Supreme Court partially allows appeal against administrative court decision regarding public entity litigation costs and jurisdiction.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against a Third Instance Court decision regarding a dispute over tax collection by a public entity. The appellant challenged the dismissal of its annulment request against an administrative act, while the respondent entities were the Western Greece Region and the Greek State. The court ruled that the State could not appear as a party in this specific tax collection context but allowed the appeal against the First Respondent, remanding the case for retrial with a new panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticle 28 paragraph 7 of Law 2579/1998; Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure: In cases where public services collect revenues for other legal persons under Law 356/1974, the State cannot appear as a party but the interested legal person must, and appeals against decisions involving public entities must be remanded for retrial with a new panel of judges.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 779 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 779/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Γεωργιάδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Αυτοδιοικούμενου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΔΥΤΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ", που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Δερβιτσιώτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 2) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εν προκειμένω από τον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ ΦΑΕ Αθηνών, που κατοικοεδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Βασιλική Παπαλόη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-4-2016 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 272/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2222/2018 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-1-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 28 παρ. 7 του Ν 2579/1998 "στις περιπτώσεις, που υπηρεσίες του Δημοσίου, εφαρμόζοντας τις διατάξεις του ν.δ. 356/1974 (ΦΕΚ Α' 190), επιμελούνται για την είσπραξη εσόδων άλλων νομικών προσώπων, υπέρ των οποίων εφαρμόζονται οι διατάξεις αυτές, στις σχετικές δίκες που δημιουργούνται, δεν νομιμοποιείται να παρίσταται ως διάδικο το Δημόσιο, αλλά το ενδιαφερόμενο νομικό πρόσωπο".
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με την από 24-1-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλει την υπ' αριθμ. 2222/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση του πρώτου αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας", εξαφανίσθηκε η 272/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κρατήθηκε, δικάστηκε και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν ως προς το πρώτο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ η από 27-4-2016 ανακοπή του άρθρου 73 του ΝΔ 356/1974 (ΚΕΔΕ) της ήδη αναιρεσείουσας κατά α) της 51291/1459/25-2-2016 πράξης του Αντιπεριφερειάρχη Π.Ε.
Ηλείας περί καταλογισμού στη ΔΟΥ ΦΑΕ Αθηνών του ποσού του 1.592.651,68 ευρώ, που αφορά σε αξίωση του πρώτου αναιρεσίβλητου, ως εκμισθωτή, σε βάρος της αναιρεσείουσας, ως μισθώτριας, από οφειλόμενα μισθώματα από τη μεταξύ τους μισθωτική σύμβαση και β) της από 10-3-2016 ταμειακής βεβαίωσης της ΔΟΥ ΦΑΕ Αθηνών του ίδιου ποσού, και επικυρώθηκαν οι ανωτέρω πράξεις, ενώ απορρίφθηκε η ανακοπή ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο ως παθητικά ανομιμοποίητη.
Με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα, η διωκόμενη είσπραξη της απαίτησης του πρώτου αναιρεσίβλητου δεν αφορά σε έσοδα του Ελληνικού Δημοσίου και ως εκ τούτου το τελευταίο δεν νομιμοποιείται ως διάδικος στην παρούσα δίκη κατ' άρθρο 28 παρ. 7 του Ν 2579/1998 και η αίτηση αναίρεσης είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, κατά το μέρος που στρέφεται κατ' αυτού.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΑΠ 901/2020, ΑΠ 595/2020, ΑΠ 1021/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον 1ο αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του αριθμού 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, και, ειδικότερα, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του πραγματικό ισχυρισμό και δη την ένσταση της απαλλαγής του εκμισθωτή λόγω της ανεπιφύλακτης παραλαβής του μισθίου από το μισθωτή εν γνώσει του πραγματικού ελαττώματος κατά τη συνομολόγηση της σύμβασης μίσθωσης (άρθρα 579 και 581 του ΑΚ), παρότι ο ισχυρισμός αυτός δεν είχε προταθεί από την εκμισθώτρια-καθ' ης η ανακοπή.
