Supreme Court dismisses appeal on grounds of inadmissible challenge to evidence evaluation and factual assessment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by multiple heirs against a final appellate judgment regarding property ownership. The appellants argued that the lower court distorted documentary evidence and failed to properly evaluate expert reports, but the court rejected these claims as inadmissible challenges to the court's discretionary assessment of facts. The court held that the appellate court did not rely solely on the disputed documents but conducted a comprehensive evaluation of all evidence, including witness testimonies and historical aerial photographs, making the appeal without legal basis.
Legislator headnote
AI generatedArticles 339, 387, 559 no. 20, 561 para. 1, 495 para. 3, 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court cannot re-evaluate the factual assessment of evidence or challenge the court's discretionary evaluation of documents and expert reports as grounds for appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 778 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 778/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπανδρέου, Μαρία Μουλιανιτάκη-Εισηγήτρια, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Σ. του Ν. και Σ., κατοίκου …, 2) Γ. Σ. του Ν. και Σ., κατοίκου …., 3) Α. Ά. συζύγου Β., το γένος Π. και Π. Χ., κατοίκου …, 4) Α. Γ. συζύγου Α., το γένος Ι. και Ι. Ε., κατοίκου …, 5) Μ. Ε. του Ι. και Ι., κατοίκου …., 6) Α. Χ. του Λ. και Σ., κατοίκου …, 7) Σ.-Μ. Χ. του Λ. και Σ., κατοίκου …, 8) Α. Χ. του Λ. και Σ., κατοίκου …, 9) Σ. Χ. συζύγου Λ., το γένος Α. και Σ. Κ., κατοίκου …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σταμάτη Γρύλλη και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Κ. - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Δάμη που ανακάλεσε την από 2-2-2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-5-2004 αγωγή της αρχικώς ενάγουσας Μ. Ε. του Προκοπίου, αποβιωσάσης την 21-9-2004, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 619/2006, 743/2008 μη οριστικές, 662/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 322/2019 του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13-2-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατά τα σημεία που ενδιαφέρουν την αναιρετική δίκη: Η αρχική ενάγουσα Μ. Π. (μετά το θάνατο της οποίας, κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνέχισαν οι ήδη αναιρεσείοντες, εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της) με την από 05/ 05 /2004 διεκδικητική ακινήτου αγωγή της, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, ερειδόμενη στον πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας (έκτακτη χρησικτησία), ζήτησε να αναγνωρισθεί κυρία του επίδικου ακινήτου (οικοπέδου) κειμένου στο ...
και να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη Α.Ε, να της το αποδώσει. Η αγωγή έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ'ουσίαν με την 662/2010 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, μετά την έκδοση της αριθμ. 619/2006 απόφασης του άνω Δικαστηρίου, που διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και, στη συνέχεια, της 743/2008 απόφασης του ίδιου του Δικαστηρίου που διέταξε νέα πραγματογνωμοσύνη.
Κατ' αυτής ασκήθηκε από την εναγομένη η από13/10/2010 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 248/2012 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, το οποίο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και δικάζοντας επί της αγωγής την απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε η από 28/12/2012 αναίρεση από τους εφεσιβλήτους, η οποία έγινε δεκτή με την 218/2015 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου για την πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθμ. 11 γ' ΚΠολΔ, το οποίο παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο (Εφετείο) για περαιτέρω εκδίκαση.
Το τελευταίο με την 322/2019 απόφασή του δέχθηκε τυπικά την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή. Κατά της τελευταίας απόφασης οι εφεσίβλητοι, καθολικοί διάδοχοι, όπως προεκτέθηκε, της αρχικής ενάγουσας, άσκησαν την υπό κρίση αναίρεση.
Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ).
