρίου. Τούτο διότι το φορτηγό αυτοκίνητο εξήλθε από τη δίοδο εισόδου, χωρίς να έχει αναπτύξει ταχύτητα, κινήθηκε διαγώνια, καταλαμβάνοντας με το μήκος του οχήματος (4,66μ) την πρώτη από δεξιά και στη συνέχεια τη δεύτερη από δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της Εθνικής Οδού, ώστε παρεμβλήθηκε στην πορεία της δίκυκλης μοτοσικλέτας που έβαινε με μεγάλη ταχύτητα και παρά την τροχοπέδηση προσέκρουσε σ' αυτό, όταν για να ευθυγραμμιστεί στην αριστερή λωρίδα ενήργησε ελαφρά δεξιά στροφή.
Συνυπαίτιος είναι ο πρώτος ενάγων διότι από έλλειψη της προσοχής και επιμέλειας που όφειλε και από τις περιστάσεις μπορούσε να καταβάλει οδηγούσε τη δίκυκλη μοτοσικλέτα με ταχύτητα μεγαλύτερη της επιτρεπόμενης για την περιοχή (60χλμ/ώρα), που δεν εξακριβώθηκε, αλλά ήταν τουλάχιστον 88,12 χιλιόμετρα/ώρα.
Επίσης δεν ασκούσε πλήρη έλεγχο στο όχημά του για να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί έγκαιρα το φορτηγό που εισήλθε διαγώνια στο οδόστρωμα και παρεμβλήθηκε στην πορεία της δίκυκλης μοτοσικλέτας, ώστε παρότι ο πρώτος ενάγων ενήργησε τροχοπέδηση και προέβη συγχρόνως σε προς τα αριστερά ελιγμό, δεν απέφυγε τη σύγκρουση και η δίκυκλη μοτοσικλέτα προσέκρουσε στην πίσω αριστερή πλευρά του φορτηγού, που επέφερε την ανατροπή της και το σύρσιμο με χαραγές στο οδόστρωμα, όπως και την εκτίναξη του πρώτου ενάγοντος στο αντίθετο ρεύμα πορείας.
Μην ασκώντας πλήρη έλεγχο στο όχημά του για να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και από απειρία, διότι δεν κατείχε άδεια ικανότητας οδηγήσεως για δίκυκλη μοτοσικλέτα, κινούμενος στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της Εθνικής Οδού, που καθίσταται μεσαία πλησίον της συμβολής αυτής με την επαρχιακή οδό Ρόδου - Κοσκινού, όταν αντιλήφθηκε την διαγώνια κίνηση του φορτηγού οχήματος ενήργησε προς τα αριστερά ελιγμό προς την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, όπου κατευθυνόταν και το τελευταίο, αντί να ενεργήσει προς τα δεξιά ελιγμό ή να παραμείνει στη λωρίδα του, οπότε θα είχε αποφευχθεί το ατύχημα.
Το ποσοστό ευθύνης ανέρχεται σε 70% για τον πρώτο εναγόμενο και 30% για τον πρώτο ενάγοντα. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε όμοια, αφού δέχθηκε την ένσταση συνυπαιτιότητας του πρώτου ενάγοντος που πρόβαλαν οι εναγόμενοι, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και ο σχετικός πρώτος λόγος αμφοτέρων των εφέσεων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος".
Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ούτε εκ πλαγίου, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 330 εδάφ. β' ΑΚ, 10 ν. ΓΠΝ/ 1911, 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 - 3, 20 και 26 παρ. 5 εδ. α και β του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), ούτε επίσης τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των προαναφερόμενων πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά το μέρος που ανάγονται στις πράξεις ή παραλείψεις του συνυπαίτιου (κατά ποσοστό 30%) στην πρόκληση του επίδικου τροχαίου ατυχήματος οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας - αναιρεσείοντος, αλλά διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για το αν οι διατάξεις αυτές εφαρμόστηκαν ορθά ή όχι και, ως εκ τούτου, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει παραδοχές, που με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις καθιστούν σαφές, ότι ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας - αναιρεσείων είναι συνυπαίτιος (κατά ποσοστό 30%) του τροχαίου ατυχήματος και ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς του ίδιου οδηγού και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος.