Από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) των διαδικαστικών της δίκης εγγράφων προκύπτει, ότι πράγματι η εκμισθώτρια δεν πρότεινε την από τα άρθρα 579 και 581 του ΑΚ ένσταση με λόγο της από 5-4-2017 έφεσής της, πέραν του ότι δεν είχε επικαλεσθεί τέτοιο καταλυτικό ισχυρισμό με τις από 2-9-2016 προτάσεις της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στις οποίες δεν διαλαμβάνονται τα θεμελιώνοντα τον ισχυρισμό αυτό πραγματικά περιστατικά ούτε σχετικό αίτημα (άρθρο 261 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Μόνη δε η επίκληση από το πρώτο καθού η ανακοπή ΝΠΔΔ με τις πρωτόδικες προτάσεις του, ότι η κατοχή του μισθίου παραδόθηκε στην ανακόπτουσα μισθώτρια, η οποία έκτοτε άρχισε να ασκεί τις πράξεις που προσιδίαζαν στη χρήση του (μισθίου) και να καταβάλλει αδιαμαρτύρητα τα μισθώματα, δεν θεμελιώνει την ανωτέρω ένσταση.
Ως εκ τούτου, ο 1ος λόγος της αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 574 και 575 ΑΚ, οι οποίες έχουν εφαρμογή, σύμφωνα με το άρθρο 44 του Π.Δ. 34/1995, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 13 παρ.1-2 του Ν 4242/2014, και επί των εμπορικών μισθώσεων, προκύπτει ότι με τη σύμβαση μίσθωσης ο εκμισθωτής υποχρεούται να παραχωρήσει στο μισθωτή το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση και να διατηρεί τούτο κατάλληλο για τη χρήση αυτή καθ' όλη τη διάρκεια της μίσθωσης.
Έτσι, ο εκμισθωτής, στο πλαίσιο της τελευταίας αυτής υποχρέωσής του, η οποία είναι σύμφωνη και με τη φύση της μισθωτικής σύμβασης ως διαρκούς, υποχρεώνεται, αφενός μεν να παραλείπει κάθε ενέργεια που μπορεί, είτε αμέσως είτε εμμέσως, να επηρεάζει τη χρήση του μισθίου από το μισθωτή και να προξενήσει ζημία σ' αυτόν, αφετέρου δε να ενεργεί οτιδήποτε είναι αναγκαίο για την ανεμπόδιστη άσκηση της χρήσης από το μισθωτή, δηλαδή να αίρει κάθε πραγματικό ή νομικό ελάττωμα ή έλλειψη ιδιότητας, έχοντας την υποχρέωση να ασκήσει και τις αγωγές της νομής ή της κυριότητάς του για να προστατεύσει το μισθωτή από τις αδικαιολόγητες ενοχλήσεις ή επεμβάσεις τρίτων στο μίσθιο.
Για κάθε είδους αθέτηση της κύριας υποχρέωσης του εκμισθωτή να παραδώσει στο μισθωτή τη συμφωνημένη χρήση και να διατηρήσει το πράγμα κατάλληλο στη διάρκεια της μίσθωσης, ο μισθωτής δικαιούται να ασκήσει την καταγγελία της σύμβασης μίσθωσης με δήλωση που απευθύνεται στον εκμισθωτή, από την περιέλευση της οποίας επέρχεται το αποτέλεσμά της (άρθρο 167 σε συνδ.
με άρθρο 585 ΑΚ), δηλαδή η λύση της μίσθωσης. Παράλληλα προς το προαναφερόμενο δικαίωμα, αν κατά το χρόνο παράδοσής του στο μισθωτή, το μίσθιο έχει ελάττωμα, που εμποδίζει μερικά ή ολικά τη συμφωνημένη χρήση ή εάν κατά τη διάρκεια της μίσθωσης εμφανίσθηκε τέτοιο ελάττωμα, τότε ο μισθωτής, με βάση τη συνδυασμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 584, 382 και 380 ΑΚ, έχει δικαίωμα να μην καταβάλει το μίσθωμα, αν η χρήση του μισθίου παρακωλύθηκε ολικά και για όσο χρόνο διαρκεί η κατάσταση αυτή ή να ζητήσει μείωση του μισθώματος, σε περίπτωση μερικής παρακώλυσης, ανάλογη με το βαθμό της ελάττωσης της χρήσης, έστω και αν δεν υπάρχει ολική αποβολή αυτού από το μίσθιο, εφόσον εξαιτίας του πραγματικού ελαττώματος, αναιρείται η δυνατότητα να κάνει χρήση ελεύθερη και ανενόχλητη, κατά τους όρους της σύμβασης, με αποτέλεσμα να καθίσταται χωρίς περιεχόμενο το δικαίωμά του και να αναιρείται και η γενόμενη παράδοση της χρήσης (ΑΠ 545/2020, ΑΠ 32/2001).