Α1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1033, 1041, 1045 ΑΚ και 262 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο κατά της διεκδικητικής αγωγής προβαλλόμενος από τον εναγόμενο ισχυρισμός ότι απέκτησε αυτός την κυριότητα του επίδικου ακινήτου με χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη), αποτελεί ένσταση, αν η αγωγή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας ή και σε πρωτότυπο τρόπο, εφόσον, όμως, τα περιστατικά που προτείνονται, αληθινά υποτιθέμενα, προσπορίζουν στον προτείνοντα την κυριότητα και είναι μεταγενέστερα αυτών της αγωγής ή ο χρόνος της νομής που περιέχεται σ' αυτή είναι επαρκής για τη συμπλήρωση διπλής χρησικτησίας, άρνηση δε της αγωγής αν τα περιστατικά συμπίπτουν ή είναι προγενέστερα εκείνων που περιέχονται στην αγωγή ή συμπίπτουν με αυτά της αγωγής όχι εξολοκλήρου, αλλά τόσο ώστε ο υπολειπόμενος χρόνος να μην είναι αρκετός για θεμελίωση της αγωγής (ΑΠ 54/2014). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 1041, 1042 και 1045 ΑΚ, προκύπτει ότι εκείνος που έχει στη νομή του ακίνητο πράγμα, δηλαδή, εκείνος που απέκτησε και ασκεί πάνω σ'αυτό φυσική εξουσία (κατοχή), για μια εικοσαετία, γίνεται κύριος αυτού (έκτακτη χρησικτησία) , ενώ εκείνος που έχει στη νομή του με καλή πίστη, δηλαδή, που χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα και με νόμιμο τίτλο πράγμα ακίνητο επί μια δεκαετία, αποκτά την κυριότητά του (τακτική χρησικτησία).
2.Κατά τη διάταξη του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 793/2015), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 42/2002).
Εξάλλου, ο λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ δεν ιδρύεται, όταν η παράλειψη του δικαστηρίου αφορά στη μη αξιολόγηση συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπόψη, σε συνδυασμό με τα άλλα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα ή αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (αρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ, ΑΠ 694/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή της αρχικής ενάγουσας Μ.
Ε. κατά της εναγομένης Ανώνυμης Εταιρείας, ερειδόμενη στον πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) κτήσεως κυριότητας: "Δυνάμει του αριθμ. …/….08.1926 συμβολαίου διανομής του συμβολαιογράφου Άστρους, Ιωάννη Ε. Παρασκευόπουλου, νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Άστρους στις 12/08/1926 [Τόμος … αριθ.
…], οι Γ. Ι. Ε., Ρ. χήρα Ι. Ε., Β. Ι. Ε., Π. Γ. Ε., Π. Γ. Ε., Α. Γ. Ε. και Ν. χήρα Ε. Ε., διένειμαν μεταξύ τους τα ακίνητα που είχαν αποκτήσει οι μεν έξι πρώτοι εξ αυτών εκ κληρονομιάς των αποβιωσάντων, Σ. χήρας Γ. Ε. και Ι. Γ. Ε., η δε τελευταία εξ αυτών, ως δικαιούχος εξ αντικαταστάσεως προικός, δυνάμει του υπ' αριθμ. …/….06.1917 συμβολαίου αντικαταστάσεως προικώας αμπέλου του συμβολαιογράφου Ναυπλίου, Σωτηρίου Έμμ.
Φούτη, νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Θυρέας [Τόμος … αριθ. ..], μεταξύ των οποίων ακινήτων περιλαμβανόταν και ένας (1) αγρός, ευρισκόμενος στην θέση "..." της περιφέρειας …, τέως Δήμου …, έκτασης ενός και ημίσεως γαλλικού στρέμματος, συνορευόμενος με εργοστάσιο και αγρό Ν. Π. Κ. και θάλασσα.
Δυνάμει του ανωτέρω συμβολαίου διανομής, ο προαναφερόμενος αγρός περιήλθε κατά πλήρη κυριότητα στους τρεις αδελφούς Π., Π. και Α. Ε. του Γ. (από τούς οποίους ο Π. ήταν ο πατέρας της αρχικής ενάγουσας, Μ. Ε.) σε ποσοστό ένα τρίτο (1/3) εξ αδιαιρέτου στον καθένα. Τμήμα του αγρού αυτού είναι το επίδικο ακίνητο, το οποίο σχηματίστηκε μετά f^ την ένταξη της περιοχής στο σχέδιο πόλης τού … και την διάνοιξη οδών που απέκοψαν τμήματά του.
Το επίδικο είναι ένα (1) οικόπεδο, άρτιο και οικοδομήσιμο, στο … του Δήμου …. του Νομού … , στη θέση "...", έκτασης 960,00 τ.μ., το οποίο απεικονίζεται με τα κεφαλαία, αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ στο από Σεπτεμβρίου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Ι. Μ., που προσκομίζουν μετ' επικλήσεως οι κληρονόμοι της αρχικής ενάγουσας και συνορεύει, ανατολικά με πλευρά Α-Β μήκους 24,00 μ.
