Legislator Case Law & Legislation
762/2015 AI generated

Supreme Court allows appeal against rent adjustment ruling due to failure to determine free market rent before applying Article 288 Civil Code.

Case Number 762/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against a final judgment regarding rent adjustment under Article 288 of the Civil Code. The lower court had accepted the tenant's claim to reduce rent but failed to first determine the free market rent value as required by law. Consequently, the Court found the first supplementary ground of the appeal admissible and remanded the case for further proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 288 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: Before applying the rent adjustment mechanism under Article 288 of the Civil Code, the court must first determine the free market rent value to establish the basis for any alleged imbalance.

Keywords

AI generated
rent adjustment Article 288 Civil Code free market rent good faith principle remand for retrial supplementary appeal grounds landlord tenant dispute

Cited Legislation

AI generated
Article 288 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
AP 1617/1999
AP 1277/1993
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 762 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 762/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ ΠΑΤΡΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "Ο.Λ.ΠΑ. ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Χαλιακόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΦΑΡΙΝΑ ΠΟΡΤΟ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ξενοφώντα Νικολάου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-7-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 140/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 121/2014 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-10-2014 αίτησή της και τους από 16-1-2015 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης διάβασε την από 18-2-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή του πρώτου πρόσθετου λόγου της από 13-10-2014 αίτησης αναίρεσης της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών υπ’ αριθμ. 121/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών και κατ’ αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ’ αριθμ. 121/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία έγινε δεκτή η από 30.7.2013 έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της υπ’ αριθμ. 140/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών και αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη ως άνω απόφαση, κρατήθηκε και δικάστηκε κατ’ ουσία η υπόθεση και έγινε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσία η από 23.7.2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης περί αναπροσαρμογής, κατ’ άρθρο 288 ΑΚ, του μισθώματος του εις αυτήν ειδικότερα μνημονευομένου ακινήτου, η οποία πρωτοδίκως είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 και 556 § 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 § 3 Κ.Πολ.Δ.).

ΙΙ.- Με τις διατάξεις του άρθρου 21 §§ 3, 5, 6 περ. α’ και 7 του Ν. 2932/2001 "Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στις θαλάσσιες ενδομεταφορές - Σύσταση Γενικής Γραμματείας Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής - Μετατροπή Λιμενικών Ταμείων σε Ανώνυμες Εταιρίες και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ 145 τ. Α’ /27.6.2001), ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία Λιμενικό Ταμείο Πατρών μετατρέπεται σε ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Οργανισμός Λιμένος Πατρών Ανώνυμη Εταιρία" (§3), ότι ο ανωτέρω Οργανισμός είναι ανώνυμη εταιρία κοινής ωφέλειας, με σκοπό την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, η οποία τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας και διέπεται συμπληρωματικά από τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920, τις διατάξεις του β.δ. 14/19.1.1939 και του α.ν. 2344/1940, όπως κάθε φορά ισχύουν (§5 ), ότι η κινητή και η ακίνητη περιουσία του μετατρεπομένου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου περιέρχεται στην ανώνυμη εταιρία, η οποία υπεισέρχεται σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του (§6 περ.

α’ ) και ότι (§7) απολαμβάνει των απαλλαγών που προβλέπονται με τις διατάξεις του άρθρου 28 § 4 του Ν. 2579/1998, ήτοι των δικονομικών προνομίων, ατελειών και απαλλαγών που προβλέπονται για το Ελληνικό Δημόσιο και τα ΝΠΔΔ. Περαιτέρω, το μετοχικό κεφάλαιο της εν λόγω ανώνυμης εταιρίας, όπως και το μετοχικό κεφάλαιο των λοιπών στο νόμο αυτό μνημονευομένων Λιμενικών Ταμείων που μετατράπηκαν από ΝΠΔΔ σε ανώνυμες εταιρίες, αποτελείται από μία μετοχή, αξίας 20.000.000 δραχμών ή 58.694,05 ευρώ, η οποία ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο, το δε καταστατικό της εταιρίας αυτής, όπως και των λοιπών εταιριών αυτής της μορφής, το οποίο είναι ομοιόμορφο, εγκρίθηκε κατά τρόπο ενιαίο με το άρθρο 22 του προαναφερόμενου νόμου.

Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει ότι ο Οργανισμός Λιμένος Πατρών λειτουργεί μεν σύμφωνα με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, είναι, όμως, εταιρία κοινής ωφέλειας με σκοπό την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, το οποίο συνίσταται στην εύρυθμη διεξαγωγή των θαλασσίων συγκοινωνιών και μεταφορών και στην εν γένει εξυπηρέτηση του εμπορίου, είναι δε αδιάφορο το γεγονός ότι η εν λόγω δράση αποτελεί μέρος της επιχειρηματικής του δραστηριότητας και αποβλέπει και σε επίτευξη κέρδους.