Επίσης, οι διατάξεις των άρθρων 576 επ. του ΑΚ, με τις οποίες ρυθμίζεται η ευθύνη του εκμισθωτή για κάθε είδους ελαττώματα του μισθίου, είναι ενδοτικού δικαίου και έτσι ο εκμισθωτής και ο μισθωτής έχουν το δικαίωμα, λόγω της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης που καθιερώνεται με το άρθρο 361 του ίδιου Κώδικα, να ρυθμίσουν με άλλο τρόπο τις μεταξύ τους έννομες σχέσεις, καθώς και να συμφωνήσουν πρόσθετες υποχρεώσεις σε βάρος του εκμισθωτή ή μισθωτή (ΑΠ 1674/2017, ΑΠ 763/2016, ΑΠ 1291/2014, ΑΠ 1473/2001).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν, το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν, δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 343/2020, ΑΠ 166/2020).
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα εξής: "Δυνάμει της από 12-12-2006 σύμβασης μίσθωσης, υπογραφείσας μεταξύ της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ηλείας, της οποίας το δεύτερο των καθ' ων και ήδη εκκαλούν αποτελεί καθολικό διάδοχο κατ' άρθρα 3, 283, 286 Ν. 3852/2010 "Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης-Πρόγραμμα Καλλικράτης", η ανακόπτουσα και ήδη εφεσίβλητη μίσθωσε από το εκκαλούν έκταση 2.810,40 στρεμμάτων, κειμένης στην περιοχή της λίμνης ...
στο νομό …, η οποία συνορεύει βορειοανατολικά, νοτιοανατολικά και βορειοδυτικά με εκτάσεις Ελληνικού Δημοσίου και νοτιοδυτικά με παραλιακή αγροτική οδό. Η σύμβαση συνήφθη κατόπιν του με αριθμό διακήρυξης 1826/2006 διεθνούς ανοικτού πλειοδοτικού διαγωνισμού που έλαβε χώρα την 21-8-2006. Η δημοπρατούσα αρχή εξάλλου, και δη η Νομαρχιακή Επιτροπή Σχεδιασμού Κοινοτικών Προγραμμάτων και Περιφερειακής Ανάπτυξης της Ν.Α.
Ηλείας ανακήρυξε με τη με αριθμό 153/2006 απόφασή της την εφεσίβλητη, πλειοδότη του διαγωνισμού. Ο σκοπός για τον οποίο αυτή (σύμβαση) συνήφθη ήταν η "αξιοποίηση, ανάπτυξη και εμπορική εκμετάλλευση του εκμισθούμενου ακινήτου, δια της κατασκευής σε αυτό συγκροτήματος γηπέδων γκολφ, χώρων αναψυχής και άθλησης μετά των βοηθητικών και κτιριακών εγκαταστάσεων", ενώ συμφωνήθηκε η καταβολή ετήσιου εγγυημένου γενικού μισθώματος ύψους 200.000 ευρώ πλέον ποσοστού 2% επί των ακαθάριστων εσόδων του από την εν γένει εκμετάλλευση του μισθίου, ενώ η διάρκεια αυτής ορίστηκε σε πενήντα (50) έτη.
Προβλέφθηκε, ακόμη, με τον υπό στοιχ. [άρθρο 3 Δ] όρο της ένδικης σύμβασης και, δεδομένου ότι εντός του μισθίου κατά το χρόνο παράδοσης αυτού ήταν εγκατεστημένοι καλλιεργητές και κτηνοτρόφοι: "Ο εκμισθωτής παραδίδει σήμερα δια της παρούσας το μίσθιο στον μισθωτή. Ο εκμισθωτής ρητώς αναλαμβάνει δια της παρούσης την υποχρέωση να εκκενώσει το Μίσθιο και να απομακρύνει από αυτό τους υφιστάμενους τρίτους που παρεμποδίζουν την χρήση του Μισθίου, εντός νόμιμης προθεσμίας εκατόν ογδόντα (180) ημερών από την υπογραφή της παρούσας.
