Legislator Case Law & Legislation
798/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on bankruptcy liquidation procedure, ruling bankruptcy court has unlimited jurisdiction over shareholder equity liquidation disputes.

Case Number 798/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by M... Ltd against the Third Instance Court's decision regarding bankruptcy liquidation procedures. The appellant argued the lower court erred in rejecting their supplementary intervention, but the Court clarified that the primary request was rejected as inadmissible rather than legally unfounded. Consequently, the Court held that the bankruptcy court possesses unlimited jurisdiction to resolve all disputes arising from the commencement to the conclusion of bankruptcy proceedings, including those concerning the liquidation of the bankrupt's shares.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576 para. 2 and 559 para. 14 of the Code of Civil Procedure; The bankruptcy court has unlimited jurisdiction to resolve all disputes arising from the commencement to the conclusion of bankruptcy proceedings, including those concerning the liquidation of the bankrupt's shares.

Keywords

AI generated
bankruptcy liquidation shareholder equity unlimited jurisdiction supplementary intervention admissibility of appeal civil procedure code procedural error

Cited Legislation

AI generated
Article 576 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 para. 14 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 para. 1, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 13 of the Bankruptcy Law
Articles 173-193 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 798 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 798/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη, Ελένη Φραγκάκη και Ουρανία Παπαδάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαρτίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "M… Ltd", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλεία Σεϊτανίδου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ζ. Κ., κατοίκου ..., ως συνδίκου της ενώσεως των πιστωτών της πτωχεύσεως του Π. Β. του Ν., η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά της ως δικηγόρου, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "…Α.E" και το δ.τ. "…" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Γιαβή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, 3) τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "…LIMITED" και ήδη "… LIMITED", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Στέλλα Γιαννίκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία, στην ως άνω από 5-3-2020 δήλωση, καθώς και στις κατατεθείσες από 6-3-2020 προτάσεις της, δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας, 4) Ν. Τ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σώλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις και 5) Π. Β. του Ν., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-9-2014 αίτηση της ήδη 1ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 17-4-2015 παρέμβαση της ήδη αναιρεσείουσας, καθώς και με τις προφορικώς ασκηθείσες στο ακροατήριο και διά των προτάσεων παρεμβάσεις των λοιπών αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 430/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4687/2018 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-1-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Γεώργιο Χοϊμέ, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πρώτη των αναιρεσιβλήτων και ο πληρεξούσιος του 4ου αναιρεσιβλήτου ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (6-3-2020), δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο από πληρεξούσιο δικηγόρο, ο πέμπτος αναιρεσίβλητος Π. Ν. Β.. Από την 8551/25-11-2019 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Α. Κ., που προσκομίζει η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει ότι αντίγραφο της υπό κρίση, από 2-1-2019, αίτησης αναιρέσεως, μαζί με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση του εν λόγω αναιρεσιβλήτου κατά την πιο πάνω δικάσιμο, επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στον τελευταίο.

Συνεπώς, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου αυτού, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 739 επ., 769 εδάφ.β', 762 του ίδιου Κώδικα).

Η αναιρεσιβαλλόμενη 4687/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, ερήμην της αναιρεσείουσας, παραδεκτά προσβάλλεται με την ένδικη, από 2-1-2019 και με αύξοντα (ειδικό) αριθμό κατάθεσης 28/14-1-2019, αναίρεση (άρθρο 553 ΚΠολΔ), παρά το ότι δεν προκύπτει ότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας. Και τούτο, διότι από την απευθείας άσκηση αναίρεσης προκύπτει (σιωπηρή) παραίτηση της αναιρεσείουσας από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας. Για την παραίτηση αυτή, για την οποία δεν παρασχέθηκε η απαιτούμενη, κατ' άρθρο 98 περίπτ. β' ΚΠολΔ, ειδική πληρεξουσιότητα, συναίνεσε σιωπηρά η αναιρεσείουσα και έτσι θεραπεύθηκε η έλλειψη, όπως αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι χορηγήθηκε, εκ μέρους της εν λόγω διαδίκου, στη δικηγόρο Βασιλεία Σεϊτανίδου, με το προσκομιζόμενο 6379/10-1-2019 έγγραφο - ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Πειραιά Ελένης Θεοδ. Μπουκουβάλα πληρεξουσιότητα για να καταθέσει και προσδιορίσει την ένδικη αίτηση αναίρεσης και, ακολούθως, να παραστεί και να την εκπροσωπήσει ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά την παρούσα δικάσιμο (πρβλ. ΑΠ 1191/2011, ΑΠ 247/2011, ΑΠ 936/2009).

