Legislator Case Law & Legislation
561/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on unjust enrichment due to lack of direct causal link between plaintiff's loss and defendant's gain.

Case Number 561/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's judgment regarding unjust enrichment. The appellant argued that the defendant bank's retention of funds caused their loss, but the court found no direct causal link between the appellant's alleged damage and the defendant's enrichment. Consequently, the court ruled that the lower court correctly applied the law by rejecting the claim based on the absence of a direct causal connection.

Legislator headnote

AI generated

Articles 904(a) and 904(b)(a) of the Civil Code; A claim for unjust enrichment requires a direct causal link between the plaintiff's loss and the defendant's gain, which was absent here.

Keywords

AI generated
unjust enrichment direct causal link Civil Code Article 904 banking operations appellate review burden of proof legal causation

Cited Legislation

AI generated
Article 904 of the Civil Code
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 1325/2019
Case 849/2019
Case 449/2014

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 561 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 561/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Μ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Δημητρακόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά αναιρεσιβλήτου Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "…" (καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "…"), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Λάλα και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/12/2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1045/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4480/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3/6/2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 904 εδ. α` του Α.Κ. όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ενώ κατά το εδ. β` της ίδιας διάταξης περ. α` η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης, δηλαδή εκείνης που επέρχεται χωρίς δόση ανταλλάγματος από το λήπτη και που δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση, δικαιολογούσα τον πλουτισμό, ούτε σε νόμιμη υποχρέωση.

Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, βασική προϋπόθεση της απαίτησης από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι η ύπαρξη άμεσης περιουσιακής μετακίνησης μεταξύ του πλουτισμού του λήπτη και της ζημίας άλλου, δηλαδή για να στηριχθεί αγωγή από αδικαιολόγητο πλουτισμό πρέπει να υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παροχής ή της ζημίας του ενάγοντος και του πλουτισμού του εναγομένου (ΑΠ 1325/2019, ΑΠ 849/2019, ΑΠ 449/2014).

Εξάλλου, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε κυριαρχικώς, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ο πλουτισμός του υποχρέου, επήλθε αιτιωδώς, από την περιουσία ή επί ζημία του δικαιούχου της σχετικής απαιτήσεως, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή η μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. (ΟλΑΠ 2/2019).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 24/2015).

Ενώ, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως, ιδρύεται όταν, από τις αιτιολογίες της, δεν προκύπτουν, σαφώς, τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για να κριθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως, που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και, όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών, που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999, 28/1997, 12/1995).

Ο λόγος αυτός δεν δημιουργείται, ούτε και αν το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΟλΑΠ 1/1999, 24/1992, ΑΠ 2068, 1852/2007, ΑΠ 907/2006). Τέλος, αν η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει δύο ή περισσότερες αιτιολογίες, που στηρίζουν, αυτοτελώς, η κάθε μία το διατακτικό της και με την αναίρεση δεν πλήττεται καθόλου ή πλήττεται αναποτελεσματικά η μία από αυτές, ο λόγος αναίρεσης που αφορά την άλλη αιτιολογία απορρίπτεται ως αλυσιτελής (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 437/2011, ΑΠ1652/2010, ΑΠ 406/2020, ΑΠ 318/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: 1) Στην από 29-12-2016, ένδικη αγωγή του, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της, ο ήδη αναιρεσείων, ιστόρησε ότι: Από το έτος 1988 συνεργαζόταν τόσο στα πλαίσια της επιχειρηματικής του δραστηριότητας όσο και ως ιδιώτης με την 1η εναγόμενη "…" και δη με το υποκατάστημα αυτής επί της … αριθ. ...

Ότι κατόπιν συμφωνίας που συνήφθη μεταξύ αυτού και της τραπέζης, εκπροσωπούμενης εν προκειμένω από τους δεύτερο και τρίτη των εναγόμενων, οι οποίοι λειτουργούσαν στο όνομά της, ως υπάλληλοί της, την 10-12-1990, κατέβαλε την ίδια ημέρα το ποσό των 33.000.000 δραχμών στο ταμείο του υποκαταστήματος της ως άνω τραπέζης επί της …., για αγορά εντόκων γραμματίων του Ελλ.