Σε κάθε περίπτωση αν ο Εκμισθωτής δεν έχει επιτύχει την απομάκρυνση των τυχόν τρίτων που παρεμποδίζουν την ελεύθερη και ακώλυτη χρήση του μισθίου εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών από την υπογραφή της παρούσας, ο Μισθωτής δικαιούται να καταγγείλει την παρούσα σύμβαση αζημίως". Στις 28-11-2007 με επιστολή της η εφεσίβλητη προς την άνω αντισυμβαλλόμενή της, και ήδη εκκαλούν ν.π.δ.δ., παραπονείτο ότι μέρος της μισθωθείσας έκτασης είχε καταληφθεί από ομάδα κτηνοτρόφων, οι οποίοι αρνούνταν να αποχωρήσουν από το χώρο και η ιδία δεν μπορούσε να εισέλθει εντός αυτής, προκειμένου να προβεί στη συμφωνημένη χρήση της.
Διατύπωσε δε, το αίτημα προς αυτήν όπως αποβάλει τους άνω καταπατητές και παρατείνει για ένα οκτάμηνο όλες τις συμβατικές υποχρεώσεις και των δυο μερών που απορρέουν από την άνω σύμβαση, αρχής γενομένης της παράτασης την 1-12-2007, πλην των δόσεων των μισθωμάτων. Η ανωτέρω, προς ην η επιστολή, με την από 19-12-2007 απαντητική επιστολή της έκανε γνωστό ότι προχώρησε σε όλες τις ενέργειες, ώστε το θέμα των κτηνοτρόφων που παρανόμως κατέλαβαν μικρό τμήμα της ενοικιασθείσας έκτασης να επιλυθεί, ενώ προσέθετε ότι ανέστειλε και παρέτεινε και για τα δυο συμβαλλόμενα μέρη την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων, πλην της καταβολής των μισθωμάτων, για οκτώ (8) μήνες, αρχής γενομένης από το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2007.
Αποδείχθηκε, επίσης, ότι η εφεσίβλητη άσκησε το έτος 2009 και 2010 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πύργου αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων με τις οποίες ζητούσε με την άνω διαδικασία να υποχρεωθούν οι καταπατητές να αποδώσουν τις καταληφθείσες από αυτούς εκτάσεις του μίσθιου ακινήτου. Eπ' αυτών εκδόθησαν σχετικές αποφάσεις του άνω Δικαστηρίου, με τις οποίες έγιναν δεκτές οι αιτήσεις και υποχρέωναν τους καθ' ων να αποδώσουν τις άνω καταληφθείσες εκτάσεις.
Επίσης, η εφεσίβλητη μαζί με την άνω εκμισθώτρια άσκησαν ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ηλείας την από 20-4-2011 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής κατά των εκεί αναφερομένων καθ'ων, στην οποία διελάμβαναν ότι οι καθ' ων αμφισβητούσαν τη νομή και κατοχή μέρους της άνω μισθωμένης έκτασης με τις σε αυτή αναφερόμενες πράξεις, και ζητούσαν μεταξύ άλλων να υποχρεωθούν αυτοί να αποδώσουν την νομή και κατοχή του επιδίκου.
Eπ' αυτής εξεδόθη η με αριθμό 1/2011 απόφαση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ηλείας με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η άνω αίτηση και διετάχθη η αποβολή ορισμένων εκ των καθ' ων, καταπατητών και η εγκατάσταση των αιτούντων στα επίδικα περιγραφόμενα τμήματα της μισθωθείσας έκτασης. Το άνω γεγονός εξάλλου της καταπάτησης (με κατασκευή επί του μίσθιου ποιμνιοστασίων και παραπηγμάτων), που δεν αμφισβητείται, προκύπτει και από τα σχετικά έγγραφα - επιστολές του Αγρονομικού Τμήματος Πύργου της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας (βλ.
τα από 15-6-2009, 3-12-2010 και 21-12-2010 έγγραφα του άνω τμήματος). Επιπροσθέτως, η εφεσίβλητη απέστειλε προς το εκκαλούν την από 22-8-2012 επιστολή της (που έλαβε αριθμό πρωτ. 215274/8639/6-9-2012), στην οποία ανέφερε ότι χωρίς δική της υπαιτιότητα δεν παρεδόθη τότε (Αύγουστος έτους 2012) ελεύθερη η άνω έκταση από τους καταπατητές κτηνοτρόφους με αποτέλεσμα το 80% περίπου του μισθίου να καλλιεργείτο, ότι η μη πληρωμή των δόσεων οφείλετο αποκλειστικά στα ανωτέρω στα οποία η πολιτεία όφειλε να δώσει μία λύση.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εφεσίβλητη δεν κατέβαλε τις συμφωνημένες δόσεις για την χρήση του μισθίου από το δεύτερο (β') εξάμηνο του έτους 2011 έως το πρώτο (α') εξάμηνο του έτους 2016, γεγονός για το οποίο η αρμόδια υπηρεσία του εκκαλούντος την οχλούσε (βλ. προσκ. σχετ. έγγραφα προς αυτήν), ενώ με το από 22-2-2016 έγγραφο της Δ/νσης Διοικητικού Οικονομικού της Περιφερειακής Ενότητας Ηλείας προς αυτήν, της γνωστοποιήθηκε ότι η συνολική της οφειλή για το άνω διάστημα ανήλθε στο ποσό των 1.592.651,68 ευρώ για την οποία μάλιστα της απεστάλη τριπλότυπη περιληπτική κατάσταση βεβαίωσης εσόδου και πίνακας παρακολούθησης οφειλών με ημερομηνία 22-2-2016, την καλούσε δε να την εξοφλήσει καταθέτοντας το ποσό στην Εθνική Τράπεζα.
