Legislator Case Law & Legislation
611/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court judgment regarding lawyer fee reduction for public legal person.

Case Number 611/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a public legal person against a final labor court judgment. The appellant argued for a reduction in court costs, but the court found the appeal inadmissible due to lack of service and the disputed facts regarding a specific document were matters of fact reviewable only by the lower court. Furthermore, the court ruled that the specific provisions for reducing lawyer fees and offsetting costs apply only to legal persons whose legal service is performed by the State Legal Service, which this entity is not.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 564, 577, 559, 106, 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may not review factual assessments of documents or apply cost reduction rules for legal persons not served by the State Legal Service.

Keywords

AI generated
labor dispute appeal court costs reduction public legal person State Legal Service factual review limitation inadmissible appeal lawyer fee offset

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 564 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 126 of the Law 2039/1939

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 611 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 611/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Κωνσταντίνο Πιτταρά - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: κοινωφελούς Ιδρύματος Νομικού Προσώπου Δικαίου με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Ιωαννίδη, που κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Μ. συζ. Δ. Κ., το γένος Π. Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Χρυσό, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 15/12/2012, 10/5/2013 και 2/7/2013 αγωγές της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 36/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 34/2016 του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την από 30/6/2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη από 30.06.2016 αίτηση προσβάλλεται η 34/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε η έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Κοινωφελούς Ιδρύματος κατά της 36/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, με την οποία είχαν γίνει δεκτές οι αναφερόμενες κατωτέρω τρεις αγωγές της ήδη αναιρεσίβλητης με αντικείμενο αξιώσεις από καταγγελίες σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου. Η αίτηση στρέφεται κατ’ απόφασης δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, της οποίας δεν προκύπτει, ούτε άλλωστε προβάλλεται, επίδοση (άρθρα 552, 553 παρ. 1, 556 παρ. 1 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί παραδεκτή και να ερευνηθούν περαιτέρω οι λόγοι που περιέχονται σ’ αυτήν ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 126 του α.ν.2039/1939: "1. Ο Υπουργός των Οικονομικών δύναται να παρεμβαίνη κατά πάσαν στάσιν της δίκης και άνευ της κοινοποιήσεως δικογράφου παρεμβάσεως, αλλά διά των προτάσεων, εις δίκας αφορώσας διεκδίκησιν εν όλω ή εν μέρει της υπέρ του σκοπού ταχθείσης περιουσίας ή την ακύρωσιν των συστατικών πράξεων, ως και εν γένει εις πάσας τάς δίκας αίτινες ενδιαφέρουσιν οπωσδήποτε την υπέρ του σκοπού ή υπέρ κοινωφελούς ιδρύματος άνευ ειδικού σκοπού καταλειπομένην περιουσίαν. 2.

Κατά των εκδιδομένων αποφάσεων ο υπουργός των Οικονομικών δύναται να ασκή αυτοτελώς μέσα "και όταν ακόμη δεν παρέστη κατά την συζήτησιν της προσβαλλομένης αποφάσεως". 3. Τα εισαγωγικά τοιούτων δικών δικόγραφα, επί ποινή απαραδέκτου αυτών εξεταζομένου και αυτεπαγγέλτως, κοινοποιούνται και εις τον Υπουργόν των Οικονομικών, εφαρμοζομένων των περί δικών και προθεσμιών υπέρ του Δημοσίου διατάξεων".

Περαιτέρω, ο ν. 2039/1939 καταργήθηκε με την παρ. 8α του άρθρου 82 ν. 4182/2013 "Κώδικας κοινωφελών περιουσιών, σχολαζουσών κληρονομιών και λοιπές διατάξεις". Σύμφωνα δε με την παρ. 9 του ίδιου άρθρου, "9. Με την επιφύλαξη των παραγράφων 3 και 4 του παρόντος άρθρου, κάθε παραπομπή στον α.ν. 2039/1939 ή γενικά στην νομοθεσία περί Εθνικών Κληροδοτημάτων, νοείται από την έναρξη ισχύος του παρόντος Κώδικα ότι γίνεται στις αντίστοιχες διατάξεις του".