με κοινόχρηστο δημοτικό δρόμο, πλάτους 10,00 μ. και πέραν αυτού με θάλασσα, δυτικά με πλευρά Γ-Δ μήκους 24,00 μ. με άλλον κοινόχρηστο δημοτικό δρόμο, νότια με πλευρά Α-Δ μήκους 40,00 μ., με ιδιοκτησία εναγόμενης (πρώην αγρό Ν. Π. Κ.) και βόρεια με πλευρά Β-Γ μήκους. 40,00 μ. με άλλον κοινόχρηστο δημοτικό δρόμο, πλάτους 10,00 μ.
και πέραν αυτού με πολυώροφη οικοδομή διαφόρων ιδιοκτητών (επί ακινήτου πρώην εργοστασίου Ν. Π. Κ.), φέρει δε ΚΑΕΚ …/0/0. Το έτος 1934 απεβίωσε ο πατέρας της αρχικής ενάγουσας, Π. Γ. Ε., χωρίς να αφήνει διαθήκη, καταλείποντας ως μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγο του, Α. χήρα Π. Ε., το γένος Ι. Α. και τα έξι (6) τέκνα του, Μ. (Μ.) Ε. (), Π.
Ε., ήδη σύζυγο Π. Χ., Σ. Ε., σύζυγο Ν. Σ., Ι. Ε., Σ. Ε., χήρα Α. Κ. και Κ. Ε., σύζυγο Σ. Β., οι οποίοι κληρονόμησαν το προαναφερόμενο εξ αδιαιρέτου ιδανικό μερίδιο του ως άνω κληρονομουμένου στο επίδικο και δη η μεν χήρα κατά τα 2/8 εξ αδιαιρέτου, τα δε τέκνα κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου έκαστο και συνεπώς κληρονόμησαν ποσοστό ένα δωδέκατο (1/12) ή δύο εικοστά τέταρτα (2/24) εξ αδιαιρέτου η χήρα και ποσοστό ένα εικοστό τέταρτο (1/24) εξ αδιαιρέτου κάθε τέκνο στο επίδικο ακίνητο.
Για την κληρονομιά αυτή δεν έγινε αποδοχή με νομίμως μεταγεγραμμένο δημόσιο έγγραφο. Περαιτέρω στις 3/12/1948 απεβίωσε στο … ο Ν. Π. Κ., χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε από τη σύζυγο του, Σ. Κ. κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου και από τα έξι τέκνα του, Α., Δ., Ε., Κ., Ε. και Ι. κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου έκαστο τούτων.
Αυτός ήταν ιδιοκτήτης σημαντικής περιουσίας στην περιοχή του …, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβανόταν και το εργοστάσιο έκθλιψης ελαιοκάρπου, το οποίο αναφέρεται στο ανωτέρω …/1926 συμβόλαιο διανομής ως ιδιοκτησία, με την οποία συνορεύει το διανεμηθέν ακίνητο που περιήλθε στους αδελφούς Προκόπιο, Π., και Α.
Ε., τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο ακίνητο. Οι κληρονόμοι του Ν. Κ. αποδέχθηκαν την κληρονομιά του με την …/1949 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του συμβολαιογράφου Άστρους, Δημητρίου Μαντζουράνη, που μεταγράφηκε νόμιμα, στην οποία το εργοστάσιο και η περιοχή του εμφανίζεται να συνορεύει με τον παραλιακό δρόμο Παραλίου Άστρους-Κορακοβουνίου και με λοιπές ιδιοκτησίες του αποβιώσαντος,...
χωρίς, να αναφέρεται ως γειτονική ιδιοκτησία το ανωτέρω ακίνητο των αδελφών Προκοπίου, το οποίο βρισκόταν, νοτίως του εργοστασίου. Στην αποδοχή αυτή, μεταξύ και άλλων ακινήτων ιδιοκτησίας του αποβιώσαντος, Ν. Κ., αναφέρεται και ένας ξηρικός αγρός, εκτάσεως 8 περίπου στρεμμάτων, που ευρίσκεται στη θέση "..." Π.
Ά. και φέρεται να συνορεύει γύρω - γύρω με την ανωτέρω παραλιακή οδό και με ιδιοκτησίες I. Α., Κ. Μ., Ν. Δ., Μ. Α., Ζ. Ζ. και Α. Μ.. Ακολούθως, ο εκ των κληρονόμων του Ν. Κ., Α., με τα …/1951, …/1957 και …/1957 αγοραπωλητήρια συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αθηνών, Ν. Β. το πρώτο και του συμβολαιογράφου Άστρους, Δ. Μαντζουράνη, το δεύτερο και το τρίτο, τα οποία μεταγράφηκαν νόμιμα, αγόρασε, αντιστοίχως, από την αδελφή του Δ., από τη μητέρα του Σ.
