Supreme Court allows appeal against first-instance decision regarding public entity's right to sue for property transfer.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court accepted the appeal filed by a public entity against a first-instance judgment concerning property transfer. The lower court erred in dismissing the appeal because the entity is not a public authority exercising state power. Consequently, the appeal was allowed, and the case was remitted for retrial with a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArt. 109 of the Constitution; Art. 1 of Law 2039/1939; A public entity is not a public authority exercising state power and may sue for property transfer; the Supreme Court must accept the appeal and remit the case for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 788 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 788/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΣΑΒΒΑ ΒΟΤΑΝΙΚΟΥ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάμπρο Οικονόμου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Κουρέα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-6-2011 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 370/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 13-7-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλεξάνδρα Αποστολάκη διάβασε την από 26-11-2020 έκθεση της τότε Αρεοπαγίτου και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και δευτέρου (κατ' αμφότερα τα σκέλη του) λόγων της από 13-7-2015 και με αριθμό καταθέσεως 11/2015 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 370/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την απόρριψη του τρίτου λόγου αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 109 του Συντάγματος "1. Δεν επιτρέπεται η μεταβολή του περιεχομένου ή των όρων διαθήκης κωδικέλλου ή δωρεάς, ως προς τις διατάξεις τους υπέρ του Δημοσίου ή κοινωφελούς σκοπού. 2. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η επωφελέστερη αξιοποίηση ή διάθεση για τον ίδιο ή άλλο κοινωφελή σκοπό, εκείνου που καταλείφθηκε ή δωρήθηκε, στην περιοχή που καθόρισε o δωρητής ή o διαθέτης ή στην ευρύτερη περιφέρεια, όταν βεβαιωθεί με δικαστική απόφαση ότι η θέληση του διαθέτη ή του δωρητή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, για οποιονδήποτε λόγο, καθόλου ή κατά το μεγαλύτερο μέρος του περιεχομένου της, καθώς και αν μπορεί να ικανοποιηθεί πληρέστερα με την μεταβολή της εκμετάλλευσης, όπως o νόμος ορίζει".
Εξ άλλου, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1 του Α.Ν. 2039/1939 "Περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και κωδικοποιήσεως των Νόμων, περί εκκαθαρίσεως και διοικήσεως των εις το Κράτος και υπέρ κοινωφελών σκοπών καταλειπομένων κληρονομιών, κληροδοσιών και δωρεών, ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (κατά το άρθρο 101 του Εισαγωγικού Νόμου αυτού) "Κοινωφελής σκοπός κατά την έννοια του παρόντος είναι, κατ' αντίθεσιν προς τον ιδιωτικόν, πας κρατικός, θρησκευτικός, φιλανθρωπικός, εν γένει δε επωφελής εις το κοινόν εν όλω ή εν μέρει σκοπός", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 95 παρ. 1 αυτού "περιουσία διατιθέμενη δια πράξεως εν ζωή ή δια διατάξεως τελευταίας βουλήσεως προς εκπλήρωσιν εις το διηνεκές ή εφ' ωρισμένην διάρκειαν χρόνου κοινωφελούς σκοπού εκ των εν άρθρω 1 του παρόντος, η εκτέλεσις του οποίου ανατίθεται δια συστατικής πράξεως εις φυσικά πρόσωπα (κληρονόμους, κληροδόχους ή εκτελεστάς) ή συνιστώμενα το πρώτον νομικά πρόσωπα ή υφιστάμενα τοιαύτα, οριζομένου όμως κατά την τελευταίαν περίπτωσιν ιδίου τρόπου διοικήσεως, συνιστά ίδρυμα διοικούμενον κατά τα εν τη συστατική πράξει οριζόμενα".
Περαιτέρω κατά μεν την παράγραφο 1 εδ. α' του άρθρου 96 του αυτού ως άνω α.ν. 2039/1939 "περιουσία διατιθέμενη κατά τα εν τω προηγουμένω άρθρω προς εκπλήρωσιν ειδικού κοινωφελούς σκοπού, η εκτέλεσις του οποίου ανατίθεται δια της συστατικής πράξεως εις υφιστάμενα Ιδρύματα, σωματεία, πάσης φύσεως οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως, νομικά πρόσωπα κ.λπ., άνευ ειδικωτέρου καθορισμού τρόπου διοικήσεως, αποτελεί κεφάλαιον αυτοτελούς διαχειρίσεως, διακεκριμένης της λοιπής περιουσίας αυτών", κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου (96 α.ν. 2039/1939) "κληροδοσίαι και δωρεαί προς τα εν τη προηγουμένη παραγράφω αναφερόμενα ιδρύματα κ.λπ., χωρίς να προσδιορίζεται ειδικώτερον ή να συνάγηται επαρκώς εκ της συστατικής πράξεως ο επιδιωκόμενος σκοπός, θεωρούνται ως καταληφθείσαι προς εξυπηρέτησιν του σκοπού ον επιδιώκει κατά τον προορισμόν του το ίδρυμα".
Τέλος, κατά το άρθρο 97 παρ. 1 εδ. α' του ίδιου και πάλι α.ν. 2039/1939 "περιουσίαι περί ων τα άρθρα 95 και 96 του παρόντος εκκαθαρίζονται κατά τα άρθρα 63 και επόμενα του παρόντος και υπάγονται εις την εποπτείαν του Υπουργείου Οικονομικών". Περαιτέρω, σύμφωνα με τις νεότερες και νυν ισχύουσες διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 3, 10 παρ. 1 και 50 παρ.1, 2 και 3 εδ.
α' και β' του ν. 4182/2013 (ΦΕΚ Α' 185) "Κώδικας κοινωφελών περιουσιών, σχολαζουσών κληρονομιών και λοιπές διατάξεις", οι οποίες τέθηκαν σε ισχύ σύμφωνα με το άρθρο 102 εδ. α' στις 10/11/2013, καταργώντας τον Α.Ν. 2039/1939 (άρθρο 82 παρ. 8 ν. 4182/2013) και καταλαμβάνοντας ως προς το κανονιστικό τους περιεχόμενο και τις υφιστάμενες κοινωφελείς περιουσίες ανεξάρτητα από τον τρόπο σύστασής τους (άρθρο 82 παρ. 1 Ν. 4182/2013), ορίζονται, μεταξύ άλλων: "1. "Κοινωφελής περιουσία":
το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων που διατίθενται με κληρονομιά, κληροδοσία ή δωρεά υπέρ του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή για κοινωφελή σκοπό. Ως "κοινωφελής περιουσία" νοείται επίσης και το νομικό πρόσωπο που τα διαχειρίζεται και εκπροσωπεί, εφόσον υπάρχει. Οι όροι "κοινωφελής περιουσία", "περιουσία" και "εθνικό κληροδότημα" ταυτίζονται.... 3. "Κοινωφελής σκοπός":
κάθε εθνικός, θρησκευτικός, φιλανθρωπικός, εκπαιδευτικός, πολιτιστικός και γενικά επωφελής για την κοινωνία, εν όλω ή εν μέρει, σκοπός" [άρθρο 1 παρ. 1 και 3 ν. 4182/2013]. "Περιουσίες που καταλείπονται υπέρ κοινωφελών σκοπών αξιοποιούνται κατά τον τρόπο που όρισε ο διαθέτης ή δωρητής. Απαγορεύεται η μεταβολή τόσο των παραπάνω κοινωφελών σκοπών όσο και του τρόπου και των όρων διαχείρισης της περιουσίας, καθώς και των ορισμών για τον τρόπο διοίκησής της" [άρθρο 10 παρ. 1 ν. 4182/2013]. "1.