Δημοσίου, διάρκειας ενός μηνός με δικαιούχο τον ίδιο, γραμμάτια τα οποία θα παρέμειναν στην "…." προς φύλαξη και θα επαναγοράζονταν από την ίδια κατά τη λήξη τους στις 10-1-1991 στο ποσό των 33.352.140 δρχ. δηλ. με τους εν τω μεταξύ δεδουλευμένους τόκους, ήτοι επρόκειτο για μεικτή σύμβαση παροχής υπηρεσιών από την "…" προς αυτόν (ενάγοντα), η οποία συνδύαζε τα στοιχεία της εντολής προς αγορά των εντόκων γραμματίων, παρακαταθήκης αυτών προς φύλαξή τους στην τράπεζα, και υποχρεώσεως προς επαναγορά/εξόφληση των γραμματίων από την τράπεζα προς αυτόν ως δικαιούχο.

Ότι οι ως άνω συναλλαγές επαναλήφθηκαν πολλές φορές με την αγορά εντόκων γραμματίων εκ μέρους του με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις, κάθε δε φορά η τράπεζα του εξοφλούσε τα γραμμάτια στη λήξη τους. Ότι ενώ οι μεταξύ τους συναλλαγές εξελίσσονταν ομαλά μέχρι τέλους του 1996, με την από 20-12-1996 επιστολή της άνω τραπέζης προς αυτόν φερόταν για πρώτη φορά ως συνδικαιούχος των κρίσιμων εντόκων γραμματίων η σύζυγός του, Γ.

Κ., με την οποία είχαν διακόψει την έγγαμη συμβίωση. Ότι ακολούθως ο ενάγων άσκησε την υπ' αριθ. εκθ. καταθ. 5355/19-6-1998 αγωγή του κατά των εναγομένων και κατά της συζύγου του, η οποία συνεκδικάσθηκε με την αντίθετη αγωγή της συζύγου του κατά της πρώτης εναγόμενης και κατόπιν παραίτησης της συζύγου του από το δικόγραφο και το δικαίωμα επί της ως άνω αγωγής της την 3-11-2002, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 36/2009 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που απέρριπτε την αγωγή του.

Ότι κατά της ως άνω απορριπτικής αποφάσεως, ο ενάγων άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 652/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε αυτή δεκτή και υποχρεώθηκε η "..." να του καταβάλει το ποσό των 98.440.400 δρχ. ή 288.893,32 ευρώ, που αντιστοιχούσε στην αξία απόδοσης των εντόκων γραμματίων Ελληνικού Δημοσίου κατά τη λήξη τους την 2-1-1997, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την 3-11-2002.

Ότι η τράπεζα του κατέβαλε το ως άνω ποσό την 21-5-2011, σε εκτέλεση της απόφασης του Εφετείου. Ότι καθ' όλο το χρονικό διάστημα από την 2-1-1997 και μέχρι 2-11-2011 ή 2-1-2011 η τράπεζα επανεπένδυε το ανωτέρω κεφάλαιο του ενάγοντος με τους τόκους επένδυσης, το οποίο ανερχόταν την 2-11-2011 ή 2-1-2011 στο ποσό των (573.237.811 δρχ. το κεφάλαιο + 81.399.769,15 δρχ.

οι τόκοι επένδυσης =) 654.637.850 δρχ. ή 1.921.166,78 ευρώ, χωρίς εντολή από τον ενάγοντα, αντί να το καταθέσει στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, αν είχε οποιονδήποτε ενδοιασμό σχετικά με τον δικαιούχο. Ότι οι τόκοι επένδυσης ανήλθαν στο ποσό των 81.399.769,15 δρχ. ή 238.844,10 ευρώ για το ανωτέρω χρονικό διάστημα. Ότι στη θέση της αρχικά εναγομένης τραπέζης υπεισήλθε ως καθολική διάδοχός της η νυν εκκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "…".

