Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to failure to file against primary court decisions and procedural defects.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Third Instance Court and primary court judgments. The appellant failed to file the appeal against the primary court decisions in the relevant court registry, rendering them inadmissible. Furthermore, the court rejected arguments regarding the proportionality principle and the assessment of damages, stating that such determinations fall within the substantive court's discretion and are not subject to cassation review unless extreme limits are exceeded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561, 576 of the Code of Civil Procedure; The cassation request is inadmissible if not filed against the primary court decisions in the proper registry, and arguments challenging the proportionality principle or the assessment of damages are inadmissible as they do not constitute a violation of substantive law or an abuse of discretion.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 776 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 776/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων: 1. ....., 2. ...., κατοίκου ομοίως, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και 3. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ALLIANZ AEΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Κοπακάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4 Φεβρουαρίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30.827/2003 εν μέρει οριστική και 26.740/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 573/2006 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20 Ιουνίου 2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όλοι πλην των 1ου και 2ης εκ των αναιρεσίβλητων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αχιλλέας Νταφούλης, ανέγνωσε την από 14 Φεβρουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις προσκομιζόμενες με επίκληση 3249 και 3248/5-1-2007 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης ..... αποδεικνύεται, ότι πιστό αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση στη σημερινή δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πρώτο και στη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων ....και .... Ομως αυτοί δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με την σειρά της από το οικείο πινάκιο και δεν παραστάθηκαν με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Συνεπώς η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔικ.).
ΙΙ. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πλήττει και τις αποφάσεις του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με αριθμούς 30827/2003 και 26740/2004, χωρίς να προκύπτει, ότι το ένδικο αυτό μέσο αναίρεσης έχει κατατεθεί και στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου μονομελούς πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης, ως προς τις αποφάσεις αυτές του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
ΙΙΙ.- Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ν. ΓπΝ/1911, 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι αναγκαία προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση σε σύγκρουση αυτοκινήτων είναι η υπαιτιότητα του οδηγού που προκάλεσε τη ζημία, καθώς και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του οδηγού αυτού και της σύγκρουσης από την οποία προκλήθηκαν οι ζημίες.
Τέτοιος σύνδεσμος πρόσφορος για την επέλευση του αποτελέσματος υπάρχει όταν η σχετική πράξη ή παράλειψη του ζημιώσαντος ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να προκαλέσει τη ζημία. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.
Όμως η κρίση για το αν τα πραγματικά περιστατικά που κυριαρχικά διαπίστωσε το δικαστήριο της ουσίας επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του αποτελέσματος που επήλθε υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Περαιτέρω, η ύπαρξη της υπαιτιότητας ή της συνυπαιτιότητας, καθώς και ο βαθμός πταίσματος των υπαίτιων οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, δεν αναιρούνται από μόνο το γεγονός ότι ένας από τους οδηγούς αυτούς παραβίασε τις διατάξεις του ΚΟΚ, αφού μόνη η παραβίαση των διατάξεων αυτού από τους οδηγούς δεν θεμελιώνει αυτή καθαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος.
Αποτελεί απλά στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παράβασης και του αποτελέσματος που επήλθε. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό τους κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης.
Ο λόγος άρα δεν ιδρύεται, όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στην αιτιολόγηση απλά του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε ανέλεγκτα τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά, ύστερα από εκτίμηση των αποδείξεων:
Στις 13-9-2001 και περί ώρα 22.20΄ ο ενάγων (αναιρεσείων) οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ..... δίκυκλο μοτοποδήλατό του, φορώντας κράνος, κινιόταν στην οδό ...., με κατεύθυνση, από ...... προς την κεντρική πλατεία της ..... Την ίδια ώρα, ο πρώτος εναγόμενος (αναιρεσίβλητος) οδηγώντας το .... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που ανήκε στην κυριότητα της δεύτερης εναγομένης (αναιρεσίβλητης), η οποία τον είχε προστήσει στην οδήγηση, και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων ζημίες στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία (αναιρεσίβλητη), κινιόταν επί της οδού .....