Οι αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές αυτής, για το ότι ο αναιρεσείων οδηγούσε τη δίκυκλη μοτοσικλέτα με ταχύτητα τουλάχιστον 88,12 χλμ/ώρα, ήτοι μεγαλύτερη της επιτρεπόμενης για την περιοχή ταχύτητας των 60χλμ/ώρα, ότι δεν ασκούσε πλήρη έλεγχο στο όχημά του, για να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και από απειρία, διότι δεν κατείχε άδεια ικανότητας οδήγησης για δίκυκλη μοτοσικλέτα, όταν αντιλήφθηκε την διαγώνια κίνηση του φορτηγού οχήματος, ενήργησε, μη ενδεδειγμένο, προς τα αριστερά ελιγμό προς την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, όπου κατευθυνόταν και το τελευταίο, με αποτέλεσμα να επιπέσει στην πίσω αριστερή πλευρά του φορτηγού, αντί να ενεργήσει προς τα δεξιά ελιγμό ή να παραμείνει στη λωρίδα του (μεσαία), οπότε θα είχε αποφευχθεί το ατύχημα, στηρίζουν επαρκώς την κρίση του Εφετείου για τη συνυπαιτιότητά του στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος.
Με βάση τις προεκτιθέμενες παραδοχές, προσδιορίζεται το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων στην αριστερή από τις τρεις λωρίδες κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας τους, πριν ευθυγραμμισθεί πλήρως το ΙΧΦ, η υπερβολική ταχύτητα, με την οποία οδηγούσε τη μοτοσικλέτα του ο αναιρεσείων, και ο μη ενδεδειγμένος προς τα αριστερά ελιγμός του τελευταίου.
Ως εκ τούτου, αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ότι δεν προσδιορίζεται α) σε ποιο σημείο του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας του φορτηγού αυτοκινήτου έλαβε χώρα η ένδικη σύγκρουση, β) η ακριβής ταχύτητα της δίκυκλης μοτοσικλέτας και αν αυτή ήταν ανώτερη του επιτρεπομένου ορίου και γ) ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της δήθεν συνυπαίτιας συμπεριφοράς του και του επελθόντος επιζήμιου αποτελέσματος.
Περαιτέρω, η αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη, από ποια απόσταση αντιλήφθηκε αυτός την κίνηση του φορτηγού, αλυσιτελώς προβάλλεται, καθόσον έγινε δεκτό, ότι ο τελευταίος αφότου αντιλήφθηκε την αντικανονική κίνηση του φορτηγού, αντέδρασε, καθόσον ενήργησε τροχοπέδηση, για να ακινητοποιηθεί η μοτοσικλέτα, αφήνοντας ίχνη 24 μέτρων στο οδόστρωμα, και προέβη στον (μη ενδεδειγμένο) αριστερό ελιγμό.
Τέλος, η παραδοχή της προσβαλλόμενης, ότι στο σημείο της Ε.Ο. Ρόδου-Λίνδου, στο οποίο υπάρχουν τα παρόδια καταστήματα, απ’όπου εξήλθε ο πρώτος αναιρεσίβλητος με το φορτηγό του, περιορίζεται η ορατότητα για τα οχήματα, που κινούνται στο ρεύμα της Εθνικής Οδού με κατεύθυνση από Ρόδο προς Λίνδο, όπως η μοτοσικλέτα του αναιρεσείοντος, λόγω μικρής κλίσης προς τα δεξιά του οδοστρώματος, δεν αναιρεί τη συνυπαιτιότητα το αναιρεσείοντος, εφόσον αυτός αντιλήφθηκε την κίνηση του φορτηγού και είχε τη δυνατότητα αντίδρασης και πράγματι αντέδρασε, έστω και εσφαλμένα, προκειμένου να αποφύγει τη σύγκρουση, κατά τα προεκτιθέμενα, και η σχετική αιτίασή του είναι αβάσιμη.
Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ προβλεπόμενες πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφασή του με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης και, συνακολούθως, οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση, που προξενήθηκε στον παθόντα, λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του". Ως αναπηρία θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως παραμόρφωση, νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής επιστήμης αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.
Περαιτέρω, ως μέλλον νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμόρφωσης στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων. Η ΑΚ 931 προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.
Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικά συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξάλλου, η συνεπεία της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξίωσης προς αποζημίωση, που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 του ΑΚ (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).
Όμως, η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τέτοια δεν σημαίνει κατ' ανάγκην πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παρ. 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.