Στη συνέχεια δε, εξεδόθη η με αριθμό πρωτ. 51291/1459/25-2-2016 απόφαση του Αντιπεριφερειάρχη Π.Ε. Ηλείας με την οποία αποφασίστηκε, όπως βεβαιωθούν στην ΔΟΥ ΦΑΕΕ Αθηνών από την Π.Ε. Ηλείας οι οφειλές μισθωμάτων που απέρρεαν από την άνω σύμβαση μίσθωσης για το ανωτέρω χρονικό διάστημα και το άνω ποσό. Ακολούθως δε, απεστάλη στην εφεσίβλητη το με αριθμ.
πρωτ. Οικ. 52109/1480/26-2-2016 έγγραφο της Δ/νσης Διοικητικού Οικονομικού της Περιφερειακής Ενότητας Ηλείας, με το οποίο της γνωστοποιείτο η βεβαίωση στην ΔΟΥ ΦΑΕΕ Αθηνών των ανείσπρακτων εσόδων, ενώ ακολούθως εξεδόθη η από 10-3-2016 ατομική ειδοποίηση χρεών της ΔΟΥ ΦΑΕ Αθηνών στην οποία αναφερόταν ως ημερομηνία βεβαίωσης των ανωτέρω η 10-3-2016.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εφεσίβλητη παρά το γεγονός ότι κατά τους ισχυρισμούς της παρακωλύετο ήδη από το έτος 2007 από τους άνω καταπατητές στη χρήση του μίσθιου, εξακολουθούσε να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα μέχρι και το Α' εξάμηνο του έτους 2011, ήτοι κατέβαλε όλες τις εξαμηνιαίες δόσεις μέχρι και την πρώτη δόση του Α' εξαμήνου του έτους 2011, συνολικού ύψους 1.178.243,97 ευρώ.
Έκτοτε, η εφεσίβλητη σταμάτησε να καταβάλλει στο εκκαλούν τα οφειλόμενα μισθώματα, και μάλιστα χωρίς να έχει αλλάξει η πραγματική κατάσταση του μίσθιου από την έναρξη της μίσθωσης. Η εφεσίβλητη με σχετικό λόγο της ανακοπής της αμφισβητεί το κατ' ουσίαν βάσιμο της απαίτησης του εκκαλούντος στο οποίο ερείδονται οι πληττόμενες πράξεις εκτέλεσης.
Ειδικότερα, αυτή ισχυρίζεται ότι το εκκαλούν, εκμισθωτής, κατά παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων που είχε αναλάβει και παρά το νόμο και ενώ είχε οχληθεί από αυτήν πολλάκις να προβεί στα δέοντα, εν τούτοις δεν προέβη σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες, ώστε να αποβάλει από το μίσθιο χώρο τους καταπατητές βοσκούς και να το παραδώσει στη μισθώτρια, εφεσίβλητη, ελεύθερο προς χρήση σύμφωνα με τον προορισμό του.
Με βάση αυτό και επικαλούμενη η εφεσίβλητη τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 του ΑΚ για πραγματικά ελαττώματα του μίσθιου κατά την παράδοσή του και κατά τη διάρκεια της μίσθωσης άσκησε το διαπλαστικό δικαίωμα απαλλαγής της από την υποχρέωση καταβολής των επίδικων μισθωμάτων. Ειδικότερα, το εκκαλούν με τον πρώτο λόγο έφεσης διατείνεται ότι στο πλαίσιο της κρινόμενης ανακοπής που βάλλει κατά της εκδοθείσας ατομικής ειδοποίησης και ταμειακής βεβαίωσης δεν επιτρέπεται από την εφεσίβλητη η επίκληση του λόγου αυτού ανακοπής που συνάπτεται με την αμφισβήτηση του κατ' ουσίαν βάσιμου της απαιτήσεώς του (εκκαλούντος), ήτοι των οφειλόμενων μισθωμάτων, εφόσον ο προσδιορισμός της έχει ανατεθεί στα δικαστήρια ή στις διοικητικές επιτροπές κατά τα ρυθμιζόμενα στο άρθρο 73 παρ. 1 τελ.