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΚ) 1346/2000 του Συμβουλίου της 29-5-2000 "περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας" (ο νεότερος όρος "αφερεγγυότητα" χρησιμοποιείται αντί του όρου "πτώχευση"), ο οποίος δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αριθμ. L160 της 30-6-2000 [που άρχισε να ισχύει, κατ' άρθρ. 47 αυτού, από 31-5-2002, και εφαρμόζεται μόνο στις διαδικασίες αφερεγγυότητας που άρχισαν μετά την έναρξη της ισχύος του (άρθρο 43), τον οποίο ακολουθεί πιστά ο νέος, καταργητικός τούτου, Κανονισμός (ΕΕ) 2015/848 του Συμβουλίου της 20-5-2015 και ο οποίος εφαρμόζεται μόνο στις διαδικασίες αφερεγγυότητας που άρχισαν μετά τις 26-6-2017 (άρθρα 84 και 91 του νέου Κανονισμού)], "1.

Εάν ο παρών κανονισμός δεν ορίζει άλλως, δίκαιο εφαρμοστέο στη διαδικασία αφερεγγυότητας και στα αποτελέσματά της είναι το δίκαιο του κράτους μέλους έναρξης της διαδικασίας, κατωτέρω καλουμένου "κράτος έναρξης". 2.Το δίκαιο του κράτους έναρξης ρυθμίζει τις προϋποθέσεις έναρξης, τη διεξαγωγή και την περάτωση της διαδικασίας αφερεγγυότητας.

Βάσει του δικαίου αυτού, ορίζονται συγκεκριμένα: α) οι οφειλέτες που, ως εκ της ιδιότητάς τους, έχουν πτωχευτική ικανότητα, β) η πτωχευτική και η μεταπτωχευτική περιουσία, γ) οι εξουσίες του οφειλέτη και οι εξουσίες του συνδίκου, δ) οι προϋποθέσεις συμψηφισμού, ε) τα αποτελέσματα της διαδικασίας αφερεγγυότητας επί των υφιστάμενων συμβάσεων στις οποίες ο οφειλέτης είναι συμβαλλόμενο μέρος, στ) τα αποτελέσματα της διαδικασίας αφερεγγυότητας επί των ατομικών διώξεων εκ μέρους των πιστωτών, εκτός αν υφίσταται εκκρεμοδικία, ζ) οι πτωχευτικές και οι μεταπτωχευτικές απαιτήσεις, η) οι κανόνες αναγγελίας, εξέλεγξης και τελικής επαλήθευσης των πιστώσεων, θ) οι κανόνες διανομής του προϊόντος της ρευστοποιήσεως των περιουσιακών στοιχείων, η κατάταξη των απαιτήσεων και τα δικαιώματα των πιστωτών, οι οποίοι ικανοποιήθηκαν εν μέρει μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας, βάσει εμπράγματου δικαιώματος ή δια συμψηφισμού, ι) οι προϋποθέσεις και τα αποτελέσματα της περατώσεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας, ιδίως δια πτωχευτικού συμβιβασμού...".

Από τις διατάξεις αυτές, καθώς και από τις λοιπές επιμέρους διατάξεις και ιδίως εκείνων των άρθρων 1, 2, 3, 16, 17, 18, 19, 25, 27 και 28 του ίδιου Κανονισμού που, σύμφωνα με το άρθρο 288 της ΣΛΕΕ (Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης), πρώην άρθρο 249 ΣΕΚ (Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας) και παλαιότερα ΣΕΟΚ (Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας), ως πράξη κοινοτική (που εκδίδεται από τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης), αποτελεί πηγή παράγωγου ευρωπαϊκού δικαίου (της Ευρωπαϊκής Ένωσης), έχει γενική ισχύ από την έκδοση και δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέλη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος, αποτελώντας πλέον μέρος του εφαρμοστέου εσωτερικού δικαίου κάθε κράτους μέλους (ΑΠ 93/2017, ΑΠ 838/2015, ΑΠ 7/2009), προκύπτει ότι εφαρμοστέο δίκαιο στις κύριες ή δευτερεύουσες διαδικασίες αφερεγγυότητας (ως τέτοιες νοούνται, κατ' άρθρ. 2 στοιχ.

α' του Κανονισμού, οι συλλογικές διαδικασίες που εμπίπτουν στο άρθρο 1 παρ. 1 αυτού και που παρατίθενται στο Παράρτημα Α', άρα και η πτώχευση που, μεταξύ των άλλων, περιλαμβάνεται για την Ελλάδα) και στα αποτελέσματά τους είναι το δίκαιο του κράτους μέλους έναρξης της (συλλογικής) διαδικασίας (lex concursus), όπως αναφέρεται, εξάλλου, και στην εικοστή τρίτη αιτιολογική σκέψη του πιο πάνω Κανονισμού (ΔικΕΕ Υπόθεση C-116/2011, απόφαση της 22-11-2012, Bank Handlowy και Adamiak κατά Christianapol).