με κατεύθυνση προς την οδό ..... Οι δύο ως άνω οδοί .....και ..... διασταυρώνονται, υπάρχουν δε επί της οδού ..... στη διασταύρωσή της με την οδό ..... πινακίδες Ρ-2 (STOP) και Ρ-27 (απαγορεύεται η αριστερή στροφή). Όταν ο πρώτος εναγόμενος έφτασε στην ανωτέρω διασταύρωση, σκοπεύοντας να διασχίσει την οδό ..... παρά την ύπαρξη της πινακίδας με την υποχρεωτική στάση (STOP) δεν διέκοψε την ταχύτητά του προκειμένου να ελέγξει εάν μπορεί να διαβεί την οδό .....
χωρίς πρόβλημα, αλλά συνέχισε την πορεία, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία του μοτοποδηλάτου του ενάγοντος διακόπτοντας την ομαλή του πορεία, με συνέπεια να επιπέσει το μοτοποδήλατο αυτό με την εμπρόσθια επιφάνειά του στον πίσω αριστερό τροχό του ΙΧΕ αυτοκινήτου και στην πίσω αριστερή του πόρτα.
Αποτέλεσμα της ανωτέρω συγκρούσεως ήταν, εκτός των υλικών ζημιών του μοτοποδηλάτου, και η σωματική βλάβη του ενάγοντος, ο οποίος από τη σύγκρουση, μαζί με τη συνεπιβαίνουσα συνοδηγό του έπεσαν στο κράσπεδο και τραυματίστηκαν. Υπαίτιος του ανωτέρω ατυχήματος είναι ο πρώτος εναγόμενος, που παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 12, 4 παρ. 3 και 26 του ΚΟΚ, γιατί οδηγούσε χωρίς σύνεση και προσοχή και δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, έτσι δεν διέκοψε την πορεία του για να παραχωρήσει την προτεραιότητα στο όχημα του ενάγοντος.
Ο ενάγων δεν βαρύνεται με κάποιο πλημμέλημα στην οδήγηση, αφού κινιόταν κανονικά επί της οδού ...., οδό με προτεραιότητα σε σχέση με αυτήν που κινιόταν ο πρώτος εναγόμενος, με κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα, φορώντας κράνος, αιφνιδιάστηκε δε από την ξαφνική είσοδο επί του κόμβου του οχήματος του πρώτου εναγομένου και δεν μπόρεσε να κάνει κάποιο αποφευκτικό ελιγμό.
Επομένως η σχετική ένσταση των εναγομένων περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος, στο ένδικο ατύχημα πρέπει ν'απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ο ενάγων, όπως προαναφέρθηκε, έπεσε στο κράσπεδο και τραυματίστηκε, όπως και η συνεπιβαίνουσα, μετά το ατύχημα μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο "Γ. Παπανικολάου" όπου νοσηλεύθηκε από 13.9.2001 μέχρι 10.10.2001, όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση (αιμορραγία στο θάλαμο) και θλάση εγκεφάλου.
Εισήχθη στη μονάδα εντατικής θεραπείας (Μ.Ε.Θ.), υποβλήθηκε σε διασωλήνωση, σε αξονική τομογραφία, που έδειξε αιμορραγία στην περιοχή του θαλάμου και του τοποθετήθηκε στο χειρουργείο καθετήρας για την παρακολούθηση της ενδοκράνιας πίεσης. Η πορεία του στην Μ.Ε.Θ. χαρακτηρίστηκε α) από βαριά νευρολογική εικόνα κατά τις πρώτες ημέρες:
κώμα, στελεχιαίες αντιδράσεις, επεισόδια δυσαντομίας (υπερπυρεξία, ταχυκαρδία, ταχύπνοια) και ενδοκράνια υπέρταση, για την οποία χρειάστηκε να τεθεί σε βαρβιτουρικά επί τριήμερο, β) εμφάνιση αναπνευστικής λοίμωξης και σηψαιμίας, που αντιμετωπίστηκαν με κατευθυνόμενη αντιβιοτική αγωγή. Τελικά η νευρολογική του εικόνα και η γενική του κατάσταση βελτιώθηκαν βαθμιαία και την 4.10.2001 εξήλθε από την Μ.Ε.Θ.