Ότι οι εναγόμενοι ουδέποτε του κατέβαλαν το ποσό των 238.844,10 ευρώ, ήτοι τους τόκους επένδυσης που προέρχονταν από το κεφάλαιο των 288.893,32 ευρώ από την 2-1-1997 μέχρι την ημέρα άσκησης της από 29-12-2016 αγωγής. Ότι η 1η των εναγομένων κατέστη πλουσιότερη εκμεταλλευόμενη πλήρως το αρχικό κεφάλαιο των 288.893,32 ευρώ και το κεφάλαιο + τόκους επένδυσης από 2-1-2011 έως την άσκηση της αγωγής και ότι έτσι οι εναγόμενοι οφείλουν να του καταβάλουν το ανωτέρω ποσό επανεπένδυσης του κεφαλαίου (238.844,10 ευρώ), καθώς αυτό παρέμεινε υπό τη διαχείριση της πρώτης εναγομένης, η οποία το επανεπένδυε από την 2-1-2011 μέχρι την ημέρα άσκησης της αγωγής, με το συμφωνηθέν επιτόκιο των 14,20%, ποσό που ανέρχεται συνολικά σε 521.607,65 ευρώ, όπως αναλυτικά εκτίθεται στην αγωγή.

Ότι οι εναγόμενοι, παρακρατώντας το ως άνω ποσό, έχουν πλουτίσει χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία του. Με βάση αυτά τα πραγματικά περιστατικά, ο ήδη αναιρεσείων, ενάγων, ζήτησε, μετά παραδεκτό περιορισμό του αιτήματός του, από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να του καταβάλουν, ευθυνόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, το ποσό των 521.607,65 εύρώ, που αντιστοιχεί στους τόκους επένδυσης και επανεπένδυσης του κεφαλαίου του, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από 2-1-1997, οπότε και κατέστησαν υπερήμεροι, μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. 2) Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού έκρινε την ανωτέρω αγωγή ορισμένη και νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 904 επ.

ΑΚ και 70 ΚΠολΔ, τη δέχθηκε, κατ' ουσίαν και αναγνώρισε την υποχρέωση της ήδη αναιρεσίβλητης, εναγομένης τράπεζας, να καταβάλει στον ήδη αναιρεσείοντα, ενάγοντα, το παραπάνω χρηματικό ποσό. Και, 3) με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού συνεκδικάσθηκαν οι αντίθετες εφέσεις, που ασκήθηκαν κατά της ανωτέρω πρωτοβάθμιας απόφασης, από αμφοτέρους τους διαδίκους, καθό μέρος, ο καθένας τους, αντίστοιχα, ηττήθηκε, απορρίφθηκε η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, ενάγοντος, έγινε δεκτή η έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης, εναγομένης εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση και απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή για μεν τα αιτούμενα χρηματικά ποσά του χρονικού διαστήματος από 02-01-1997 μέχρι τις 19-03-2003 ως μη νόμιμη και, για το επόμενο και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής χρονικό διάστημα, ως ουσιαστικά αβάσιμη με τις ακόλουθες, αναιρετικώς ανέλεγκτες, ουσιαστικές παραδοχές, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της: "...Ο ενάγων τόσο στα πλαίσια της επαγγελματικής του δραστηριότητας όσο και ως ιδιώτης συνεργαζόταν με την πρώτη εναγόμενη τράπεζα με την επωνυμία "…" από το έτος 1988.

Την 10.12.1990 ο ενάγων αγόρασε από την "…", την οποία υποκατέστησε η ήδη εκκαλούσα σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ως καθολική διάδοχος αυτής, μετά την συγχώνευση με απορρόφησή της, έντοκα γραμμάτια του Ελληνικού Δημοσίου (repos), διάρκειας ενός μηνός αντί τιμήματος 30.000.000 δρχ. με τη συμφωνία να παραμείνουν αυτά προς φύλαξη στο υποκατάστημα της πρώτης εναγομένης μετά τη λήξη τους, οπότε θα επαναγοράζονταν από αυτή αντί του συνολικού ποσού των 33.352.140 δρχ., συμπεριλαμβανομένης της απόδοσης της επένδυσης, ήτοι των δεδουλευμένων τόκων.