Έτσι, κατά την ορθή ερμηνεία της ίδιας διάταξης, με αυτή προβλέπεται η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν μπορεί να προσδιοριστεί, το ύψος δε του επιδικαζόμενου εύλογου χρηματικού ποσού καθορίζεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, την ηλικία του παθόντος, καθώς και με τη συνεκτίμηση του ποσοστού τυχόν συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ αξίωσης για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (ΑΠ 187/2021, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 142/2019, ΑΠ 1430/2018).
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τον τραυματισμό του αναιρεσείοντος και την κατ' άρθρο 931 του ΑΚ αγωγική αξίωση: "Περαιτέρω από τη σύγκρουση των οχημάτων τραυματίστηκε ο πρώτος ενάγων. Διακομίστηκε στο ΓΝ Ρόδου, όπου διαπιστώθηκε ότι υπέστη διατροχαντήριο κάταγμα δεξιού ισχίου, κάταγμα δεξιάς κνήμης περόνης, κατάγματα λεκάνης και ιερού οστού, κατάγματα πλευρών και πνευμοθώρακα δεξιά, μικρό υποσκληρίδιο αιμάτωμα δεξιά και μικρή μετατραυματική υπαραχνοειδή αιμορραγία.
Νοσηλεύτηκε στην μονάδα εντατικής θεραπείας από 26-7-2013 μέχρι 13-8-2013, διασωληνωμένος και με μηχανική υποστήριξη της αναπνοής του. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στην ορθοπεδική κλινική του ίδιου νοσοκομείου μέχρι 23-8-2013, οπότε εξήλθε. Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας ετέθη συσκευή billow για την αντιμετώπιση του πνευμοθώρακα, υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση ενδομυελικής ήλωσης για τη σταθεροποίηση του διατροχαντηρίου κατάγματος δεξιού ισχίου, καθώς και σε χειρουργική επέμβαση εσωτερικής οστεοσύνθεσης για τη σταθεροποίηση του κατάγματος της δεξιάς κνήμης, τα δε κατάγματα λεκάνης και ιερού οστού αντιμετωπίστηκαν συντηρητικά.
Οι εναγόμενοι προβάλλουν ότι ο πρώτος ενάγων βαρύνεται με συντρέχον πταίσμα για τον τραυματισμό του διότι οδηγούσε τη δίκυκλη μοτοσικλέτα χωρίς να χρησιμοποιεί προστατευτικό της κεφαλής κράνος. Όμως από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν συνάγεται ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος o πρώτος ενάγων δεν έφερε προστατευτικό της κεφαλής κράνος.
Από το γεγονός ότι τραυματίστηκε και στο κεφάλι, πέραν των λοιπών σημείων του σώματός του, δεν συνάγεται ότι δεν έκανε χρήση προστατευτικού κράνους, καθώς η χρήση του προστατευτικού της κεφαλής κράνους δεν αποκλείει τον τραυματισμό της κεφαλής των οδηγών δικύκλων. Συνακόλουθα η σχετική ένσταση συντρέχοντος πταίσματος στον τραυματισμό του πρώτου ενάγοντος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε όμοια, δεν έσφαλε, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και ο σχετικός δεύτερος λόγος της έφεσης των εναγομένων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο ο πρώτος ενάγων εμφάνισε συμπτώματα άγχους και ψύχωσης και για το λόγο αυτό την επομένη ημέρα (24-8-2013) μετέβη εκ νέου στο άνω νοσοκομείο.
Κατά την εξέταση διαπιστώθηκε ότι πάσχει από οργανικό σύνδρομο μη καθορισμένη ψυχική διαταραχή που οφείλεται σε εγκεφαλική βλάβη και δυσλειτουργία και σε σωματική νόσο. Νοσηλεύτηκε στην ψυχιατρική κλινική του νοσοκομείου Ρόδου μέχρι 27-8-2013, οπότε εξήλθε με την ένδειξη "βελτίωση". Το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα ο πρώτος ενάγων εξακολούθησε να παρουσιάζει συμπτώματα οφειλόμενα στην ως άνω ψυχική πάθηση.
Σύμφωνα με την 6153/9-9-2013 ιατρική βεβαίωση του ψυχιάτρου του ΓΝ Ρόδου Α. Κ. που εξέτασε τον πρώτο ενάγοντα στις 9-9-2013, πιστοποιήθηκε οργανικό ψυχοσύνδρομο μετά αποκατάσταση πολυτραυματία και συστάθηκε αποχή από την εργασία για ένα μήνα, που παρατάθηκε μέχρι 9-11-2013 (βλ. ../23-10-2013 ιατρική βεβαίωση του άνω ψυχιάτρου).
