Supreme Court allows appeal against bankruptcy trustee's seizure of assets due to procedural error in seizure timing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece accepted the appeal filed by a company against a bankruptcy court decision regarding asset seizures. The court found the fifth ground of appeal valid because the seizures were made after the critical deadline for enforcement, rendering the trustee's actions legally flawed. Consequently, the appealed judgment was annulled, and the case was remitted to a new panel of the Thessaloniki Court of Appeal for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) of the Code of Civil Procedure; Article 55 of the Bankruptcy Law: A seizure of assets by a bankruptcy trustee is invalid if executed after the critical time limit for enforcement has passed, thereby invalidating the underlying enforcement decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 602 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 602/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Νταλαχάνη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Χ. του Θ., δικηγόρου, κατοίκου ..., συνδίκου της πτώχευσης της εταιρίας με την επωνυμία "..." (που έχει κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης με την 21627/22-10-2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης), 2) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Κώνστα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-10-2014 αίτηση (αγωγή) της ήδη 1ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με τις προφορικώς ασκηθείσες ενώπιον του ακροατηρίου και διά των προτάσεων πρόσθετες παρεμβάσεις των ήδη 2ης και 3ης των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2294/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 802/2017 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-5-2017 αίτησή της και τους από 18-12-2017 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Γεώργιο Χοϊμέ, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Εισάγονται προς συζήτηση η από 2-5-2017 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ...5-2017 αίτηση αναίρεσης και το από 18-12-2017 δικόγραφο πρόσθετων λόγων (με αριθμό κατάθεσης ...-12-2017) που ασκήθηκε παραδεκτά κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 569 ΚΠολΔ. Τα δικόγραφα αυτά πρέπει, λόγω της προφανούς συνάφειάς τους, να συνεκδικαστούν (άρθρ. 246, 573 παρ. 1 και 569 ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 ίδιου Κώδικα).
Σημειώνεται ότι η αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι της στρέφονται, κατ’ άρθρ. 769 εδάφ. β’ και 762 ΚΠολΔ, κατά της Ε. Χ., υπό την ιδιότητά της ως συνδίκου της πτώχευσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." (εφεξής "... Α.Ε.") που είχε μετάσχει στην πριν από την τελεσιδικία διαδικασία ως ενδιαφερομένη (ενάγουσα - εκκαλούσα) και είχε αντιδικήσει με την αναιρεσείουσα (εναγομένη - εφεσίβλητη), ενώ η απεύθυνση της αναίρεσης κ.λπ.
και κατά των ανώνυμων εταιρειών α) "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και β) "... Α.Ε.", που είχαν ασκήσει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, παραδεκτά, κατ’ άρθρ. 54 παρ. 1 εδάφ. β’ του ν. 3588/2007 και 80 ΚΠολΔ, πρόσθετες, υπέρ της συνδίκου, παρεμβάσεις, έχει την έννοια κοινοποίησης του αναιρετηρίου κ.λπ. με κλήση στη συζήτηση, δεδομένου μάλιστα ότι η αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι της δεν αφορούν τις πρόσθετες παρεμβάσεις.
II. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 41 του νόμου 3588/2007 (Πτωχευτικού Κώδικα, εφεξής ΠτωχΚ), ο οποίος εφαρμόζεται στις πτωχευτικές διαδικασίες που άρχισαν μετά τις 16-9-2007, κατά τα άρθρα 182 παρ. 1 και 180 αυτού (ΑΠ 1214/2014, ΑΠ 1508/2011), ως προς τις οποίες, αν είναι, βέβαια, εκκρεμείς, εξακολουθεί να εφαρμόζεται και μετά την έναρξη ισχύος του ν. 4446/2016 "Πτωχευτικός Κώδικας..." (ΦΕΚ/Α/240/22-12-2016), κατά τις διατάξεις του άρθρου 13 παρ. 1 και 2 εδάφ.
β’ και δ’ του τελευταίου αυτού νόμου, "πράξεις του οφειλέτη που διενεργήθηκαν εντός του χρόνου που περιλαμβάνεται από την παύση των πληρωμών μέχρι την κήρυξη της πτώχευσης (ύποπτη περίοδος) και είναι επιζήμιες για την ομάδα των πιστωτών ανακαλούνται ή μπορούν να ανακληθούν από τον σύνδικο κατά τις διατάξεις των επόμενων άρθρων", ήτοι των άρθρων 42 έως και 51 του ΠτωχΚ.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι γενικές προϋποθέσεις της πτωχευτικής ανάκλησης είναι: 1) Η κήρυξη της πτώχευσης. 2) Η διενέργεια "πράξεων" από τον οφειλέτη. Η "πράξη" πρέπει να νοηθεί με ευρύτητα, ώστε να περιλάβει κάθε ενέργεια (συνειδητή πάντως και ηθελημένη), παραγωγική έννομων αποτελεσμάτων. Τέτοιες πράξεις είναι ενοχικές ή εμπράγματες δικαιοπραξίες, οιονεί δικαιοπραξίες, πράξεις και παραλείψεις δικονομικής φύσης κ.λπ.
Αλλά και μη δικονομικές παραλείψεις δεν αποκλείεται να αποτελούν αντικείμενο ανάκλησης, αν οδηγούν σε μείωση της περιουσίας ή σε μη επαύξησή της, π.χ. η παράλειψη καταγγελίας επιζήμιας σύμβασης ή η παράλειψη ακύρωσης δικαιοπραξίας. Ως "πράξεις" μπορούν να νοηθούν και σιωπηρές δηλώσεις βούλησης, πολυμερείς δικαιοπραξίες, ο συμψηφισμός, η μεταβίβαση ολόκληρης της επιχείρησης, παραίτηση από το δικαίωμα, υλικές πράξεις που έχουν έννομες συνέπειες κ.λπ.
Εξάλλου, όπως ρητά διευκρινίζεται στο άρθρο 48 παρ. 4 του ΠτωχΚ, κατά το οποίο "η ανάκληση δεν εμποδίζεται εκ του λόγου ότι για την υπό ανάκληση πράξη έχει εκδοθεί τίτλος εκτελεστός ή το εξ αυτής δικαίωμα αποκτήθηκε μέσω αναγκαστικής εκτέλεσης", ανακλητέες μπορούν να είναι και πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης και, ειδικότερα, η σχετική πράξη της εκτελεστικής διαδικασίας, μέσω της οποίας ο τρίτος επιδιώκει να ικανοποιηθεί ή να αποκτήσει κάποια ασφάλεια.
Η ανακλητέα πράξη δεν είναι απαραίτητο να προέρχεται από τον οφειλέτη ή να συμμετέχει και αυτός στη διενέργειά της, αλλά μπορεί να πρόκειται για πράξη του καθ’ ου η ανάκληση, όπως συμβαίνει όταν, κατά τα προαναφερόμενα, ο τελευταίος επιδιώκει να ικανοποιηθεί μέσω αναγκαστικής εκτέλεσης. Η περίπτωση της απόκτησης τίτλου εκτελεστού ή του πράγματος μέσω αναγκαστικής εκτέλεσης, κατά συμπαιγνία οφειλέτη και αντισυμβαλλομένου, ελέγχεται κατά τις γενικές ρυθμίσεις των άρθρων 41 έως 44 του ΠτωχΚ, χωρίς η διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 48 του Κώδικα αυτού να θεμελιώνει αυτοτελή λόγο ανάκλησης. 3) Οι "πράξεις" να διενεργήθηκαν μέσα στην ύποπτη περίοδο, δηλαδή κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της παύσης των πληρωμών και της κήρυξης της πτώχευσης. 4) Η επαγωγή ζημίας στους πιστωτές εξαιτίας της πράξης που διενεργήθηκε.
