Supreme Court dismisses appeal against labor court judgment regarding evidence admissibility in car damage cases.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's judgment in a labor dispute concerning car damage compensation. The appellant argued that the lower court improperly considered specific documents not formally cited or submitted according to strict procedural rules. The court ruled that in labor proceedings for car damage claims, the trial court must consider all submitted evidence freely, including documents that do not meet standard formal requirements, provided they are not forged or obtained through improper means.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 11 para. a' and Art. 671 para. 1 no. a' of the Code of Civil Procedure; In labor proceedings for car damage claims, the court must consider all submitted evidence freely, including formally defective documents, unless they are forged or obtained through improper procedures.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 56 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 56/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Μίλη, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΑΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Παναγόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-11-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5476/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 5220/2010 μη οριστική και 5576/2011 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-10-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Καλαματιανός διάβασε την από 19-11-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 5576/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. α’ Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξάλλου, από την διάταξη του εδαφίου α’ της παρ. 1 του άρθρου 671 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι, όταν κατά την εκδίκαση της υποθέσεως τηρείται η ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, όπως στις υποθέσεις που αφορούν σε απαιτήσεις οποιασδήποτε μορφής για ζημίες που έχουν προκληθεί από αυτοκίνητο, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη όλα τα προσκομιζόμενα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, ακόμη και εκείνα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, δηλαδή και έγγραφα άκυρα ή ιδιωτικά ανυπόγραφα ή ιδιωτικά υπέρ του εκδότη τους και γενικά κάθε είδους έγγραφα, μεταξύ των οποίων και εκείνα που είναι χρήσιμα για έμμεση απόδειξη.
Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, γιατί δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και ένορκες βεβαιώσεις, για τις οποίες δεν τηρήθηκε η καθοριζόμενη από το τελευταίο εδάφιο της ίδιας παραγράφου διαδικασία (ΑΠ 311/2010). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 432, 433 και 435 Κ.Πολ.Δ.
προκύπτει, ότι ένα ιδιωτικό έγγραφο για να υπάρχει ως αποδεικτικό μέσο και να συγκαταλέγεται στα επώνυμα αποδεικτικά μέσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 339 του ίδιου Κώδικα, πρέπει να είναι αναγνώσιμο, να μην έχει υποστεί τεμαχισμό, διάτρηση ή διαγραφή, οπότε τεκμαίρεται πως έχει εκμηδενιστεί η αποδεικτική του δύναμη (άρθρο 433 Κ.Πολ.Δ.) και να είναι γνήσιο.
Περαιτέρω, ένα ιδιωτικό έγγραφο για να έχει αποδεικτική δύναμη, δηλαδή για να μπορεί να συμβάλει στη διαμόρφωση δικανικής πεποίθησης, πρέπει να φέρει την υπογραφή του εκδότη (άρθρο 433 Κ.Πολ.Δ., πρβλ. και άρθρο 160 ΑΚ), ενώ δεν αποδεικνύει, καταρχήν, υπέρ του εκδότη του (άρθρο 447 Κ.Πολ.Δ). Επομένως, μία ενυπόγραφη αναφορά πραγματογνώμονος - ερευνητή περί της διενεργείας της ανατεθείσας σ’ αυτόν έρευνας από την αναιρεσίβλητη εταιρεία έχει τα τυπικά χαρακτηριστικά του ιδιωτικού εγγράφου και είναι υποστατό ως έγγραφο (πρβλ.
ΑΠ 2034/2009). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν αγωγή του αναιρεσείοντος περί αποζημίωσης για ζημίες που υπέστη σε τροχαίο ατύχημα από υπαιτιότητα οδηγού αυτοκινήτου, ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, με την ανέλεγκτη παραδοχή, ότι το περιγραφόμενο σ’ αυτήν ατύχημα δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα, αλλά, αντιθέτως, προέκυψε ότι ο ενάγων - αναιρεσείων με το αυτοκίνητό του εξετράπη της πορείας του σε κάποιο σημείο, όπου το οδόστρωμα παρουσίαζε ελαφρά αριστερή καμπύλη λόγω υπερβολικής ταχύτητας, χωρίς να εμπλακεί άλλο όχημα.