Επομένως, παραμένει αυτός δημόσια υπηρεσία υπό λειτουργική έννοια. Εξάλλου, με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3 και 4 § 1 περ. δ’ του ΠΔ/τος 34/1995 "Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων περί εμπορικών μισθώσεων", όπως η παράγραφος 1 του άρθρου 4 τροποποιήθηκε με τις παραγράφους 1 έως 5 του άρθρου 7 Ν. 2741/1979 και η περ. δ’ της εν λόγω παραγράφου 1 του άρθρου τούτου διαμορφώθηκε με την παράγραφο 22 του άρθρου 10 του Ν. 2801/2000, ορίζεται η έννοια της εμπορικής μίσθωσης, ποίες μισθώσεις καταλαμβάνονται από την εφαρμογή του ως άνω Προεδρικού Διατάγματος και ποίες εξαιρούνται της προστασίας αυτού.

Ειδικότερα, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1 § 1 περ. α’ και 4 § 1 περ. δ’ του ως άνω κωδικοποιητικού διατάγματος προκύπτει ότι δεν υπάγονται στις διατάξεις αυτού οι μισθώσεις χώρων εντός, μεταξύ άλλων, περιοχών λιμένων. Κατά την έννοια δε της διάταξης αυτής του άρθρου 4 § 1 περ. δ’ ως "περιοχή λιμένος" θεωρείται όχι απλώς ο χώρος που είναι καθορισμένος διοικητικά κατά τις διατάξεις των άρθρων 18 έως και 21 του Ν. 2971/2001 "Αιγιαλός, παραλία και άλλες διατάξεις", αλλά ο κλειστός χώρος του λιμένα δια μέσου του οποίου κινούνται αναγκαστικά οι επιβάτες των πλοίων και ο οποίος επηρεάζεται αμέσως από τη λειτουργία του λιμανιού.

Περαιτέρω, στο ΠΔ 715/1979 "Περί του τρόπου ενεργείας υπό των Ν.Π.Δ.Δ. προμηθειών, μισθώσεων και εκμισθώσεων εν γένει...", το οποίο εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση της διάταξης του άρθρου 43 § 4 του ΝΔ/τος 496/1974 "Περί λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ.", δεν περιέχεται διάταξη που να απαγορεύει στο μισθωτή να ζητήσει μείωση του μισθώματος.

Το άρθρο 40 του εν λόγω ΠΔ/τος, το οποίο αναφέρεται στη διακήρυξη διαγωνισμού για την εκμίσθωση ακινήτων τα οποία ανήκουν στα ΝΠΔΔ και γενικά διαχειρίζονται από αυτά, ορίζει ότι: "1. Ο διαγωνισμός ενεργείται κατόπιν διακηρύξεως του διοικούντος το Ν.Π.Δ.Δ. συλλογικού οργάνου, ήτις περιέχει τ’ ακόλουθα στοιχεία:

α)... ζ) τον όρον ότι ο μισθωτής δεν δικαιούται εις μείωσιν του μισθώματος από της κατακυρώσεως της μισθώσεως και εφεξής". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο όρος που αφορά τη μείωση του μισθώματος πρέπει να περιέχεται στη διακήρυξη και επομένως πρέπει να αποτελεί και όρο της σχετικής σύμβασης. Αν λοιπόν ο όρος αυτός δεν περιληφθεί στη διακήρυξη ή τη σύμβαση, δεν ισχύει για τους συμβαλλομένους.

Επομένως, ένας τέτοιος όρος μόνο συμβατική δέσμευση μπορεί να έχει εφόσον συμφωνηθεί. Ως συμβατικός, όμως, ο όρος αυτός δεν μπορεί να αποκλείσει την εφαρμογή της διάταξης των άρθρων 288 και 388 ΑΚ και τούτο διότι οι κανόνες των άρθρων αυτών είναι αναγκαστικού δικαίου και δεν επιτρέπεται εκ των προτέρων παραίτηση από αυτούς (ΑΠ 669/2011, ΑΠ 195/2010, ΑΠ 73/2008).