Έτσι, το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο τείνει να εφαρμόζεται, κατ' αρχήν, σε όλα τα πτωχευτικά ζητήματα, όπως είναι, μεταξύ των άλλων, και οι εξουσίες του συνδίκου και όλα τα διαδικαστικά θέματα, καθώς και στα δικονομικά ζητήματα, ενώ ρητές αποκλίσεις από τον κανόνα αυτόν εισάγονται στα άρθρα 5-15 του Κανονισμού και αφορούν το συμψηφισμό, τα εμπράγματα δικαιώματα, τις συμβάσεις επί ακινήτων, τα συστήματα πληρωμών και τις χρηματαγορές, τις συμβάσεις εργασίας, την πτωχευτική ανάκληση κ.λπ.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 630 παρ. 1 και 666 του Εμπορικού Νόμου, ο οποίος εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση ως εκ του χρόνου κήρυξης της πτώχευσης, κατ' άρθρ. 180 και 182 παρ. 1 και 2 του ν.3588/2007 "Πτωχευτικός Κώδικας", εφεξής "ΠτωχΚ" (ΑΠ 602/2018, ΑΠ 876/2017 1214/2014, ΑΠ 684/2013), προκύπτει ότι, στο στάδιο της ένωσης των πιστωτών της πτώχευσης, η εκποίηση των κινητών πραγμάτων της πτωχευτικής περιουσίας γίνεται από τον σύνδικο που τελεί κάτω από την επιτήρηση του εισηγητή, χωρίς να απαιτείται ειδική άδεια του εισηγητή και απόφαση του δικαστηρίου όπως για τα ακίνητα, όταν αυτά μπορούν να εκποιηθούν (ΑΠ 1241/1991, ΑΠ 277/1990).

Επισημαίνεται ότι ήδη, μετά τις τροποποιήσεις που επέφερε στον ΠτωχΚ ο ν. 4446/2016, η χορήγηση άδειας ή η παροχή έγκρισης του πτωχευτικού δικαστηρίου δεν είναι απαραίτητη ούτε στις περιπτώσεις εκποίησης ακινήτων της πτωχευτικής περιουσίας (άρθρα 147 επ. ΠτωχΚ, όπως η παράγραφος 2 του άρθρου 147 αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 8 παρ.9 του ν. 4446/2016), αλλά ούτε σε περιπτώσεις εκποίησης της επιχείρησης του οφειλέτη, ως συνόλου, με δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό κατ' άρθρο 137 του ίδιου Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε πλέον με το άρθρο 8 παρ.3 του παραπάνω νόμου 4446/2016, ενώ εξακολουθεί να απαιτείται απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου για την εκποίηση της επιχείρησης, ως συνόλου ή και κλάδων αυτής, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 19 ΠτωχΚ (ΑΠ Ολομ. 4/2018).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου...". Ο κανόνας δικαίου, που μπορεί να είναι, όπως προαναφέρθηκε, και του ενωσιακού δικαίου, λ.χ.

οι Κανονισμοί (ΑΠ 838/2015) ή του αλλοδαπού ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1487/2013, ΑΠ 665/2011, ΑΠ 34/2005), υπό την προϋπόθεση, όμως, να έχει προταθεί ο αλλοδαπός κανόνας δικαίου ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, που μπορεί να γίνει σε κάθε στάση της δίκης είτε στον πρώτο είτε στον δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1487/2013, ΑΠ 34/2005), παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 4687/2018 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 44 ΕισΝΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 181 περ. η' του ν.3588/2007, με την επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 182 του ίδιου νόμου, δηλαδή της ισχύος των πριν από τις 16-9-2007 διατάξεων επί των εκκρεμών διαδικασιών, 739 επ.

ΚΠολΔ), αφού παρέθεσε τις οικείες νομικές σκέψεις, απέρριψε, τελικά, την ένδικη αίτηση της συνδίκου, δεχόμενο τα ακόλουθα, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην παρούσα αναιρετική δίκη: [...Στην από 16-9-2014 αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως αυτή (αίτηση) παραδεκτά συμπληρώθηκε και διευκρινίστηκε (άρθρ. 751 του Κ.Πολ.Δικ), εκτίθεται ότι, δυνάμει της με αριθμ. 1444/2003 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο Π.

Β. του Ν. κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως. Ότι η εν λόγω πτώχευση τελεί ήδη στο στάδιο της ένωσης των πιστωτών, η δε αιτούσα, ορίσθηκε ως σύνδικος της ένωσης των πιστωτών της πτώχευσης, δυνάμει της με αριθμ. 1042/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με αποστολή να προβεί στην εκποίηση των κατ' ιδίαν στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας.