με σταθερά ζωτικά σημεία και πλήρη επαφή με το περιβάλλον, κινητικότητα ικανοποιητική κατά την αριστερή του πλευρά ενώ υπολειπόταν δεξιά. Στη συνέχεια μετά την έξοδό του από την ΜΕΘ νοσηλεύθηκε στην νευροχειρουργική κλινική του ανωτέρω νοσοκομείου δηλαδή για έξι (6) ημέρες, όπου και εμφάνισε κατά το διάστημα αυτό βαριά αναπνευστική λοίμωξη μετά σηψαιμίας μέχρι την 10.10.2001 οπότε και εξήλθε με αποιδηματική αγωγή, παρουσιάζοντας όμως υπολειμματική δεξιά συνδρομή και ήπιες διαταραχές μετά τραυματικού ψυχοσυνδρόμου.
Είναι σε συνεχή παρακολούθηση και η κατάστασή του βελτιώνεται προοδευτικά. Κατά την έξοδό του από το νοσοκομείο παρουσίαζε υπολειμματική τετραπυραμιδική συνδρομή, κυρίως δεξιά σύνδρομο ημιαταξίας ημιπάρεσης και εκδηλώσεις μετατραυματικού οργανικού ψυχοσυνδρόμου (διαταραχή του λόγου με μείωση της ποσότητας αυτού, δυσφασία κατονομαστικού τύπου και κινητική αφασική διαταραχή προσανατολισμού σε χρόνο και τόπο, σοβαρό βραδυψυχισμό, διαταραχή μνήμης και διαταραχή της συμπεριφοράς με επιθετικότητα ή αρνητισμό).
Επίσης μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο τέθηκε σε καθημερινό πρόγραμμα αποκατάστασης με κινησιοθεραπείες στο σπίτι. Εξάλλου, με την .... Γνωμάτευση τη Α΄/βαθμιας υγειονομικής επιτροπής Θεσσαλονίκης κρίθηκε ανίκανος σε ποσοστό άνω των 67% και έλαβε επίδομα ειδικών συνθηκών για ένα χρόνο. Όπως αναφέρεται στην ....
έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ιατρού νευροχειρούργου ..... ο οποίος διορίσθηκε με την 30827/2003 απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και εξέτασε τον παθόντα ενάγοντα στις 23.12.2004, αυτός εξαιτίας της βαριάς κρανιοεγκεφαλικής κακώσεως με αιμορραγική θλάση εγκεφάλου που υπέστη από το ατύχημα και των ανωτέρω αναφερομένων συμπτωμάτων, αλλά και των συνεπειών αυτής (ΚΕΚ), δηλαδή του μετατραυματικού οργανικού ψυχοσύνδρομου με διαταραχές των ανωτέρω εγκεφαλικών λειτουργιών, της δυσχέρειας εκτελέσεως λεπτών εκουσίων κινήσεων με το δεξιό χέρι, της δυσχέρειας γραφής, της διαταραχής στάσης και βάδισης και της σημαντικής δυσχέρειας στην τροχάδην κίνηση, λόγω του ότι οι ανωτέρω περιγραφείσες λειτουργικές διαταραχές είναι μόνιμες, κατέστη ολικά ανίκανος για κάθε είδους εργασία.
Ειδικότερα το δεξιό του χέρι και πόδι, όπως αναφέρει ο ανωτέρω πραγματογνώμονας, εμφανίζουν μόνιμες πλέον λειτουργικές διαταραχές τόσο από άποψη κινητικότητας, όσο και από άποψη αισθητικότητας. Όσον αφορά την νοητική του λειτουργία αναφέρει ότι είναι επαρκής για την εκτέλεση των βασικών λειτουργιών περιορίζεται όμως λόγω της διαταραχής συγκέντρωσης, προσοχής, ομιλίας και μνήμης.