και από τον αδελφό του Ι. , το ανωτέρω μερίδιο εκάστου στην κληρονομιαία περιουσία του Ν. Κ. και έτσι έγινε συνολικά συγκύριος συνολικού ποσοστού 5/8 εξ αδιαιρέτου αυτής. Στο πρώτο εκ των ανωτέρω συμβολαίων δεν αναφέρονται τα όρια του ανωτέρω ακινήτου, εμβαδού οκτώ [8] περίπου στρεμμάτων, που αποτελούσε ακίνητο της κληρονομιάς του Ν.
Κ., αλλά στα δύο επόμενα, αυτό περιγράφεται ως αγρός εκτάσεως οκτώ [8] περίπου στρεμμάτων ή όσης εκτάσεως και αν είναι, που συνορεύει όπως αναφέρεται ότι συνορεύει στην αποδοχή κληρονομιάς και επιπλέον, με την αμαξιτή οδό από την ακτή της θάλασσας προς την οδό …. Η οδός αυτή, η οποία είναι κάθετη προς την παραλιακή οδό, εμφαίνεται καθαρά στην αεροφωτογραφία του έτους 1952 της Υδρογραφικής Υπηρεσίας του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού (ΓΕΝ), την οποία προσκομίζει και επικαλείται η.
εκκαλούσα-εναγομένη, ευρίσκεται νοτίως του ανωτέρω εργοστασίου Κ., το οποίο διαχωρίζει από νοτιότερα της οδού την ευρισκόμενη ιδιοκτησία των 8 περίπου στρεμμάτων, στην οποία επομένως, περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο, αρχικής έκτασης 1,5 στρεμμάτων και ήδη έκτασης 960 τ.μ., όπως με βεβαιότητα αποφάνθηκε και ο πραγματογνώμονας, Π.
Ν., στην σχετική έκθεσή του. Ακολούθως, μεταξύ του, εκ των κληρονόμων του Ν. Κ., Ε. Κ. και των λοιπών συγκληρονόμων, γεννήθηκε σφοδρή αντιδικία για την διανομή των κληρονομιαίων ακινήτων. Έτσι, ο Ε. Κ. άσκησε κατά των λοιπών συγκληρονόμων του πατέρα του, την από 18/2/1955 αγωγή του ενώπιον του Πρωτοδικείου Ναυπλίου, με την οποία ζητούσε την αυτούσια διανομή των κληρονομιαίων ακινήτων, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και το επίδικο ακίνητο, το οποίο περιγράφεται ως αγρός οκτώ [8] ακριβώς στρεμμάτων, κείμενος νοτίως του ελαιοτριβείου.
Η αγωγή αυτή δεν συζητήθηκε, γιατί οι κληρονόμοι Ν. Κ. ήλθαν σε εξώδικη συμφωνία και συνέταξαν το …/…-6-1955 προσύμφωνο διανομής κληρονομιαίας περιουσίας του συμβολαιογράφου Άστρους, Δ. Μαντζουράνη, με το οποίο προσυμφώνησαν να εξέλθει από την κοινωνία ο Ε. Κ., αφού παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής του και να λάβει στην αποκλειστική του κυριότητα πέντε ακίνητα, που περιγράφονται στο προσύμφωνο, μεταξύ των οποίων και.
το ανωτέρω ακίνητο, που ευρίσκεται νοτίως του εργοστασίου, το οποίο στο προσύμφωνο περιγράφεται να έχει έκταση 9 ως 10 στρέμματα ή όση είναι και να συνορεύει, μεταξύ άλλων, με παραλιακό δρόμο και με δρόμο από εργοστασίου Κ. προς δημοσία οδό … προς …, δηλαδή με την ανωτέρω κάθετη οδό προς την παραλιακή οδό.
Το προσύμφωνο αυτό δεν υλοποιήθηκε γιατί το εργοστάσιο, που είχε προσυμφωνηθεί να λάβουν οι λοιποί, πλην του Ε. Κ., συγκληρονόμοι, σταδιακά έχανε την αξία του, εν αντιθέσει με τα ακίνητα, που είχε προσυμφωνηθεί να λάβει ο Ε. Κ., τα οποία, από αγροτεμάχια δίπλα στη θάλασσα με μειωμένη αξία, απέκτησαν μεγάλη αξία ως οικόπεδα, γιατί εντάχθηκαν στο σχέδιο πόλης του ….