εδ. του ΚΕΔΕ. Πλην όμως ο λόγος αυτός έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, διότι, όπως επισημάνθηκε στην προπαρατεθείσα νομική σκέψη με την κρινόμενη ανακοπή του άρθρου 73 του ΚΕΔΕ που εκδικάζεται κατά τα άρθρα 583-585 ΚΠολΔ επιτρέπεται η προβολή κάθε αντίρρησης, ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, κατά του νομίμου τίτλου και της απαίτησης, όπως εν προκειμένω η επικαλούμενη ολική απαλλαγή της μισθώτριας από την υποχρέωση καταβολής των επίδικων μισθωμάτων λόγω πραγματικού ελαττώματος του μίσθιου.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο που περιήλθε στην κατοχή της εφεσίβλητης το μίσθιο η τελευταία παρέλαβε αυτό ανεπιφύλακτα (βλ. τη με ημερομηνία 12.12.2006 προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως σύμβαση μίσθωσης, υπογεγραμμένη από το Νομάρχη Ηλείας και το νόμιμο εκπρόσωπο της εφεσίβλητης Π. Π.), αν και γνώριζε την ύπαρξη των καταπατητών στο μίσθιο (θετική γνώση ύπαρξης του πραγματικού ελαττώματος).
Αυτό έχει όμως ως άμεση συνέπεια, την εκ του νόμου απαλλαγή του εκμισθωτή από πραγματικά ελαττώματα του μίσθιου (άρθρα 579, 581 ΑΚ, βλ. Παντελίδου σε: ΣΕΑΚ, Ι, 2010, άρθρα 579-582, αρ. 9 επ.). Η εφεσίβλητη, ωστόσο, επιφυλάχτηκε υπέρ αυτής του δικαιώματός της για καταγγελία της ένδικης μισθωτικής σύμβασης αζημίως, σε περίπτωση που ο εκμισθωτής δεν είχε πετύχει την απομάκρυνση των τυχόν τρίτων που παρεμπόδιζαν την ελεύθερη χρήση του μίσθιου εντός προθεσμίας έξι μηνών από την υπογραφή της (σύμβασης).
Όμως, όπως επίσης αποδείχθηκε, η εφεσίβλητη ουδέποτε άσκησε το δικαίωμά της αυτό, αφού δεν έχει προβεί μέχρι σήμερα στην καταγγελία της ένδικης σύμβασης, αποδεχθείσα έτσι την ήδη διαμορφωθείσα επί ετών πραγματική κατάσταση του μίσθιου με εγκαταστημένους εντός αυτής τους εν λόγω καταπατητές. Έτσι, είναι σαφές ότι από την εν λόγω επιφύλαξη της εφεσίβλητης δεν αναιρείται η κατά τα ως άνω απαλλαγή του εκμισθωτή από πραγματικά ελαττώματα του μισθίου.
Περαιτέρω, ουδόλως αποδείχθηκε ότι μετά την παράδοση της κατοχής του μίσθιου στη μισθώτρια εμφανίστηκαν άλλα πραγματικά ελαττώματα πλην εκείνων που της ήταν ήδη γνωστά (ήτοι οι ως άνω μόνιμοι καταπατητές επί του μισθίου). Ενισχυτικό του πορίσματος αυτού στοιχείο αποτελεί το γεγονός ότι ήδη στο δικόγραφο της ανακοπής της η εφεσίβλητη, αν και αναφέρεται, εκτός από τους μόνιμους καταπατητές, και σε περιστασιακούς (καταπατητές) που κατά καιρούς εμφανίζονταν σε αυτό (τους οποίους σημειωτέον δεν κατονομάζει), εντούτοις άπασες οι δικαστικές ενέργειες, στις οποίες αυτή προέβη, απευθύνονταν αποκλειστικά και μόνο κατά των μονίμων καταπατητών, την ύπαρξη των οποίων όμως γνώριζε ήδη κατά την παράδοση της κατοχής του μίσθιου από το εκκαλούν σε αυτή.