Ότι μεταξύ των ως άνω στοιχείων περιλαμβάνονται 12.000 μετοχές της εδρεύουσας στη … αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "M... Ltd" που είχαν εκδοθεί από αυτή στο όνομα του πτωχού και, κατά τον χρόνο κήρυξης της πτώχευσης, ανήκαν κατά κυριότητα στον τελευταίο. Ότι τους έγχαρτους τίτλους των ονομαστικών μετοχών, κατέχει με την προεκτεθείσα ιδιότητά της η αιτούσα από τις 28-1-2014, αφού προηγουμένως τους αποδέσμευσε με απόφαση του Ανώτερου Δικαστηρίου της Αγγλίας (Εμποροδικείου) από διαταγές προσωρινών δεσμευτικών μέτρων και τους κατέθεσε προς φύλαξη και για λογαριασμό της πτώχευσης, από το υπ/μα της Ε… στο … που τους κατείχε μέχρι τότε ως θεματοφύλακας, σε τραπεζικό ίδρυμα στην …, με βάση σχετική προς τούτο άδεια της Εισηγήτριας της πτώχευσης.

Ότι η τρέχουσα εμπορική αξία των προαναφερόμενων ονομαστικών μετοχών, οι οποίες αντιστοιχούν σε συμμετοχή 8% στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας "M... Ltd", ανέρχεται στο ποσό των 84.278.297 ευρώ, όπως η αξία αυτή έχει εκτιμηθεί και περιγράφεται στην από μηνός Φεβρουαρίου του έτους 2013 μελέτη (έκθεση εκτίμησης) του οικονομικού συμβούλου-πραγματογνώμονα Κ.

Σ., ο οποίος διορίσθηκε ως πραγματογνώμονας με την ως άνω εντολή εκτίμησης από τον τότε Εισηγητή της πτώχευσης. Ότι από τη ρευστοποίηση - εκποίηση του ως άνω περιουσιακού στοιχείου του πτωχού θα ικανοποιηθούν όλοι οι επαληθευθέντες, μέχρι τον χρόνο άσκησης της ένδικης αίτησης, πτωχευτικοί πιστωτές που τελούν σε ένωση και, ως εκ τούτου, συντρέχει ανάγκη για την εκποίηση των μετοχών αυτών.

Ότι πριν από την ένωση των πιστωτών της πτώχευσης δεν άρχισε, με επιμέλεια των προνομιούχων ή ενυπόθηκων πιστωτών, αναγκαστική εκτέλεση των προς εκποίηση κινητών πραγμάτων και δη των 12.000 ονομαστικών μετοχών που εκδόθηκαν από την εταιρεία "M... Ltd" και ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία και, ως εκ τούτου, μόνο η ίδια η αιτούσα νομιμοποιείται, ως σύνδικος της ένωσης των πιστωτών της πτώχευσης, να προβεί στην εκποίηση (πώληση) αυτών και ότι, ναι μεν για την εκποίηση της πτωχευτικής περιουσίας κατά το στάδιο της ένωσης των πιστωτών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 630 του ΕμπΝ που τυγχάνει εφαρμογής ως εκ του χρόνου κήρυξης της πτώχευσης, δεν απαιτείται άδεια του πτωχευτικού δικαστηρίου, δεν απαγορεύεται όμως και το αντίθετο, το οποίο μάλιστα επιβάλλεται στην προκείμενη περίπτωση, λόγω της μεγάλης αξίας των προς εκποίηση μετοχών και προς άρση της αμφισβήτησης περί της εφαρμογής ή μη, κατά τη διαδικασία εκποίησης, των αναφερόμενων στην αίτηση διατάξεων του καταστατικού της εκδότριας των μετοχών αλλοδαπής εταιρείας που αποτελεί εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δια μετοχών, οι οποίες (διατάξεις) για τη μεταβίβαση των μετοχών, ακόμα και σε περίπτωση πτώχευσης μετόχου, προβλέπουν δικαίωμα προτίμησης των λοιπών μετόχων στην απόκτηση των μετοχών και δικαίωμα άρνησης χορήγησης άδειας - έγκρισης εκ μέρους του διοικητικού της συμβουλίου να εγγράψει τον αποκτώντα τις μετοχές στο βιβλίο μετόχων, επί μη τήρησης των όρων αυτών, αλλά και προς αποτροπή του κίνδυνου αποθάρρυνσης των υποψήφιων αγοραστών - υπερθεματιστών να συμμετάσχουν στην εκποίηση των μετοχών, λόγω των δικαιωμάτων προτίμησης των λοιπών μελών της που προβλέπει το καταστατικό της αλλοδαπής εταιρείας για την περίπτωση πτώχευσης κάποιου μέλους της, μολονότι οι διατάξεις του καταστατικού της ως άνω ιδιωτικής εταιρείας δεν κατισχύουν των περί πτωχεύσεως διατάξεων που είναι αναγκαστικού δικαίου λόγω του γενικότερου σκοπού που υπαγόρευσε τη θέσπισή τους.