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1, 3 του ανωτέρω ν. 4182/2013: Υποχρεώσεις Δημοσίου - Αρμοδιότητες: 1. Το Δημόσιο έχει την υποχρέωση να διασφαλίζει την πιστή και επακριβή εκτέλεση της βούλησης των διαθετών και δωρητών. 3. Αρμοδιότητα του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης υφίσταται, με την επιφύλαξη της παραγράφου 4 και τυχόν ειδικών διατάξεων, στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) Όταν ο σκοπός της περιουσίας εκπληρώνεται κατά κύριο λόγο μέσα στα όρια μιας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, ανεξαρτήτως του τόπου όπου βρίσκεται η περιουσία..., β)..., γ)...Κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου. Στις υπόλοιπες περιπτώσεις αρμόδιος είναι ο Υπουργός Οικονομικών. Αρμοδιότητα του Υπουργού Οικονομικών υφίσταται επίσης κατ’ εξαίρεση:

α) Για την εποπτεία εκκαθάρισης και διαχείρισης περιουσιών που καταλείπονται στο Δημόσιο, β) για την εποπτεία της επιτροπής Ολυμπίων και κληροδοτημάτων και του Βαρβακείου Ιδρύματος, γ) για την εκκαθάριση και εποπτεία κοινωφελών περιουσιών που έχουν τα κύρια περιουσιακά στοιχεία στην αλλοδαπή, δ) για περιουσίες του κεφαλαίου Ε’ του παρόντος κώδικα που υπάγονται στην άμεση διαχείριση του Υπουργείου Οικονομικών, ε) για την εποπτεία περιουσιών των οποίων η αξία εκτιμάται, ως ανώτερη του ποσού των 10.000.000 ευρώ ή των οποίων οι σκοποί εκτελούνται σε όλη την επικράτεια.

Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 69 του ιδίου νόμου ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΑ’ : ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ. Δίκες κοινωφελών περιουσιών: "1. Η αρμόδια αρχή νομιμοποιείται, πέραν των εκκαθαριστών, εκτελεστών διαθήκης και διοικητών κοινωφελών ιδρυμάτων: α) Να ασκεί αιτήσεις και αγωγές σε δικαστήρια για την αναγνώριση ή τη διεκδίκηση δικαιώματος σε κάθε περιουσία, που έχει διατεθεί για κοινωφελή σκοπό ή σε κοινωφελές ίδρυμα, β) να επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση για την ικανοποίηση των δικαιωμάτων αυτών, γ) να ζητεί τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων για την εξασφάλιση κάθε περιουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 682 και επόμενα του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, δ) να ασκεί παρέμβαση σε κάθε στάση δίκης, η οποία αφορά περιουσία υπέρ κοινωφελούς σκοπού ή κοινωφελών ιδρυμάτων ή αφορά το κύρος των πράξεών τους, με την υποβολή προτάσεων και χωρίς την κοινοποίηση δικογράφου παρέμβασης, ε) να ζητεί την επανάληψη της δίκης ή να καλείται για την επανάληψη της δίκης, αν επήλθε διακοπή δίκης με διάδικο ένα από τα πρόσωπα του πρώτου εδαφίου και για λόγους που αφορούν τα πρόσωπα αυτά. 2.

Τα εισαγωγικά δικόγραφα των δικών, που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο, κοινοποιούνται στην αρμόδια αρχή, από οποιονδήποτε κι αν ασκούνται, εκτός αν ορίζεται ειδικά διαφορετικά στον παρόντα Κώδικα, επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις περί δικών και προθεσμιών του Δημοσίου".

Κατά την ορθή έννοια των παραπάνω διατάξεων, οι προβλεπόμενες από αυτές δίκες Κοινωφελών Περιουσιών, στις οποίες καλείται υποχρεωτικά και μπορεί να παρεμβαίνει ο Υπουργός Οικονομικών και, μετά τον ν. 4182/2013, ο Γενικός Γραμματέας της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, είναι εκείνες μόνο που ενδιαφέρουν κατά τρόπο ευθύ και άμεσο την περιουσία που τάχθηκε υπέρ του κοινωφελούς σκοπού και οι οποίες μπορούν, εξαιτίας του αποτελέσματος τους, να ματαιώσουν ή να εμποδίσουν την εκπλήρωση του σκοπού αυτού και όχι και άλλες, όπως είναι εκείνες που αφορούν δοσοληψίες του κοινωφελούς ιδρύματος, που έγιναν κατά τη συνηθισμένη δραστηριότητά του στις συναλλαγές (ΑΠ 627/2017, ΑΠ 361/2017).

Eξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον Κοινωφελές Ίδρυμα με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ισχυρίζεται ότι η έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς και οι τρεις αγωγές της αναιρεσίβλητης, επί των οποίων εκδόθηκε η απόφαση του Πρωτοδικείου και οι οποίες ως αντικείμενο έχουν αξιώσεις της αναιρεσίβλητης από άκυρες καταγγελίες της εργασιακής σύμβασης που έχει συνάψει με το αναιρεσείον, δεν κοινοποιήθηκαν στον Υπουργό των Οικονομικών και, μετά την κατάργηση του α.ν. 2039/1939, στην αρμόδια διεύθυνση της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Δυτικής Ελλάδος, Πελοποννήσου και Ιονίου και συνεπώς έπρεπε να κηρυχθεί αυτεπαγγέλτως απαράδεκτη η συζήτησή τους.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού οι διατάξεις του αναφέρονται στην ανωτέρω νομική σκέψη της παρούσας και προβλέπουν την κοινοποίηση των εισαγωγικών της δίκης δικογράφων, που αφορούν την περιουσία Κοινωφελών Ιδρυμάτων και οι οποίες φέρονται ότι παραβιάστηκαν, είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου.

Σε κάθε άλλωστε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών της δίκης εγγράφων και τις παραδοχές της προσβαλλομένης, η δίκη που ανοίχθηκε με τις ένδικες αγωγές δεν αφορά κατά τρόπο ευθύ και άμεσο την περιουσία που τάχθηκε υπέρ του αναιρεσείοντος-εναγομένου Κοινωφελούς Ιδρύματος κι ούτε μπορεί, εξαιτίας του αποτελέσματός της, να ματαιώσει ή να εμποδίσει την εκπλήρωση του σκοπού αυτού αλλά αποτελεί μια συνήθη δοσοληψία του κοινωφελούς ιδρύματος (καταγγελία της σύμβασης εργασίας μιας υπαλλήλου του), που έγινε στα πλαίσια της συνηθισμένης δραστηριότητάς του στις συναλλαγές.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 §3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ως αιτιολογίες στην ανωτέρω διάταξη νοούνται μόνον οι ουσιαστικές παραδοχές στα αποδεικνυόμενα ή μη πραγματικά γεγονότα, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του ουσιαστικού νόμου και όχι αυτές που αφορούν ανεπάρκεια ή αντίφαση ως προς την έννοια των εφαρμοστέων διατάξεων (ΑΠ 120/2016, 1711/2014, 1680/2008, 493/2007).

Επομένως, ο ανωτέρω λόγος προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και τη διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή τον ισχυρισμό ως απαράδεκτο, αόριστο ή μη νόμιμο ή για άλλον τυπικό λόγο (Ολ.ΑΠ 3/1997, Ολομ. ΑΠ 44/1990, ΑΠ 1371/2005). Επίσης ο ανωτέρω λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, όταν λείπει το έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος και ιδίως όταν είναι αλυσιτελής, διότι η προβαλλόμενη πλημμέλεια δεν επιδρά κατά νόμο στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης (ΑΠ 120/2016, ΑΠ 1150/1993).

Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται παραδεκτά για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), η αναιρεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας κατά του αναιρεσείοντος τις από 15.12.2012, 10.5.2013 και 2.7.2013 (αριθμ. έκθ.

κατάθεσης …/2013, …2013 και …2013 αντίστοιχα) τρεις αγωγές, με τις οποίες, αφού ισχυρίζεται ότι προσλήφθηκε από το αναιρεσείον-εναγόμενο Κοινωφελές Ίδρυμα την 1.3.2009 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αρχικά ορισμένου και στη συνέχεια αορίστου χρόνου, και απασχολήθηκε έκτοτε από αυτό ως βοηθός νοσηλεύτρια, και ότι το εναγόμενο κατήγγειλε διαδοχικά τρεις φορές την εργασιακή της σύμβαση, καταλήγοντας ζήτησε, μεταξύ των άλλων, αφενός να αναγνωριστεί η ακυρότητα κάθε μιας από τις τρεις καταγγελίες (από 21.11.2012, 30.1.2013 και 26.6.2013 αντίστοιχα) και η υποχρέωση του εναγομένου να της καταβάλει τους αναφερόμενους εκεί μισθούς υπερημερίας και αφετέρου να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες της με την απειλή κατ’ αυτού χρηματικής ποινής για κάθε ημέρα παράβασης του διατακτικού της απόφασης που θα εκδοθεί.