Η προαναφερόμενη δε διάταξη του άρθρου 40 § 1 περίπτ. ζ’ του ΠΔ/τος 715/1979, εφαρμόζεται, κατ’ αρχήν και στις μισθώσεις που συνάπτει ο Οργανισμός Λιμένος Πατρών, αφού, όπως προαναφέρθηκε, αποτελεί αυτός δημόσια υπηρεσία υπό λειτουργική έννοια. Υποχωρεί, όμως, ενώπιον των διατάξεων του ΠΔ/τος 34/1995, οι τελευταίες των οποίων, ως περιέχουσες ειδική ρύθμιση, αφού ρυθμίζουν τις μισθώσεις που υπάγονται σ’ αυτόν, ανεξάρτητα από το πρόσωπο του μισθωτή ή του εκμισθωτή, επικρατούν εκείνων της νομοθεσίας που αναφέρεται στη διαχείριση της περιουσίας των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου.

Το τελευταίο τούτο, όμως, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι οι μισθώσεις που συνάπτονται με νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ως εκμισθωτή, ή με νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου που όμως αποτελεί δημόσια υπηρεσία υπό λειτουργική έννοια, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής - προστασίας του ΠΔ/τος 34/1995. Σύμφωνα λοιπόν με όλα όσα προαναφέρθηκαν, οι μισθώσεις χώρων εντός της περιοχής λιμένος, υπό την προαναφερθείσα έννοια, με εκμισθωτή τον Οργανισμό Λιμένος Πατρών Α.Ε.

διέπονται (και) από τις διατάξεις του ως άνω ΠΔ/τος 715/1979, με το άρθρο 40 § 1 περ. ζ’ του οποίου είναι δυνατόν να συμφωνηθεί η για οποιονδήποτε λόγο απαγόρευση της μείωσης του μισθώματος μετά την κατακύρωση στον μισθωτή. Η διάταξη όμως αυτή δεν υπερισχύει εκείνης των άρθρων 288 και 388 ΑΚ, που είναι αναγκαστικού δικαίου και ως εκ τούτου δεν μπορεί να αποκλειστεί η εφαρμογή τους εκ των προτέρων είτε με παραίτηση του ενός των συμβαλλομένων μερών είτε με συμφωνία και των δύο.- Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 23.7.2012 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΦΑΡΙΝΑ ΠΟΡΤΟ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", ιστορούσε, κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος της, ότι κατόπιν διενέργειας ανοικτού πλειοδοτικού διαγωνισμού, εκμισθώθηκε από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Οργανισμός Λιμένος Πατρών Α.Ε." στην εταιρία με την επωνυμία "ΦΑΡΙΝΑ Α.Β.Ε.Ε." ένα κατάστημα ευρισκόμενο εντός του Τερματικού Σταθμού Υποδοχής Επιβατών του Νοτίου Νέου Λιμένα Πατρών, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει για τη λειτουργία επιχείρησης υγειονομικού ενδιαφέροντος "καφέ σνακ - μπαρ", έναντι μηνιαίου μισθώματος 6.100 ευρώ, πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου και προσθέτου ανταλλάγματος ανερχομένου σε ποσοστό 2% επί του κύκλου εργασιών της ως άνω μισθώτριας.

Ότι με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγόμενης επετράπη η συνέχιση της μίσθωσης από την ενάγουσα μετά από αίτημα της τελευταίας και της υπερθεματίστριας. Ότι η αρχική μισθώτρια εταιρία "ΦΑΡΙΝΑ Α.Β.Ε.Ε." κατά την υποβολή της προσφοράς της και η ίδια κατά την υπεισέλευση στη θέση της τελευταίας απέβλεψαν προεχόντως στην επιβατική κίνηση του λιμανιού, όπως είχε διαμορφωθεί κατά το αμέσως προηγούμενο της επίδικης μίσθωσης έτος, ενώ μετά την κατακύρωση επήλθε απρόβλεπτη μείωση σε ποσοστό 40% της επιβατικής κίνησης του λιμένος εξαιτίας της οποίας η επιχείρησή της όχι μόνο δεν πραγματοποίησε τα αναμενόμενα έσοδα αλλά εμφάνισε και ζημία και ότι εξαιτίας της ανωτέρω μεταβολής η μισθωτική αξία του επιδίκου καταστήματος είχε μειωθεί σε ποσοστό 50% και είχε διαμορφωθεί κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με αποτέλεσμα να υφίσταται μεταξύ του συμφωνημένου μηνιαίου μισθώματος και του ελευθέρου μεγάλη διαφορά ώστε να επιβάλλεται κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη μείωση αυτού στο παραπάνω ποσό προκειμένου να επέλθει άρση της δυσαναλογίας των εκατέρωθεν παροχών.

Με βάση δε αυτό το ιστορικό ζήτησε, μεταξύ άλλων, να αναπροσαρμοσθεί το μηνιαίο μίσθωμα του επιδίκου μισθίου ακινήτου στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Αυτό το περιεχόμενο και αίτημα έχουσα η ένδικη αγωγή είναι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, η οποία τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση, έστω και αν η επίμαχη μίσθωση δεν υπάγεται στις διατάξεις του ΠΔ/τος 34/1995, η δε κατά τα άνω διάταξη του άρθρου 40 § 1 περ.