Περιουσία, η οποία διατίθεται σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 1 του παρόντος αποτελεί ίδρυμα που διοικείται σύμφωνα με όσα προβλέπονται στη συστατική πράξη, όταν η εκτέλεση του κοινωφελούς σκοπού ανατίθεται σε φυσικά πρόσωπα ή σε νομικά πρόσωπα που συνιστώνται με αυτήν. Ομοίως αποτελεί αυτοτελές ίδρυμα η διάθεση περιουσίας σε υφιστάμενα νομικά πρόσωπα για κοινωφελείς σκοπούς, όταν ορίζεται ιδιαίτερος τρόπος διοίκησής της. 2.
Περιουσία, η οποία καταλείπεται σε υφιστάμενα ιδρύματα, σωματεία, οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και λοιπά νομικά πρόσωπα, με επιδιωκόμενο σκοπό που προσδιορίζεται επαρκώς και είναι διαφορετικός από αυτόν που επιδιώκει το υφιστάμενο νομικό πρόσωπο, χωρίς να καθορίζεται ιδιαίτερος τρόπος διοίκησης, αποτελεί ομάδα περιουσίας διακεκριμένη από την περιουσία του νομικού προσώπου ως κεφάλαιο αυτοτελούς διαχείρισης. 3.
Αν δεν προσδιορίζεται ειδικότερα ή δεν συνάγεται επαρκώς από τη συστατική πράξη ο επιδιωκόμενος σκοπός, θεωρείται ότι η περιουσία έχει καταλειφθεί για την εξυπηρέτηση του σκοπού, που επιδιώκει κατά τον προορισμό του το νομικό πρόσωπο και εντάσσεται στην υπόλοιπη περιουσία του. Αν ο σκοπός είναι όμοιος, ο δε οριζόμενος ιδιαίτερος τρόπος διοίκησης διαφέρει μόνο σε επουσιώδη σημεία από τον τρόπο διοίκησης του υφιστάμενου νομικού προσώπου που προσδιορίζεται από το καταστατικό ή τον οργανισμό του, τότε εφαρμόζεται το προηγούμενο εδάφιο, ο δε κατά τα ανωτέρω ιδιαίτερος τρόπος διοίκησης τηρείται κατά το δυνατόν" [άρθρο 50 παρ. 1, 2 και 3 εδ.
α' και β' του ν. 4182/2013], Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτουν τα ακόλουθα: 1. Η, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 109 του Συντάγματος συνταγματική προστασία και κατοχύρωση της θελήσεως των διαθετών (και δωρητών) εκτείνεται, αφ' ενός μεν στον οριζόμενο με τη διαθήκη (ή τη δωρεά) σκοπό, αφ' ετέρου δε στον τρόπο διαχειρίσεως της περιουσίας που έχει διατεθεί ή δωρηθεί, διότι οι ορισμοί αυτοί μαζί με τον σκοπό, αποτελούν ουσιώδες μέρος του περιεχομένου και των όρων της διαθήκης ή της δωρεάς (ολ.Α.Π. 8/1994, ΣΤΕ 1354/2000), καθώς και της διοικήσεως του τυχόν συνιστωμένου ιδρύματος, έτσι ώστε να αποκλείονται επεμβάσεις εκ μέρους του κράτους, οι οποίες μεταβάλλουν το σκοπό ή τον τρόπο εκπληρώσεως του σκοπού, όπως αυτοί ορίστηκαν από τους διαθέτες ή τους δωρητές (ΣΤΕ 3636/1999). 2.
Το κριτήριο χαρακτηρισμού ενός σκοπού ως κοινωφελούς, κατά την έννοια του άρθρου 1 του Α.Ν. 2039/1939 και ήδη του άρθρου 1 του ν. 4182/2013, αναζητείται κυρίως στο αν ο σκοπός αυτός εξυπηρετεί, σε κάποια συγκεκριμένη περίπτωση το κοινό γενικά και όχι ορισμένο κύκλο προσώπων, δηλαδή αποβλέπει στην εξυπηρέτηση γενικότερης ανάγκης, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν με την εκπλήρωση του σκοπού παρέχεται ωφέλεια που θεραπεύει τις ανάγκες ευρύτερης ομάδας ατόμων, έτσι ώστε η εκπλήρωση του σκοπού να ενδιαφέρει κατ' εξοχήν το κοινωνικό σύνολο.
Η παραπάνω έννοια συνεπικουρείται και από την γενικότητα της διατυπώσεως αρχικά της διατάξεως του άρθρου 1 του Α.Ν. 2039/1939 και στη συνέχεια της διατάξεως του άρθρου 1 του ν. 4182/2013, ως προς το είδος του σκοπού, όπου χαρακτηρίζεται ως κοινωφελής σκοπός "πας" και "κάθε", αντίστοιχα, σκοπός που παρέχει ωφέλεια στο κοινό και αναφέρονται ενδεικτικά ορισμένοι σκοποί, όπως φιλανθρωπικός, κρατικός και θρησκευτικός.