Τη γνώση αυτή επικαλέστηκε ήδη το καθ' ου η ανακοπή (νυν εκκαλούν) με τις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αναφέροντος ότι η κατοχή του μίσθιου παρεδόθη στην ανακόπτουσα (ήδη εφεσίβλητη) και χωρίς να κάνει οποιαδήποτε μνεία σε τυχόν επιφύλαξη που διατύπωσε η τελευταία κατά τον κρίσιμο χρόνο παράδοσης της κατοχής του μισθίου - η οποία έκτοτε άρχισε να ασκεί τις πράξεις που προσιδίαζαν στη χρήση του (μισθίου).
Επομένως, ο ισχυρισμός αυτός του εκμισθωτή περί απαλλαγής του από κάθε ευθύνη για πραγματικά ελαττώματα του ένδικου μίσθιου που παρέλαβε ανεπιφύλακτα η μισθώτρια εν γνώσει της ύπαρξής τους, εκτιμώμενος ως αντένσταση κατ' άρθρο 581 ΑΚ επί της προβληθείσας από τη μισθώτρια κατ' άρθρο 576 παρ. 1 ΑΚ ως άνω ένστασης απαλλαγής της από την καταβολή των επίδικων μισθωμάτων, πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ' ουσίαν βάσιμος.
Επομένως, η ένδικη απαίτηση του εκκαλούντος εκμισθωτή, προερχόμενη από τα ανωτέρω μισθώματα, και υπαρκτή ήταν και ισχυρή. Μετά από όλα αυτά, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος ο μοναδικός λόγος ανακοπής που βάλλει κατά της ανυπαρξίας της οφειλής με βάση την οποία εκδόθηκαν οι προσβαλλόμενες:
α) πράξη του Νομάρχη Ηλείας περί καταλογισμού του άνω ποσού στην αρμόδια ΔΟΥ και β) ατομική βεβαίωση της τελευταίας. Επομένως, το δικάσαν την κρινόμενη ανακοπή πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο επιλήφθηκε ως προς τη βασιμότητα της οφειλής και στη συνέχεια, αφού δέχτηκε ότι το μίσθιο δεν παρεδόθη στη μισθώτρια προσηκόντως, και προχώρησε στην ακύρωση:
α) της με αριθμ. πρωτ. 51291/1459/25.2.2016 πράξης του Αντιπεριφερειάρχη Π.Ε. Ηλείας περί καταλογισμού στην ΔΟΥ ΦΑΕ Αθηνών του ποσού του 1.592.651.68 ευρώ και β) της από 10-3-2016 ταμειακής βεβαίωσης της ΔΟΥ ΦΑΕ Αθηνών του ως άνω ποσού, έσφαλε κατά την ορθή εφαρμογή του νόμου και εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού". Στη συνέχεια, το Εφετείο εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αριθμ. 272/2017 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κρίνει αντιθέτως, κράτησε και δίκασε την ανακοπή, την οποία απέρριψε κατ' ουσίαν ως προς το πρώτο αναιρεσίβλητο και επικύρωσε την πράξη καταλογισμού του Αντιπεριφερειάρχη Π.Ε.
Ηλείας και τη συναφή ταμειακή βεβαίωση. Η αναιρεσείουσα με το δεύτερο (2ο) λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, επικαλείται την πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ισχυριζόμενη, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 584, 380 και 382 του ΑΚ, τα οποία δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, και των άρθρων 576 παρ. 1, 578 εδ.
β, 579 και 581 του ΑΚ, τα οποία εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Από την παραδεκτή επισκόπηση της από 27-4-2016 ανακοπής προκύπτει, ότι η ανακόπτουσα με τον 1ο λόγο της ανακοπής, επικαλούμενη τον, προεκτιθέμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση, υπό στοιχ. 3Δ όρο της σύμβασης μίσθωσης, ισχυρίσθηκε ότι ο εκμισθωτής παρέβη την περιεχόμενη στον όρο αυτό συμβατική υποχρέωσή του να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την απομάκρυνση των καταπατητών από τη μίσθια έκταση, που παρεμπόδιζαν, ήδη από την ημέρα υπογραφής της σύμβασης, αλλά και εφεξής, την ακώλυτη χρήση και παράδοση της συμφωνημένης χρήσης του μισθίου.