Ως ζημία των πιστωτών που δικαιολογεί την πτωχευτική ανάκληση θεωρείται η βλάβη της ομάδας των πιστωτών. Τέτοια δεν εννοείται η άμεση βλάβη είτε του συνόλου είτε των επιμέρους πιστωτών, διότι η "πράξη" δεν βλάπτει άμεσα αυτούς, αλλά την πτωχευτική περιουσία, από την οποία αναμένουν να ικανοποιηθούν, της οποίας, ωστόσο, παρά την πτωχευτική απαλλοτρίωση, δεν είναι κύριοι.
Βλάπτονται, όμως, έμμεσα, καθόσον από την ασύμφορη συναλλαγή ή την, κατά προτίμηση, καταβολή χρέους κ.λπ. μειώνεται το πτωχευτικό μέρισμα που προσδοκούν να λάβουν και αυτή η ζημία εννοείται και όχι η ευθεία βλάβη των πιστωτών. Έτσι, τέτοια, υπό την προεκτιθέμενη έννοια, βλάβη θα υπάρχει όταν η ικανοποίηση των πιστωτών υπέστη περιορισμό, βλάβη, διακινδύνευση ή έγινε δυσχερέστερη ή χρονικά μετακινήθηκε σε βάρος τους, όπως όταν ελαττώθηκε η πτωχευτική περιουσία (π.χ.
μεταβίβαση πράγματος λόγω δωρεάς ή με χαμηλό τίμημα ή με πίστωση του τιμήματος, αν ο αγοραστής είναι αφερέγγυος) ή κατέστη δυσχερέστερη η πρόσβαση των πιστωτών στα στοιχεία που την αποτελούν. Δεν απαιτείται η επέλευση κάποιας συγκεκριμένης ζημίας, αλλά αρκεί να επέρχεται γενική περιουσιακή βλάβη, που είτε δημιουργεί είτε επιτείνει την υπάρχουσα αφερεγγυότητα.
Για να ανευρεθεί η ζημία θα συγκριθούν οι προοπτικές ικανοποίησης των πιστωτών με και χωρίς την "πράξη". Η ζημία θα κριθεί αντικειμενικά και, συνεπώς, δεν απαιτείται να είναι ηθελημένη, εκτός από την περίπτωση του άρθρου 44, όπου ο δόλος πρέπει να κατατείνει στη ζημία. Η πράξη, για να έχει ανακλητικό ενδιαφέρον, αφενός μεν, θα πρέπει, όπως είναι, άλλωστε, αυτονόητο, να έχει περιουσιακό ενδιαφέρον, αφετέρου δε, να αφορά σε στοιχεία, τα οποία, αν δεν είχε λάβει χώρα η πράξη, θα αποτελούσαν τμήμα της πτωχευτικής περιουσίας και 5) Ο προσδιορισμός της "πράξης" και της ζημίας με οικονομικά κριτήρια.
Συγκεκριμένα, για να επιτευχθούν ο σκοπός και η αποτελεσματικότητα του νόμου, τόσο η "πράξη" όσο και ζημία, μεταξύ των οποίων πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια, θα ανιχνεύονται περισσότερο με οικονομικά παρά με νομικά κριτήρια, γιατί σημασία δεν έχει τόσο ο νομικός χαρακτηρισμός, όσο η δυνατότητα της "πράξης" να επιφέρει τη ζημία που ο νόμος θέλει να αποτρέψει (ΑΠ 876/2017).
Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 43 παρ. 1 ΠτωχΚ, κατά την οποία "κάθε αμφοτεροβαρής πράξη του οφειλέτη ή πληρωμή από αυτόν ληξιπρόθεσμων χρεών του, που έγινε μετά την παύση των πληρωμών και πριν την κήρυξη της πτώχευσης, μπορεί να ανακληθεί, εάν ο αντισυμβαλλόμενος κατά τη διάρκεια της πράξης γνώριζε ότι ο οφειλέτης είχε παύσει τις πληρωμές του και η πράξη ήταν επιζήμια για την ομάδα των πιστωτών", αναφέρονται, κατά τρόπο γενικό και ενδεικτικό, σε αντίθεση με εκείνες του άρθρου 42 ΠτωχΚ ("πράξεις υποχρεωτικής ανάκλησης"), οι πράξεις "δυνητικής ανάκλησης", δηλαδή αυτές που δεν είναι υποχρεωτικά ανακλητές.
Σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο αυτό, οι προϋποθέσεις για τη δυνητική ανάκληση είναι: 1) Η ύπαρξη αμφοτεροβαρούς πράξης ή πληρωμής ληξιπρόθεσμου χρέους. Σε ανάκληση υπόκεινται όχι μόνο οι εκούσιες πληρωμές του μετέπειτα πτωχού αλλά και αυτές που επιβάλλονται με δικαστική απόφαση, καθώς και οι πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης, όπως έχει προεκτεθεί. 2) Η διενέργεια της ανακλητέας πράξης μέσα στην ύποπτη περίοδο. 3) Η γνώση εκ μέρους του αντισυμβαλλομένου ή του πιστωτή που εξοφλείται της παύσης των πληρωμών του οφειλέτη.
Σε αντίθεση με τις πράξεις του άρθρου 42, οι τελευταίοι πρέπει να γνωρίζουν (όχι απλώς να οφείλουν να γνωρίζουν), κατά το χρόνο διενέργειας της πράξης και, ειδικότερα, το αργότερο κατά το χρόνο επέλευσης των έννομων συνεπειών της, ότι ο οφειλέτης, κατά τη διάρκεια αυτής, βρισκόταν ήδη σε κατάσταση παύσης των πληρωμών, χωρίς να απαιτείται και γνώση της συγκεκριμένης βλάβης των πιστωτών.
Η γνώση αυτή θα πρέπει να είναι αντικειμενική, προσωπική και ακριβής. Αντικειμενική είναι η γνώση, όταν αναφέρεται στο γεγονός της παύσης των πληρωμών, όπως η έννοια προσδιορίζεται στο άρθρο 3 παρ. 1 του ΠτωχΚ, προσωπική, όταν συντρέχει στο πρόσωπο του ίδιου του τρίτου και, αν πρόκειται για νομικό πρόσωπο, στο πρόσωπο του νόμιμου εκπροσώπου του και ακριβής, όταν ο τρίτος γνωρίζει όλα εκείνα τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την παύση των πληρωμών και 4) Ο επιζήμιος χαρακτήρας της πράξης, όπως αναλύθηκε στην αρχή της παρούσας σκέψης, με τη διαφοροποίηση ότι εδώ ο σύνδικος πρέπει να αποδείξει τη ζημία.
Αρμόδιο για τη συζήτηση της αίτησης ανάκλησης (ανακλητικής αγωγής) είναι, κατά τη διάταξη του άρθρ. 48 παρ. 1 ΠτωχΚ, αποκλειστικά το πτωχευτικό δικαστήριο, ήτοι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου ο οφειλέτης έχει το κέντρο των κύριων συμφερόντων του (άρθρ. 4 παρ. 1-2 και 53), κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 54 παρ. 1).