Τέλος, σε συνδυασμό και με τ' ανωτέρω, αναφέρει ότι λόγω των ανωτέρω διαταραχών που είναι μόνιμες στον ενάγοντα για το επίδικο χρονικό διάστημα από Ιανουάριο 2003 έως 12.12.2020 δεν θα μπορεί ν' ασκήσει το επάγγελμα, που επρόκειτο ν' ασκήσει, λόγω υπάρξεως οικογενειακής επιχειρήσεως, του εμπόρου αυτοκινήτων. Εξάλλου, οι εναγόμενοι προσκομίζουν και την από 20.5.2004 ιατρική έκθεση του ιατρού νευροχειρούργου ...., ο οποίος εξέτασε τον ενάγοντα στις 20.5.2004, στην οποία συμπερασματικά αναφέρεται ότι κατά την ημέρα της εξετάσεώς του, "παρουσιάζει υπολειμματική βλάβη κινητικού μηχανισμού που λειτουργικά του προκαλεί δυσχέρεια λεπτών κινήσεων στο δεξιό άνω άκρο, αδυναμία τρεξίματος και τρόμο" στο κάτω άκρο μετά από κόπωση.
Μπορεί να γράψει με το αριστερό χέρι, διαπιστώνεται επίσης ήπια δυσαρθρία η οποία δεν του αποκλείει από κάθε συνομιλία που ενδεχομένως να μπορεί να διορθωθεί με λογοθεραπεία. Το μετατραυματικό σύνδρομο βρίσκεται σε ύφεση καθώς απουσιάζουν συμπτώματα όπως ο πονοκέφαλος, η δυσκολία προσοχής και οι σοβαρές διαταραχές της προσωπικότητας.
Οι πνευματικές του λειτουργίες είναι ακέραιες". Όπως γίνεται φανερό, οι δύο πραγματογνώμονες, διαφέρουν σε ορισμένα βασικά τους συμπεράσματα, ιδίως στη δυνατότητα γραφής, στην πνευματική λειτουργία και αντίληψη στην δυσαρθρία, η οποία κατά τον ..... μπορεί να διορθωθεί με λογοθεραπεία. Σύμφωνα δε με όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν, ο ενάγων που κατά τον χρόνο του ατυχήματος (13.9.2001) πήγαινε στην τρίτη τάξη του λυκείου, την οποία και τελείωσε τον Ιούνιο του 2002, εξαιτίας του ατυχήματος και της βαριάς κρανιοεγκεφαλικής κακώσεως, παρουσιάζει υπολειμματική δεξιά συνδρομή που σημαίνει ότι τόσο το δεξί του χέρι, όσο και το δεξί του πόδι παρουσιάζουν λειτουργικές διαταραχές με αποτέλεσμα να μην μπορεί να εκτελέσει λεπτές εκούσιες κινήσεις, να υπάρχει διαταραχή στην στάση και τη βάδιση και σημαντική δυσχέρεια στην τροχάδην κίνηση.
Κατά το χρόνο που εξετάστηκε από τον ιατρό ..... (20.5.2004), υπηρετούσε την στρατιωτική του θητεία, (από τον Αύγουστο του 2003), δήλωσε δε ότι κατά τον ελεύθερό του χρόνο βοηθάει τον πατέρα του στην οικογενειακή επιχείρηση εμπορίας ανταλλακτικών. Αυτός μπορεί να γράφει αφού από το δημοτικό γράφει με το αριστερό του χέρι, η ήπια δε δυσαρθρία που παρουσιάζει μπορεί στο μέλλον να διορθωθεί με λογοθεραπεία.
Πλην των ανωτέρω μετά το ατύχημα, πήρε άδεια ικανότητας οδήγησης και όπως και ο ίδιος ανέφερε στον ανωτέρω ιατρό, οδηγεί αυτοκίνητο για κοντινές αποστάσεις. Κατόπιν αυτών το Δικαστήριο κρίνει, ότι η κατάσταση του ενάγοντος είναι μεν σοβαρή, και ήταν ανίκανος για κάθε είδους εργασία και κατ' επέκταση και για το επάγγελμα του εμπόρου αυτοκινήτων όλων των ειδών, με το οποίο και επρόκειτο ν' ασχοληθεί, λόγω και της υπάρξεως οικογενειακής επιχειρήσεως για το χρονικό διάστημα από Ιούλιο 2002 (και όχι τον Ιούνιο αφού ήδη τον Ιούνιο υπήρχαν οι ενδοσχολικές εξετάσεις της τρίτης τάξεως του Λυκείου στις οποίες συμμετείχε) μέχρι τον Ιούλιο του 2003.