ζ’ του Π.Δ/τος 715/1979 δεν καθιστά απαγορευτική την εφαρμογή του ως άνω άρθρου 288 ΑΚ, έστω και αν αυτή (διάταξη του άρθρου 40 § 1 περ. ζ’ ΠΔ 715/1979) έχει περιληφθεί στη διακήρυξη και έχει αποτελέσει όρο της σύμβασης. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι η αγωγή είναι κατά το προαναφερόμενο αίτημά της νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, με την εν μέρει εσφαλμένη αιτιολογία ότι η διάταξη του προαναφερόμενου άρθρου του ΑΚ τυγχάνει εφαρμογής και επί εκμίσθωσης ακινήτου από ΝΠΔΔ, έστω και αν αυτή υπάγεται στις διατάξεις του ΠΔ/τος 715/1979 και έστω και αν με το άρθρο 40 § 1 περ.

ζ’ του εν λόγω ΠΔ/τος καθιερώνεται νόμιμη απαγόρευση της μείωσης του μισθώματος. Το εν μέρει εσφαλμένο δηλαδή της αιτιολογίας στην προκειμένη περίπτωση συνίσταται στο ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι με το άρθρο 40 § 1 περ. ζ’ του ΠΔ/τος 715/1979 καθιερώνεται νόμιμη απαγόρευση της μείωσης του μισθώματος, ενώ, κατά τα προαναφερόμενα, τέτοια απαγόρευση δεν ισχύει παρά μόνον ως συμβατική, η οποία όμως συμβατική απαγόρευση και πάλιν υποχωρεί ενώπιον των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 288 και 388 ΑΚ.

Με βάση δε την κρίση του αυτή και κατ’ αποδοχή της από 30.7.2013 έφεσης της ήδη αναιρεσίβλητης - ενάγουσας εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα υπ’ αριθμ. 140/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία, κατ’ εφαρμογή του προαναφερόμενου άρθρου 40 § 1 περ. ζ’ του ΠΔ/τος 715/1979, είχε απορριφθεί η ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης ως μη νόμιμη, και στη συνέχεια κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ’ ουσία.

Επομένως, αφού το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι εν μέρει εσφαλμένο, υπό την προαναφερθείσα έννοια, αλλά το διατακτικό της ορθό, οι συναφείς μεταξύ τους και επί του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. στηριζόμενοι πρώτος λόγος του δικογράφου της αναίρεσης και δεύτερος πρόσθετος λόγος αυτής, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, ήτοι ότι εσφαλμένως κρίθηκε α) ότι η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ τυγχάνει εφαρμογής και στην προκειμένη περίπτωση και β) ότι η διάταξη του άρθρου 40 § 1 περ.

ζ’ του ΠΔ/τος 715/1979 υποχωρεί προς της διάταξης του ως άνω άρθρου 288 ΑΚ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.-

ΙΙΙ.- Η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, κατά την οποία "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, ασχέτως αν αυτή απορρέει από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή από άλλη δικαιοπραξία ή αν πηγάζει ευθέως από το νόμο, εκτός αν προβλέπει άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ.

Παρέχει δε η διάταξη αυτή στο δικαστή τη δυνατότητα, όταν λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές, να την επεκτείνει ή περιορίσει με βάση αντικειμενικά κριτήρια κατά τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές στο επίπεδο εκείνο το οποίο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης.

Έτσι, ο μισθωτής δεν αποκλείεται να ζητήσει κατά το άρθρο 288 ΑΚ αναπροσαρμογή του οφειλόμενου αρχικού ή μετά από αναπροσαρμογή συμβατική ή νόμιμη (αντικειμενική) μισθώματος, εφόσον εξαιτίας προβλεπτών ή απροβλέπτων περιστάσεων επήλθε αδιαμφισβήτητα τόσο ουσιώδης μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου, ώστε με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες η εμμονή του εκμισθωτή στην καταβολή του ίδιου μισθώματος να είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές και να επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη - παρά την ανάγκη κατοχύρωσης της ασφάλειας των συναλλαγών, η οποία πρέπει πάντοτε να συνεκτιμάται - η αναπροσαρμογή του μισθώματος στο επίπεδο εκείνο το οποίο αίρει την δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά την διαταραχθείσα καλή πίστη (Ολ.ΑΠ 3/2014, Ολ.ΑΠ 9/1997, ΑΠ 1325/ 2013, ΑΠ 423/2008, ΑΠ 1487/2005, ΑΠ 1129/2004, ΑΠ 1659/2002, ΑΠ 103/2001).

Όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου αυτού (288 ΑΚ) ο μισθωτής μπορεί να ζητήσει με αγωγή την αναπροσαρμογή του καταβαλλομένου μισθώματος, το οποίο οφείλεται από την επίδοση της αγωγής (ΑΠ 423/2008, ΑΠ 1129/ 2004). Ειδικότερα δε το έργο του δικαστηρίου, προκειμένου να αποφασίσει την αναπροσαρμογή συνίσταται στη σύγκριση δύο ποσών, δηλαδή του καταβαλλομένου μισθώματος και του "ελευθέρου" - για το οποίο κυρίως διεξάγεται ο δικαστικός αγώνας - το οποίο παριστάνει την αξία της χρήσης του μισθίου και το οποίο, ευρισκόμενο με βάση τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους συγκριτικά στοιχεία, πρέπει να καθορίζεται στην απόφαση (Ολ.ΑΠ 3/ 2014).

Αν μεταξύ των δύο αυτών ποσών υπάρχει διαφορά δεν επιδικάζεται, αλλά πρέπει παραπέρα το δικαστήριο να κρίνει αν αυτή είναι τέτοια, ώστε κατά τις αρχές της καλής πίστης να δημιουργείται η ανάγκη αναπροσαρμογής. Ανάγκη δε αναπροσαρμογής κατά τις αρχές της καλής πίστης υπάρχει όταν λόγω ουσιώδους μείωσης της μισθωτικής αξίας του μισθίου επέρχεται ζημιά στον μισθωτή, η οποία υπερβαίνει κατά τα συναλλακτικά ήθη τον κίνδυνο που αναλαμβάνει αυτός καταρτίζοντας τη μίσθωση με το συγκεκριμένο μίσθωμα, οπότε και περιορίζεται η ζημιά του με την μείωση του μισθώματος, επίσης και στην αντίστροφη περίπτωση ζημιάς στον εκμισθωτή η οποία περιορίζεται με την ανάλογη αύξηση του μισθώματος.

Στη συνέχεια και εφόσον διαπιστωθεί η ύπαρξη ανάγκης αναπροσαρμογής κατά την προεκτεθείσα έννοια, η αναπροσαρμογή δεν θα ακολουθήσει τυπικό μαθηματικό υπολογισμό και δεν θα χορηγηθεί ολόκληρη η προκύπτουσα διαφορά, αλλά θα αναπροσαρμοσθεί το μίσθωμα στο επίπεδο εκείνο το οποίο αίρει την δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά την διαταραχθείσα καλή πίστη (Ολ.ΑΠ 3/ 2014).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση γιατί δεν έχει καθόλου ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι κατά το νόμο αναγκαία για την εφαρμογή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του κανόνα αυτού του ουσιαστικού δικαίου.

Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης, κατά τη διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της απόφασης ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατά το άρθρο 561 § 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Έπειτα από τη διενέργεια ανοικτού πλειοδοτικού διαγωνισμού εκμισθώθηκε από την εναγομένη ήδη εφεσίβλητη στην εταιρεία με την επωνυμία "ΦΑΡΙΝΑ Α.Β.Ε.Ε.." ένα κατάστημα ευρισκόμενο εντός του Τερματικού Σταθμού Υποδοχής επιβατών του Νοτίου Νέου Λιμένα Πατρών προκειμένου να το χρησιμοποιήσει για τη λειτουργία επιχείρησης υγειονομικού ενδιαφέροντος "καφέ - σνακ - μπαρ" έναντι μηνιαίου μισθώματος 6.100 ευρώ πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου και προσθέτου ανταλλάγματος ανερχόμενου σε ποσοστό 2% επί του κύκλου εργασιών της μισθώτριας.

Το ανωτέρω μίσθιο κατάστημα βρίσκεται ειδικότερα στον πρώτο όροφο του ανωτέρω σταθμού και είναι επιφανείας κλειστών χώρων 279,47 τ.μ., και εμβαδού ανοικτών χώρων 233,28 τ.μ. Διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε σε οκτώ χρόνια για το χρονικό διάστημα από 1-1-2012 έως 31-12-2020 και το μηνιαίο μίσθωμα συμφωνήθηκε στο ποσό των 6.100 ευρώ για το πρώτο έτος της σύμβασης με συμπληρωματικό μηνιαίο αντάλλαγμα ποσού ίσιου με ποσοστό 2% επί του μηνιαίου κύκλου εργασιών της παραχωρησιούχου εταιρείας και μετά τη λήξη του πρώτου έτους της σύμβασης και για τα επόμενα έτη μέχρι τη λήξη της σύμβασης το μηνιαίο μίσθωμα συμφωνήθηκε να αναπροσαρμόζεται κατ’ έτος ανάλογα με το δείκτη τιμών του καταναλωτή προσαυξημένου κατά μία ποσοστιαία μονάδα προσθετικά στο αντάλλαγμα του προηγούμενου έτους.