Στην άσκηση της ανακλητικής αξίωσης νομιμοποιείται, κατ’ αρχήν, ο σύνδικος και όχι ο πιστωτής (άρθρ. 48 παρ. 2). Περαιτέρω, τα άρθρα 49 και 50 του ΠτωχΚ προσδιορίζουν τα αποτελέσματα της διατασσόμενης ανάκλησης. Αυτές καθ’ εαυτές οι συνέπειες της ανάκλησης, ήτοι η δημιουργία ενοχικής αξίωσης προς επαναμεταβίβαση στην πτωχευτική περιουσία του περιουσιακού στοιχείου που αποκτήθηκε με την ανακαλούμενη πράξη κ.λπ., δεν αποτελούν θέμα ιδιαίτερου αιτήματος της αγωγής ή της απόφασης, αλλά του ίδιου του νόμου που ρητά τις προβλέπει ως συνέπειες, απλώς, μόνης της απόφασης για την ανάκληση, ανεξάρτητα, βέβαια, από το γεγονός ότι η ανακλητική αγωγή μπορεί να περιλαμβάνει και, συνήθως, θα περιλαμβάνει αίτημα για καταδίκη του καθ’ ου η ανάκληση σε "επαναμεταβίβαση" του ληφθέντος κ.λπ.
Ειδικότερα, αν η ανακλητέα πράξη, που μέσω αυτής είχε εξέλθει από την περιουσία του οφειλέτη η επίμαχη παροχή, είναι πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης (π.χ. κατάσχεση εκ μέρους του δανειστή του οφειλέτη), σύμφωνα με την ενοχική θεωρία, ο σύνδικος έχει αξίωση κατά του πιστωτή να παραιτηθεί από τα δικαιώματά του, έστω και αν θα παρεχόταν στον σύνδικο δικαίωμα ανακοπής, κατ’ αναλογική εφαρμογή του άρθρου 936 ΚΠολΔ, ώστε να ανατραπεί η πράξη εκτέλεσης.
Αν η ανακλητέα πράξη αφορά στη μεταβίβαση (εκχώρηση) κάποιας απαίτησης από τον οφειλέτη σε τρίτον, αίτημα της αγωγής του συνδίκου θα είναι η αναμεταβίβαση (επανεκχώρηση) της απαίτησης, όπου ο καθ’ ου η πτωχευτική ανάκληση θα καταδικαστεί σε δήλωση δικαιοπρακτικής βούλησης με βάση το άρθρο 949 ΚΠολΔ, ενώ θα πρέπει να ακολουθήσει και αποδοχή από τον σύνδικο, καθώς και αναγγελία, κατ’ άρθρ. 460 ΑΚ, της επανεκχώρησης στον οφειλέτη της απαίτησης.
Σε περίπτωση που ο καθ’ ου η ανάκληση έχει ήδη εισπράξει την απαίτηση που του εκχωρήθηκε παράνομα, τότε ο σύνδικος έχει εναντίον του τις δευτερογενείς αξιώσεις του άρθρου 49 παρ. 1 εδάφ. β’ ΠτωχΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 983 παρ. 1 ΚΠολΔ, η κατάσχεση στα χέρια τρίτου γίνεται με επίδοση στον τρίτο και σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση εγγράφου που πρέπει να περιέχει τα αναφερόμενα στη διάταξη αυτή στοιχεία.
Κατά το άρθρο 984 παρ. 1 εδάφ. α’ του ίδιου Κώδικα, απαγορεύεται και είναι άκυρη υπέρ του κατασχόντος η διάθεση του κατασχεμένου από εκείνον κατά του οποίου έγινε η κατάσχεση, αφότου του επιδοθεί το κατά το άρθρο 983 έγγραφο, έστω και αν το έγγραφο αυτό δεν έχει ακόμη επιδοθεί στον τρίτο. Η επίδοση του κατασχετήριου εγγράφου στον τρίτο, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 984 ΚΠολΔ, που είναι κανόνας ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 354/2010), έχει ως έννομη συνέπεια, αν πρόκειται για κατασχεμένες χρηματικές απαιτήσεις, την αυτοδίκαιη ακυρότητα της καταβολής, στην οποία ενδεχομένως θα προχωρούσε ο τρίτος έναντι του δικού του δανειστή και ήδη καθ’ ου η εκτέλεση, ενώ, όπως προκύπτει από την παραπάνω διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 984 ΚΠολΔ, η επίδοση αντιγράφου του κατασχετήριου εγγράφου από τον κατασχόντα στον καθ’ ου η εκτέλεση έχει ως έννομη συνέπεια την αποστέρηση του δικαιούχου της κατασχεμένης απαίτησης από την εξουσία της ελεύθερης διάθεσης του περιουσιακού στοιχείου του που κατασχέθηκε.
Τυχόν διάθεση απ’ αυτόν του κατασχεμένου απαγορεύεται και είναι αυτοδίκαια άκυρη (άρθρ. 175 ΑΚ) για τον κατασχόντα. Είναι ευνόητο ότι, όταν αντικείμενο της κατάσχεσης (που συνεπάγεται την πιο πάνω νομική δέσμευση) είναι απαιτήσεις (άρθρ. 982 παρ. 1 εδάφ. α’ ΚΠολΔ), η διάταξη καλύπτει κυρίως την απαγόρευση της εκχώρησης (άρθρ. 455 επ.
ΑΚ) και της ενεχυρίασης της απαίτησης (άρθρ. 1248 ίδιου Κώδικα). Κρίσιμος χρόνος για την επέλευση των εν λόγω συνεπειών ως προς τον καθ’ ου η εκτέλεση και τον τρίτο είναι η επίδοση του κατασχετήριου εγγράφου σε καθένα από τα πρόσωπα αυτά. Κατά δε το άρθρο 985 παρ. 1 του αυτού Κώδικα, μέσα σε οκτώ ημέρες αφότου του επιδοθεί το κατασχετήριο, ο τρίτος οφείλει να δηλώσει αν υπάρχει η απαίτηση που κατασχέθηκε, αν έχει στα χέρια του το κατασχεμένο πράγμα και αν επιβλήθηκε στα χέρια του άλλη κατάσχεση και συνάμα να αναφέρει ποιος την επέβαλε και για ποιο ποσό, ενώ κατά το άρθρο 988 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αν ο τρίτος δηλώσει πως η απαίτηση που κατασχέθηκε υπάρχει και είναι επαρκής για να ικανοποιηθούν εκείνος ή εκείνοι που επέβαλαν την κατάσχεση, ο τρίτος οφείλει, αφού περάσουν οκτώ ημέρες, αφότου η κατάσχεση κοινοποιήθηκε σε εκείνον κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, αν κατοικεί στην Ελλάδα, και αφού περάσουν τριάντα ημέρες, αν κατοικεί στο εξωτερικό ή είναι άγνωστη η διαμονή του, να καταβάλει στον καθέναν από εκείνους που επέβαλαν κατάσχεση το ποσό για το οποίο έγινε η κατάσχεση.
Αν η κατασχεμένη απαίτηση δεν επαρκεί για να ικανοποιηθούν όλοι όσοι επέβαλαν κατάσχεση, ο τρίτος οφείλει να κάνει δημόσια κατάθεση και η διανομή γίνεται από συμβολαιογράφο που ορίζεται, αφού το ζητήσει οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, από τον ειρηνοδίκη του τόπου της εκτέλεσης κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ.