Με βάση το ιστορικό αυτό, η αιτούσα ζήτησε, έχοντας λάβει προς τούτο και την άδεια της Εισηγήτριας της προκείμενης πτώχευσης, να της χορηγηθεί η άδεια να προβεί, με την προεκτεθείσα ιδιότητά της, στην εκποίηση των ως άνω μετοχών με ιδιωτικό πλειστηριασμό ενώπιον της Εισηγήτριας της πτώχευσης, με τίμημα όχι κατώτερο των 84.278.297 ευρώ που θα ορισθεί ως τιμή πρώτης προσφοράς, άλλως με τίμημα που θα καθορισθεί κατ' εύλογη κρίση του πτωχευτικού δικαστηρίου, διαφορετικά και επικουρικά, να της χορηγηθεί η άδεια να προβεί, με την προεκτεθείσα ιδιότητά της, στην εκποίηση των ως άνω μετοχών με βάση τη διαδικασία που προβλέπει το καταστατικό της εταιρείας με την επωνυμία "M...

Ltd" που τις εξέδωσε, τηρώντας τα δικαιώματα προτίμησης των λοιπών μελών, με τίμημα όχι κατώτερο των 84.278.297 ευρώ, άλλως με τίμημα που θα καθορισθεί κατ' εύλογη κρίση του πτωχευτικού δικαστηρίου... Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, αφού συνεκδίκασε, αντιμωλία των διαδίκων, την ως άνω αίτηση, α) με την ασκηθείσα με αυτοτελές δικόγραφο από 17-4-2015 κύρια και πρόσθετη παρέμβαση που άσκησε η εταιρεία με την επωνυμία "M...

Ltd" κατά και υπέρ της συνδίκου της ένωσης των πιστωτών της πτώχευσης, με την οποία ζητούσε την απόρριψη του κύριου αιτήματος της ένδικης αίτησης και την παραδοχή του επικουρικού αιτήματος αυτής, αντίστοιχα, β) με τις πρόσθετες παρεμβάσεις υπέρ της ως άνω συνδίκου που άσκησαν προφορικά στο ακροατήριο, η εδρεύουσα στην ...

και νόμιμα εκπροσωπούμενη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "…ΑΕ" και τον διακριτικό τίτλο "…", η εδρεύουσα στο … και νόμιμα εκπροσωπούμενη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "… LIMITED" και ο Ν. Τ., με τις οποίες ζητούσαν την παραδοχή της ένδικης αίτησης και γ) με την κύρια και επικουρικά πρόσθετη παρέμβαση, κατά και υπέρ της ως άνω συνδίκου, αντίστοιχα, που άσκησε ο πτωχός Π.

Β. του Ν., με την οποία ζητούσε την απόρριψη του κύριου αιτήματος της ένδικης αίτησης και την παραδοχή νέου αυτοτελούς αιτήματος και επικουρικά την παραδοχή του επικουρικού αιτήματος της ένδικης αίτησης, απέρριψε ως μη νόμιμη την ένδικη αίτηση της συνδίκου, απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την πρόσθετη, υπέρ της συνδίκου, παρέμβαση που άσκησε η εταιρεία με την επωνυμία "M...

Ltd", απέρριψε και κατά τα δύο σκέλη της την παρέμβαση που άσκησε ο πτωχός και δη, κατά μεν το κύριο αυτής σκέλος (κύρια παρέμβαση), ως απαραδέκτως ασκηθείσα, κατά δε το επικουρικό αυτής σκέλος (πρόσθετη παρέμβαση), ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, απέρριψε ως αβάσιμες κατ' ουσίαν τις λοιπές πρόσθετες, υπέρ της συνδίκου, παρεμβάσεις και δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την κύρια παρέμβαση που άσκησε η εταιρεία με την επωνυμία "M… Ltd".

Κατά της προαναφερόμενης απόφασης και κατά τα κεφάλαια (διατάξεις) αυτής με τα οποία απορρίφθηκε η ένδικη αίτηση, καθώς και η πρόσθετη παρέμβαση που άσκησε υπέρ της αιτούσας συνδίκου η εταιρεία με την επωνυμία "M… Ltd", παραπονούνται τώρα οι εκκαλούσες και ζητούν, για τους λόγους που αναφέρονται στις υπό κρίση εφέσεις τους, οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, η μεν υπό στοιχ.

Α εκκαλούσα, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη με σκοπό να γίνει δεκτή καθ' ολοκληρίαν η από 16-9-2014 ένδικη αίτησή της και να απορριφθεί η ασκηθείσα με αυτοτελές δικόγραφο, στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας δίκης, παρέμβαση (κύρια και πρόσθετη) που άσκησε η αντίδικός της εφεσίβλητη, η δε υπό στοιχ. Β εκκαλούσα, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη με σκοπό να γίνει δεκτή η ασκηθείσα υπέρ της συνδίκου πρόσθετη παρέμβασή της...