Επίσης κατατέθηκε και η υπ’ αριθμ ... εγγυητική επιστολή της Αχαϊκής Συνεταιριστικής Τράπεζας ΣΥΝΠ ποσού 37.917,60 ευρώ δηλαδή ίσιου με τα μισθώματα έξι μηνών για την εκπλήρωση των όρων της σύμβασης μίσθωσης καταδεικνύουν οι ισολογισμοί της ενάγουσας. Ακολούθως με την 22/2012 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης αποφασίστηκε να επιτραπεί η συνέχιση της σύμβασης από την ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία με τους ίδιους όρους και συμφωνίες που περιέχονται στην από 24-1-2012 έγγραφη σύμβαση παραχώρησης της χρήσης του ανωτέρω καταστήματος και υπογράφηκε η από 14-3-2012 συμπληρωματική - τροποποιητική σύμβαση μεταξύ των ανωτέρω συμβαλλομένων.

Το επίδικο μίσθιο βρίσκεται εντός του Τερματικού Σταθμού Υποδοχής επιβατών του Νοτίου Νέου Λιμένα Πατρών όπως προελέχθη δηλαδή σε χώρο της χερσαίας ζώνης λιμένα, σε χώρο μέσω του οποίου διεξάγεται αναγκαστικά η κίνηση των επιβατών και των δια του πλοίου μεταφερομένων οχημάτων εξαιρείται της προστασίας του π.δ. 34/1995 και υπάγεται σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αρχή της παρούσας στο πεδίο εφαρμογής του π.δ. 715/1979.

Για την διαμόρφωση της προσφοράς από τον εκπρόσωπο της εταιρείας με την επωνυμία ΦΑΡΙΝΑ ΑΒΕΕ ως προς το ύψος του μισθώματος προκειμένου να συμμετάσχει στον ανωτέρω διαγωνισμό αποτέλεσε η κίνηση των επιβατών από τον Λιμένα των Πατρών προς Ιταλία και αντίστροφα. Όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα και ιδιαίτερα τα υπ’ αριθμ πρωτ 333.2/10/2012 και 333.2/13/2012 έγγραφα του Κεντρικού Λιμεναρχείου Πατρών, που προσκομίζει και επικαλείται η εκκαλούσα, μετά την έναρξη ισχύος της ανωτέρω σύμβασης μίσθωσης από τον Απρίλιο του 2012 υπήρξε μεγάλη μείωση στην κίνηση των επιβατών από τον Λιμένα Πατρών προς την Ιταλία και αντιστρόφως σε σχέση με τον αντίστοιχο χρόνο του 2011.

Συγκεκριμένα ενώ τον μήνα Μάρτιο του 2011 η κίνηση των επιβατών ήταν σε επιβιβάσεις 21.670 επιβάτες και σε αποβιβάσεις 24.172 άτομα τον αντίστοιχο μήνα του 2012 υπήρξε μείωση και ανερχόταν σε 15.460 επιβάτες σε επιβιβάσεις και σε 16.323 άτομα σε αποβιβάσεις. Αντίστοιχα τον μήνα Απρίλιο του 2011 η κίνηση ανερχόταν σε 32.766 επιβάτες σε επιβιβάσεις και σε 37.475 επιβάτες σε αποβιβάσεις και τον αντίστοιχο μήνα του Απριλίου 2012 σε 18.133 επιβάτες σε επιβιβάσεις και σε 22.136 επιβάτες σε αποβιβάσεις δηλαδή υπήρξε μείωση ανερχομένη σε 44,66% και 40,93% αντίστοιχα, τον Μάιο του 2011 ανερχόταν σε 24.067 επιβάτες σε επιβιβάσεις και σε 30.771 επιβάτες σε αποβιβάσεις και τον Μάιο του 2012 σε 15.236 επιβάτες σε επιβιβάσεις και 19.729 επιβάτες σε αποβιβάσεις, δηλαδή υπήρξε μείωση κατά 36,69% και 35,85% αντίστοιχα.