Επί των αγωγών αυτών, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η 36/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, με την οποία οι αγωγές έγιναν εν μέρει δεκτές, αναγνωρίστηκε η ακυρότητα των επίμαχων καταγγελιών της σύμβασης της ενάγουσας και η υποχρέωση του εναγομένου και τώρα αναιρεσείοντος να καταβάλει στην τελευταία τους μισθούς υπερημερίας για το διάστημα από 1.7.2013 (μετά δηλαδή την τρίτη καταγγελία) έως 4.3.2014, οπότε συζητήθηκε η υπόθεση στο Πρωτοδικείο, υποχρεώθηκε το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες της αναιρεσίβλητης-ενάγουσας με τους όρους που ίσχυαν πριν από την καταγγελία και απειλήθηκε κατά του εναγομένου τρεις φορές (δηλαδή μια φορά για κάθε αγωγή και αντίστοιχη καταγγελία) χρηματική ποινή.

Κατά της ανωτέρω απόφασης του Πρωτοδικείου το εναγόμενο άσκησε την από 4.3.2015 έφεση, με την οποία προέβαλε κατά της εκκαλουμένης, μεταξύ των άλλων, την αιτίαση ότι, αφού οι τρεις αγωγές αφορούν την ίδια έννομη σχέση, δεν έπρεπε η ρύθμιση αυτής να γίνει τρεις φορές, να διαταχθεί τρεις φορές η επαναπρόσληψη της ενάγουσας και να απειληθεί κατ’ αυτού τρεις επίσης φορές χρηματική ποινή.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη εδώ απόφαση απέρριψε την έφεση ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν , ειδικά δε τον παραπάνω λόγο έφεσης τον απέρριψε ως αλυσιτελή με την αιτιολογία ότι "... η πρώτη αγωγή αφορά το κύρος της από 21.11.2012 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας , η δεύτερη το κύρος της από 30.1.2013 ανάκλησης της παραπάνω καταγγελίας και η τρίτη το κύρος της από 26.6.2013 καταγγελίας, μετά δε την από 21.11.2012 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, η ενάγουσα συνέχισε να προσφέρει την εργασία της στο εναγόμενο ίδρυμα και να λαμβάνει κανονικά τις αποδοχές της μέχρι και την 30.6.2013, επομένως η υποχρέωση του εναγομένου να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας αφορά το χρονικό διάστημα από 1.7.2013 και εφεξής και μια χρηματική ποινή για κάθε ημέρα παράβασης της απόφασης είναι δυνατόν να εκτελεστεί".

Ήδη το αναιρεσείον, με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ παραπονείται κατά της προσβαλλομένης, διότι ως προς το προαναφερόμενο ζήτημα, το οποίο προέβαλε με λόγο έφεσης, περιέχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι το αναιρεσείον δεν δικαιολογεί σχετικώς έννομο συμφέρον, αφού, όπως ανελέγκτως έγινε δεκτό από την προσβαλλομένη και δεν αμφισβητείται άλλωστε από το αναιρεσείον-εναγόμενο, η ενάγουσα συνέχισε και μετά τις δυο πρώτες καταγγελίες να προσφέρει στο εναγόμενο τις υπηρεσίες της και να λαμβάνει κανονικά τις αποδοχές της μέχρι και την 30.6.2013 και συνεπώς η υποχρέωση του εναγομένου να αποδέχεται τις υπηρεσίες της αφορά το μετά την τρίτη καταγγελία χρονικό διάστημα, δηλαδή το διάστημα από 1.7.2013 και εφεξής, και μόνο μια χρηματική ποινή για κάθε ημέρα παράβασης της απόφασης είναι νοητή.

IV. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τον νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561§2 ΚΠολΔ) έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110§2 ΚΠολΔ), ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά τον νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Αν δε προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στον δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ.527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.