Έτσι, η έννοια του κοινωφελούς σκοπού είναι ευρύτατη και περιλαμβάνει κάθε σκοπό πλην του καθαρά ιδιωτικού (Γνωμ. Ολομ. ΝΣΚ 250/2005, Γνωμ. ΝΣΚ 379/2012). 3. Η περιουσία που διατίθεται για την εκπλήρωση κοινωφελούς σκοπού σε υφιστάμενο ίδρυμα, σωματείο οποιασδήποτε φύσεως, οργανισμό τοπικής αυτοδιοικήσεως, νομικό πρόσωπο κ.λπ., χωρίς να καθορίζεται ειδικότερος τρόπος για τη διοίκησή της, τότε μόνο αποτελεί κεφάλαιο αυτοτελούς διαχειρίσεως, που διακρίνεται της υπόλοιπης περιουσίας του νομικού προσώπου, όταν o κοινωφελής σκοπός της είναι ειδικός, δηλαδή διαφορετικός σε σχέση με το σκοπό, τον οποίο, κατά τον προορισμό του, επιδιώκει το δεχόμενο την περιουσία αυτή νομικό πρόσωπο και ο ειδικός αυτός σκοπός προσδιορίζεται ή τουλάχιστον επαρκώς συνάγεται από τη συστατική πράξη.
Στην περίπτωση αυτή δεν επιτρέπεται συγχώνευση της περιουσίας αυτής με την περιουσία του νομικού προσώπου, καθώς η εν λόγω περιουσία διοικείται μεν από το νομικό πρόσωπο, στο οποίο και ανατίθεται η εκτέλεση του κοινωφελούς σκοπού, υπέρ του οποίου διατίθεται η περιουσία αυτή, πλην όμως, αυτή υπόκειται σε διαχείριση αυτοτελώς και διακεκριμένως της λοιπής περιουσίας του νομικού προσώπου που ενεργείται με βάση ίδιο προϋπολογισμό.
Στην περίπτωση αντίθετα που ο κοινωφελής σκοπός της διατιθέμενης περιουσίας ταυτίζεται με αυτόν του νομικού προσώπου ή δεν προσδιορίζεται στη συστατική πράξη, από την οποία και δεν μπορεί να συναχθεί με επάρκεια σκοπός ειδικός σε σχέση με το σκοπό, που, κατά τον προορισμό του, επιδιώκει το νομικό πρόσωπο, η διατιθέμενη περιουσία θεωρείται τότε, κατά τον ερμηνευτικό κανόνα των άρθρων 96 παρ. 2 α.ν. 2039/1939 και 50 του ν. 4182/2013 ότι καταλείφθηκε για να εξυπηρετήσει το σκοπό του νομικού προσώπου και, συνεπώς, η περιουσία αυτή δεν προστατεύεται από τις διατάξεις των ως άνω νόμων (βλ.
Α.Π. 249/2011, Α.Π. 256/2011, Α.Π. 344/2010, ΑΠ. 1344/1992, Γνωμ. Ν.Σ.Κ. 379/2012, 74/2009).
Β. Με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, καθιερώνεται όχι μόνον η ισότητα των Ελλήνων πολιτών ενώπιον των νόμων αλλά και η έναντι τούτων ισότητα του νόμου, δεσμεύοντας έτσι και το νομοθέτη, o οποίος κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς όμοιων πραγμάτων, σχέσεων, καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, οφείλει να μην μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας εν γένει διακρίσεις, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση αυτών δεν είναι αυθαίρετη, αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων (ολ.Α.Π.7/2018, ολ.Α.Π. 16/2015).
Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 εδ. α' του ισχύοντος Συντάγματος ορίζεται, ότι κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία, την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 5 του Συντάγματος ορίζεται ότι μπορεί να προβλεφθεί με νόμο και κάθε άλλη στέρηση της ελεύθερης χρήσης και κάρπωσης της ιδιοκτησίας που απαιτείται από ιδιαίτερες περιστάσεις.
Νόμος ορίζει τον υπόχρεο και τη διαδικασία καταβολής στο δικαιούχο του ανταλλάγματος της χρήσης ή κάρπωσης, το οποίο πρέπει να ανταποκρίνεται στις υφιστάμενες κάθε φορά συνθήκες. Στέρηση της ιδιοκτησίας κατά την έννοια της πρώτης των εν λόγω διατάξεων αποτελεί όχι μόνο η αφαίρεση της κυριότητας, αλλά και ο ουσιώδης περιορισμός των εξουσιών του ιδιοκτήτη που απορρέουν από αυτή, αφού χωρίς αυτές η ιδιοκτησία καθίσταται αδρανής και κενή ουσιαστικού περιεχομένου.
Ωσαύτως, με το Ν. 2329/1953 αρχικά και στη συνέχεια μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας στη χώρα με το ν.δ. 53/1974 κυρώθηκε και κατά συνέπεια κατέστη αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ημεδαπού δικαίου, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, η από 4.11.1950 Διεθνής Σύμβαση της Ρώμης "για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών" (Ε.Σ.Δ.Α.), καθώς και το Πρώτο Πρόσθετο σε αυτή Πρωτόκολλο των Παρισίων της 20.3.1952, στο άρθρο 1 του οποίου ορίζεται ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Κανένας δεν μπορεί να στερηθεί την ιδιοκτησία του παρά μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερθείσες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέσει σε ισχύ νόμους, τους οποίους θα κρίνει αναγκαίους για τη ρύθμιση της χρήσης αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή για να εξασφαλίσουν την πληρωμή, των φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων.
Στην έννοια της "χρήσης αγαθών", που αναφέρεται στην εν λόγω διάταξη του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου των Παρισίων, εντάσσεται και η χρήση και κάρπωση της ατομικής ιδιοκτησίας που μπορεί να περιορισθεί με νόμο χάριν του δημόσιου συμφέροντος, υπό τις προϋποθέσεις βεβαίως που προεκτέθηκαν. Εξ άλλου, με το άρθρο δέκατο του ν. 1955/1991 "Ίδρυση εταιρείας με την επωνυμία "...." και ρύθμιση συναφών θεμάτων" (ΦΕΚ Α 112), με τον οποίο ιδρύθηκε η αναιρεσίβλητη εταιρία με σκοπό (μεταξύ άλλων) τη μελέτη, κατασκευή, οργάνωση, διοίκηση, λειτουργία, εκμετάλλευση και ανάπτυξη του δικτύου αστικού σιδηροδρόμου του Νομού Αττικής και Νομού Θεσσαλονίκης, ορίστηκαν στις παραγράφους 1, 2, 3 και 4 αυτού τα εξής: "Οι αναγκαιούσες ιδιοκτησίες για την εκτέλεση όλων των έργων που εμπίπτουν στους σκοπούς της εταιρείας, που χαρακτηρίζονται ως έργα προφανούς δημόσιας ή κοινής ωφέλειας, απαλλοτριώνονται υπέρ της εταιρείας και με δαπάνες αυτής, με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αποκλειστικά για τις ανωτέρω απαλλοτριώσεις οι διατάξεις του ν.δ. 797/1971 (ΦΕΚ 1 Α). Στις απαλλοτριώσεις αυτές δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν.δ. 797/1971 και οποιαδήποτε άλλη διάταξη νόμου για την εφαρμογή των σχεδίων πόλεων" (παρ. 1). "Για την εκτέλεση όλων των έργων που εμπίπτουν στους σκοπούς της εταιρείας, που χαρακτηρίζονται ως έργα προφανούς δημόσιας ή κοινής ωφέλειας επιτρέπεται η διάνοιξη υπογείων σηράγγων και στο επιβαλλόμενο από τις τεχνικές ανάγκες βάθος, χωρίς την καταβολή αποζημιώσεως στους κυρίους των υπερκείμενων ακινήτων, με την προϋπόθεση ότι δεν θα παραβλάπτεται η συνήθης εκμετάλλευση των ακινήτων αυτών.
