Supreme Court partially allows appeal on excessive working hours due to failure to consider submitted evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Court of Appeal's decision, remanding the case for further examination regarding excessive working hours. The appellant argued that the lower court failed to consider specific employment records and payslips submitted as evidence, despite relying solely on witness testimony. The Court found this omission violated the requirement for a complete evaluation of evidence under Article 559(1)(b) of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(b) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Court must consider all evidence submitted by parties, and failure to do so regarding a material issue necessitates remanding the case for further examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 785 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 785/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο - Εισηγητή, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Β.Ε.Ε", που εδρεύει στον Δήμο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Νικολετάκη, που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Σ. συζ. Χ. Δ., κατοίκου ..., η οποία δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 46/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 25/2016 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-7-2016 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Όπως αποδεικνύεται από την με αριθ. 14291/1-12-2016 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Καλαμάτας Β. Μ., ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη προσδιορισμού της δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής επιδόθηκε με επιμέλεια της αναιρεσείουσας νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη και επομένως, εφόσον αυτή, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίσθηκε, ούτε έλαβε μέρος καθοιονδήποτε νόμιμο τρόπο στην συζήτηση, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στην συζήτηση παρά την απουσία της (άρθ.576§2 ΚΠολΔ).
Π. (Α) Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.
Η αοριστία, όμως, του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτό δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).
Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα (ΑΠ 614/2015, 837/2015). Περαιτέρω, κατά το άρθ. 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο (έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή) δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" (η λήψη υπόψη των οποίων, καίτοι μη προταθέντων, ή) η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον λόγο αυτόν αναίρεσης, θεωρούνται οι αυτοτελείς, παραδεκτά προβαλλόμενοι και νόμιμοι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι αποτελούν την βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, καθώς οι λόγοι έφεσης (ή αντέφεσης), που αφορούν τέτοιους ισχυρισμούς, δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 38/2016).
Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 167, 168, 648, 669§ΑΚ, 1 και 3 ν.2112/1920, 1 και 5 ν.3198/1955, 1, 3§1 και 5 του β.δ. της 16-7-1920 "περί επεκτάσεως του ν.2112 και επί εργατών, τεχνιτών και υπηρετών", προκύπτει ότι σε κάθε περίπτωση καταγγελίας εκ μέρους του εργοδότη της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, που είναι μονομερής, αναιτιώδης και απευθυντέα δικαιοπραξία, απαιτείται για το κύρος αυτής (έγγραφος τύπος και) η καταβολή στον μισθωτό της νόμιμης αποζημίωσης κλπ. (ανεξάρτητα, καταρχήν, από τον λόγο που την προκάλεσε), και επομένως ο εργαζόμενος δικαιούται σε κάθε περίπτωση (λαμβανομένου υπόψη ότι η ακυρότητα αυτή της καταγγελίας είναι σχετική υπέρ αυτού) να ζητήσει (αντί για αποδοχές υπερημερίας, επικαλούμενος την ακυρότητα της καταγγελίας) τη νόμιμη αποζημίωση που προβλέπεται από το ν.2112/1920 ή το β.δ.
της 16-7-1920 (παραιτούμενος, έτσι, σιωπηρά, με την άσκηση της σχετικής αγωγής από το δικαίωμα προσβολής του κύρους της καταγγελίας, και θεωρώντας αυτήν έγκυρη, πρβλ. ΑΠ 429/2016, 277/2016, 359/2016). Στην περίπτωση αυτήν, της επιδίωξης δηλ. καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, στοιχείο της αγωγής για να είναι αυτή ορισμένη κατ' άρθ.216§1 ΚΠολΔ είναι, πλην των άλλων, η απλή αναφορά του περιστατικού της καταγγελίας και του χρόνου αυτής, καθόσον η καταγγελία (απόλυση) αποτελεί νομικό όρο εύχρηστο στην πράξη που έχει ορισμένο περιεχόμενο και γνωστή έννοια, δηλώνοντας συγκεκριμένη πραγματική κατάσταση, και επομένως δεν είναι αναγκαίο να εκτίθενται και τα ειδικότερα πραγματικά περιστατικά που την συγκροτούν, ως εκ τούτου δε σε περίπτωση παράλειψης τους δεν είναι αόριστος ο σχετικός ισχυρισμός (Β) Από τις διατάξεις των άρθ. 335, 338, 339 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας για να σχηματίσει την κρίση του σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι προς απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτών, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθ. 559 αριθ. 11 περ.
γ' ΚΙΊολΔ λόγο αναίρεσης, για την στοιχειοθέτηση του οποίου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς την λήψη υπόψη συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου. Ο λόγος αυτός ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλομένη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τ' αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου, καθόσον καμία διάταξη δεν επιβάλλει αυτήν, εάν, όμως, από την γενική, ή και ρητή, αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ή, κατ' άλλη έκφραση, αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, θεμελιώνεται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΟλΑΠ 2/2008, 14/2005, ΑΠ 319/2015) (Γ) Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθ.561 §2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: (1) Στην ένδικη από 23-12-2009 (και με αριθ.κατ.23 6/2009) αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας η ήδη αναιρεσίβλητη εξέθεσε, ότι προσελήφθη την 22-5-2007 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, διαρκείας μέχρι την 29-12-2007, από τον Δ.