Για την εξασφάλισή του τελικά, ο Ε. Κ. άσκησε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου κατά των λοιπών συγκληρονόμων, πλην της μητέρας του, η οποία είχε αποβιώσει, την 153/1975 αγωγή του, με την οποία ζήτησε να καταδικασθούν οι λοιποί συγκληρονόμοι σε δήλωση βουλήσεως για τη διανομή των ακινήτων, κατά το προσύμφωνο.
Στην αγωγή το ακίνητο περιγράφεται να έχει έκταση 9 έως 10 στρεμμάτων ή όση είναι και να συνορεύει, μεταξύ άλλων, με παραλιακό δρόμο και δρόμο από το εργοστάσιο Κ. προς την οδό …. Στη συνέχεια με το …/..-7-1977 νόμιμα μεταγεγραμμένο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών, Νικολάου Στασινόπουλου, που συντάχθηκε με αυτοσύμβαση από τον Ε.
Κ., που ενεργούσε τόσο για τον εαυτό του ατομικά, όσο και ως πληρεξούσιος των αδελφών του, Α., Κ. και Ε., που είχαν απομείνει στην κοινωνία, οι ανωτέρω τέσσερις αδελφοί διένειμαν την κληρονομιαία περιουσία, στην οποία επίσης περιλαμβανόταν το ανωτέρω ακίνητο, με την περιγραφή που υπάρχει στην αγωγή. Με τη διανομή, ο Ε.
Κ. έλαβε από το ακίνητο 4500 τ.μ., που ευρίσκονται στη βόρεια πλευρά παραπλεύρως του εργοστασίου, το οποίο θα έχει πρόσοψη το ήμισυ της πρόσοψης του ακινήτου προς την παραλιακή ρυμοτομική γραμμή και βάθος όσο απαιτείται για την συμπλήρωση 4.500 τ. μ. Το επίδικο ακίνητο, εμβαδού 960 τ. μ., περιλαμβάνεται αναμφισβήτητα στο ανωτέρω ακίνητο εμβαδού 4500 τ.μ., που περιήλθε στον Ε.
Κ., όπως και οι πραγματογνώμονες, Π. Ν. και Ε. Π. βεβαιώνουν στις σχετικές εκθέσεις τους, αφού το τμήμα αυτό, βρίσκεται βόρεια του όλου ακινήτου και συνορεύει με τον παραλιακό δρόμο και με τον κάθετο αυτού δρόμο, που το διαχωρίζει από το. εργοστάσιο Κ., όπως προαναφέρθηκε. Η διανομή αυτή επιβεβαιώθηκε μερικά και διευκρινίστηκε με το …/…-4-1978 συμβόλαιο, μερικής διανομής και εξόδου ενός συγκυρίου από την κοινωνία, του συμβολαιογράφου Αθηνών, Βασιλείου Ζέρρη, που μεταγράφηκε νόμιμα, στο οποίο συμβλήθηκαν οι ανωτέρω τέσσερις αδελφοί Κ..
Στο συμβόλαιο αυτό, το. ακίνητο που ευρίσκεται νοτίως του εργοστασίου Κ. αναφέρεται ότι έχει έκταση 9 έως 10 στρεμμάτων ή όση είναι, ενώ γίνεται περιγραφή του με αναφορά στα σημεία του ορίζοντα και μάλιστα τόσο πριν όσο και μετά την ρυμοτόμησή του και με αναφορά, στο τοπογραφικό διάγραμμα του Ξ. Μ., που είναι ενσωματωμένο στο συμβόλαιο.
Αποδεικνύεται λοιπόν ότι αυτό περιλαμβάνει και το επίδικο ακίνητο, εμβαδού 960 τ.μ., αφού το όλο ακίνητο, πριν την ρυμοτόμησή του, εμφανίζεται να συνορεύει ανατολικά με την ακτή της θάλασσας και βόρεια με ιδιωτική οδό και πέραν αυτής, με ιδιοκτησία των ιδίων κληρονόμων, δηλαδή το εργοστάσιο Κ. . Μετά την υπαγωγή στο σχέδιο πόλης, αναφέρεται στο συμβόλαιο αυτό ότι ο όλος αγρός τριχοτομείται και σχηματίζονται τρία ακίνητα, από τα οποία τα δύο βρίσκονται εντός σχεδίου και το τρίτο, εμβαδού 920 τ.μ., εκτός σχεδίου.