Την 10.1.1991 η εκκαλούσα εξόφλησε στον ενάγοντα το ποσό των 33.352.140 δρχ., το οποίο ο τελευταίος επανεπένδυσε στη συνέχεια με την εκ νέου αγορά εντόκων γραμματίων Ελληνικού Δημοσίου και τη συμφωνία φύλαξης και επαναγοράς από την εκκαλούσα. Ακολούθως, ο ενάγων βάσει προφορικών συμφωνιών με την εκκαλούσα εξακολούθησε να επανεπενδύει το αρχικό του κεφάλαιο, προσαυξανόμενο κάθε φορά από την απόδοση (δεδουλευμένους τόκους) της εκάστοτε επένδυσής του σε έντοκα γραμμάτια για μακρό χρονικό διάστημα, συγκεκριμένα δε μέχρι την 2.1.1997 οπότε έληγαν τα έντοκα γραμμάτια, η επανεπένδνση των οποίων είχε λάβει χώρα σιωπηρώς την 2.1.1996, με επιτόκιο 14,20% και απόδοση 98.440.400 δρχ.

Την 20.12.1996 ο ενάγων έλαβε την με ίδια ημερομηνία επιστολή της εκκαλούσας προς τον ίδιο και την σύζυγό του Γ. Κ., με την οποία είχαν διακόψει την έγγαμη συμβίωση, με την οποία αυτή (εκκαλούσα) ζητούσε από αμφότερους, ως συνδικαιούχους, να την ενημερώσουν για την τύχη του προϊόντος εξόφλησης του ανωτέρω ποσού.

Σε απάντηση, ο ενάγων απέστειλε στην εκκαλούσα την 6.1.1997 επιστολή, με την οποία την ενημέρωνε ότι ήταν ο αποκλειστικός δικαιούχος των αγορασθέντων αντί 33.000.000 δρχ. εντόκων γραμματίων, ότι ουδέποτε είχε διορίσει συνδικαιούχο των χρημάτων αυτών και των αποδόσεων των τόκων τους την σύζυγό του, την καλούσε δε να καταθέσει το ποσό των 98.440.400 δρχ.

στον λογαριασμό που τηρούσε στην ίδια μέχρι την 10-1-1997. Δεδομένης δε της αμφισβήτησης εκ μέρους της της ιδιότητας του ενάγοντος ως μοναδικού δικαιούχου των ένδικων εντόκων γραμματίων, την οποία εξέφραζε ευθέως στην από 26-12-1996 επιστολή της προς αυτόν και τη σύζυγό του και της εξ αυτής άρνησης καταβολής του οφειλόμενου ποσού των 98.440.400 δρχ., ο ενάγων/εφεσίβλητος άσκησε την από 1.6.1998 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στρεφόμενη κατά της πρώτης εναγομένης, του Ν.

Κ., του Δ. Τ., αμφοτέρων υπαλλήλων της πρώτης εναγομένης, καθώς και κατά της συζύγου του, ζητώντας να του καταβάλουν έκαστος εις ολόκληρον το ποσό των 98.440.400 δρχ. με τούς νόμιμους τόκους. Η σύζυγός του άσκησε την από 6.5.1999 αντίθετη αγωγή, από το δικόγραφο και το δικαίωμα της οποίας παραιτήθηκε την 3.11.2002, καθ' όσο χρόνο διαρκούσε η εκκρεμοδικία και συγκεκριμένα μετά την έκδοση της απ' αριθ. 2493/2001 προδικαστικής απόφασης του ως άνω Δικαστηρίου που διέτασσε αποδείξεις.

Επί της αγωγής του ενάγοντος εκδόθηκε η υπ' αριθ. 36/2009 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε αυτήν. Εν συνεχεία ο ενάγων άσκησε έφεση κατά της απορριπτικής απόφασης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 652/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε την νυν εκκαλούσα να του καταβάλει το ποσό των 98.440.400 δρχ.