Η διανομή σε εκείνους που έκαναν την κατάσχεση γίνεται σύμφωνα με τα άρθρα 974 επ. και η προθεσμία του άρθρου 974 παρ. 1 αρχίζει αφότου γνωστοποιηθεί στο συμβολαιογράφο η απόφαση του ειρηνοδίκη που τον διορίζει. Από τις διατάξεις που προπαρατέθηκαν προκύπτει ότι η αναγκαστική κατάσχεση χρηματικής απαίτησης στα χέρια τρίτου έχει μεν ως έννομη συνέπεια την αποστέρηση του δικαιούχου της κατασχεμένης απαίτησης από την εξουσία της ελεύθερης διάθεσης του περιουσιακού στοιχείου του που κατασχέθηκε, δεν συνεπάγεται όμως και την αυτοδίκαιη εκ του νόμου εκχώρηση της απαίτησης σε εκείνον που προβαίνει στην κατάσχεση.
Τέτοια εκχώρηση επέρχεται μετά την τυχόν καταφατική δήλωση του τρίτου, που προϋποθέτει τήρηση της οκταήμερης προθεσμίας του άρθρου 985 παρ. 1 ΚΠολΔ και την παρέλευση της προθεσμίας του άρθρου 988 παρ. 1 εδάφ. α’ του ίδιου Κώδικα (ΑΠ Ολομ. 3/1993, ΑΠ 360/2017, ΑΠ 1764/2014, ΑΠ 1297/2011). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ.
α’ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007). Επίσης, κατά την έννοια του ίδιου άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. β’ ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, ήτοι τις αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ’ αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ’ άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 385/2015, ΑΠ 266/2015, ΑΠ 1591/2014).
Πρέπει, συναφώς, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποία συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση (ΑΠ 704/2017, ΑΠ 951/2015, ΑΠ 222/2015). Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει απ’ αυτά που το δικαστήριο, εσφαλμένα, χρησιμοποίησε.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη 802/2017 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 54 ΠτωχΚ, 741 επ. ΚΠολΔ), δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ως προς την ανακλητική αγωγή της αναιρεσίβλητης - συνδίκου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: [Με την από 3-4-2013 (αριθ.
έκθ. κατάθεσης .../30-4-2013) αίτησή της, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η εδρεύουσα στην Αθήνα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρία" - εδώ εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη, στρεφόμενη κατά της εδρεύουσας στο ... νομού Θεσσαλονίκης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρία - ..." και τον διακριτικό τίτλο "...
ΑΕ", εξέθετε ότι στα πλαίσια της συνεργασίας της με την τελευταία πώλησε διαδοχικά σ’ αυτήν εμπορεύματα ηλεκτρολογικού υλικού, κατά το χρονικό διάστημα από 2-7-2012 έως 7-12-2012, χάριν δε καταβολής του τιμήματος των πωληθέντων προϊόντων, η αγοράστρια καθής η αίτηση εταιρία εξέδωσε εις διαταγήν της πωλήτριας εταιρίας επτά μεταχρονολογημένες επιταγές, με φερόμενο χρόνο έκδοσης από 31-12-2012 έως 30-6-2013, συνολικού ποσού 1.589.109,59 ευρώ, οι οποίες δεν πληρώθηκαν όταν εμφανίσθηκαν στις 3-1-2013, 10-1-2013, 10-1-2013, 14-2-2013, 14-2-2013, 14-2-2013 και 11-2-2013, αντιστοίχως, προς πληρωμή.
Ότι η αδυναμία της καθής να εκπληρώσει τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές της έχει προσλάβει χαρακτήρα γενικό και μόνιμο και με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά ζήτησε να κηρυχθεί αυτή σε κατάσταση πτώχευσης. Το ανωτέρω δικαστήριο, με την υπ’ αριθ. 21627/22-10-2013 απόφασή του, δεχόμενο ότι η μη πληρωμή του παραπάνω χρέους, καθώς και άλλων ληξιπροθέσμων χρηματικών υποχρεώσεων της καθής, ύψους 14.000.000,00 ευρώ, οφείλεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία της, εκδηλωθείσα στο πεδίο των συναλλαγών από 1-12-2012, δέχθηκε την αίτηση, ως κατ’ ουσίαν βάσιμη, και κήρυξε την καθής σε κατάσταση πτώχευσης, όρισε δε χρόνο παύσης πληρωμών την 1-12-2012.
Σύνδικος της πτώχευσης διορίσθηκε δυνάμει της 7228/2014 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου, κατόπιν διαδοχικών αποποιήσεων των διορισθέντων συνδίκων, η δικηγόρος Θεσσαλονίκης Ε. Χ. (ΑΜ ΔΣΘ ...), εδώ ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά την ύποπτη περίοδο, εκτεινόμενη από την 1-12-2012 (χρόνος παύσης πληρωμών) έως την 22-10-2013 (χρόνος δημοσίευσης της άνω κηρύξασας την πτώχευση δικαστικής απόφασης), η εναγόμενη ανώνυμη εταιρία επεδίωξε και επέτυχε την έκδοση:
α) της .../2013 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία υποχρεώθηκε η μετέπειτα πτωχεύσασα εταιρία "... Α.Ε." να καταβάλει στην εναγομένη το ποσό των 852.154,60 ευρώ, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων, κάτω από το αντίγραφο εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού της οποίας συντάχθηκε η από 25-1-2013 επιταγή προς πληρωμή, που κοινοποιήθηκε στην οφειλέτρια α.ε.
στις 25-1-2013, με την οποία επιτασσόταν να καταβάλει το συνολικό ποσό των 874.164,79 ευρώ και β) της ...2013 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποία υποχρεώθηκε η εταιρία "... Α.Ε." να καταβάλει στην εναγομένη το ποσό των 258.654,87 ευρώ, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων, κάτω από το αντίγραφο εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού της οποίας συντάχθηκε η από 20-5-2013 επιταγή προς πληρωμή, που κοινοποιήθηκε στην οφειλέτρια α.ε.
στις 23-5-2013, με την οποία επιτασσόταν να καταβάλει το συνολικό ποσό των 272.000,00 ευρώ. Ακολούθως, η εναγομένη, συνεχίζοντας τις προσπάθειες ικανοποίησης των απαιτήσεών της κατά της "... Α.Ε.", προέβη σε κατασχέσεις στα χέρια των οφειλετών της τελευταίας, ως τρίτων, εντός της ύποπτης περιόδου αλλά και μετά την κήρυξη αυτής σε πτώχευση, όπως παρακάτω:
Α. Στις 6-2-2013 κοινοποίησε: 1) στην εδρεύουσα στη Ρόδο ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... και ΣΙΑ Ο.Ε.", 2) στην εδρεύουσα στη Ρόδο ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... και ΣΙΑ Ε.Ε.", 3) στην εδρεύουσα στα Γιαννιτσά εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", 4) στην εδρεύουσα στη ... ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...", 5) στην εδρεύουσα στη ...
ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... Ο.Ε.", 6) στην εδρεύουσα στην Κομοτηνή ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... Ο.Ε.", 7) στην εδρεύουσα στην ... ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... Α.Ε.", 8) στην εδρεύουσα στη ... ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... Ε.Ε.", 9) στην εδρεύουσα στη ... ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...", 10) στην εδρεύουσα στο ...
ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... Α.Ε.", 11) στην εδρεύουσα στη ... ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρία", 12) στην εδρεύουσα στη ... εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ... Εταιρία Περιορισμένης Ευθύνης", 13) στην εδρεύουσα στα … ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ανώνυμη εμπορική βιοτεχνική τουριστική εταιρία", 14) στην εδρεύουσα στην ...
ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... και ΣΙΑ Ο.Ε.", 15) στην εδρεύουσα στη ... ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...", 16) στην εδρεύουσα στη ... ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ΑΕΒΕ", 17) στην εδρεύουσα στη ... ... ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... Ο.Ε.", 18) στην εδρεύουσα στη ... εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...
Εταιρία Περιορισμένης Ευθύνης", 19) στην εδρεύουσα στη … ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... και ΣΙΑ Ο.Ε.", 20) στην εδρεύουσα στην ... ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... και ΣΙΑ Ο.Ε.", 21) στην εδρεύουσα στο ... ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ανώνυμη εμπορική βιοτεχνική εταιρεία", 22) στην εδρεύουσα στη ... εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...
και ΣΙΑ Ε.Π.Ε.", 23) στην εδρεύουσα στη … ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... και ΣΙΑ Ο.Ε.", 24) στην εδρεύουσα στην ... ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... και Σ. Ο.Ε.", 25) στην εδρεύουσα στην ... ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ... Ανώνυμη Εταιρία" και 26) στην εδρεύουσα στη ... ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ανώνυμη εταιρία - ...", το από 31-1-2013 κατασχετήριο, με το οποίο επέβαλε στα χέρια αυτών, ως τρίτων, κατάσχεση μέχρι του ποσού των 874.164,79 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων.
Β. Στις 8-2-2013 κοινοποίησε: 1) στην εδρεύουσα στη ... εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... εταιρία περιορισμένης ευθύνης", 2) στην εδρεύουσα στην ... εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... Μονοπρόσωπη Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης", 3) στην εδρεύουσα στον ... ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...
ανώνυμος εμπορική και βιομηχανική εταιρεία ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών ειδών τεχνική εταιρία", 4) στην εδρεύουσα στην … ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "‘ ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." και 5) στην εδρεύουσα στην … ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", το από 31-1-2013 κατασχετήριο, με το οποίο επέβαλε στα χέρια αυτών, ως τρίτων, κατάσχεση μέχρι του ποσού των 874.164,79 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων.
Γ. Στις 6-3-2013 κοινοποίησε στην εδρεύουσα στο ... ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρία", το από 1-3-2013 κατασχετήριο, με το οποίο επέβαλε στα χέρια αυτής, ως τρίτης, κατάσχεση μέχρι του ποσού των 874.164,79 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων. Δ. Στις 9-4-2013 κοινοποίησε: 1) στον Δ. Π. του Κ., κάτοικο ... και 2) στον Α. Ζ.
του Δ., κάτοικο ..., το από 26-3-2013 κατασχετήριο, με το οποίο επέβαλε στα χέρια αυτών, ως τρίτων, κατάσχεση μέχρι του ποσού των 874.164,79 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων. Ε. Στις 9-4-2013 κοινοποίησε εκ νέου: 1) στην εδρεύουσα στην Αθήνα ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." και 2) στην εδρεύουσα στην Αθήνα ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", το από 31-1-2013 κατασχετήριο, με το οποίο επέβαλε στα χέρια αυτών, ως τρίτων, κατάσχεση μέχρι του ποσού των 874.164,79 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων.
ΣΤ. Στις 11-10-2013 κοινοποίησε στη ... το από 8-10-2013 κατασχετήριο, με το οποίο επέβαλε στα χέρια αυτής, ως τρίτης, κατάσχεση μέχρι του ποσού των 1.208.000,00 ευρώ. Οι εκ των καθών οι ανωτέρω κατασχέσεις: 1) ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... Α.Ε." προέβη στην από 8-2-2013 καταφατική δήλωση τρίτου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, στην οποία αναφέρει ότι υπάρχει η κατασχεθείσα απαίτηση της "...
Α.Ε.", ποσού 25.000,00 ευρώ, το οποίο κατέβαλε στην εναγομένη στις 7-3-2013, 2) η εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ... Εταιρία Περιορισμένης Ευθύνης" προέβη στην από 8-2-2013 αρνητική δήλωση τρίτου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θήρας, 3) η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ΑΕΒΕ" προέβη στην από 7-2-2013 καταφατική δήλωση τρίτου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ζακύνθου, στην οποία αναφέρει ότι υπάρχει η κατασχεθείσα απαίτηση της "...
Α.Ε.", ποσού 745,55 ευρώ, 4) η εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... Εταιρία Περιορισμένης Ευθύνης" προέβη στην από 6-2-2013 καταφατική δήλωση τρίτου ενώπιον του Ειρηνοδικείου ...ς, στην οποία αναφέρει ότι υπάρχει η κατασχεθείσα απαίτηση της "... Α.Ε.", ποσού 9.374,73 ευρώ, 5) η ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "...
και ΣΙΑ Ο.Ε." προέβη στην από 7-2-2013 καταφατική δήλωση τρίτου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Νάξου, στην οποία αναφέρει ότι υπάρχει η κατασχεθείσα απαίτηση της "... Α.Ε.", ποσού 977,30 ευρώ, το οποίο κατέβαλε στην εναγομένη την 1-3-2013, 6) η ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... και ΣΙΑ Ο.Ε." προέβη στην από 8-2-2013 καταφατική δήλωση τρίτου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σύρου, στην οποία αναφέρει ότι υπάρχει η κατασχεθείσα απαίτηση της "...
Α. Ε.", ποσού 178,11 ευρώ, το οποίο κατέβαλε στην εναγομένη την 1-3-2013, 7) η εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... εταιρία περιορισμένης ευθύνης" προέβη στην από 8-2-2013 καταφατική δήλωση τρίτου ενώπιον του Ειρηνοδικείου ...ς, στην οποία αναφέρει ότι υπάρχει η κατασχεθείσα απαίτηση της "... Α.Ε.", ποσού 16.159,74 ευρώ, 8) η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...
Ανώνυμη Εταιρία" προέβη στην από 12-3-2013 αρνητική δήλωση τρίτου ενώπιον του Ειρηνοδικείου ...υ, 9) ο Δ. Π. του Κ. προέβη στην από 10-4-2013 αρνητική δήλωση τρίτου ενώπιον του Ειρηνοδικείου ...υ, 10) ο Α. Ζ. του Δ. προέβη στην από 10-4-2013 αρνητική δήλωση τρίτου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Βόλου, 11) η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε." προέβη στην από 12-4-2013 καταφατική δήλωση τρίτου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθήνας, στην οποία αναφέρει ότι υπάρχει η κατασχεθείσα απαίτηση της "...
Α.Ε.", ποσού 0,31 ευρώ, ποσού 340,00 ευρώ και ποσού 84,19 ευρώ, αντιστοίχως, που απορρέουν από τρεις τραπεζικούς λογαριασμούς που τηρεί στην άνω τράπεζα η "... Α.Ε.", τα οποία δεσμεύθηκαν όπως και οι τυχόν μελλοντικές απαιτήσεις της τελευταίας, 12) η ... προέβη στην από 15-10-2013 αρνητική δήλωση τρίτου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, ήδη δε το από 8-10-2013 κατασχετήριο που επιδόθηκε στην άνω Υπηρεσία ακυρώθηκε με την 11192/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, για το λόγο αυτό, εξάλλου, η ενάγουσα παραιτείται του αιτήματός της ανάκλησης της υπόψη κατάσχεσης.