Με βάση τις προαναφερόμενες νομικές παραδοχές, η ένδικη αίτηση κρίνεται απορριπτέα ως μη νόμιμη, τόσο ως προς το κύριο, όσο και ως προς το επικουρικό αυτής αίτημα. Και τούτο, διότι, κατά το στάδιο της ένωσης των πιστωτών της πτώχευσης, η εκποίηση των κινητών πραγμάτων της πτωχευτικής περιουσίας, όπως εν προκειμένω είναι και οι επίμαχες ονομαστικές μετοχές που ανήκουν κατά κυριότητα στον πτωχό και βρίσκονται επί ελληνικού εδάφους, γίνεται από τον σύνδικο της πτώχευσης που ασκεί δημόσια εξουσία και εν προκειμένω από την αιτούσα, η οποία, υπό την επιτήρηση του εισηγητή, ως έχουσα την εξουσία διάθεσης αυτών, είναι αρμόδια να επιλέξει τον προσφορότερο τρόπο εκποίησής (ρευστοποίησής) τους, εφαρμόζοντας το ελληνικό δίκαιο (άρθρ. 4 παρ. 1, 2 και 16 παρ. 1 ΚΑΝ 1346/2000), χωρίς να απαιτείται προς τούτο ειδική άδεια του εισηγητή ή απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου, του τελευταίου επιλαμβανόμενου μόνο στην περίπτωση άσκησης αντιρρήσεων κατά της γενόμενης διαδικασίας εκποίησης, λαμβανομένου περαιτέρω υπόψη και του ότι δεν προκύπτει από οποιαδήποτε διάταξη του ΕμπΝ η ανάγκη χορήγησης άδειας του πτωχευτικού δικαστηρίου ή η παροχή της έγκρισής του για την εκποίηση των κινητών, ενόψει και της ανάγκης της ταχείας περάτωσης της πτωχευτικής εκκαθάρισης.

Και ναι μεν το πτωχευτικό δικαστήριο ασκεί την ανώτατη εποπτεία στις εργασίες της πτώχευσης και επιλαμβάνεται της εκδίκασης των πτωχευτικών υποθέσεων, μόνο όμως εκείνων οι οποίες από το νόμο ρητά υπάγονται σ' αυτό και δεν παρεμβαίνει, προκειμένου να επιλύσει κάθε ζήτημα που αναφύεται κατά τη διάρκεια των εργασιών της πτώχευσης, ούτε προκειμένου να καθοδηγήσει τον σύνδικο, προς επίτευξη ασφάλειας δικαίου, περί της ακολουθητέας διαδικασίας και του τρόπου εκποίησης των κινητών στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αιτούσα με την ένδικη αίτηση αλλά και με την υπό κρίση έφεσή της, καθότι έτσι μεταπίπτει σε γνωμοδοτικό ή συμβουλευτικό όργανο της πτώχευσης, εξουσία η οποία δεν του παρέχεται από το νόμο, η άσκηση της οποίας έχει ανατεθεί σε άλλες δημόσιες αρχές και για ορισμένο μόνο κύκλο θεμάτων.

Εξάλλου, οι ονομαστικές μετοχές εταιρείας, όπως είναι εν προκειμένω και οι επίμαχες, δεν αποτελούν "ειδικά περιουσιακά στοιχεία" κατ' άρθρο 1022 επ. του Κ.Πολ.Δικ., αλλά έχουν τον χαρακτήρα ενσώματου κινητού πράγματος και είναι δεκτικές κατάσχεσης (επί του τίτλου εις χείρας του οφειλέτη ή τρίτου), σύμφωνα με τις κοινές διατάξεις των άρθρων 953 επ.

του Κ.Πολ.Δικ. σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 1818/1951 το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 1 παρ. 1 περ. 2 του ν.δ/τος 3330/1955.

Συνεπώς και εκ του λόγου τούτου, για την εκποίησή τους, δεν απαιτείται άδεια του δικαστηρίου κατά τις διατάξεις των άρθρων 1022 επ. του Κ.Πολ.Δικ., οι οποίες, σε κάθε περίπτωση, δεν μπορούν να τύχουν ανάλογης εφαρμογής στη συλλογική διαδικασία της πτώχευσης, η οποία κινείται και κατευθύνεται από τον σύνδικο, υπό την εποπτεία του εισηγητή, καθότι δεν προσιδιάζουν στη φύση αυτής (πτώχευσης), καθώς και στην ανάγκη της ταχείας περάτωσής της.