ή 288.893,32 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την 3.11.2002, οπότε και ήρθη οριστικά η αμφισβήτηση περί της κυριότητας των ένδικων εντόκων γραμματίων, με την παραίτηση εκ μέρους της συζύγου του ενάγοντος από το δικόγραφο και το δικαίωμα της αντίθετης αγωγής της. Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε με την υπ' αριθ. 1986/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου.

Την 23.5. 2011 και σε εκτέλεση της ως άνω απόφασης του Εφετείου, η νυν εκκαλούσα κατέβαλε στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 545.424,57 ευρώ, αποτελούμενο από το ποσό των 288.893,32 ευρώ που αντιστοιχούσε στο κεφάλαιο και το ποσό των 256.531,25 ευρώ, που αντιστοιχούσε στους τόκους υπερημερίας από την 3-11-2002. Με τον τρόπο αυτό ο ενάγων έλαβε το ποσό που αντιστοιχούσε στο κεφάλαιο και τις αποδόσεις της επένδυσής του, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί την 2-1-1997 πλέον τόκων υπερημερίας.

Από κανένα όμως αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε πλήρως ότι η εκκαλούσα μετά την 28-3-2003, ότε έλαβε απάντηση επί της προσφοράς της προς τον ενάγοντα για το ποσό των 420.294,05 ευρώ, στο οποίο συμπεριλαμβάνονταν, όπως προεκτέθηκε και οι τόκοι από την επανεπένδυση μέχρι τότε, συνέχισε να επενδύει τους κεφαλαιοποιημένους τόκους του ενάγοντος.

Η εκκαλούσα με τις πρωτόδικες προτάσεις της αρνήθηκε πράγματι ότι προέβη στην επανεπένδυση των τόκων μετά την παραλαβή του από 19-3-2003 εξωδίκου του ενάγοντος στις 28-3-2003 και ισχυρίστηκε ότι ρευστοποίησε τα γραμμάτια. Από κανένα έγγραφο δεν αποδείχθηκε το αντίθετο. Η κατακράτηση του προϊόντος της ρευστοποίησης αυτών από την εκκαλούσα στα πλαίσια της αναμονής της λήξης της αντιδικίας της με τον ενάγοντα, συνεπεία της άρνησής του να δεχθεί το προσφερθέν ποσό, δεν κατέστησε αυτήν πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος, ούτε ακόμη και η προς όφελος της μετέπειτα ενδεχόμενη διακίνηση των κεφαλαίων, στα πλαίσια της λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος, ούσα σύμφυτη, όπως προεκτέθηκε, με τη φύση και λειτουργία της Τράπεζας, η οποία δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την επικαλούμενη ζημία του ενάγοντος...".

Από τις προαναφερόμενες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή, κατά το προαναφερθέν μέρος της, ήτοι για τις αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 28-03-2003 μέχρι και την άσκησή της, στηρίζοντας, ισοδύναμα, το απορριπτικό πόρισμα και διατακτικό αυτής σε δύο επάλληλες αιτιολογίες και ειδικότερα ότι:

α) "...δεν αποδείχθηκε πλήρως ότι η εκκαλούσα μετά την 28-3-2003, ότε έλαβε απάντηση επί της προσφοράς της προς τον ενάγοντα για το ποσό των 420.294,05 ευρώ, στο οποίο συμπεριλαμβάνονταν, όπως προεκτέθηκε και οι τόκοι από την επανεπένδυση μέχρι τότε, συνέχισε να επενδύει τους κεφαλαιοποιημένους τόκους του ενάγοντος...".

Και, β) "... η προς όφελός της (ήδη αναιρεσίβλητης, τράπεζας) μετέπειτα ενδεχόμενη διακίνηση των κεφαλαίων, στα πλαίσια της λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος, ούσα σύμφυτη, όπως προεκτέθηκε, με τη φύση και λειτουργία της Τράπεζας, η οποία δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την επικαλούμενη ζημία του ενάγοντος ...".