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης μέμφεται ο αναιρεσείων την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περίπτ. α’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει, δηλαδή έλαβε υπόψη την από 1-12-2007 ενυπόγραφη αναφορά του πραγματογνώμονος - ερευνητή Θ.
Α., στην οποία αναφέρονται τα αποτελέσματα της διενεργηθείσας με εντολή της αναιρεσίβλητης Ασφαλιστικής Εταιρείας έρευνας, σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος, που είναι κατ’ αυτόν έγγραφο μαρτυρίας, αφού συντάχθηκε από τρίτο πρόσωπο, μη έχον την ιδιότητα του διαδίκου, μετά την άσκηση της ένδικης από 9-11-2007 αγωγής του αναιρεσείοντος και, συνακόλουθα, δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη από το Εφετείο ούτε προς άμεση, ούτε προς έμμεση απόδειξη.
Όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, αλλά και από την επιτρεπτή εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ενώπιόν του, την εξέταση του ενάγοντος ενώπιόν του και τα έγγραφα που οι διάδικοι νομίμως προσκόμισαν με επίκληση.
Από τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης γίνεται ιδιαίτερη μνεία στην κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, αλλά και, κυρίως, στα έγγραφα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο ίδιος ο ενάγων - αναιρεσείων (το .../10-10-2008 έγγραφο του Σταθμού ... και το ... Δελτίο Οδικού Τροχαίου Ατυχήματος Υλικών Ζημιών), καθώς και σε σημεία της εξέτασης του ενάγοντος.
Ήτοι, στο ότι α) οι προστρέξαντες στον τόπο του ατυχήματος βρήκαν μόνο το αυτοκίνητό του και κανένα άλλο όχημα και β) το αυτοκίνητο του εναγομένου, ως προς τον οποίο, σημειωτέον, ο ενάγων είχε παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής, δεν είχε υποστεί ζημίες στο εμπρόσθιο μέρος, εκτός από ίχνος λευκού χρώματος, ενώ το αυτοκίνητο του ενάγοντος, με το οποίο κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς φέρεται ότι συγκρούσθηκε, είναι χρώματος μαύρου.
Στα στοιχεία αυτά στηρίχθηκε, κατά κύριο λόγο το Εφετείο, που δίκασε κατά την ως άνω ειδική διαδικασία, ενώ, προφανώς, μαζί με όλα τα άλλα έγγραφα που προσκόμισαν οι διάδικοι μετ’ επικλήσεως, συνεκτίμησε και την εν λόγω αναφορά, η οποία έχει τα τυπικά χαρακτηριστικά του εγγράφου, είναι υποστατή ως τέτοιο έγγραφο και ως αποδεικτικό μέσο που πληροί οπωσδήποτε τους όρους του νόμου, και την συνεκτίμησε ελεύθερα.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β’ Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β’ , 346 και 453 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενεργείας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του (Ολ.ΑΠ 23/2008). Η επίκληση των αποδεικτικών μέσων μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 14/2005 και 9/2000).
Θεωρείται δε ότι το αποδεικτικό μέσο του οποίου έγινε νόμιμη επίκληση, έχει και προσκομιστεί, εφόσον η απόφαση δεν βεβαιώνει το αντίθετο (ΑΠ 360/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των από 27-5-2010 προτάσεων της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Εφετείου Αθηνών προκύπτει, ότι έγινε ειδική ρητή επίκληση από αυτήν, τόσο της από 1-12-2007 αναφοράς του πραγματογνώμονα - ερευνητή Θ.
Α. όσο και της εκτίμησης ζημιών του πραγματογνώμονα Ι. Π., που θεωρούνται ότι προσκομίστηκαν, αφού η απόφαση δεν βεβαιώνει το αντίθετο. Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. β’ Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι η αναιρεσιβλητη δεν επικαλέσθηκε νόμιμα ούτε προσκόμισε τα ως άνω έγγραφα, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Κατ’ ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700 ευρώ (άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ.), και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ Κ.Πολ.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ’ αριθμ. 780/13-10-2014 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 5576/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Και
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιανουαρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