Οι κύριοι ή νομείς ή κάτοχοι από οποιαδήποτε αιτία των ακινήτων υποχρεούνται να επιτρέπουν την διάνοιξη των υπόγειων σηράγγων και κάθε τι αναγκαίο για την κατασκευή, χρήση, επισκευή και συντήρηση αυτών" (παρ. 2). "Η εταιρεία μπορεί να χρησιμοποιεί για την εκτέλεση των έργων και εφ' όσον είναι αναγκαίο, δημόσιες, δημοτικές και κοινοτικές εκτάσεις, καθώς και ακίνητα που ανήκουν σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.
Για την χρήση αυτήν ουδεμία οφείλεται αποζημίωση ή τέλος. Η εταιρεία υποχρεούται με δαπάνες της να αποκαθιστά χωρίς καθυστέρηση στην προτέρα κατάσταση οδούς, πλατείες κ.ά." (παρ.3). "Η εταιρεία μπορεί να χρησιμοποιεί για τη δημιουργία εργοταξίων και, γενικά, για τις ανάγκες των έργων που εμπίπτουν στους σκοπούς αυτής και για όσο είναι αναγκαίο, ιδιωτικές εκτάσεις.
Για την χρήση αυτήν οφείλεται αποζημίωση, που καθορίζεται σε πρώτο και τελευταίο βαθμό από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εφαρμοζομένων αναλόγως των διατάξεων των άρθρων 18 του ν.δ.797/1971. Η αποζημίωση αυτή μπορεί να αναπροσαρμόζεται με απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για κάθε έτος που διαρκεί η χρήση των ιδιοκτησιών από την εταιρεία.
Οι εκάστοτε αναγκαιούσες ιδιοκτησίες για προσωρινή χρήση και για την εκτέλεση των έργων της εταιρείας καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και με τις οποίες μπορεί να ρυθμίζονται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας διάταξης" (παρ. 4).
Με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 4 στοιχ, β' του ν. 3481/2006 (ΦΕΚ Α 162) οι φράσεις "Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών" και "Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών" στην άνω παράγραφο 4 του δέκατου άρθρου του ν. 1955/1991 αντικαταστάθηκαν από τις φράσεις "κατά τόπο αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο" και "κατά τόπο αρμόδιου Μονομελούς Πρωτοδικείου", αντίστοιχα.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με την μορφή του διατακτικού (ολ.
Α.Π.1/20Ι6, ολ. Α.π. 2/2013, ολ. Α.Π. 7/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.) επισκόπηση της από 15.6.2011, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αιτήσεως του αιτούντος και ήδη αναιρεσείοντος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, με την επωνυμία "Ιερός Ναός Αγίου Σάββα Βοτανικού" και δέχθηκε, άλλωστε και το παραπάνω Δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, εκτίθεται σ' αυτήν - αίτηση - ότι δυνάμει της υπ' αριθμ. 11992/18.9.2000 (ΦΕΚ 663/4.10.2000, τευχ.
Δ') αποφάσεως του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, που δημοσιεύθηκε, κατά τα άνω, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, αποφασίσθηκε η προσωρινή κατάληψη εκτάσεως, ιδιοκτησίας του Ιερού Ναού Αγίου Σάββα Βοτανικού, επιφάνειας τετρακοσίων είκοσι τετραγωνικών μέτρων (420 τ.μ.), στην περιοχή του Βοτανικού Απικής και συγκεκριμένα επί της ..., όπως αυτή αποτυπώνεται στο επισυναπτόμενο στην υπουργική απόφαση τοπογραφικό διάγραμμα και η χρήση της εκτάσεως αυτής από την καθ' ης η αίτηση και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία "....", για την κατασκευή και την εκτέλεση έργων που εμπίπτουν στους σκοπούς της άνω Εταιρίας, ήτοι για την κατασκευή της Σήραγγας της επεκτάσεως του Μετρό προς Αιγάλεω.
Ότι η εν λόγω έκταση, εμβαδού 420 τ.μ., αποτελεί τμήμα μείζονος εκτάσεως, η οποία βρίσκεται επί της ... και ..., στον Βοτανικό, η οποία αφέθηκε ως κληροδότημα στο αιτούν και ήδη αναιρεσείον ν.π.δ.δ., για την εξυπηρέτηση των σκοπών του κληροδοτήματος Δ.Ι.Ρ., ως ορίζονται στην υπ' αριθμ. .../22-4-1939 διαθήκη αυτού (Δ. Ι. Ρ.).
Ειδικότερα, με διάταξη της υπ' αριθμ. .../22-4-1939 δημόσιας διαθήκης, συνταχθείσης ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ι. Παρασκευόπουλου, του κατά την 17η Ιουλίου 1940 αποβιώσαντος Δ. Ι. Ρ., νομίμως δημοσιευμένης με το υπ' αριθμ. 211/1941 πρακτικό του Πρωτοδικείου Αθηνών, η αποδοχή της οποίας πραγματοποιήθηκε με τη νόμιμη μεταγραφή της υπ' αριθμ. 528/5-6-1970 πράξεως του γραμματέα των εν Αθήναις Πρωτοδικών στον τόμο 2666 και με αριθμ. 403 του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών, συνεστήθη κληροδότημα με σκοπό την προίκιση πτωχών και απροστάτευτων κοριτσιών της ενορίας του Αγίου Σάββα Βοτανικού, την ενίσχυση πτωχών οικογενειών της ίδιας ως άνω ενορίας και τον εν γένει ευπρεπισμό της εκκλησίας του Αγίου Σάββα.
Ότι η ανωτέρω έκταση εξυπηρετεί αποκλειστικά τους σκοπούς του κληροδοτήματος και δεν αποτελεί δημόσια περιουσία νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου και γι' αυτό η καθ' ης η αίτηση οφείλει αποζημίωση για τη χρήση της επίδικης εκτάσεως. Με την επίκληση των πραγματικών αυτών περιστατικών ζήτησε να καθοριστεί προσωρινή μηνιαία αποζημίωση της ανωτέρω καταληφθείσας εκτάσεως των 420 τ.μ.