Επομένως, με το να διαλάβει το Εφετείο, στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την τελευταία, επάλληλη της πρώτης, αιτιολογία, η οποία στηρίζει πλήρως, το ανωτέρω διατακτικό του, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 904 ΑΚ, και ορθά δεν υπήγαγε σ' αυτόν τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και κρίνοντας ότι αυτά δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή του, απέρριψε την ερειδόμενη στην εν λόγω διάταξη αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος.

Τούτο δε καθόσον, με ορθή εξειδίκευση, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, της αόριστης νομικής έννοιας της αιτιώδους συνάφειας, δέχθηκε, το Εφετείο, ότι δεν συντρέχει τέτοια μεταξύ της επικαλούμενης ζημίας του ενάγοντος και του ανωτέρω πλουτισμού της ήδη αναιρεσίβλητης, εναγομένης, διότι αυτός (πλουτισμός) επήλθε συνεπεία της εκ μέρους της τελευταίας, σύμφυτης με τη φύση και λειτουργία της, ως τραπεζικού ιδρύματος, διακίνησης των κεφαλαίων των καταθέσεων του τηρούμενου σ' αυτή λογαριασμού του αντιδίκου, πελάτη της και δη του ανωτέρω χρηματικού ποσού των 420.294,05 ευρώ, που αποτελούσε το προϊόν της τελευταίας, μέχρι τότε, ρευστοποίησης των ενδίκων κινητών αξιών (repos) και το οποίο, μετά την άρνηση αυτού (ήδη αναιρεσείοντος, ενάγοντος), στις 28-3-2003, να το εισπράξει, πιστώθηκε στον τηρούμενο σ' αυτή λογαριασμό του.

Αναφορικά δε με το ανωτέρω κρίσιμο ζήτημα της έλλειψης αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του πλουτισμού της ήδη αναιρεσίβλητης, εναγομένης και της επικαλούμενης ζημίας του αντιδίκου της, το Εφετείο διέλαβε, στην προσβαλλόμενη απόφασή του, πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που δικαιολογούν την ανωτέρω απορριπτική της ένδικης αγωγής, κατά το προαναφερθέν μέρος, κρίση του.

Συνακόλουθα, ο περί του αντιθέτου, από τους αριθμούς 1 και 19 άρθρου 559 ΚπολΔ, δεύτερος αναιρετικός λόγος κρίνεται αβάσιμος. Κατά δε την ειδικότερη αιτίασή του, πάλι από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚπολΔ και δη περί υφισταμένης αντίφασης μεταξύ των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλομένης, αφενός, ότι μετά την άρνηση του ήδη αναιρεσείοντος, ενάγοντος, στις 28-03-2003, να εισπράξει το ανωτέρω χρηματικό ποσό της ρευστοποίησης των ενδίκων ομολόγων η αντίδικός του το κατακράτησε μέχρι τη λήξη της αντιδικίας τους και, αφετέρου, ότι η ενδεχόμενη διακίνηση των κεφαλαίων του, από αυτή, είναι σύμφυτη με τη φύση και τη λειτουργία της και δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την επικαλούμενη ζημία του αντιδίκου της, ο ίδιος λόγος κρίνεται απαράδεκτος, καθόσον οι ανωτέρω αιτιολογίες του Εφετείου είναι επάλληλες και η όποια αντίφαση, μεταξύ τους, δεν ιδρύει την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια (ΑΠ 1325/1996, ΑΠ 164/1994).

Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι με το να δεχθεί ότι: "...Η κατακράτηση του προϊόντος της ρευστοποίησης αυτών από την εκκαλούσα στα πλαίσια της αναμονής της λήξης της αντιδικίας της με τον ενάγοντα, συνεπεία της άρνησής του να δεχθεί το προσφερθέν ποσό, δεν κατέστησε αυτήν πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος...", παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 822 επ.