Στις ανωτέρω ενέργειες προέβη η εναγομένη διά των εκπροσωπούντων αυτήν και εκφραζόντων τη βούλησή της φυσικών προσώπων, γνωρίζοντας ότι η οφειλέτριά της "... Α.Ε." βρίσκεται όχι απλώς σε πρόσκαιρη ταμειακή δυσχέρεια αλλά σε κατάσταση παύσης πληρωμών, αφού ήδη, όταν στις 3-1-2013 εμφανίσθηκε η πρώτη εκ των προαναφερθεισών επτά μεταχρονολογημένων επιταγών, που ενσωμάτωναν το τίμημα πώλησης προς τη "...
Α.Ε." ηλεκτρολογικών προϊόντων και δεν πληρώθηκε, έσπευσε η εναγόμενη να εμφανίσει προώρως τις λοιπές επιταγές (στις 10-1-2013, 10-1-2013, 14-2-2013, 14-2-2013, 14-2-2013 και 11-2-2013, αντιστοίχως), κατά παράβαση της καταρτισθείσας μεταξύ αυτής, ως λήπτριας, και της "... Α.Ε.", ως εκδότριας, των παραπάνω αξιογράφων, συμφωνίας περί αναβολής της έναρξης προθεσμίας προς εμφάνιση αυτών, προσδίδοντας στην τελευταία λειτουργία πίστωσης.
Και ναι μεν η μεταχρονολόγηση των ως επιταγών δεν διασφαλίζει την εκδότριά τους, ως λήπτριας της πίστωσης, αφού οι κομιστές, με βάση τη διάταξη του άρθρου 28 παρ. 2 του ν. 5960/33, μπορούν να εμφανίσουν αυτές προς πληρωμή αμέσως, δηλαδή και πριν από τη σημειούμενη χρονολογία έκδοσης, οπότε, σε περίπτωση μη πληρωμής τους λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων, επέρχονται οι προβλεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 40 και 79 του ν. 5960/33 και 914 του ΑΚ συνέπειες, ωστόσο η εμφάνιση από την εναγομένη προώρως των άνω επιταγών, αποτελεί αθέτηση της ως άνω συμφωνίας, με την οποία είχε αναβληθεί η εμφάνιση των επιταγών, και η συμφωνία αυτή είναι μεν ανίσχυρη για το δίκαιο της επιταγής, αφού δεν επηρεάζει τη λειτουργία της εντολής που διατυπώνεται σ’ αυτήν (άρθρο 1 αριθ. 2 του ν. 5960/1933) και των κατ’ αναγωγή ενοχών που προκύπτουν απ’ αυτήν, είναι όμως ισχυρή στο πεδίο του κοινού δικαίου των ενοχών δεσμεύοντας την λήπτρια εναγομένη.
Η παράβαση της άνω συμφωνίας από την εναγομένη δεν ενδιαφέρει στην προκείμενη περίπτωση παρά μόνον μέχρι του σημείου που αναδεικνύει το στοιχείο της γνώσης της εναγόμενης για τον ανεπανόρθωτο κλονισμό της οικονομικής υπόστασης της "... Α.Ε.", ο οποίος οδήγησε την εναγομένη και: α) στην επίσπευση του εξοπλισμού της με την προαναφερθείσα .../23-1-2013 Διαταγή Πληρωμής, β) στην επίδοση στις 6-2-2013, 8-2-2013, 6-3-2013 και 9-4-2013 των επίμαχων κατασχετηρίων στα χέρια των οφειλετών της "...
Α.Ε.", ως τρίτων, γ) στην υποβολή της από 3-4-2013 (αριθ. έκθ. κατάθεσης .../30-4-2013) αίτησής της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης περί κήρυξης σε πτώχευση της "... Α.Ε.", όπου αναφέρει ότι τα ληξιπρόθεσμα χρέη της καθής η αίτηση υπερβαίνουν το ποσό των 7.000.000,00 ευρώ και ότι ουσιαστικά έχει διακόψει αυτή τη λειτουργία της από το μήνα Ιανουάριο έτους 2013, όταν και απέλυσε τους απασχολούμενους σ’ αυτήν εργαζομένους.
Προβάλλει δηλαδή η εναγομένη στην εν λόγω αίτησή της ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου όλους τους υποκειμενικούς και αντικειμενικούς όρους κήρυξης σε πτώχευση της "... Α.Ε." λίγες ημέρες μετά την επιβολή των υπόψη κατασχέσεων στα χέρια τρίτων και τοποθετώντας η ίδια το χρόνο παύσης πληρωμών στο μήνα Ιανουάριο έτους 2013, δηλαδή σε χρόνο που προηγείται της επιβολής των άνω κατασχέσεων.
Τις πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης εις βάρος της πτωχής εταιρίας συνέχισε η εναγομένη και με την επιβολή κατάσχεσης στις 11-10-2013 μετά τη συζήτηση στις 23-9-2013 της αίτησης πτώχευσης, αλλά και με την επιβολή κατάσχεσης μετά την κήρυξη της πτώχευσης (βλ. το από 29-1-2014 κατασχετήριο που επιδόθηκε από την εναγομένη στην εδρεύουσα στην Αθήνα ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "...
ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" στις 30-1-2014, ως τρίτης, από την οποία όμως κατάσχεση ήδη παραιτήθηκε η εναγομένη). Με τις προαναφερθείσες εντός της ύποπτης περιόδου κατασχέσεις, στα χέρια τρίτων οφειλετών της "... Α.Ε.", κατά το χρόνο διενέργειας των οποίων γνώριζε η εναγόμενη με ακρίβεια τόσο το επιζήμιο αυτών όσο και την παύση πληρωμών της "...
Α.Ε.", επιδιώκει να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις που διατηρεί εις βάρος της πτωχής εταιρίας προς βλάβη των λοιπών πτωχευτικών πιστωτών. Το επιζήμιο των πράξεων αυτών της εναγομένης για την ομάδα των πιστωτών προκύπτει από το γεγονός ότι με τη μεσολάβηση αυτών (πράξεων) οι προοπτικές ικανοποίησης των εν λόγω πιστωτών από την εναπομείνασα πτωχευτική περιουσία καθίστανται δυσμενέστερες λόγω της ελάττωσης αυτής, λαμβανομένου υπόψη ότι, όπως προκύπτει από την υπό ημεροχρονολογία 22-5-2014 έκθεση απογραφής που συνέταξε η ενάγουσα σύνδικος της πτώχευσης, η αντικειμενική αξία της ακίνητης περιουσίας της πτωχής ανέρχεται στο ποσό των 84.564,00 ευρώ, η κινητή της περιουσία στο ποσό των 190,00 ευρώ, ενώ από τον προσωρινό πίνακα πιστωτών προκύπτει ότι το ύψος των αναγγελθεισών στην πτώχευση απαιτήσεων ανέρχεται στο ποσό των 8.917.824,92 ευρώ, από τις οποίες επαληθεύθηκαν απαιτήσεις ύψους 4.501.440,25 ευρώ, αμφισβητούνται απαιτήσεις ύψους 4.245.701,40 ευρώ και εκκρεμεί ενώπιον των δικαστηρίων η αναγνώριση απαιτήσεων ύψους 402.783,54 ευρώ.
Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, συντρέχουν οι όροι της ανάκλησης των ανωτέρω υπό στοιχ. ... πράξεων εκτέλεσης, ώστε η πτωχευτική περιουσία να περιέλθει στην κατάσταση που θα ήταν, αν δεν είχαν μεσολαβήσει αυτές, και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως νόμω αβάσιμη, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των αναφερομένων στη μείζονα σκέψη της παρούσας διατάξεων...].