Π. για να εργασθεί ως εργάτρια στην επιχείρηση επεξεργασίας, τυποποίησης και εμπορίας ξηρών καρπών κλπ. με τον διακριτικό τίτλο "..." που διατηρούσε αυτός σε περιοχή της …, συνέχισε δε να εργάζεται σ' αυτήν και μετά την λήξη της σύμβασής της, η οποία έτσι μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου, ότι την 1-11-2008 η ως άνω επιχείρηση μεταβιβάσθηκε στην εναγομένη και τώρα αναιρεσίβλητη εταιρεία, η οποία υπεισήλθε στις υποχρεώσεις της υφισταμένης εργασιακής σχέσης, ότι η ενάγουσα εργάσθηκε έκτοτε συνεχώς στην εναγομένη εταιρεία μέχρι την 4-11-2009, όταν αυτή έπαυσε να δέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες της και την απέλυσε, ότι από την αρχή της πρόσληψής της εργαζόταν επί 6 ημέρες την εβδομάδα (Δευτέρα έως Σάββατο) και επί 9 ώρες ημερησίως, καθώς και όλες τις Κυριακές για το χρονικό διάστημα από 1.9 κάθε έτους μέχρι την 31.5 του επομένου, χωρίς να της χορηγείται αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης, με βάση δε τα περιστατικά αυτά ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σ' αυτήν, με βάση την σύμβαση εργασίας, άλλως κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, και κατά τα λεπτομερώς αναφερόμενα στην αγωγή (α) ως αμοιβή για υπερεργασία/υπερωριακή απασχόληση, κατά τις εκεί διακρίσεις, του ως άνω επιδίκου χρονικού διαστήματος (22.5.2007-4.11.2009) το ποσό των 16.576,246 (β) ως προσαύξηση του ημερομισθίου της για εργασία τις Κυριακές (κατά το ίδιο διάστημα) το ποσό των 2.561,316 (γ) ως αποζημίωση για μη χορηγηθείσα αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση το ποσό των 3.414,896 και (δ) για μη καταβληθείσα αποζημίωση απόλυσης το ποσό 739,556 και συνολικά για όλες αυτές τις αιτίες το ποσό των 23.291,996.
Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, με το περιεχόμενο αυτό η ένδικη αγωγή, στην οποία αναφέρεται ότι η αναιρεσείουσα εναγομένη την 4-11-2009 έπαυσε να δέχεται τις υπηρεσίες της αναιρεσίβλητης ενάγουσας και την απέλυσε, ουδεμία αοριστία έπασχε ως προς το σημείο αυτό και το (μόνο) συναρτώμενο με την απόλυση (καταγγελία) κεφάλαιο της αγωγής (αποζημίωση απόλυσης), μη απαιτουμένης της αναφοράς και άλλων περιστατικών, και ως εκ τούτου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο με στοιχ.
ΙΙ λόγος αναίρεσης κατά το μέρος του από τους αριθ. 1,8 και 14 του άρθ.559 ΚΠολΔ, με το οποίο προβάλλεται εσφαλμένη μη απόρριψη της αγωγής λόγω αοριστίας και ειδικότερα λόγω μη αναφοράς του "τρόπου" απόλυσης, ενώ εξάλλου το Εφετείο έλαβε υπόψη και ρητά απέρριψε ως αβάσιμο τον προβληθέντα (και) ενώπιον αυτού (με την έφεση της αναιρεσείουσας και τις επ' αυτής προτάσεις της) ως άνω περί αοριστίας ισχυρισμό και επομένως ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος και ως προς το μέρος του αυτό από τον αριθ.8 του ίδιου άρθρου για μη λήψη υπόψη προταθέντων "πραγμάτων".
Τέλος, ο αυτός λόγος, κατά το μέρος του από τον αριθ. 19 του ως άνω άρθρου, με το οποίο εντελώς επιγραμματικά προβάλλεται ότι το Εφετείο "με ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε τη νομίμως προταθείσα ένσταση..περί αοριστίας του εισαγωγικού δικογράφου" είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, το μεν διότι αντιφάσκει προς το λοιπό περιεχόμενο του λόγου αυτού, ότι δηλ.
ως προς την ένσταση αυτήν "η αναιρεσιβαλλομένη ουδεμία μνεία κάνει", το δε διότι σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός ιδρύεται, μόνο όταν το δικαστήριο ερεύνησε στην ουσία κάποιον ισχυρισμό κλπ., διατυπώνοντας και συναφές αποδεικτικό πόρισμα (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 2100/2014) (2) Η αγωγή αυτή έγινε εξολοκλήρου δεκτή και κατ' ουσίαν με την 46/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας (3) Το Μονομελές Εφετείο Καλαμάτας, κρίνοντας επί της αγωγής αυτής ύστερ' από έφεση της αναιρεσείουσας εναγομένης, με την προσβαλλομένη 25/2016 απόφαση του δέχθηκε, μεταξύ άλλων, που δεν ενδιαφέρουν εδώ, ότι η ενάγουσα προσλήφθηκε την 22-5-2007 με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου από την εταιρεία ...