Τον Αύγουστο του έτους 2003, όπως ο ίδιος συνομολογεί, παρουσιάστηκε να υπηρετήσει την στρατιωτική του θητεία, επομένως μέχρι και τον Αύγουστο του έτους 2004 δεν μπορούσε ούτως ή άλλως να εργαστεί. Περαιτέρω, από τον Σεπτέμβριο του 2004, θα είναι ανίκανος προς εργασία, λόγω της καταστάσεως της υγείας του μέχρι και την 12.12.2007, κρινομένου του υπολοίπου χρονικού διαστήματος μέχρι την 12.12.2020 ως προώρου, λαμβανομένου υπόψη, ότι κρίθηκε ικανός να υπηρετήσει την στρατιωτική του θητεία, βοηθάει τον πατέρα του στην οικογενειακή τους επιχείρηση, μετά το ατύχημα έδωσε εξετάσεις και πέρασε για την άδεια ικανότητας οδηγήσεως και οδηγάει αυτοκίνητο και είναι δυνατόν μετά από λογοθεραπείες και φυσιοθεραπείες να έχει βελτιωθεί η κατάστασή του μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία (31.12.2007).
Αν δεν μεσολαβούσε το επίδικο ατύχημα, ο ενάγων, μετά το απολυτήριό του, θ' απασχολούνταν στην οικογενειακή τους επιχείρηση, εμπορίας αυτοκινήτων, αποκερδαίνοντας το μήνα 600 ευρώ, για το ανωτέρω χρονικό διάστημα, και συγκεκριμένα α) από 1.7.2002 έως 31.7.2003 ήτοι 600 ευρώ Χ 12 μήνες = 7.200 ευρώ, β) από 1.9.2004 έως 31.12.2004 ήτοι 600 ευρώ Χ 4 μήνες = 2.400 ευρώ και γ) από 1.1.2005 έως 31.12.2007, δηλαδή 7.200 ευρώ Χ 2 χρόνια = 14.400 ευρώ και συνολικά 24.000 ευρώ.
Ήτοι, το συνολικό διαφυγόν κέρδος του ενάγοντος, κατά το επίδικο διάστημα ανέρχεται στο ποσό των 24.000 ευρώ. Περαιτέρω, η αναπηρία του ενάγοντος, όπως αυτή προκύπτει από όσα προαναφέρθηκαν, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων αναμένεται ότι θα έχει, κατά πάγια πιθανότητα, καθοριστική δυσμενή επίδραση στην επαγγελματική, κοινωνική και οικονομική εξέλιξή του (σημειώνεται ότι η διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ δεν απαιτεί βεβαιότητα δυσμενούς επιδράσεως).
Επομένως, κατά την επιδίκαση της αποζημιώσεώς της πρέπει να ληφθεί υπόψη η αναπηρία αυτή και να του επιδικασθεί, για την αιτία αυτή, το ποσό των 40.000 ευρώ, το οποίο δικαιούται πέραν των όσων του επιδικάσθηκαν. Το ένδικο ατύχημα ήταν πολύ σοβαρό για τον ενάγοντα αφού απειλήθηκε άμεσα η ίδια η ζωή του αφού έπαθε όσα ανωτέρω αποδείχθηκαν και αναφέρθηκαν.
Επομένως ενόψει των συνθηκών που έγινε η σύγκρουση, του βαθμού υπαιτιότητας του αδικοπραγήσαντος οδηγού, του είδους και της έκτασης του τραυματισμού του, του νεαρού της ηλικίας του (17 ετών κατά το ατύχημα), της ψυχικής και ηθικής ταλαιπωρίας αυτού, της οδύνης και του άλγους και γενικά του γκρεμίσματος μιας υγιεινούς ζωής, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη και επομένως πρέπει να του επιδικαστεί ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 80.000 ευρώ, το οποίο μετά την στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων κρίνεται εύλογο (άρθρο 932 του ΑΚ).
Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με τις εκκαλούμενες αποφάσεις του δέχτηκε τα ίδια ορθά το νόμο εφήρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και πρέπει ν' απορριφθούν ως κατ' ουσία αβάσιμοι οι σχετικοί λόγοι των εφέσεων με τους οποίους οι εκκαλούντες προβάλλουν αιτιάσεις ως προς το σκέλος της υπαιτιότητας, τα κεφάλαια περί αποζημιώσεως του ενάγοντος για την μελλοντική του ζημία, για την επίδραση της σωματικής του βλάβης στην οικονομική και κοινωνική του ζωή (άρθρ. 931 του ΑΚ) και για την μη περιουσιακή του ζημία (άρθρ. 932 του ΑΚ), τα οποία και ορθώς κρίθηκαν ορισμένα από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.
Επομένως, πρέπει ν' απορριφθούν και οι δύο εφέσεις στο σύνολο τους ως κατ' ουσία αβάσιμες". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν.
Δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Στην πραγματικότητα, τα νόμιμα αγωγικά κονδύλια για μελλοντική ζημία του αναιρεσείοντος στο χρονικό διάστημα από 13.12.2007 έως 12.12.2020 απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν ως αβάσιμα, ύστερα από εκτίμηση των αποδείξεων, διότι προέκυψε ότι η εμφανισθείσα στην αγωγή ως πιθανή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων μελλοντική αυτή ζημία του παθόντος ενάγοντος ήταν απλά ενδεχόμενη.
Το πόρισμά του είναι σαφές, ότι δηλαδή από τον τραυματισμό του ο αναιρεσείων θα παραμείνει ανίκανος για κάθε εργασία, άρα και γι' αυτή του εμπόρου αυτοκινήτων όλων των ειδών με την οποία θα ασχολούνταν στην οικογενειακή επιχείρησή τους αν δεν τραυματιζόταν, μέχρι 12-12-2007. Για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα μέχρι 12-12-2020 κρίνει, χωρίς να υπεκφεύγει, ότι κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν πιθανολογείται ανικανότητα του αναιρεσείοντος για την ως άνω εργασία του.
Η ανικανότητά του αυτή εμφανίζεται απλά ως ενδεχόμενη, διότι τον Αύγουστο 2003 παρουσιάστηκε να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία, κρίθηκε ικανός γι' αυτό, μετά το ατύχημα έδωσε εξετάσεις και πήρε άδεια οδήγησης και οδηγεί αυτοκίνητο, βοηθεί τον πατέρα του στην οικογενειακή τους επιχείρηση και είναι δυνατό, ύστερα από λογοθερεπείες και φυσιοθερεπείες, να βελτιωθεί μέχρι 31-12-2007 η γενική κατάσταση της υγείας του και η ικανότητά του για εργασία.
Περαιτέρω επιδίκασε το από την ΑΚ 931 εύλογο χρηματικό ποσό με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίες, καθώς και την ηλικία του παθόντος. Δεν παραβίασε, κατά τον τρόπο ευθύ ή πλάγιο, αλλά σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε: α) τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και β) τις επικαλούμενες στο αναιρετήριο των άρθρων 929, 931, 932, 247, 251 και 937 ΑΚ.
Επίσης δεν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Έτσι δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες πλημμέλειες από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ.
Συνεπώς, ο αντίθετος πρώτος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος.
IV.- Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο και κατά παράβαση των άρθρων 68 και 69 ΚΠολΔικ, 297 και 298 ΑΚ, σε συνδυασμό με άρθρα 929, 931, 932, 247, 251, 914 και 937 ΑΚ, κήρυξε απαράδεκτο και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια που προβλέπεται από το εδάφιο 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, γιατί α) απέρριψε τα προαναφερθέντα κονδύλια μελλοντικών διαφυγόντων κερδών του αναιρεσείοντος για το χρονικό διάστημα από 1-1-2008 έως 31-12-2020 ως πρόωρα, β) απέρριψε εν μέρει αξιώσεις του από τις ΑΚ 931 και 932, στο βαθμό που στηριζόταν στην ολική και ισόβια ανικανότητά του για εργασία και γ) υπεκφεύγει και αρνείται να εκφέρει κρίση στο ζήτημα αν έπαθε ολική ανικανότητα για εργασία που θα διαρκέσει μέχρι 31-12-2020 και ισοβίως. Με τέτοιο περιεχόμενο ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι τα άνω αιτήματα απορρίφθηκαν τάχα ως απαράδεκτα, ενώ από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης προκύπτει ότι αυτά κρίθηκαν κατ' ουσίαν ως αβάσιμα και απορριπτέα.