Με βάση δε τα προαναφερόμενα, απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν κρίνεται η ασκηθείσα με αυτοτελές δικόγραφο από την εταιρεία "M… Ltd" και στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας δίκης από 17-4-2015 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της συνδίκου της ένωσης των πιστωτών της πτώχευσης, με την οποία ζητούσε την παραδοχή του επικουρικού αιτήματος της ένδικης αίτησης, γενόμενης δεκτής ως βάσιμης κατ' ουσίαν της ασκηθείσας από την ίδια από 17-4-2015 κύριας παρέμβασης, με την οποία ζητούσε την απόρριψη του κύριου αιτήματος της ένδικης αίτησης.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του κατέληξε στην ίδια κρίση..., ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τις εκκαλούσες, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, οι υπό κρίση από 10-10-2017 και από 3-8-2016 εφέσεις, καθώς και οι ασκηθείσες προφορικά ενώπιον του ακροατηρίου του Δικαστηρίου τούτου πρόσθετες παρεμβάσεις υπέρ της παραδοχής της από 10-10-2017 έφεσης, κρίνονται αβάσιμες στην ουσία τους και απορριπτέες στο σύνολό τους...].

Κρίνοντας, έτσι, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις διατάξεις, ουσιαστικού δικαίου, του ελληνικού δικαίου που έχουν προπαρατεθεί και που ήταν εφαρμοστέες στην προκείμενη υπόθεση, αφού το κράτος μέλος έναρξης της επίδικης (συλλογικής) διαδικασίας (lex concursus) είναι η Ελλάδα, καθώς και εκείνες του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΚ) 1346/2000, και ορθά δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του κυπριακού δικαίου, ήτοι των άρθρων 29 (σε συνδυασμό με τα άρθρα 26-38 του καταστατικού της αναιρεσείουσας), 30, 71 και 73 του κεφαλαίου 113 του ΚυπρΕΝ ("Περί Εταιριών Νόμων" για τις εταιρείες περιορισμένης ευθύνης που ισχύει από 21-7-1951) και 49 παρ.1-4 του κεφαλαίου 5 "Περί Πτωχεύσεως Νόμου", οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες, σύμφωνα και με όσα έχουν αναπτυχθεί στη μείζονα σκέψη της παρούσας.

Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη τη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 18 του πιο πάνω Κανονισμού, κατά την οποία "κατά την άσκηση των εξουσιών του, ο σύνδικος τηρεί το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο προτίθεται να ενεργήσει, και δη τις διαδικασίες ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων...", επιχειρεί να θεμελιώσει ισχυρισμό για το ότι ο σύνδικος επιλέγει μεν τη μορφή ρευστοποίησης που του υποδεικνύει το δίκαιο του κράτους έναρξης, πλην όμως οφείλει να τηρήσει τη διαδικασία ρευστοποίησης που προβλέπει το δίκαιο του κράτους μέλους μέσα στο οποίο βρίσκονται τα προς ρευστοποίηση περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη και, πάντως, μέσα στο οποίο θα ασκηθούν τα δικαιώματα από τα ρευστοποιούμενα περιουσιακά στοιχεία και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να εκποιήσει περιουσιακά στοιχεία του πτωχού με διαδικασίες ή μέσα που προσκρούουν σε αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του κράτους μέλους, όπου βρίσκονται τα περιουσιακά στοιχεία που πρόκειται να εκποιηθούν, παραθέτοντας τις παραπάνω διατάξεις του κυπριακού δικαίου.

Ο θεμελιωτικός, όμως, του λόγου τούτου ισχυρισμός στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον, ναι μεν ο τρόπος εκποίησης των περιουσιακών στοιχείων καθορίζεται από το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο ο σύνδικος θα ενεργήσει, πλην, όμως, στην εξεταζόμενη περίπτωση, το προς εκποίηση κινητό περιουσιακό στοιχείο (δηλαδή οι 12.000 ονομαστικές μετοχές που ανήκουν, κατά κυριότητα, στον πτωχό - πέμπτο των αναιρεσιβλήτων και που έχουν εκδοθεί, στο όνομα του τελευταίου, από την αναιρεσείουσα), βρίσκεται στην Ελλάδα, ήτοι στο κράτος έναρξης της σχετικής διαδικασίας.

Το γεγονός, εξάλλου, ότι, κατά την αναιρεσείουσα, με την οριζόμενη στο κυπριακό δίκαιο και στις διατάξεις του καταστατικού της διαδικασία (για τη μεταβίβαση μετοχών και την πτώχευση), προβλέπεται διαφορετική και με περιορισμούς ρύθμιση επιμέρους θεμάτων, όπως αυτά διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, η οποία και δεν θα τηρηθεί από τη σύνδικο κατά την εκποίηση - μεταβίβαση των επίμαχων μετοχών, αφού θα εφαρμοστεί το ελληνικό δίκαιο, είναι άλλο ζήτημα που δεν ασκεί έννομη επιρροή, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν προηγουμένως, και δεν επηρεάζει τη διαδικασία της πτώχευσης.

Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ), αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος.

Αντίθετα, το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής, ως προς την έκθεση σε αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία (ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής), εκτιμά κυριαρχικά το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται, κατά τούτο, η απόφασή του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν αυτό έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν διαλαμβάνονται σε αυτή και που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του για τη νομική βασιμότητά της ή, αντίθετα, έκρινε αόριστη την αγωγή, επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, αν και περιλαμβάνονταν σε αυτή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης (ΑΠ 1399/2019, ΑΠ 496/2016, ΑΠ 853/2014, ΑΠ 314/2004).

Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο και μόνο, ήτοι εκείνες τις ακυρότητες (δικονομικές), κατά την έννοια των άρθρων 159-161 ΚΠολΔ, που αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, οι οποίες απαγγέλλονται για παράβαση διατάξεων που ρυθμίζουν τη διαδικασία και κυρίως τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων (ΑΠ 1399/2019, ΑΠ 315/2013, ΑΠ 17/2000).

Ο ίδιος λόγος είναι αόριστος (άρθρα 118 εδάφ. 4, 566 παρ. 1 και 577 ΚΠολΔ), αν στο αναιρετήριο δεν ιστορείται ότι το απαράδεκτο προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 1399/2019, ΑΠ 2274/2014). Στην παρούσα περίπτωση, με τον δεύτερο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, κατά παράβαση των αναγραφόμενων στο αναιρετήριο άρθρων του ΕμπΝ και του αν.ν. 635/1937, απέρριψε την ένδικη αίτηση της συνδίκου, κατά το επικουρικό αίτημά της, ως απαράδεκτη και, συνακόλουθα, την πρόσθετη, υπέρ αυτής, παρέμβαση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως, και, έτσι, υπέπεσε στην πλημμέλεια που προβλέπεται από το εδάφιο 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το πτωχευτικό δικαστήριο, παρά την αντίθετη παραδοχή της πληττόμενης απόφασης, έχει απεριόριστη εξουσία επίλυσης κάθε διαφοράς που ανακύπτει από την έναρξη και μέχρι το πέρας της πτώχευσης, άρα και της επίδικης διαφοράς ως προς τη διαδικασία ρευστοποίησης των μετοχών που ανήκουν στον πτωχό - πέμπτο των αναιρεσιβλήτων.

Με τέτοιο περιεχόμενο ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το επικουρικό αίτημα της αίτησης απορρίφθηκε τάχα ως απαράδεκτο, ενώ από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αυτό κρίθηκε απορριπτέο ως μη νόμιμο (πρβλ. ΑΠ 776/2007) και, κατά λογική αναγκαιότητα, απορρίφθηκε και η πρόσθετη, υπέρ της αιτούσας - συνδίκου, παρέμβαση της αναιρεσείουσας.

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει). Τέλος, η αναιρεσείουσα που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παριστάμενων πρώτης, δεύτερης, τρίτης και τέταρτου των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους, που οι πρώτος, δεύτερη και τρίτη υπέβαλαν με τις προτάσεις τους και ο τέταρτος (που δεν κατέθεσε προτάσεις) με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του στο ακροατήριο που καταχωρίστηκε στα πρακτικά (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό, ενώ δεν γίνεται λόγος για δικαστικά έξοδα ως προς τον πέμπτο των αναιρεσιβλήτων, αφού ερημοδίκησε και δεν υποβλήθηκε σε δικαστική δαπάνη, ούτε, βέβαια, υπέβαλε σχετικό αίτημα. Σημειώνεται ότι, αφού πρόκειται για μη γνήσια υπόθεση εκούσιας δικαιοδοσίας, όπου υπάρχει αντιδικία, το ζήτημα των δικαστικών εξόδων ρυθμίζεται κατά τις γενικές διατάξεις των άρθρων 173-193 ΚΠολΔ, με βάση την αρχή της ήττας, και όχι κατά τη γενική αρχή του πτωχευτικού δικαίου (βλ. ήδη άρθρ. 13 ΠτωχΚ), κατά την οποία στις πτωχευτικές δίκες τα έξοδα επιβάλλονται πάντοτε σε βάρος της πτωχευτικής περιουσίας, αν ενεργήθηκαν προς το συμφέρον της, που προϋποθέτει γνήσια υπόθεση εκούσιας δικαιοδοσίας (ΑΠ 602/2018).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2 Ιανουαρίου 2019 και με αύξοντα (ειδικό) αριθμό κατάθεσης 28/14-1-2019 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "M… Ltd" για αναίρεση της 4687/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο.

ΚΑΙ

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παριστάμενων πρώτης, δεύτερης, τρίτης και τέταρτου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για καθεμία από τις τρεις πρώτες και σε χίλια οκτακόσια ευρώ (1.800) ευρώ για τον τέταρτο αναιρεσίβλητο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