Ομοίως και κατά τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο του 2011 υπήρξε κίνηση επιβατών που ανερχόταν σε 82.048 επιβάτες σε επιβιβάσεις και σε 106.658 επιβάτες σε αποβιβάσεις ενώ τους αντίστοιχους μήνες του 2012 μειώθηκε η επιβατική κίνηση και ανέρχεται σε 49.655 επιβάτες σε επιβιβάσεις και σε 66.388 επιβάτες σε αποβιβάσεις. Συνεχίζεται και ακολούθως η μείωση της επιβατικής κίνησης και κατά τους επόμενους μήνες του έτους 2012 κατά ποσοστό 40% κατά μέσο όρο σε σχέση με το έτος 2011.

Ομοίως έχει μειωθεί αισθητά η αγοραστική δύναμη του επιβατικού κοινού λόγω της γενικότερης οικονομικής κάμψης που παρατηρείται στην αγορά και της δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας που επικρατεί στην παγκόσμια οικονομία αλλά και στη χώρα μας με αποτέλεσμα τη μείωση της αγοραστικής δύναμης των πολιτών και κατ’ επέκταση των εσόδων του επιδίκου καταστήματος το οποίο δεν πραγματοποίησε κέρδη αλλά εμφάνισε ζημιά (βλ.

για το διάστημα από 1-2-2012 έως 31-7-2012 προσκομιζόμενο ισοζύγιο λογιστικής μηνός Ιουλίου 2012 της εκκαλούσας εταιρείας που εμφανίζει ζημία 13.974,34 ευρώ). Περαιτέρω αποδείχθηκε από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα ότι για άλλο κατάστημα που βρίσκεται στο νότιο Νέο Λιμένα Πατρών μεγαλύτερο σε επιφάνεια από το επίδικο, επιφανείας κλειστών χώρων 317,42 τ.μ.

και ανοιχτών χώρων 217,23 τ.μ., το οποίο παραχωρείται για λειτουργία εστιατορίου ενώ με την αρχική διακήρυξη είχε οριστεί ελάχιστο αντάλλαγμα 4.000 ευρώ μηνιαίως έχουν διενεργηθεί επανειλημμένοι πλειοδοτικοί διαγωνισμοί και με τελευταία ελάχιστη προσφορά μισθώματος 2.500 ευρώ μηνιαίως δεν κατέστη δυνατή η εκμίσθωσή του.

Επίσης με την 395/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών ορίστηκε το μηνιαίο μίσθωμα για ακίνητο που εκμισθώθηκε από την εναγομένη επιφανείας ενιαίου χώρου 859,48 τ.μ., συνολικά με κατάστημα 322,64 τ.μ. υπαίθριο χώρο 446,40 τ.μ., που βρίσκεται στη νότια πλευρά του λιμένα Πατρών στο ποσό των 3.000 ευρώ μηνιαίως πλέον χαρτοσήμου και με την 428/2013 απόφαση του ίδιου ανωτέρω δικαστηρίου για κατάστημα επιφανείας 17 τ.μ., που βρίσκεται στο χώρο χερσαίας ζώνης του παλαιού λιμένα Πατρών ορίστηκε το μίσθωμα σε 414,40 ευρώ μηνιαίως.

Κατ’ ακολουθίαν, η εμμονή της εκμισθώτριας στην καταβολή του συμφωνημένου μισθώματος είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα, που απαιτούνται στις συναλλαγές και επιβάλλεται, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, προκειμένου να αρθεί η πιο πάνω δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και να αποκατασταθεί η διαταραχθείσα καλή πίστη, η αναπροσαρμογή του μισθώματος, στο ποσό των 3.800 ευρώ το μήνα ως ανταποκρινόμενο στη μισθωτική αξία του ενδίκου μισθίου δεδομένου ότι προέκυψε μεταβολή των συνθηκών συνεπαγόμενη τη μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου και παρεπόμενα μεταξύ του καταβαλλόμενου μισθώματος και του ελευθέρου κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες...".

Με βάση δε τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 140/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία, κατά τα προαναφερόμενα, είχε απορριφθεί η ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης ως μη νόμιμη, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και αναπροσάρμοσε το μηνιαίο μίσθωμα από το ποσό των 6.100 ευρώ σε εκείνο των 3.800 ευρώ, πλέον χαρτοσήμου εκ 3,6% και πρόσθετου ανταλλάγματος 2% επί του μηνιαίου κύκλου εργασιών της ενάγουσας.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αφού διέλαβε ελλιπείς αιτιολογίες σχετικά με την ανάγκη αναπροσαρμογής του μισθώματος στο επίπεδο εκείνο το οποίο αίρει την δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά την διαταραχθείσα καλή πίστη, οι οποίες δεν καθιστούν δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής της εφαρμοσθείσας από αυτό ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ.