ΑΚ, περί συμβάσεως παρακαταθήκης και ειδικότερα, αυτή του άρθρου 824 του ίδιου Κώδικα: α) ευθέως, γιατί δεν τις εφάρμοσε, ενώ έπρεπε να τις εφαρμόσει και να δεχθεί, εντεύθεν, την ένδικη αγωγή, καθόσον η αντίδικός του ουδεμία εξουσία ρευστοποίησης είχε και συνακόλουθα με την κατακράτηση του προϊόντος της ρευστοποίησης αυτή κατέστη πλουσιότερη χωρίς νόμιμη αιτία.

Και, β) εκ πλαγίου, γιατί οι ανωτέρω αιτιολογίες της προσβαλλόμενης και δη περί της νόμιμης (σύμφυτης με την λειτουργία της ήδη αναιρεσίβλητης, εναγομένης) κατακράτησης του προϊόντος ρευστοποίησης είναι παντελώς ανεπαρκείς. Ο λόγος αυτός, κατά την πρώτη του αιτίαση (αριθ. 1 άρθρ. 559 ΚΠολΔ) κρίνεται αβάσιμος, καθόσον, υπό τα αναφερόμενα στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν ήταν εφαρμοστέες οι ανωτέρω διατάξεις του ΑΚ (822 επ. 824), που φέρονται ως παραβιασθείσες, από τον αναιρεσείοντα και ορθά δεν τις εφάρμοσε το Εφετείο, δεχόμενο ότι η ήδη αναιρεσίβλητη, εναγομένη τράπεζα είχε την εξουσία χρησιμοποίησης των χρημάτων, που, μετά τη ρευστοποίηση των επίμαχων ομολόγων, είχαν πιστωθεί στον τηρούμενο σ' αυτή λογαριασμό του αντιδίκου της, ο οποίος, φέρει το χαρακτήρα, σύμβασης, ανώμαλης παρακαταθήκης, κατ' άρθρο 830 ΑΚ (βλ.

σχ. ΑΠ 421/2021) και δικαιολογείται το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασής του, έστω και αν δεν γίνεται ειδική αναφορά σ' αυτή της ανωτέρω διάταξης (ΑΠ 900/2011, ΑΠ 176/2011, ΑΠ 1724/2010, ΑΠ 1310/2008). Κατά τη δεύτερη αιτίασή του (αριθμ. 19 άρθρ. 559 ΚΠολΔ), ο ίδιος λόγος, προεχόντως, είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, συνισταμένης στην παντελή έλλειψη εξειδίκευσης, στο αναιρετήριο δικόγραφο, της επικαλούμενης ανεπάρκειας της πληττόμενης αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Μεταξύ των ως άνω αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνονται τα έγγραφα και η ομολογία. Η ομολογία μπορεί να είναι δικαστική ή εξώδικη και προϋποθέτει τη ρητή, σαφή και συγκεκριμένη παραδοχή, με πρόθεση ομολογίας, της αλήθειας στοιχείου κατά νόμο αυτοτελούς ισχυρισμού του αντιδίκου ή της αναλήθειας τέτοιου ισχυρισμού εκείνου που προβαίνει στην παραδοχή (ΑΠ 469/2009, ΑΠ 1336/2008, ΑΠ 1538/2001).

Δεν ιδρύεται, όμως, ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλ` απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη του τη, νομίμως, επικαλεσθείσα από αυτόν, δικαστική ομολογία της αντιδίκου του, με τις πρωτόδικες προτάσεις της και συγκεκριμένα ότι αυτή προέβη σε επανεπένδυση των καταθέσεών του κατά το χρονικό διάστημα από 02-01-1997 έως 02-01-2011, κατά την εικαζόμενη θετική του βούληση.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και ειδικότερα: α) Καθό μέρος πλήττει την κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία η ένδικη αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, καθόσον δεν ιδρύεται, διότι το Εφετείο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη του επικαλούμενου αποδεικτικού μέσου.