για να εργασθεί ως εργάτρια στην επιχείρησή της επεξεργασίας, τυποποίησης και εμπορίας ξηρών καρπών κλπ., συνέχισε δε να εργάζεται σ' αυτήν και μετά την λήξη της σύμβασης της, που μετατράπηκε έτσι σε αορίστου χρόνου, ενώ την 1-11-2008 η ως άνω εργοδότρια εταιρεία μεταβίβασε την επιχείρησή της στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία, υπεισελθούσα στην επίδικη σύμβαση εργασίας, και έκτοτε η ενάγουσα παρείχε τις υπηρεσίες της σ' αυτήν, με τους αυτούς όρους και την ίδια ειδικότητα, μέχρι την 4-11-2009, όταν απολύθηκε, ότι η ενάγουσα από την (αρχική) πρόσληψή της μέχρι την απόλυσή της εργαζόταν επί 9 ώρες καθημερινά και επί 6 ημέρες την εβδομάδα (Δευτέρα έως και Σάββατο), δηλ.
εργαζόταν πέραν του νομίμου ωραρίου των 40 ωρών εβδομαδιαία και δη επί 54 ώρες την εβδομάδα κλπ. και ότι κατά συνέπεια δικαιούται τις αντίστοιχες αποδοχές για τις ώρες υπερεργασίας και για τις ώρες παράνομης υπερωριακής απασχόλησης, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά (και αφού περαιτέρω δέχθηκε ότι η ενάγουσα δικαιούται και τα υπόλοιπα αγωγικά κονδύλια, δηλ.
την προσαύξηση κατά 75% του ημερομισθίου της για την εργασία κατά τις Κυριακές, αποζημίωση για τις ημέρες της αναπληρωματικής εβδομαδιαίας ανάπαυσης και αποζημίωση απόλυσης, και συνολικά το ποσό των 23.291,996) απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας εναγομένης, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία, όπως προαναφέρθηκε, η αγωγή είχε γίνει εξ ολοκλήρου δεκτή για το ως άνω ποσό.
Κατά την ενώπιον του Εφετείου συζήτηση η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε με τις προτάσεις της (άρθ.561 §2 ΚΠολΔ) και προσκόμισε (εφόσον στην αναιρεσιβαλλομένη δεν βεβαιώνεται το αντίθετο, ΑΠ 83/2016, 56/2016) σε σχέση με το ουσιώδες ζήτημα του καθημερινού ωραρίου εργασίας της αναιρεσίβλητης ενάγουσας (της απασχόλησής της δηλ.
επί 9 ώρες ημερησίως) και τα εξής έγγραφα και ειδικότερα (α) τους με αριθ.27605/5-6-2007, 5013/18-9-2007, 8568/13-11-2008 και 5802/24-9-2009 πίνακες προσωπικού (β) τα από Μάιο 2007 έως και Δεκέμβριο 2009 εξοφλητικά σημειώματα αποδοχών της αναρεσίβλητης ενάγουσας, υπογεγραμμένα απ' αυτήν και (γ) αντίγραφα του παρουσιολογίου της, μαζί με τους άλλους μισθωτούς της επιχείρησης, με την υπογραφή της.
Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην προσβαλλομένη απόφαση, το ωράριο της εργασίας της ενάγουσας (δηλ. η καθημερινή απασχόλησή της πέραν του νομίμου ωραρίου) αποδείχθηκε από τις καταθέσεις των μαρτύρων της (μεταξύ των οποίων και ο υιός της), ενώ δεν γίνεται καμία αναφορά στα σχετικά με το ζήτημα τούτο ως άνω έγγραφα.
Ως εκ τούτου δεν καθίσταται βέβαιο, και μάλιστα χωρίς αμφιβολία (παρά την σχετική βεβαίωση του Εφετείου ότι για τον σχηματισμό γενικά της επί της ουσίας κρίσης του συνεκτιμήθηκαν και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν), ότι για το ουσιώδες αυτό ζήτημα λήφθηκαν υπόψη και τα έγγραφα αυτά, που θα οδηγούσαν ενδεχομένως σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα.
Επομένως, ο συναφής με στοιχ.Ι λόγος αναίρεσης από το άρθ.559 αριθ.11γ' ΚΠολΔ είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Σύμφωνα με τα παραπάνω πρέπει να αναιρεθεί ενμέρει η αναιρεσιβαλλομενη απόφαση (ως προς το ζήτημα της υπέρβασης του ημερήσιου ωραρίου απασχόλησης της αναιρεσίβλητης ενάγουσας), να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το μέρος τούτο, ως προς το οποίο χρειάζεται διευκρίνιση, στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, αφού αυτό μπορεί να συγκροτηθεί από άλλον δικαστή (άρθ.580§3 ΚΠολΔ), και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας (άρθ.176, 178, 183, 191§ΚΠολΔ), η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 25/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το οποίο ορίζει σε χίλια τριακόσια (1300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Μαρτίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