V.- Mε τους τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο κατά τρόπο ευθύ, αλλιώς πλάγιο, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 932 και 931 ΑΚ, καθώς και την κατοχυρωμένη από το Σύνταγμα (άρθρο 25 παρ. 1) και την ΕΣΔΑ αρχή της αναλογικότητας, γιατί με τις προαναφερθείσες στη δεύτερη σκέψη της παρούσας παραδοχές του επιδίκασε τα αναφερόμενα ως άνω χρηματικά ποσά (Ευρώ 80.000 και 40.000 αντίστοιχα, κατά τις ΑΚ 932 και 931), τα οποία όμως είναι "χαμηλά και υπερμέτρως ασυνήθη, σε σχέση με τα επιδικαζόμενα για παρόμοιες περιπτώσεις", έτσι υπέπεσε στις αποδιδόμενες πλημμέλειες από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ.
Με τέτοια διατύπωση οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, διότι: α) Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, σύμφωνα με τις πιο πάνω παραδοχές του, αναφορικά με τον προσδιορισμό των εύλογων χρηματικών ποσών που επιδικάστηκαν, σχηματίστηκε από την εκτίμηση των αναφερόμενων πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν, χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε κάποια νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως (εδ. 1 άρθρου 559 ΚΠολΔικ), είτε εκ πλαγίου (εδ. 19 άρθρου 559 ΚΠολΔικ), είτε παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.
Και β) Η αρχή της αναλογικότητας οριοθετεί τον περιοριστικό του δικαιώματος νόμο, κατά συνέπεια πρέπει να τηρείται από το νομοθέτη. Οι δικαστές μπορούν και οφείλουν να ελέγχουν απλά αν η αρχή αυτή τηρήθηκε και σε αρνητική περίπτωση να αρνούνται την εφαρμογή νόμου που ενέχει δυσανάλογο περιορισμό του ατομικού δικαιώματος.
Δεν εφαρμόζεται απ' ευθείας από τα δικαστήρια η αρχή της αναλογικότητας, παρά μόνο για τον έλεγχο συνταγματικότητας νόμων που περιορίζουν δικαιώματα του ανθρώπου. Αυτό σημαίνει ότι, όταν το δικαστήριο της ουσίας προβαίνει σε προσδιορισμό των εύλογων χρηματικών ποσών στα πλαίσια των άρθρων 932 και 931 ΑΚ, δεν εφαρμόζει την αρχή της αναλογικότητας, αλλά τις νομοθετικές αυτές διατάξεις.
Άρα η δικαστική απόφαση που δεν προσδιόρισε εύλογα χρηματικά ποσά κατά τις πιο πάνω διατάξεις, δεν είναι αντίθετη στην αρχή της αναλογικότητας, αλλά υπόκειται σε έλεγχο με τα ένδικα μέσα που επιτρέπονται, συνεπώς δεν ελέγχεται για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση των διατάξεων αυτών, εκτός και αν διαπιστώνεται υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, προϋπόθεση που στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συνέτρεξε, ούτε τη επικαλείται ο αναιρεσείων.
VΙ.- Τέλος, όλοι οι λόγοι αναίρεσης, κατά μέρος που πλήττουν, με πρόσχημα την απλή επίκληση αναιρετικών πλημμελειών, την αναιρετικά ανέλεγκτη από το δικαστήριο ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 20-6-2006 αίτηση του ....., για αναίρεση της 537/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, καθώς και των 30827/2003 και 26740/2004 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της τρίτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας "ALLIANZ AEΓΑ" που παραστάθηκε στη δίκη, την οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 4 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