Η κατάσταση αυτή της ψυχικής υγείας του πρώτου ενάγοντος προκλήθηκε εξαιτίας του τραυματισμού στο ένδικο ατύχημα και ήταν παροδική. Η κρίση του δικαστηρίου ενισχύεται διότι κατά το χρονικό διάστημα μετά το Νοέμβριο 2013 μέχρι τον Ιανουάριο 2018 δεν υφίσταται ιατρική γνωμάτευση που να βεβαιώνει τη διαταραγμένη ψυχική υγεία του πρώτου ενάγοντος, σύσταση για φαρμακευτική αγωγή ή τυχόν ανάγκη νοσηλείας του.
Οι αναφορές στις δυο προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως ιατρικές βεβαιώσεις του ίδιου άνω ψυχιάτρου, 277/15-12018, που πιστοποιεί "έκπτωση των γνωστικών λειτουργιών, διαταραχές της μνήμης" και 7954/6-11-2019 που βεβαιώνει διαταραχές της μνήμης, δεν αρκούν για να κριθεί ότι οι άνω διαπιστώσεις σχετίζονται με την παλαιότερη διάγνωση (Δεκέμβριο 2013) για οργανικό ψυχοσύνδρομο και ότι η ψυχική διαταραχή του πρώτου ενάγοντος που εμφανίστηκε μετά το ένδικο ατύχημα δεν ήταν παροδική.
Εξάλλου σύμφωνα με την ../2631/12-4-2018 γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας της Διεύθυνσης ιατρικής αξιολόγησης ΕΦΚΑ ο πρώτος ενάγων κρίθηκε με ποσοστό αναπηρίας 67% για το χρονικό διάστημα από 26-7-2013 μέχρι 31-12-2014 και με ποσοστό αναπηρίας 10% για το χρονικό διάστημα από 1-1-2015 έως 31-12-2018, με βάση τις διαπιστωμένες παθήσεις "χειρουργηθέν κάταγμα Δε ισχίου με υλικά οστεοσύνθεσης πωρωθέν και κάταγμα Δε κνήμης πλήρως πωρωθέν".
Συνεπώς το αναγνωρισμένο ποσοστό αναπηρίας συνδέεται με τις σωματικές κακώσεις που υπέστη ο πρώτος ενάγων από το ένδικο ατύχημα και όχι με ψυχική διαταραχή. Το καλοκαίρι του 2016 διαγνώστηκε μετατραυματική οστεοαρθρίτιδα δεξιάς ποδοκνήμης, και ο πρώτος ενάγων κρίθηκε ανίκανος προς εργασία για τα χρονικά διαστήματα από 27-6-2016 μέχρι 10-7-2016 και από 20-8-2016 μέχρι 4-9-2016 (βλ. ../22-8-2016 ιατρική βεβαίωση - γνωμάτευση ΓΝ Ρόδου και ../1-7-2016 γνωμάτευση της Α/θμιας Υγειονομικής Επιτροπής).
Στις 16-2-2017 ο πρώτος ενάγων νοσηλεύτηκε στην ορθοπεδική κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Ρόδου για συντηρητική αντιμετώπιση και φροντίδα των καταγμάτων και εξήλθε την επομένη με αναφερόμενη έκβαση υγείας "αμετάβλητη". Μέχρι την 24-10-2019 ο πρώτος ενάγων δεν έχει υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση των υλικών οστεοσύνθεσης, στην οποία πρέπει μελλοντικά να υποβληθεί (βλ.
τις ιατρικές βεβαιώσεις - γνωματεύσεις 7672/24-10-2019 και 3505/17-9-2018 του ιατρού Α. Π., επιμελητή Α στο Γενικό Νοσοκομείο Ρόδου). Δεδομένου ότι για το χρονικό διάστημα μετά 2018 δεν έχει διαγνωστεί ποσοστό αναπηρίας του πρώτου ενάγοντος, ενώ εκκρεμεί η χειρουργική επέμβαση της αφαίρεσης των υλικών οστεοσύνθεσης δεν είναι δυνατό να κριθεί εάν υπάρχει μόνιμη, διαρκής και εφόρου ζωής αναπηρία του πρώτου ενάγοντος, που αποτελεί προϋπόθεση της αποζημίωσης που προβλέπεται κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ.