Ειδικότερα δε, ενώ αναφέρει α) το ύψος του καταβαλλομένου μισθώματος, β) τα στοιχεία εκείνα από τα οποία προκύπτει η μείωση της κίνησης των επιβατών του Λιμένος Πατρών από και προς την Ιταλία και εντεύθεν (προκύπτει) η μείωση των εσόδων της ενάγουσας και η εξ αυτού του λόγου πρόκληση ζημίας εις αυτήν και γ) τα διάφορα συγκριτικά στοιχεία και ενώ, περαιτέρω, εμμέσως πλην σαφώς δέχεται ότι η τοιαύτη μεταβολή των συνθηκών υπό τις οποίες καταρτίσθηκε η σύμβαση ήταν ουσιώδης και απρόβλεπτη, προβαίνον μετά ταύτα στην αναπροσαρμογή του μισθώματος, εν τούτοις ουδόλως διαλαμβάνεται εις αυτήν α) εάν η εν λόγω μεταβολή ήταν μόνιμη, στοιχείο το οποίο είναι απαραίτητο για την κατ’ ουσία ευδοκίμηση της αγωγής, ενόψει και της παραδοχής της προσβαλλόμενης ότι η μεν αρχική σύμβαση μίσθωσης μεταξύ της αναιρεσείουσας και της εταιρίας "ΦΑΡΙΝΑ Α.Β.Ε.Ε." καταρτίσθηκε στις 24.1.2012 και η μεταξύ αναιρεσείουσας και αναιρεσίβλητης συμπληρωματική - τροποποιητική σύμβαση καταρτίσθηκε στις 14.3. 2012, η δε αγωγή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, κατατέθηκε στις 23.7.2012 και συζητήθηκε ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 6.9.2012, ήτοι κατατέθηκε τέσσερις (4) μήνες μετά την κατάρτιση της μεταξύ των διαδίκων συμπληρωματικής - τροποποιητικής σύμβασης μίσθωσης και συζητήθηκε έξι (6) μήνες μετά από αυτήν, και β) ουδόλως προέβη πριν την αναπροσαρμογή του μισθώματος, όπως θα έπρεπε, στον καθορισμό του ύψους του δυναμένου ελευθέρως να επιτευχθεί για το μίσθιο μισθώματος, προς το οποίο και θα συγκρινόταν το ήδη καταβαλλόμενο μίσθωμα, ώστε αρχικά να διαπιστωθεί η μεταξύ των δύο αυτών ποσών της αναπροσαρμογής υπάρχουσα διαφορά και στη συνέχεια να κριθεί αν αυτή είναι τέτοια, ώστε κατά τις αρχές της καλής πίστης να δημιουργείται η ανάγκη αναπροσαρμογής και ειδικότερα στο επίπεδο εκείνο που αίρει την δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά την καλή πίστη που διαταράχθηκε.

Κατά συνέπεια ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ταύτα υποστηρίζων πρώτος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης, όπως συμπληρώθηκε από τον εισηγητή, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας των λοιπών λόγων αυτής (αναίρεσης).- IV.- Κατόπιν πάντων των προαναφερομένων πρέπει α) να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, β) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιό της με το οποίο έγινε δεκτό το αίτημα της από 23.7.2012 αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της ήδη αναιρεσείουσας περί αναπροσαρμογής (μείωσης), κατ’ άρθρο 288 ΑΚ, του καταβαλλομένου από την αναιρεσίβλητη στην αναιρεσείουσα μισθώματος για την εκμίσθωση από την δεύτερη τούτων στην πρώτη εξ αυτών του προαναφερομένου μισθίου ακινήτου και κατά την συναρτωμένη με την όλη έκβαση της δίκης διάταξή της περί δικαστικών εξόδων, γ) να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο (Μονομελές Εφετείο Πατρών), η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 § 3 Κ.Πολ.Δ.) και δ) να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της έχουσας ασκήσει πρόσθετους λόγους και έχουσας καταθέσει και προτάσεις αναιρεσείουσας (άρθρ. 106, 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό, και επί της οποίας δικαστικής δαπάνης της αναιρεσείουσας δεν τυγχάνει εφαρμογής η έχουσα αμφιμερή ισχύ (δηλαδή εφαρμόζεται για αμφότερα τα διάδικα μέρη) διάταξη του άρθρου 22 § 1 Ν. 3693/1957 και τούτο διότι ναι μεν η αναιρεσείουσα έχει τα διαδικαστικά προνόμια του Δημοσίου πλην όμως η νομική υπηρεσία της δεν διεξάγεται δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (ΑΠ 1617/1999, ΑΠ 1277/1993).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, κατά τα εις το σκεπτικό ειδικότερον εκτιθέμενα, την εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών υπ’ αριθμ. 121/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουνίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