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού συνεκδίκασε την από 27-4-2015 έφεση της αναιρεσίβλητης - συνδίκου και τις πρόσθετες, υπέρ αυτής, παρεμβάσεις, δέχθηκε, ως ουσιαστικά βάσιμη, την έφεση κατά της πρωτόδικης 2294/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που είχε κρίνει διαφορετικά και, αφού την εξαφάνισε, κράτησε και δίκασε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, δεχόμενο την ένδικη, από 1-10-2014 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης .../5-11-2014, αγωγή της συνδίκου, ανακαλώντας, τελικά, τις πιο πάνω, υπό στοιχεία Α έως και Ε, πράξεις εκτέλεσης.
Ήδη, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αυτής, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι το Εφετείο παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις διατάξεις, ουσιαστικού δικαίου, των άρθρων 41, 43 παρ. 1 και 48 παρ. 4 του ΠτωχΚ, κατά παράβαση και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, με την επίκληση, κατ’ εκτίμηση όσων διαλαμβάνονται στα δικόγραφα της αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων, ότι 1) οι προαναφερόμενες πράξεις της εκτέλεσης δεν ανακαλούνται, κατά τα άρθρα αυτά του ΠτωχΚ, γιατί δεν πρόκειται για "πράξεις" της οφειλέτριας, μετέπειτα πτωχής, "...
Α.Ε." που έγιναν είτε μονομερώς απ’ αυτήν είτε, έστω, με τη σύμπραξη - συμμετοχή της, ενώ το άρθρο 48 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα δεν έχει τεθεί για να συμπεριλάβει όλες τις περιπτώσεις αναγκαστικής εκτέλεσης, αλλά μόνο εκείνες που υπάρχει συμπαιγνία πτωχού και κατασχόντος για την απόκτηση εκτελεστού τίτλου ή του πράγματος μέσω της αναγκαστικής εκτέλεσης, 2) κατά παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κρίθηκε ότι α) η σφράγιση των επιταγών έγινε αντισυμβατικά, δηλαδή παρά την ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ της αναιρεσείουσας και της "...
Α.Ε." για αναβολή της έναρξης προθεσμίας για την εμφάνισή τους προς πληρωμή, β) η .../23-1-2013 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (που εκδόθηκε, κατά την αναιρεσείουσα, δυνάμει των τριών πρώτων αναφερόμενων επιταγών, με βάση την οποία, στη συνέχεια, επιβλήθηκε η από 31-1-2013 κατάσχεση), σχετίζεται με τη μεταγενέστερη εμφάνιση, στις 11-2-2013 και 14-2-2013, προς πληρωμή των άλλων επιταγών και γ) η μεταγενέστερη αυτή εμφάνιση των εν λόγω επιταγών, μετά δηλαδή την έκδοση του εκτελεστού τίτλου - διαταγής πληρωμής στις 23-1-2013 και την επιβολή των πρώτων κατασχέσεων, στις 6-2-2013 και 8-2-2013, με το από 31-1-2013 κατασχετήριο, αποδεικνύει ότι η αναιρεσείουσα γνώριζε, από το μήνα Ιανουάριο 2013, ότι η "...
Α.Ε." είχε ήδη πάψει τις πληρωμές της, με τις περαιτέρω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη λογική, α) ακόμη και αν υπήρχε η αναφερόμενη στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση συμφωνία (για αναβολή της έναρξης προθεσμίας για την εμφάνιση προς πληρωμή των επιταγών), αυτή θα ίσχυε υπό τον αυτονόητο όρο της εμπρόθεσμης πληρωμής των επιταγών που θα εμφανίζονταν προς είσπραξη, ο οποίος, όμως, αφού οι τρεις πρώτες επιταγές δεν πληρώθηκαν, δεν τηρήθηκε από τη "...
Α.Ε." και β) αν, πράγματι, συνέτρεχε στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας το στοιχείο της γνώσης για την παύση των πληρωμών της οφειλέτριάς της ή και το στοιχείο της συμπαιγνίας με αυτήν, θα εμφάνιζε όλες ταυτόχρονα τις επιταγές προς πληρωμή, θα είχε ζητήσει να εκδοθεί διαταγή πληρωμής με βάση και τις τελευταίες (χρονικά) επιταγές, θα είχε επιβάλει κατασχέσεις στα χέρια τρίτων με βάση όλες τις επιταγές και δεν θα είχε επιδιώξει η ίδια την πτώχευση της οφειλέτριάς της.
Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, διότι, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη, μπορούν, κατά νόμο, να ανακληθούν και πράξεις της αναγκαστικής εκτέλεσης, αν συντρέχουν, φυσικά, και οι λοιπές προϋποθέσεις που καθορίζονται στα άρθρα 41 και 43 παρ. 1 ΠτωχΚ. Κατά τα λοιπά, οι ίδιοι, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγοι (πρώτος της αναίρεσης και πρώτος πρόσθετος), κατά το μέρος που προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε και τα διδάγματα κοινής πείρας, είναι, σε κάθε περίπτωση, απαράδεκτοι, καθόσον οι επικαλούμενες πλημμέλειες δεν αναφέρονται στην ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτόν πραγματικών περιστατικών αλλά στην εκτίμηση των αποδείξεων.
III. Κατά το άρθρο 55 εδάφ. α’ του ν. 3588/2007 (ΠτωχΚ), όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκείμενη υπόθεση, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 3 παρ. 1 εδάφ. β’ του ν. 4446/2016, "αν δεν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα κώδικα, οι αποφάσεις του πτωχευτικού δικαστηρίου υπόκεινται σε ανακοπή ερημοδικίας, έφεση, καθώς και αναίρεση μόνο για τους λόγους του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ..." (ΑΠ 876/2017, ΑΠ 483/2015).
Ήδη, με την εν λόγω αντικατάσταση του άρθρου αυτού, προστέθηκαν νέοι λόγοι αναίρεσης και, συγκεκριμένα, από τους αριθμούς 4, 14, 16 και 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Οι διευρυμένοι, όμως, αυτοί νέοι λόγοι αναίρεσης δεν καταλαμβάνουν την υπό κρίση περίπτωση, σύμφωνα με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 13 παρ. 1 και παρ. 2 εδάφ.
β’ και δ’ του νεότερου αυτού νόμου 4446/2016, του οποίου η ισχύς, με ορισμένες εξαιρέσεις που δεν αφορούν στην εξεταζόμενη περίπτωση, αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 240/Α/22-12-2016), στις οποίες ορίζεται, αντίστοιχα, ότι "...οι διατάξεις του παρόντος... εφαρμόζονται επί των διαδικασιών που αρχίζουν μετά την έναρξη της ισχύος του.
Ως έναρξη διαδικασιών νοείται η κατάθεση αίτησης πτώχευσης..." και "οι προϊσχύσασες διατάξεις εξακολουθούν να ισχύουν και να εφαρμόζονται επί των εκκρεμών διαδικασιών". Κατά συνέπεια, ο δεύτερος, από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες για το ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν απέρριψε, ως απαράδεκτη, εξαιτίας της αοριστίας της, την ένδικη ανακλητική αγωγή της συνδίκου, καθώς και την έφεσή της, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, δεδομένου ότι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, δεν ιδρύεται στην παρούσα περίπτωση τέτοιος λόγος αναίρεσης.
IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1062/2011, ΑΠ 292/2011). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο:
α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η εν λόγω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ’ αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, επομένως, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Εφετείο, το οποίο, με την πληττόμενη απόφασή του και με την προπαρατιθέμενη αιτιολογία, έκρινε ότι η αναιρεσείουσα (διά των νόμιμων εκπροσώπων της), κατά το χρόνο που διενήργησε τις υπό ανάκληση πράξεις της αναγκαστικής εκτέλεσης, γνώριζε ότι η οφειλέτριά της "... Α.Ε." είχε πάψει τις πληρωμές της, κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 1 του ΠτωχΚ, παραβίασε, εκ πλαγίου, τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 41, 43 παρ. 1 και 48 παρ. 4 του ΠτωχΚ, διότι διέλαβε ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα αυτό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στερώντας την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, αναφορικά με το στοιχείο της γνώσης της αναιρεσείουσας για το γεγονός ότι η οφειλέτριά της είχε πάψει τις πληρωμές της, δέχεται ότι τούτο αποδεικνύεται από το ότι, όταν, στις 3-1-2013, η αναιρεσείουσα εμφάνισε προς είσπραξη την πρώτη από τις επτά μεταχρονολογημένες επιταγές (που ενσωμάτωναν το τίμημα πώλησης προς την οφειλέτριά της ηλεκτρολογικού υλικού) και δεν πληρώθηκε, η ίδια έσπευσε να εμφανίσει "προώρως" τις λοιπές έξι επιταγές (στις 10-1-2013, 10-1-2013, 14-2-2013, 14-2-2013, 14-2-2013 και 11-2-2013, αντίστοιχα), παραβιάζοντας τη μεταξύ τους συμφωνία (ως λήπτριας και εκδότριας, αντίστοιχα, των επιταγών αυτών) για αναβολή της έναρξης προθεσμίας για την εμφάνισή τους και ότι η παραβίαση της συμφωνίας αυτής, όπως, κατά λέξη, αναγράφεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, "...αναδεικνύει το στοιχείο της γνώσης της εναγομένης για τον ανεπανόρθωτο κλονισμό της οικονομικής υπόστασης της ...
Α.Ε.", που οδήγησε την αναιρεσείουσα α) να επισπεύσει να εξοπλιστεί με εκτελεστό τίτλο, ήτοι την πιο πάνω .../23-1-2013 διαταγή πληρωμής, β) να επιδώσει, στις 6-2-2013, 8-2-2013, 6-3-2013 και 9-4-2013, τα επίμαχα κατασχετήρια στους οφειλέτες της "... Α.Ε." και γ) να υποβάλει την από 3-4-2013 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης .../30-4-2013 αίτησή της, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, προκειμένου η οφειλέτριά της "...
Α.Ε." να κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης, υποστηρίζοντας, μεταξύ των άλλων, ότι η τελευταία είχε πάψει τις πληρωμές της από το μήνα Ιανουάριο 2013, δηλαδή σε χρόνο που προηγείται της επιβολής των κατασχέσεων. Το Εφετείο, όμως, δεν διευκρινίζει για ποίο λόγο η εμφάνιση προς πληρωμή, από την αναιρεσείουσα, των λοιπών έξι μεταχρονολογημένων επιταγών ήταν "πρόωρη" και, ειδικά, δεν αναφέρει επακριβώς τον (αναγραφόμενο) χρόνο έκδοσης της καθεμιάς απ’ αυτές (στην απόφαση μνημονεύεται γενικόλογα ότι όλες οι επιταγές έχουν ως φερόμενο χρόνο έκδοσης από 31-12-2012 έως 30-6-2013), αν και θεμελιώνει το στοιχείο της γνώσης της αναιρεσείουσας, κατά το χρόνο επιβολής των κατασχέσεων, για το ότι η οφειλέτριά της είχε ήδη πάψει τις πληρωμές της από τον Ιανουάριο του έτους 2013 στο γεγονός αυτό, δηλαδή στην, κατά παραβίαση της σχετικής συμφωνίας της αναιρεσείουσας με την οφειλέτριά της, "πρόωρη" εμφάνιση προς πληρωμή των έξι (από τις επτά) επιταγών.
Περαιτέρω, η ενισχυτική της κρίσης του Εφετείου παραδοχή για το κρίσιμο αυτό στοιχείο της γνώσης της αναιρεσείουσας, που προκύπτει, κατά τη σχετική αιτιολογία της πληττόμενης απόφασης, από το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα υπέβαλε, στις 30-4-2013, την αίτηση για κήρυξη σε πτώχευση της οφειλέτριάς της "... Α.Ε.", στην οποία εκθέτει ότι η τελευταία είχε πάψει τις πληρωμές της από τον παραπάνω χρόνο, είναι νομικά αδιάφορη, αφού αναφέρεται σε μεταγενέστερη του κρίσιμου χρόνου γνώση της αναιρεσείουσας, ήτοι σε χρόνο (Απρίλιο 2013) που δεν έχει νομική σημασία, δεδομένου ότι είναι μεταγενέστερος του κρίσιμου χρόνου της επιβολής των κατασχέσεων, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της
ΙΙ σκέψης της παρούσας. Κατόπιν αυτών, ο πέμπτος, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, με τον οποίο, κατ’ εκτίμηση και όσων διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο και στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων, προβάλλονται οι αιτιάσεις αυτές, είναι βάσιμος, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών τρίτου και τέταρτου, από το άρθρο 559 αριθμ. 10 και 20 ΚΠολΔ, λόγων αναίρεσης, αντίστοιχα, καθώς και των πρόσθετων δεύτερου, τρίτου, τέταρτου, πέμπτου και έκτου, από το ίδιο άρθρο 559 αριθμ. 8, 10, 11, 19 και 20, λόγων, αντίστοιχα, καθόσον η αναιρετική εμβέλεια του πιο πάνω λόγου (που έγινε δεκτός) στο σύνολο της πληττόμενης με την αναίρεση απόφασης καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λόγων αυτών που διατυπώνονται με το κύριο και το πρόσθετο δικόγραφο, η παραδοχή των οποίων οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα και ανεξάρτητα, βέβαια, από το γεγονός ότι στην επίδικη υπόθεση μεταξύ των περιοριστικά προβλεπόμενων στο άρθρο 55 του ΠτωχΚ λόγων αναίρεσης δεν περιλαμβάνονται, ακόμη και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 3 παρ. 1β’ του ν. 4446/2016, και εκείνοι από τους αριθμούς 8, 10, 11 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
V. Μετά από αυτά, αφού η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης γίνει δεκτή, κατά παραδοχή ως βάσιμου του πέμπτου λόγου της, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παρα...υ, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, σ’ αυτήν (άρθρο 495 παρ. 3 εδάφ. ε’ του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ’ άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016). Τέλος, η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων πρέπει να συμψηφιστεί, επειδή η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής, κατ’ άρθρα 179 και 183 ΚΠολΔ, με την επισήμανση ότι, αφού πρόκειται για μη γνήσια υπόθεση εκούσιας δικαιοδοσίας (ανακλητική αγωγή), όπου υπάρχει αντιδικία, το ζήτημα των δικαστικών εξόδων ρυθμίζεται κατά τις γενικές διατάξεις των άρθρων 173-193 ΚΠολΔ, με βάση την αρχή της ήττας, και όχι κατά το άρθρο 13 ΠτωχΚ, κατά το οποίο "στις πτωχευτικές δίκες τα έξοδα επιβάλλονται πάντοτε σε βάρος της πτωχευτικής περιουσίας, αν ενεργήθηκαν προς το συμφέρον της", που προϋποθέτει γνήσια υπόθεση εκούσιας δικαιοδοσίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 802/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση.
Διατάζει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που έχει καταθέσει.
Και
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαρτίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