Τέλος το τμήμα του ανωτέρω ακινήτου, που περιέρχεται στον Ε. Κ. κατά πλήρη κυριότητα, διευκρινίζεται ειδικότερα, με παραπομπή και στο ανωτέρω σχεδιάγραμμα, ότι το εμβαδόν του, μετά την αφαίρεση των οδών που προβλέπονται στο σχέδιο πόλης, θα είναι 4.600 τ.μ. Στο τμήμα αυτό περιλαμβάνεται αναμφισβήτητα και το επίδικο ακίνητο, εμβαδού 960 τ.μ., όπως και οι ανωτέρω πραγματογνώμονες αναφέρουν στις εκθέσεις τους.
Εν συνεχεία, με το …/…-7-1984 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών, Ελένης Αλημίση, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο Ε. Κ.. μεταβίβασε κατά κυριότητα, λόγω πωλήσεως, στην εκκαλλούσα-εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία ένα τμήμα του ακινήτου που έλαβε με τη διανομή, έκτασης 1.880 τ.μ., που εμφαίνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ν.
Κ. και είναι ενσωματωμένο στο συμβόλαιο, το οποίο συνορεύει ανατολικά, σε πλευρά μήκους. 47 μέτρων με. την παραλιακή οδό, δυτικά σε πλευρά μήκους επίσης 47 μέτρων με δρόμο και πέραν αυτού με το υπ' αριθ. … οικοδομικό τετράγωνο, βόρεια σε πλευρά μήκους 40 μέτρων με δρόμο και πέραν αυτού με το υπ' αριθ. … οικοδομικό τετράγωνο και νότια σε πλευρά μήκους επίσης 40 μέτρων με υπόλοιπη ιδιοκτησία του πωλητή.
Το επίδικο ακίνητο, εμβαδού 960 τ.μ., αποτελεί το βόρειο τμήμα του πωληθέντος ακινήτου. Τέλος, με το …/1991 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Τρίπολης, Β. Μπενόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο Ε. Κ. μεταβίβασε στην εκκαλούσα - εναγομένη άλλα 120 τ.μ. νοτίως και σε επαφή με το ακίνητο των 1.880 τ.μ., ώστε όλη η πωληθείσα έκταση να έχει εμβαδόν 2.000 τ.μ.
Βάσει δε των ανωτέρω τίτλων κτήσεως της εναγομένης και των δικαιοπαρόχων της και κατόπιν αναλυτικής μελέτης και εφαρμογής των τίτλων αυτών, σε συνδυασμό και με αυτούς της αρχικής ενάγουσας, ο πραγματογνώμονας, Π. Ν. κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται εν όλω στους προαναφερόμενους τίτλους κτήσεως της εναγομένης και των δικαιοπαρόχων της, τη δε διαφορά που παρατηρείται στα διάφορα συμβόλαια ως προς το εμβαδόν του ευρύτερου ακινήτου, μέρος του οποίου είναι το επίδικο [στα παλαιότερα μέχρι και του έτους 1957 αναφέρεται ως εμβαδού οκτώ [8] περίπου στρεμμάτων, ενώ στα νεότερα, ήτοι σε εκείνα του 1977 και 1978, ως εμβαδού εννέα [9] έως δέκα [10] στρεμμάτων], τη θεωρεί εύλογη, λόγω μη ακριβούς καταμέτρησης, η δε περιγραφή του είναι ακριβής και δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολίας ως προς την ταυτότητά του, η οποία προκύπτει αναμφισβήτητα από τα εντοπισθέντα όριά του.
Άλλωστε και η εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι πράγματι το επίδικο περιλαμβάνεται στους τίτλους κτήσεως της εναγομένης και των δικαιοπαρόχων της. Η αρχική ενάγουσα, γεννηθείσα το έτος 1922, ισχυρίζεται στην αγωγή της ότι μόλις ενηλικιώθηκε, το έτος 1943, η μητέρα της και οι ενήλικοι αδελφοί της, πλην της Σ.
που ήταν ανήλικη, της δώρισαν άτυπα το μερίδιο τους στο ακίνητο, εμβαδού 1,5 στρέμματος, που ευρίσκετο νοτίως του εργοστασίου Κ. και περιγράφηκε ανωτέρω, ότι το έτος 1944 οι κατοικούντες μόνιμα στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, θείοι της, Π. και Α. Ε., της δώρισαν επίσης άτυπα το μερίδιο τους [1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστος] στο ακίνητο αυτό, ότι το έτος 1947 που ενηλικιώθηκε και η αδελφή της Σ. , της δώρισε άτυπα και το δικό της ποσοστό εξ αδιαιρέτου και ότι από τότε που της δωρήθηκαν όλα τα ανωτέρω ποσοστά άρχισε να νέμεται το ακίνητο αυτό με καλή πίστη και διάνοια κυρίας, ενεργώντας τις πράξεις νομής που αναλυτικά αναφέρει στην αγωγή της (καλλιέργεια έως το έτος 1965, οριοθέτηση του νοτίου συνόρου το έτος 1970, εκμίσθωση στον Κ.