Και, β) καθό μέρος αφορά την κρίση της, με την οποίαν η αγωγή απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, ως αλυσιτελής, καθόσον το απορριπτικό της ένδικης αγωγής πόρισμα του Εφετείου, πέραν της κύριας αιτιολογίας του ότι "...δεν αποδείχθηκε πλήρως ότι η εκκαλούσα (ήδη αναιρεσίβλητη) μετά την 28-3-2003...συνέχισε να επανεπενδύει τους κεφαλαιοποιημένους τόκους του ενάγοντος...", στηρίζεται, ισοδυνάμως, πλήρως και επαρκώς στην προαναφερθείσα, επάλληλη αιτιολογία του, ήτοι ότι ο πλουτισμός της ήδη αναιρεσίβλητης, εναγομένης δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την επικαλούμενη ζημία του ήδη αναιρεσείοντος, ενάγοντος, γιατί αυτός επήλθε συνεπεία της εκ μέρους της αντιδίκου του, σύμφυτης με τη φύση και λειτουργία της, ως τραπεζικού ιδρύματος, διακίνησης του ενδίκου χρηματικού ποσού, που αποτελούσε το προϊόν της ρευστοποίησης των επίμαχων ομολόγων και ήταν κατατεθειμένο στον τηρούμενο σ' αυτή λογαριασμό του αντιδίκου, πελάτη της.

Συνακόλουθα, η μη λήψη υπόψη της επικαλούμενης, από τον ήδη αναιρεσείοντα, ομολογίας της αντιδίκου του, περί επανεπένδυσης, εκ μέρους της, του προϊόντος της ρευστοποίησης των επίμαχων ομολόγων, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, ουδεμία επίδραση ασκεί, εν προκειμένω, στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, που στηρίζεται, όπως ήδη αναφέρθηκε, στην προαναφερθείσα, επάλληλη και ορθή, αιτιολογία.

Τέλος, με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο, ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο τις αναιρετικές πλημμέλειες, κυρίως από τον αριθμό 10 και επικουρικά από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συντελέστηκαν, όπως υποστηρίζει, η μεν πρώτη με το να θεωρήσει αποδεδειγμένο τον ισχυρισμό της αντιδίκου του περί κατακράτησης του προϊόντος της ρευστοποίησης των επίμαχων ομολόγων του και η δεύτερη με την αντιστροφή του βάρους της απόδειξης του ίδιου ισχυρισμού, το οποίο μετέθεσε στον ίδιο.

Οι αιτιάσεις αυτές, ανεξαρτήτως της βασιμότητάς τους ή μη, αλυσιτελώς προβάλλονται, καθόσον στην προκειμένη περίπτωση, με αυτές πλήττεται η προαναφερθείσα πρώτη αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, ήτοι ότι δεν αποδείχθηκε η επανεπένδυση των επίμαχων ομολόγων του ήδη αναιρεσείοντος, ενάγοντος, κατά το ανωτέρω, κρίσιμο, εν προκειμένω, χρονικό διάστημα, ενώ, κατά τα προεκτεθέντα το απορριπτικό της ένδικης αγωγής πόρισμα αυτής στηρίζεται, ισοδυνάμως, πλήρως και επαρκώς στην επάλληλη και, ανεπιτυχώς, κατά τα ανωτέρω, πληγείσα, αιτιολογία της, περί μη απόδειξης της συνδρομής αιτιώδους συνδέσμου, μεταξύ του πλουτισμού της ήδη αναιρεσίβλητης, από τη διακίνηση των χρημάτων του τηρούμενου σ' αυτή τραπεζικού λογαριασμού του ήδη αναιρείοντος, ενάγοντος και της επικαλούμενης, από τον τελευταίο, ζημίας του .

I

ΙΙ. Κατόπιν των ανωτέρω και, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και, να συμψηφιστούν, στο σύνολό τους, τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, καθόσον η ερμηνεία των ανωτέρω κανόνων δικαίου, που εφαρμόστηκαν, στην προκειμένη περίπτωση, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179, 183 και, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 03-06-2020 αίτηση αναίρεσης της 4480/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Συμψηφίζει, στο σύνολό τους, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