στο ποσό των 600 ευρώ για το χρονικό διάστημα από την κατάληψη αυτής (εκτάσεως) στις 23.3.2002 και μέχρι την παράδοση αυτής. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζοντας κατά την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων, εξέδωσε, αντιμωλία των διαδίκων, την προσβαλλομένη 370/2013 οριστική απόφασή του, με την οποία απέρριψε ως μη νόμιμη την ως άνω αίτηση, κατ' εφαρμογήν της παραγράφου 3 του άρθρου 10 του ν. 1955/1991, με την αιτιολογία ότι το αιτούν ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ουδεμία αποζημίωση δικαιούται "καθ' όσον η εν λόγω έκταση, της οποίας με την ανωτέρω διαθήκη το αιτούν κατέστη βεβαρημένος με κληροδοσία κληρονόμος ανήκει στην περιουσία του τελευταίου (αιτούντος), χωρίς να έχει ιδιαίτερη σημασία το γεγονός αν ανήκει στην δημόσια ή στην ιδιωτική περιουσία του, καθώς η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 10 του ν. 1955/1991 δεν κάνει διαχωρισμό σε δημόσια και ιδιωτική περιουσία των Ν.Π.Δ.Δ., αλλά αναφέρεται γενικότερα σε "ακίνητα που ανήκουν σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου".
Δέχθηκε, δηλαδή, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών: α) ότι η εκ μέρους της ήδη αναιρεσίβλητης εταιρίας προσωρινώς καταληφθείσα, δυνάμει των αναφερομένων αποφάσεων του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, έκταση, ανήκει στην ιδιοκτησία του ήδη αναιρεσείοντος δυνάμει διατάξεως της υπ' αριθμ. .../22.4.1939, ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ι.
Παρασκευόπουλου, δημόσιας διαθήκης του κατά την 17η Ιουλίου 1940 αποβιώσαντος Δ. Ι. Ρ., νομίμως δημοσιευμένης με το υπ' αριθμ. 211/1941 πρακτικό του Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία και αποδέχθηκε το ήδη αναιρεσείον δυνάμει της υπ' αριθμ. 528/1970 εκθέσεως δηλώσεως αποδοχής, νομίμως μεταγεγραμμένης στον τόμο 2666 και με α.α. 403 στα Βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών, β) ότι έτσι ο Ιερός Ναός Αγίου Σάββα Βοτανικού κατέστη βεβαρημένος με κληροδοσία κληρονόμος της περιγραφόμενης στην διαθήκη ακίνητης περιουσίας του Δ.
Ι. Ρ., με την υποχρέωση να διαθέτει τα εισοδήματα που θα εισπράπει κατ' έτος από την εκμετάλλευση των ως άνω ακινήτων για την εκπλήρωση των σκοπών του κληροδοτήματος που συνεστήθη με την ίδια ως άνω διαθήκη, ήτοι το ήμισυ εξ αυτών για την προίκιση άπορων κορασίδων, το ένα τέταρτο εξ αυτών για την ενίσχυση πτωχών οικογενειών και το υπόλοιπο για την αγορά ιερών σκευών και εικονοστασίων, καθώς και για τον ευπρεπισμό του Ιερού Ναού.
Από το προεκτεθέν περιεχόμενο της ως άνω διαθήκης προκύπτει ότι ο διαθέτης κατέλειπε την ακίνητη περιουσία του στον Ιερό Ναό Αγίου Σάββα Βοτανικού, δηλαδή σε υφιστάμενο ν.π.δ.δ., για την εκπλήρωση των ανωτέρω σαφώς προσδιοριζομένων κοινωφελών σκοπών, χωρίς να καθορίσει ειδικότερο τρόπο για τη διοίκησή της.
Εν όψει δε του ότι οι ως άνω κοινωφελείς σκοποί του διαθέτη προσδιορίζονται επαρκώς στη διαθήκη του, προκύπτει ότι αυτοί καθίστανται "ειδικοί κοινωφελείς σκοποί", καθώς δεν ταυτίζονται με τους σκοπούς (θρησκευτικούς, φιλανθρωπικούς, κοινωνικούς), τους οποίους, κατά τον προορισμό του, επιδιώκει ο τιμηθείς Ιερός Ναός Αγίου Σάββα Βοτανικού, ως ν.π.δ.δ., οι οποίοι σαφώς περιγράφονται στον καταστατικό χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος (άρθρο 1 επ.ν. 590/1977).
Συνεπώς, η καταληφθείσα στο ήδη αναιρεσείον ν.π.δ.δ., με την επωνυμία "Ιερός Ναός Αγίου Σάββα Βοτανικού" ακίνητη περιουσία του προαναφερθένως διαθέτη για την προίκιση απόρων κορασίδων, την ενίσχυση πτωχών οικογενειών και τον εν γένει ευπρεπισμό του Ναού αποτελεί κεφάλαιο αυτοτελούς διαχειρίσεως, πλήρως διακεκριμένο της υπόλοιπης περιουσίας του Ιερού Ναού, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 96 παρ. 1 του προϊσχύσαντος Α.Ν. 2039/1939 και της διατάξεως του άρθρου 50 παρ. 2 του ήδη ισχύοντος Ν. 4182/2013, δεδομένου ότι οι κοινωφελείς ως άνω σκοποί είναι ειδικοί σε σχέση με τον σκοπό, που, κατά τον προορισμό του, επιδιώκει ο Ιερός Ναός.
Το γεγονός δε ότι η ανωτέρω ακίνητη περιουσία έχει παραχωρηθεί σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, το οποίο ναι μεν εμφανίζεται τυπικά ως κύριός της, όντας, όμως, σε κάθε περίπτωση, μόνον ο διαχειριστής αυτής, δεν συνεπάγεται τη χωρίς αποζημίωση προσωρινή κατάληψη τμήματος αυτής από την καθ' ης η αίτηση και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία, κατ' εφαρμογήν της διατάξεως της παραγράφου 3 του άρθρου 10 του ν. 1955/1991, λαμβανομένου περαιτέρω υπόψη ότι η ακίνητη περιουσία, η οποία με διάταξη τελευταίας βουλήσεως καταλείπεται υπέρ Ν.Π.Δ.Δ.