Η σχετική αγωγική αξίωση που στηρίζεται σε σωματική αναπηρία κρίνεται ότι ασκήθηκε πρόωρα και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί, χωρίς να δημιουργείται δεδικασμένο διότι δεν υφίσταται οριστική κατ' ουσίαν κρίση της διαφοράς. Επίσης δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε αναπηρία του πρώτου ενάγοντος που οφείλεται σε ψυχική διαταραχή, καθώς, όπως προαναφέρθηκε, η διατάραξη της ψυχικής υγείας αυτού ήταν παροδική, μέχρι το Νοέμβριο 2013, ώστε η σχετική αγωγική αξίωση πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε όμοια δεν έσφαλε, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ο σχετικός έβδομος λόγος της έφεσης των εναγόντων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος...". Έτσι που έκρινε, το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 931 του ΑΚ, η οποία δεν παραβιάσθηκε ευθέως ή εκ πλαγίου, ούτε παραβιάσθηκαν τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την υπαγωγή των προαναφερόμενων πραγματικών περιστατικών στην εφαρμοσθείσα διάταξη.
Τούτο διότι, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, έκρινε α) ως προς την ψυχική αναπηρία του εξαιτίας του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, ότι η διατάραξη της ψυχικής υγείας του αναιρεσείοντος δεν ήταν μόνιμη, αλλά παροδική, ενώ οι πρόσφατες ιατρικές γνωματεύσεις (υπ' αριθμ..) για έκπτωση των γνωστικών λειτουργιών και διαταραχές της μνήμης του δεν σχετίζονται με το οργανικό ψυχοσύνδρομο, που διήρκεσε μέχρι το Νοέμβριο 2013, ούτε εξάλλου διαπιστώθηκε οποιαδήποτε ψυχική αναπηρία σύμφωνα με την υπ' αριθμ.
…/12-4-2018 γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας της Διεύθυνσης ιατρικής αξιολόγησης του ΕΦΚΑ και β) ως προς τη σωματική αναπηρία του, ότι η διαπίστωση της μονιμότητας αυτής δεν είναι δυνατή επί του παρόντος, διότι για το χρονικό διάστημα μετά το έτος 2018 δεν έχει διαγνωστεί αρμοδίως κάποιο ποσοστό σωματικής αναπηρίας του, ενώ εκκρεμεί η χειρουργική επέμβαση της αφαίρεσης των υλικών οστεοσύνθεσης του δεξιού ποδιού του, έτσι ώστε δεν είναι δυνατό να κριθεί, εάν υπάρχει μόνιμη, διαρκής και εφόρου ζωής αναπηρία του αναιρεσείοντος, απορρίπτοντας ακολούθως το κονδύλιο της, κατ' άρθρο 931 του ΑΚ, χρηματικής παροχής εν μέρει ως κατ' ουσίαν αβάσιμο και εν μέρει ως πρόωρο, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις.
Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι η προσβαλλόμενη στερείται αιτιολογίας, διότι 1) δεν εκτίθενται οι προσωπικές περιστάσεις του (ηλικία, επάγγελμα, οικογενειακή κατάσταση κ.λπ.) και 2) δεν αναφέρεται, αν η ψυχική, αλλά και η σωματική νόσος του θα έχουν δυσμενή επίδραση στο μέλλον του και δη στην κοινωνική και επαγγελματική ζωή του, για τη διαπίστωση της οποίας (δυσμενούς επίδρασης) αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι οι ανωτέρω αιτιολογίες απαιτούνται, μόνο εφόσον το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώσει την ύπαρξη μόνιμης αναπηρίας, τέτοια όμως παραδοχή δεν υπάρχει στην προκειμένη περίπτωση και, ως εκ τούτου, οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες.
Περαιτέρω, η αιτίαση περί ασάφειας και αντιφατικότητας της παραδοχής του Εφετείου, ότι "κατά το χρονικό διάστημα μετά το Νοέμβριο 2013 μέχρι τον Ιανουάριο 2018 δεν υφίσταται ιατρική γνωμάτευση που να βεβαιώνει τη διαταραγμένη ψυχική υγεία του πρώτου ενάγοντος, σύσταση για φαρμακευτική αγωγή ή τυχόν ανάγκη νοσηλείας του", είναι απαράδεκτη, διότι πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας.
Τέλος, με τις προεκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης, δεν έγινε δεκτό, ότι ο αναρεσείων έχει μόνιμη σωματική αναπηρία, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο τελευταίος, αλλά απορρίφθηκε ως πρόωρη η σχετική αξίωσή του. Συνακολούθως, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή πλαγίως την ως άνω ουσιαστική διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ ούτε τα διδάγματα της κοινής πείρας και οι τρίτος και τέταρτος λόγοι της αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι.
Σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ, "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί, ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 548/2021, ΑΠ 525/2021, ΑΠ 553/2019, ΑΠ 1207/2017).
Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, σχετικά με το κεφάλαιο της κατ' άρθρο 932 του ΑΚ χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, που επιδικάσθηκε στον αναιρεσίβλητο, δέχθηκε τα εξής: "Περαιτέρω ο πρώτος ενάγων, ηλικίας 33 ετών κατά τον τραυματισμό του, υπέστη ηθική βλάβη, διότι αισθάνθηκε ψυχικό πόνο και στενοχώρια, υποβλήθηκε σε σωματική και ψυχική ταλαιπωρία για την αποκατάσταση της υγείας του (πολυήμερη νοσηλεία, ΜΕΘ, χειρουργικές επεμβάσεις, αδυναμία αυτοεξυπηρέτησης, ποσοστό αναπηρίας 67% μέχρι 31-12-2014 και 10% μέχρι 31-12-2018.
Λαμβάνοντας υπόψη το πταίσμα του πρώτου εναγομένου, την συνυπαιτιότητα του ιδίου του πρώτου ενάγοντος στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και τον τραυματισμό του, το είδος, την έκταση και τις συνέπειες του τραυματισμού του, όπως προαναφέρθηκαν, τις εν γένει συνθήκες του ένδικου ατυχήματος και την ηλικία, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να επιδικαστεί στον πρώτο ενάγοντα, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, το ποσό των 17.000 ευρώ.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κρίνοντας ως εύλογο το ποσό των 15.000 ευρώ, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και ο σχετικός όγδοος λόγος της έφεσης των εναγόντων πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός τρίτος λόγος της έφεσης των εναγομένων". Όμως το Εφετείο, κατά τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, καθόσον το ποσό των 17.000 ευρώ, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, είναι κατώτερο και μάλιστα καταφανώς εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τα προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής, που παρατίθενται στην απόφαση.
Κατά συνέπεια, είναι βάσιμοι οι πέμπτος και έκτος λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 25 του Συντάγματος και 932 του ΑΚ, επιδίκασε σε αυτόν, ως εύλογη χρηματική της ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το προαναφερόμενο ποσό.
Αν η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει δύο ή περισσότερες αιτιολογίες, που στηρίζουν, αυτοτελώς, η κάθε μία το διατακτικό της και με την αναίρεση δεν πλήττεται καθόλου ή πλήττεται αναποτελεσματικά η μία από αυτές, ο λόγος αναίρεσης, που αφορά στην άλλη αιτιολογία, απορρίπτεται ως αλυσιτελής (ΑΠ 561/2022, ΑΠ 713/2020, ΑΠ 70/2017).
Ο αναιρεσείων με τον έβδομο λόγο αναίρεσης μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για παράβαση του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (αληθώς από τον αριθμό 14), επειδή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας η αιτηθείσα δαπάνη του για μελλοντική χειρουργική επέμβαση για την αποκατάσταση των ουλών εξαιτίας του τραυματισμού του στη δεξιά περόνη - κνήμη.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, διότι το Εφετείο με την επάλληλη αιτιολογία του, ότι "άλλωστε πρέπει να προηγηθεί αφαίρεση των υλικών οστεοσύνθεσης, διότι πιθανόν να δημιουργηθούν νέες ουλές ή να αποσβεστούν οι παλαιές", έκρινε ότι το συγκεκριμένο αίτημα είναι πρόωρο, ο δε αναιρεσείων δεν προσβάλλει και τη δεύτερη αιτιολογία, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης.
Ακολούθως, αφού η από 30-11-2020 (αριθμ. κατάθ. 45/07-12-2020) αίτηση αναίρεσης γίνει εν μέρει δεκτή, κατά παραδοχή, ως βάσιμων, των ανωτέρω λόγων της (πέμπτου και έκτου), πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιό της που προεκτέθηκε και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο κεφάλαιό της, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, σε αυτόν (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει).
Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι πρέπει να καταδικασθούν στο σύνολο της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 178 §§ 1 και 2, 183, 184 και 191 § 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 199/2020 (αριθμ. κατάθ. ../07-12-2020) οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, ως προς το κεφάλαιο, που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση, ως προς το αναιρούμενο κεφάλαιο, στο Μονομελές Εφετείο Δωδεκανήσου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση. Διατάζει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου, που έχει καταθέσει. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2023.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