Π. τα έτη 1975 - 1976, παραχώρηση στον εργολάβο Π. Π. τα έτη. 1985-1987 για να τοποθετήσει ξυλεία, ανάθεση από το έτος 1996 έως το έτος 2002 στους Μ. και Ι. Χ. να το καθαρίζουν και επίβλεψη αυτού) και έτσι έγινε κυρία αυτού, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο ακίνητο μετά την διάνοιξη των οδών του σχεδίου πόλης. Ως προς τους ισχυρισμούς αυτούς της αρχικής ενάγουσας, οι μάρτυρες που εξετάστηκαν με ένορκες βεβαιώσεις που χρησιμοποιήθηκαν στην προηγηθείσα της ένδικης αγωγής δίκη ασφαλιστικών μέτρων νομής του ιδίου επιδίκου ακινήτου, προέρχονται σχεδόν όλοι από το στενό οικογενειακό της περιβάλλον, κάποιοι εκ των οποίων είναι ήδη διάδικοι στην παρούσα δίκη ως εκ διαθήκης κληρονόμοι της, οι οποίοι στην πλειοψηφία τους, επαναλαμβάνουν κατά τρόπο πανομοιότυπο τα περιστατικά περί ατύπων δωρεών και άσκησης διακατοχικών πράξεων [κυρίως καλλιέργειας του επιδίκου] από την Μ.
Ε., γεγονός που καθιστά τις μαρτυρίες αυτές αναξιόπιστες. Για τις επικαλούμενες διαδοχικές άτυπες δωρεές, πλην των όσων κατέθεσαν οι άνω μάρτυρες, από όσα γνωρίζουν ή έχουν ακούσει, ουδέν άλλο αποδεικτικό στοιχείο δεν επιβεβαιώνει τον εν λόγω αγωγικό ισχυρισμό. Πέραν δε του υπ' αριθμ. …/….08.1926 συμβολαίου διανομής του συμβολαιογράφου Άστρους, Ιωάννη Ε.
Παρασκευόπουλου, όπου, μεταξύ των διανεμητέων ακινήτων περιλαμβανόταν και το επίδικο, το οποίο περιήλθε στους τρεις αδερφούς, Προκόπιο [πατέρα της αρχικής ενάγουσας], Π. και Α. Ε., σε κανένα μεταγενέστερο συμβόλαιο της οικογένειας Ε. δεν αναφέρεται το επίδικο ακίνητο, αλλά ούτε και σε συμβόλαια γειτονικών προς το επίδικο ιδιοκτησιών αναφέρεται μετά το 1926 η ιδιοκτησία Ε.
στην περιοχή, εν αντιθέσει με την ιδιοκτησία Κ. , που αναφέρεται σε συμβόλαια γειτονικών ακινήτων. Εξάλλου, οι εν λόγω μαρτυρικές καταθέσεις αντιβαίνουν και δεν επιβεβαιώνονται από την προαναφερόμενη αδιάκοπη διαδοχή τίτλων της εναγομένης και των δικαιοπαρόχων της, στους οποίους αδιαμφισβήτητα, κατά τις διενεργηθείσες πραγματογνωμοσύνες, περιλαμβάνεται το επίδικο ακίνητο, το οποίο περιστοιχίζεται άλλωστε από ακίνητα ιδιοκτησίας της οικογένειας Κ..
Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται ούτε από την …/…-2-2006 ένορκη βεβαίωση του Ε. Κ. [αδερφού του Ε. Κ.] ο οποίος, μετά την προαναφερόμενη πολυετή δικαστική αντιδικία με τον αδερφό του Ε. στη διανομή της πατρικής περιουσίας στην οποία συμμετείχε και ο ίδιος, αναγνωρίζοντας το επίδικο ως μέρος της οικογενειακής περιουσίας, κατέθεσε επιγραμματικά και χωρίς κανένα σχολιασμό ότι, προ πολλών ετών και πάντως πριν το έτος 1990, ο Ι.