για την ικανοποίηση κοινωφελών εν γένει σκοπών, δεν καθίσταται τμήμα της δημόσιας περιουσίας, ώστε να τη διαχειρίζεται το Ν.Π.Δ.Δ. κατά το δοκούν και να αλλάζει εν όλω ή εν μέρει, προσωρινώς ή μονίμως τη χρήση, πολύ δε περισσότερο δεν δύναται να καταλαμβάνεται προσωρινά προς εξυπηρέτηση άλλων δημόσιων σκοπών, δεδομένου ότι κάτι τέτοιο προσκρούει στο Σύνταγμα, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν.
Επομένως, ο συναφής πρώτος λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο το ήδη αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. της ευθείας παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων 96 παρ. 1 εδ. α' του προϊσχύσαντος Α.Ν. 2039/1939, 50 παρ. 2 του ν. 4182/2013, 10 παρ. 3 και 4 του v. 1955/1991, 17 παρ. 2, 18 παρ. 5, 25 παρ. 1, 109 Συντ., 1 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου Ε.Σ.Δ.Α., είναι βάσιμος.
Με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, καθιερώνεται όχι μόνον η ισότητα των Ελλήνων πολιτών ενώπιον των νόμων, αλλά και η έναντι τούτων ισότητα του νόμου, δεσμεύοντας έτσι και το νομοθέτη, ο οποίος κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς όμοιων πραγμάτων, σχέσεων, καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, οφείλει να μην μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας εν γένει διακρίσεις, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση αυτών δεν είναι αυθαίρετη, αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικοτέρου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων (ολ.
Α.Π. 7/2018, ολ. Α.Π. 16/2015). Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής με τις προεκτεθείσες (κατά την έρευνα του πρώτου αναιρετικού λόγου) διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2, 18 παρ. 5, 25 παρ. 1 Συντ., 1 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου Ε.Σ.Δ.Α., συνάγεται ότι οι διατάξεις αυτές δεν αποκλείουν την από το νομοθέτη θέσπιση περιορισμών, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και για λόγους εξυπηρετήσεως του γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, αναγόμενους ιδίως στο δικαίωμα της αποκλειστικής χρήσεως ή απόλυτης κάρπωσης της ιδιοκτησίας, υπό την προϋπόθεση πάντως ότι με αυτούς τους περιορισμούς δεν καθίσταται αδρανής η ιδιοκτησία σε σχέση με τον προορισμό της και ειδικότερα δεν αποδυναμώνεται σε ουσιώδη βαθμό το δικαίωμα της αποκλειστικής χρήσεως του ακινήτου και υπό τον περαιτέρω όρο ότι οι περιορισμοί αυτοί θα πρέπει να είναι μόνο οι αναγκαίοι για την επίτευξη του σκοπούμενου αποτελέσματος (ολ.
ΑΠ. 7/2018, ολ. Α.Π. 37/1988, ολ. ΣτΕ 3521/1992). Κατά συνέπειαν, όρο της παραδοχής των περιορισμών αυτών αποτελεί και ο από αυτούς σεβασμός της αρχής της αναλογικότητας. Η αρχή αυτή, ως γενική αρχή του δικαίου, αναγνωριζόμενη παγίως ως ισχύουσα από τη νομολογία των δικαστηρίων και πριν από την αναγωγή της σε ρητή συνταγματική αρχή μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος του 1975 από την Ζ' Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων, με την οποία αντικαταστάθηκε από 18.4.2001, η παρ. 1 του άρθρου 25 αυτού, και όπως αυτή ισχύει πλέον μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, απαιτεί από το νομοθέτη, όπως οι περιορισμοί που επιβάλλει στην άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων, στα οποία περιλαμβάνεται και το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, οριοθετούνται με βάση τα εννοιολογικά στοιχεία της προσφορότητας (καταλληλότητας), της αναγκαιότητας του λαμβανομένου μέτρου και της αναλογίας προς τον επιδιωκόμενο σκοπό (ολ.
Α.Π. 26/2003, σχετ. ολ.Α.Π. 6/2009, ολ. Α.Π. 43/2005). Ειδικότερα, για την περίπτωση της στέρησης της ιδιοκτησίας, η οποία μπορεί να είναι πρόσκαιρη και να συνίσταται σε περιορισμό της ευχέρειας χρήσης και κάρπωσης του πράγματος, για την οποία ειδικώς προνοεί το άρθρο 18 παρ. 5 του Συντάγματος, η αρχή της αναλογικότητας επιβάλλει τη διαμόρφωση μιας δίκαιης ισορροπίας μεταξύ των απαιτήσεων του δημοσίου συμφέροντος υπέρ του κοινωνικού συνόλου και της επιτασσόμενης προστασίας της ιδιοκτησίας ως ατομικού δικαιώματος (Α.Π. 799/2004, Α.Π. 968/2010).
Από τις προαναφερθείσες διατάξεις συνάγεται επίσης ότι η για περιορισμένο χρονικό διάστημα κατάληψη ακινήτων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και ειδικότερα εδαφικών τμημάτων αυτών και η χρησιμοποίηση αυτών για το σκοπό της εκτελέσεως και ολοκληρώσεως του έργου της κατασκευής μητροπολιτικού σιδηροδρόμου από την αναιρεσίβλητη εταιρεία, χωρίς την καταβολή αποζημιώσεως, αλλά με την υποχρέωση αυτής να αποκαταστήσει αυτές στην προτέρα κατάσταση κατά την απόδοσή τους στον κύριο αυτών, που προβλέπει η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου δέκατου του Ν. 1955/1991, δεν αντιβαίνει στις προστατευτικές για την ιδιοκτησία διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 εδ.
α και 18 παρ. 5 του ισχύοντος Συντάγματος, του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., ούτε αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας (ΑΠ 226/1999). Και τούτο διότι η ρύθμιση αυτή της παρ. 3 του άρθρου δέκατου του Ν.1955/1991 επάγεται απλό περιορισμό των εξουσιών του ανήκοντος στο στενό πυρήνα του κράτους νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, ως ιδιοκτήτη των ανωτέρω εδαφικών εκτάσεων, την οποία δεν αποδυναμώνει σε βαθμό που αυτή να καθίσταται αδρανής και χωρίς περιεχόμενο, σε σχέση με το προορισμό της, εφόσον με την προσωρινή κατά τα ανωτέρω κατάληψη εδαφικών εκτάσεων δεν παρεμποδίζεται κατ' αρχήν, ούτε καθίσταται λίαν δυσχερής η λειτουργία του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, το οποίο χρησιμοποιεί τις εκτάσεις αυτές στο πλαίσιο του δημόσιου σκοπού, τον οποίο επιτελεί με βάση την ιδρυτική του πράξη.