Ότι συνεπεία τούτου, δεν παραχωρήθηκε στην εταιρεία της η συμφωνημένη χρήση και αναιρέθηκε η δυνατότητά της να κάνει ελεύθερα και ανενόχλητα χρήση του μισθίου κατά τους όρους της σύμβασης, με αποτέλεσμα να καταστεί χωρίς περιεχόμενο το σχετικό δικαίωμά της, λόγος για τον οποίο άσκησε το δικαίωμά της περί μη καταβολής των μισθωμάτων, για όσο διάστημα διαρκούσε (και διαρκεί) η παρεμπόδιση της χρήσης του μισθίου από το ελάττωμα αυτό και ότι ως εκ τούτου δεν οφείλει τα μισθώματα από το β' εξάμηνο του έτους 2011 έως και το α' εξάμηνο του 2016.
Ο ανωτέρω λόγος της ανακοπής στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 584, 380 και 382 του ΑΚ. Ενόψει τούτου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έκρινε, ότι ο εκμισθωτής (πρώτο αναιρεσίβλητο) απαλλάσσεται από τα πραγματικά ελαττώματα του μισθίου κατά τα άρθρα 579 και 581 του ΑΚ, χωρίς να εφαρμόσει τις διατάξεις των άρθρων 584, 380 και 382 του ΑΚ, προκειμένου να ερευνήσει, αν ο ίδιος (εκμισθωτής) συμμορφώθηκε στη, με βάση τον 3Δ όρο, συμβατική υποχρέωσή του για την άρση του πραγματικού ελαττώματος εξαιτίας των καταπατητών του μισθίου, όπως υποστηρίζεται με τον πρώτο λόγο της ανακοπής, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο 2ος λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει η έρευνα του δεύτερου σκέλους του ίδιου λόγου, καθώς και των λοιπών λόγων της αίτησης, καθ' όσον η αναιρετική εμβέλεια των λόγων, που έγιναν δεκτοί, στο σύνολο της προσβαλλόμενης με την αναίρεση απόφασης, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των έτερων λόγων, η παραδοχή των οποίων οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή, ως βάσιμων, των προαναφερόμενων λόγων της, και να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση ως προς το πρώτο αναιρεσίβλητο. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, σε αυτήν (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει).
Κατά το άρθρο 22 παρ. 3 του Ν 3693/1957, οι περί μειωμένης δικαστικής δαπάνης διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων του ίδιου άρθρου εφαρμόζονται και στις δίκες, στις οποίες διάδικος είναι υπουργός ή νομάρχης ή νομικό πρόσωπο του οποίου η νομική υπηρεσία διεξάγεται δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Συνεπώς το γεγονός ότι ορισμένο ν.π.δ.δ. απολαύει, με βάση διάταξη νόμου, των απαλλαγών, ατελειών και προνομίων του Δημοσίου, δεν δικαιολογεί την εφαρμογή και των διατάξεων για τη δικαστική δαπάνη, αφού δεν πρόκειται για προνόμιο ή απαλλαγή, αλλά για διάταξη αναφερόμενη μόνο στη δικαστική υπεράσπιση από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (βλ. ΑΠ 760/2021, ΑΠ 198/2021, ΑΠ 68/2019, ΑΠ 611/2018, ΑΠ 762/2015, ΑΠ 589/2015, ΑΠ 1228/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, το πρώτο αναιρεσίβλητο, ναι μεν αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και έχει τα προνόμια απαλλαγών και ατελειών του Δημοσίου (άρθρο 28 παρ. 4 του Ν 2579/1998), η νομική του όμως υπηρεσία δεν ασκείται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους και η σε βάρος του, ως ηττηθέντος διαδίκου, δικαστική δαπάνη πρέπει να επιβληθεί πλήρης (άρθρα 176, 183 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί το πρώτο αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, η δικαστική δαπάνη του δεύτερου αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 παρ.1 του Ν 3693/1957, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-1-2020 και με αριθμ. κατάθ. 94/31-1-2020 αίτηση αναίρεσης κατά της 2222/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς το δεύτερο (2ο) αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του δεύτερου αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Δέχεται την αίτηση αναίρεσης ως προς το πρώτο (1ο) αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΔΥΤΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ".
Αναιρεί την 2222/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ως προς το πρώτο (1ο) αναιρεσίβλητο.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την εν λόγω απόφαση.
Διατάζει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που έχει καταθέσει.
Καταδικάζει το 1ο αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Απριλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2022.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