Επομένως, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε αιτιολογημένη άρνηση ή σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή ή σε απλώς διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων, που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης, ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που, σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα.

Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά ή σιωπηρά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ Ολομ. 12/1991), πράγμα που στην τελευταία περίπτωση συντρέχει και όταν το δικαστήριο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, οπότε τον αντιμετωπίζει και τον απορρίπτει από τα πράγματα κατ’ ουσία (ΑΠ 980/2017 και ΑΠ 543/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον με τους τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη τους αναφερόμενους κατωτέρω αυτοτελείς ισχυρισμούς του, τους οποίους είχε προβάλει στο πρωτοδικείο και είχε επαναφέρει στο Εφετείο με λόγους έφεσης, δηλαδή ότι:

Α) οι αποδοχές της ενάγουσας κατά τον Ιούνιο του 2013 έπρεπε να μειωθούν κατά ποσοστό 22%, σύμφωνα με τις διατάξεις της ΠΝΠ 6/2012, η οποία κυρώθηκε με τον ν. 4093/2012 και Β) ο χαρακτηρισμός από αυτό της ενάγουσας ως κοινωνικής φροντίστριας αντί της βοηθού νοσηλεύτριας, με την οποία ειδικότητα είχε προσληφθεί, δεν είχε καμία επίπτωση στις αποδοχές της και έγινε σε συμμόρφωση προς την ΥΑ Π1Γ/οικ.81551/2007, και συνεπώς τα περιστατικά αυτά (μείωση αποδοχών-αλλαγή ειδικότητας) δεν συνιστούν βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας.

Οι πραγματικοί δε αυτοί ισχυρισμοί, συνεχίζει το αναιρεσείον, αν γίνονταν δεκτοί θα επηρέαζαν ευνοϊκά για αυτό το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού θα οδηγούσαν στην κρίση ότι τα ανωτέρω περιστατικά δεν συνιστούν βλαπτική μεταβολή και ότι η καταγγελία από την πλευρά του της εργασιακής σύμβασης της ενάγουσας δεν ήταν καταχρηστική , σε κάθε δε περίπτωση θα επιδικαζόταν στην ενάγουσα μικρότερο ποσό για μισθούς υπερημερίας.

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι α) όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών της δίκης εγγράφων και ιδίως των προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του Πρωτοδικείου, τους παραπάνω ισχυρισμούς το αναιρεσείον είχε προβάλει στο Πρωτοδικείο για πρώτη φορά με την προσθήκη των προτάσεών του, που κατατέθηκε την τρίτη ημέρα μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο , δηλαδή εκπρόθεσμα (πρβλ ΑΠ 1009/1995) και β) δεν αποτελούν οι ισχυρισμοί αυτοί πράγματα κατά την προεκτεθείσα έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αλλά αιτιολογημένες αρνήσεις των ένδικων αγωγών.

Ανεξαρτήτως όμως τούτων, είναι απορριπτέοι και ως αβάσιμοι, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης, οι εν λόγω ισχυρισμοί λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο (βλ. ιδιαίτερα στο 7ο φύλλο την παραδοχή της, ότι κατά τον μήνα Ιούνιο 2013 οι νόμιμες αποδοχές της ενάγουσας ανέρχονταν στα 1.045,35 ευρώ, δηλαδή σε ποσό ανώτερο από εκείνο που το καθορίζει το αναιρεσείον ύστερα από την επικαλούμενη απ’ αυτό μείωση), το οποίο όμως τους απέρριψε σιωπηρά εκ των πραγμάτων, καταλήγοντας σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από εκείνο που επικαλείται το αναιρεσείον.

V. O προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό (κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ίδιου κώδικα) έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου καταλήγει, έστω και εσφαλμένα, σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Α.Π. 828/2010).