Από την άλλη πλευρά η παραχώρηση αυτή γίνεται με βάση αντικειμενικά κριτήρια, ήτοι για τις ανάγκες του έργου και για περιορισμένο χρονικό διάστημα, που αντιστοιχεί στον απαραίτητο χρόνο εκτελέσεως και ολοκληρώσεως του έργου της κατασκευής μητροπολιτικού σιδηροδρόμου, διάστημα που περιλαμβάνει και τις σύμφυτες με την πολυπλοκότητα του έργου καθυστερήσεις, η δε πρόβλεψη της παραχωρήσεως των πιο πάνω εδαφικών εκτάσεων από φορείς του στενού δημοσίου τομέα (Δημόσιο, Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και Ν.Π.Δ.Δ.), χωρίς αποζημίωση, γίνεται για λόγους εξυπηρετήσεως του γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, χάριν κατασκευής του έργου, που από το νόμο χαρακτηρίζεται ως έργο προφανούς δημόσιας ή κοινής ωφέλειας και υπέρ των συμφερόντων του κοινωνικού συνόλου, αφού αποσκοπεί στον περιορισμό του κόστους κατασκευής του όλου έργου, που, διαφορετικά, θα επιρριπτόταν, μέσω της φορολογίας, σε βάρος του κοινωνικού συνόλου και αντισταθμίζεται, μετά την ολοκλήρωση και θέση σε λειτουργία του έργου, από τη σε μεγάλο βαθμό βελτιστοποίηση των συνθηκών λειτουργίας του δημόσιου φορέα, του οποίου καταλήφθηκαν προσωρινά εδαφικές εκτάσεις και ο οποίος σε καμία περίπτωση δεν ήταν σε θέση να ανταποκριθεί στη δαπάνη του τμήματος του έργου που τον αφορά, αλλά ακόμη και από την αύξηση της αξίας των ακινήτων του.
Διαμορφώνεται έτσι μια δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του δημόσιου συμφέροντος υπέρ του κοινωνικού συνόλου και της επιτασσόμενης προστασίας της ιδιοκτησίας ως ατομικού δικαιώματος, του οποίου φορέας είναι Ν.Π.Δ.Δ. Μόνο στις περιπτώσεις εκείνες, κατά τις οποίες η κατά τα άνω προσωρινή κατάληψη είχε ως συνέπεια την απώλεια εσόδων από την κάρπωση της καταληφθείσας εδαφικής εκτάσεως ή που συνεπεία της προσωρινής καταλήψεως καθίσταται αδύνατη ή έστω λίαν δυσχερής η στο πλαίσιο του επιδιωκομένου από το Ν.Π.Δ.Δ.
δημοσίου σκοπού, θα μπορούσε να γίνει λόγος περί αντιθέσεως της ως άνω ρυθμίσεως της παρ. 3 του δέκατου άρθρου του Ν. 1955/1991 προς τις συνταγματικές και υπερνομοθετικής ισχύος ως άνω διατάξεις περί προστασίας της ιδιοκτησίας και στην αρχή της αναλογικότητας. Η διαφοροποίηση, εξ άλλου, στην οποία προβαίνει o νομοθέτης με την παρ. 4 του δέκατου άρθρου του Ν. 1955/1991, με την οποία προβλέπεται η καταβολή αποζημιώσεως για την προσωρινή κατάληψη ιδιωτικών εκτάσεων προς το σκοπό δημιουργίας εργοταξίων και γενικότερα για τις ανάγκες των έργων σε αντίθεση με την προπαρατεθείσα ρύθμιση της παρ. 3 του ιδίου άρθρου, δεν παρίσταται αυθαίρετη, αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου δημοσίου και κοινωνικού συμφέροντος.
Και τούτο διότι η προσωρινή κατάληψη ιδιωτικών εκτάσεων, έστω και αν σε βάθος χρόνου επιφέρει άνοδο και μάλιστα σημαντική της αξίας αυτών λόγω του έργου, επάγεται συνήθως καθ' όλη τη διάρκεια κατασκευής του είτε μείωση, πολλάκις μέχρι σημείου εκμηδενισμού, των προσόδων που έχει ο ιδιοκτήτης, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, από την κάρπωση αυτού, είτε προσωρινή μεγάλη μείωση της αξίας αυτού που καθιστά αδύνατη ή λίαν δυσχερή την εκμετάλλευσή του, λόγω της προσωρινής υποβαθμίσεως του ακινήτου εξ αιτίας των εργασιών κατασκευής η οποία, ενόψει και των πιο πάνω ρυθμίσεων του Συντάγματος και του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, δεν είναι ανεκτό να επιρριφθεί σε βάρος του ιδιώτη.
Τοιαύτη περίπτωση δεν συντρέχει, όμως, επί προσωρινής καταλήψεως δημοσίων ή δημοτικών εκτάσεων ή ακινήτων Ν.Π.Δ.Δ., οσάκις δεν παραβλάπτεται ουσιωδώς, κατά τα ανωτέρω, η λειτουργία αυτών. Κατά συνέπεια η πιο πάνω νομοθετική διαφοροποίηση των ρυθμίσεων των παρ. 3 και 4 του Ν. 1955/1991 δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, ούτε στις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 1 (ισότητα ενώπιον του δικαστηρίου) και 26 παρ.1 εδ.
α (Ισότητα ενώπιον του νόμου) του από 16.12.1966 Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν. 2462/1997, αλλά έχει προβλεφθεί από λόγους γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος. Ανεξαρτήτως των ανωτέρω, συντρέχει και έτερος λόγος γενικότερου δημοσίου συμφέροντος που επιτρέπει τη θέσπιση διαφορετικής νομοθετικής ρυθμίσεως για τους φορείς που ανήκουν κατά το οργανικό κριτήριο στο στενό δημόσιο τομέα, όπως είναι τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, σε σχέση με την προβλεπομένη ρύθμιση για τα φυσικά πρόσωπα ή τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, λόγω της διαφορετικής φύσεως και λειτουργίας των πρώτων (Ν.Π.Δ.Δ), τα οποία δύνανται και να ασκούν δραστηριότητες προς ικανοποίηση του δημοσίου συμφέροντος υπό καθεστώς νομοθετικής υπεροχής, εκδίδοντας προς τούτο εκτελεστές διοικητικές πράξεις και απολαμβάνοντας συνήθως, κατά τη διέπουσα αυτά νομοθεσία, προνομίων του Ελληνικού Δημοσίου, σε αντίθεση με τα δεύτερα (Ν.Π.Ι.Δ.), τα οποία, ανεξαρτήτως του αν ανήκουν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ασκούν δραστηριότητα με βάση τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και βρίσκονται στην ίδια θέση με τον αντισυμβαλλόμενο ή τον ιδιώτη με τον οποίο συναλλάσσονται, με συνέπεια να πρόκειται περί διαφορετικής κατηγορίας προσώπων, για τα οποία είναι επιτρεπτή η διαφορετική νομοθετική μεταχείριση (ολ.