Για το ορισμένο δε του λόγου αυτού, πρέπει να προσδιορίζονται στην αίτηση αναίρεσης: α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, το περιεχόμενό του και το παραμορφωθέν περιεχόμενο που προσέδωσε σ’ αυτό το δικαστήριο και μάλιστα "αυτολεξεί", ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, β) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (Α.Π. 444/2016 και 9/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. ισχυρίζεται ότι η προσβαλλομένη παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 10.5.2012 σχεδίου-ιδιωτικού συμφωνητικού σύμβασης εργασίας, το οποίο προσκόμισε η ενάγουσα στο Εφετείο σε απλό φωτοαντίγραφο και με βάση το οποίο το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι το αναιρεσείον πρότεινε σ’ αυτήν να υπογράψει νέα σύμβαση εργασίας, δυνάμει της οποίας θα απασχολούνταν πλέον ως κοινωνική φροντίστρια με μηνιαίες αποδοχές 825,49 ευρώ, ενώ η αλήθεια είναι ότι το σχέδιο αυτό δεν αφορούσε την ενάγουσα αλλά άλλον εργαζόμενο, ο δε ο μισθός που προτεινόταν με αυτό θα ήταν μεν μειωμένος σε σχέση με τον καταβαλλόμενο αλλά θα ανερχόταν σε μεγαλύτερο από το ως άνω ποσό και συγκεκριμένα στα 878,97 ευρώ, ποσό που πράγματι ήταν καταβλητέο σύμφωνα με την ΠΝΠ 6/2012.

Ο λόγος ωστόσο αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν προσδιορίζεται με ακρίβεια ("αυτολεξεί"), όπως έπρεπε, το περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε και δεν αναφέρονται τα στοιχεία του εργαζομένου, τον οποίο φέρεται ότι αφορούσε, και πάντως ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης, το Εφετείο από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του επίμαχου εγγράφου κατέληξε, έστω και εσφαλμένα, σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό το αναιρεσείον σε σχέση με τον μισθό που πρότεινε τούτο στην ενάγουσα ( ή στον μη κατονομαζόμενο άλλον εργαζόμενο ) με το εν λόγω έγγραφο καθώς και ως προς το ύψος των νόμιμων αποδοχών της ενάγουσας ( που σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης, τον μήνα Ιούνιο 2013 ανέρχονταν στα 1.045,35 ευρώ, όπως εκτέθηκε ήδη στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας) και συνεπώς πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

VΙ. Οι διατάξεις των άρθρων 28 παρ. 4 του ν. 2579/1998, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 285 του ν. 2717/1999, 22 του ν. 3693/1957, 5 του 1738/1987 και Κ.Υ.Α 134423/1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, περί μειώσεως της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου και περί συμψηφισμού της δικαστικής δαπάνης σε περίπτωση κοινής υπαιτιότητας ή μερικής νίκης και ήττας, έχουν εφαρμογή μόνο στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, η νομική υπηρεσία των οποίων διεξάγεται από το Ν.Σ.Κ.

Συνεπώς, το γεγονός ότι ορισμένο ν.π.δ.δ. ή ν.π.ι.δ. απολαύει, βάσει διατάξεως νόμου, των απαλλαγών, ατελειών και προνομίων του δημοσίου, δεν δικαιολογεί την εφαρμογή των άνω περί δικαστικής δαπάνης διατάξεων (σχ. Α.Π. 1228/2009 και 1277/1993).

Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον Κοινωφελές Ίδρυμα δεν αποτελεί ν.π.δ.δ. αλλά ν.π.ι.δ., η δε νομική του υπηρεσία δεν ασκείται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, και συνεπώς , μολονότι εφαρμόζονται σ’ αυτό οι διατάξεις περί δικών και προθεσμιών του Δημοσίου σύμφωνα με το άρθρο 69 παρ. 2 εδάφιο τελευταίο του ν. 4182/2013, δεν εφαρμόζονται οι ανωτέρω διατάξεις για μείωση ή συμψηφισμό της δικαστικής δαπάνης. Ορθά συνεπώς το Εφετείο δεν εφήρμοσε τις ως άνω διατάξεις και υποχρέωσε το αναιρεσείον στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης της αντιδίκου του, ποσού 500 ευρώ, λόγω της ήττας του στην κατ` έφεση δίκη. Επομένως, πρέπει ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ να απορριφθεί ως αβάσιμος Μετά τις ανωτέρω σκέψεις και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί το αναιρεσείον λόγω της ήττας του στα οριζόμενα στο διατακτικό δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητης, η οποία παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 106, 176 , 183 , 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την κρινόμενη από 30.06.2016 αίτηση του Κοινωφελούς Ιδρύματος Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "..." για αναίρεση της 34/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Μαρτίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