Α.Π. 7/2018, ολ.Α.Π. 3/1997). Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 1 εδ. 4 του ν. 590/1977 "περί του καταστατικού χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος ορίζεται ότι "κατά τας νομικάς αυτών σχέσεις η Εκκλησία της Ελλάδος, αι Μητροπόλεις, αι Ενορίαι μετά των Ενοριακών αυτών ναών, αι Μοναί, η Αποστολική Διακονία, o ΟΔΕΠ, το ΤΑΚΕ, το Διορθόδοξον Κέντρον της Εκκλησίας της Ελλάδος, είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.
Όμως τα ως άνω νομικά πρόσωπα δεν συνιστούν φορείς ασκήσεως δημόσιας εξουσίας, εφόσον δεν επιδιώκεται με την ίδρυση και λειτουργία τους σκοπός πολιτειακού ενδιαφέροντος, αναγόμενος σε έργα κυριαρχικής ή συναλλακτικής διοικήσεως, ως εκ τούτου δε δεν αποτελούν τμήμα της δημόσιας διοικήσεως υπό την οργανική έννοια (ΣΤΕ 502/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, με επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Εξάλλου, ο περιορισμός των εξουσιών χρήσεως και καρπώσεως της επίδικης εκτάσεως δεν είναι ουσιώδης, αφού ούτε εξαφανίζεται ή καθίσταται παντελώς αδρανής η ιδιοκτησία αυτή, ούτε αφαιρείται οριστικώς η χρήση της, αλλά εντελώς, προσωρινώς και για λόγους δημόσιας ωφέλειας, πράγμα που επιτρέπεται από το ισχύον Σύνταγμα και τον ν. 2329/1953.
Σε κάθε δε περίπτωση η προσωρινή χρήση του επιδίκου για τις ανάγκες ενός Δημόσιου Έργου δεν άλλαξε τη χρήση του κληροδοτήματος, ούτε αλλοίωσε τον κοινωφελή του χαρακτήρα, ούτε καν έθεσε σε κίνδυνο τον προορισμό για τον οποίο κληροδοτήθηκε, καθότι κατελήφθη μόνο ένα μικρό τμήμα αυτού, ενώ το μεγαλύτερο τμήμα του εξακολουθούσε να αποφέρει έσοδα στο αιτούν, οπότε δεν τέθηκε σε κίνδυνο ο σκοπός για τον οποίο ο Δ.
Ρίππης κατέλιπε το ακίνητο βεβαρημένο με κληροδοσία στο αιτούν, κάτι τέτοιο μάλιστα δεν ισχυρίζεται στην κρινόμενη αίτησή του το αιτούν". Έτσι, όμως, που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, υπό την έννοια ότι, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, δεν εφάρμοσε αυτόν και συγκεκριμένα δεν εφάρμοσε την διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 10 του ν. 1955/1991, η οποία ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ότι:
α) ναι μεν έγινε δεκτό, ότι η μεγαλύτερη επιφάνεια της κληροδοτηθείσας εκτάσεως (για την οποία δεν πρόκειται) εξακολουθούσε να αποφέρει έσοδα στο αιτούν και ήδη αναιρεσείον, ουδόλως όμως κρίθηκε, εάν η προσωρινή κατάληψη της καταληφθείσας εδαφικής εκτάσεως (για την οποία πρόκειται) είχε ως συνέπεια την απώλεια εσόδων από την κάρπωση αυτής και β) το αιτούν δεν αποτελεί, κατά τα προεκτεθέντα, φορέα ασκήσεως δημόσιας εξουσίας.
Κατά συνέπειαν, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. προβλεπόμενες πλημμέλειες, κατά τον βάσιμο περί τούτων δεύτερο, κατ' αμφότερα τα σκέλη του, λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, ο οποίος, επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός.
Συνεπώς, οι 1ος και 2ος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι, ενώ παρέλκει η έρευνα του 3ου λόγου, καθόσον η αναιρετική εμβέλεια των παραπάνω ερευνηθέντων λόγων (που έγιναν δεκτοί) στο σύνολο της προσβαλλόμενης με την αναίρεση αποφάσεως, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του τελευταίου λόγου, η παραδοχή του οποίου οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα. Μετά από αυτά, η από 13-7-2015 και με αριθμό καταθέσεως 111/13-07-2015 αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Διάταξη περί παραβόλου δεν πρέπει να περιληφθεί στην απόφαση αυτή, διότι το αναιρεσείον ως ΝΠΔΔ δεν έχει καταθέσει παράβολο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης κατ' άρθρο 28 παρ. 4 Ν. 2579/1998.
Κατά το άρθρο 22 παρ. 3 του Ν 3693/1957, οι περί μειωμένης δικαστικής δαπάνης διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων του ίδιου άρθρου εφαρμόζονται και στις δίκες, στις οποίες διάδικος είναι υπουργός ή νομάρχης ή νομικό πρόσωπο του οποίου η νομική υπηρεσία διεξάγεται δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Συνεπώς το γεγονός ότι ορισμένο ν.π.δ.δ. απολαύει, με βάση διάταξη νόμου, των απαλλαγών, ατελειών και προνομίων του Δημοσίου, δεν δικαιολογεί την εφαρμογή και των διατάξεων για τη δικαστική δαπάνη, αφού δεν πρόκειται για προνόμιο ή απαλλαγή, αλλά για διάταξη αναφερόμενη μόνο στη δικαστική υπεράσπιση από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (βλ. ΑΠ 760/2021, ΑΠ 198/2021, ΑΠ 68/2019, ΑΠ 611/2018, ΑΠ 762/2015, ΑΠ 589/2015, ΑΠ 1228/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον, ναι μεν αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και έχει τα προνόμια απαλλαγών και ατελειών του Δημοσίου (άρθρ. 28 παρ. 4 του Ν 2579/1998), η νομική του όμως υπηρεσία δεν ασκείται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους και ως εκ τούτου η υπέρ αυτού, ως νικήσαντος διαδίκου, δικαστική δαπάνη πρέπει να ορισθεί πλήρης (άρθρ. 176, 183 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 370/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, Ειδική Διαδικασία Απαλλοτριώσεων.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Απριλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