Ε. σε κάποια συνάντησή τους, του είπε επί λέξει ότι δίπλα στο παλιό τους εργοστάσιο, έχει η αδερφή του Μ. ένα οικόπεδο βάσει συμβολαίου. Η ανωτέρω κατάθεση ωστόσο, δεν θεμελιώνει δικαίωμα υπέρ της αρχικώς ενάγουσας. Ομοίως και ο μάρτυρας, Α. Δ., ο οποίος, ως αναφέρει στην …/….-3-2006 ένορκη βεβαίωσή του, διετέλεσε Πρόεδρος της Κοινότητας Π.
Ά., Κοινοτικός και Δημοτικός Σύμβουλος του Δήμου … κατά τη δεκαετία 1991 έως και 2002, δεν αναφέρει καμία διακατοχική πράξη νομής εκ μέρους της Μ. Ε., πλην μιας αιτήσεως διαμαρτυρίας εκ μέρους των κληρονόμων της ανωτέρω, μόλις το έτος 2001, περί απομάκρυνσης του κάδου απορριμμάτων από το εσωτερικό του επίδικου οικοπέδου.
Επίσης και ο μάρτυρας, Ν. Π., στην …/…-10-2017 ένορκη βεβαίωσή του, αναφέρεται εξ ιδίας αντιλήψεως σε πράξεις νομής [καθαρισμού και αποψίλωσης] του επιδίκου από τους Μ. και Ι. Χ. για το διάστημα από το 1996 κι εντεύθεν, ενώ ό,τι καταθέτει για το επίδικο και την "γράνα" που περιγράφει ως όριο των ιδιοκτησιών των διαδίκων, το γνωρίζει από πληροφορίες τρίτων.
Ομοίως και ο εξετασθείς ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρας, Ι. Κ., αγροφύλακας άλλης περιοχής του επιδίκου, αορίστως και χωρίς ιδία αντίληψη αναφέρθηκε στο επίδικο. Ειδικότερα, ως προς τη "γράνα" [αβαθές αυλάκι] στην οποία αναφέρθηκε ο προαναφερόμενος μάρτυρας, από την προσκομιζόμενη σε μεγέθυνση από 5-6-1984 αεροφωτογραφία του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε.
και την αεροφωτογραφία έτους λήψεως 1952 του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού, ευκρινώς φαίνεται ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα αναπόσπαστο της νοτίως αυτού συνεχόμενης ιδιοκτησίας Κ., χωρίς ίχνος αύλακα, γράνας ή άλλου σημείου διαχωριστικού ιδιοκτησιών. Το ίδιο προκύπτει και από τις προσκομιζόμενες τρεις [3] απεικονίσεις του επιδίκου και της συνεχόμενης αυτού ιδιοκτησίας Κ., που προέρχονται από την ψηφιοποιημένη από την ΕΚΧΑ Α.Ε.
αεροφωτογραφία 9272, λήψης 4-7-1996, όπου η τοπογράφος μηχανικός ΕΜΠ, Ι. Κ., φωτοερμηνεύοντας την αεροφωτογραφία βεβαιώνει ότι: "1. Δεν υπάρχει καμία ένδειξη γράνας 2. Δεν διαχωρίζεται το επίδικο από την υπόλοιπη ιδιοκτησία από κανένα φυσικό ή άλλο όριο 3. Η ιδιοκτησία φαίνεται ενιαία και να εξουσιάζεται από τον ίδιο ιδιοκτήτη".
Τα ίδια προκύπτουν και από την προσκομιζόμενη σε μεγέθυνση αεροφωτογραφία C042, λήψης 10-11-1997 του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης. Ομοίως, στο ίδιο συμπέρασμα περί ενιαίας χρήσης γης για το σύνολο της έκτασης, τόσο του επίδικου όσο και του βορείως αυτού συνεχόμενου οικοπέδου της εναγομένης, καταλήγει και ο τοπογράφος μηχανικός, Γ.
Δ., στην από 13-3-2006 τεχνική του έκθεση φωτοερμηνείας. Τα συμπεράσματα δε των διορισθέντων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο πραγματογνωμόνων, αλλά και του ανωτέρω τοπογράφου μηχανικού - φωτοερμηνευτή, Γ. Δ., δεν αναιρούνται από την 2-5-2008 προσκομιζόμενη από τους ενάγοντες τεχνική έκθεση του αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού ΕΜΠ, Γ.
Γ.. Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι τουλάχιστον από το έτος 1949, όταν έγινε η αποδοχή της κληρονομιάς του Ν. Κ., το επίδικο ως τμήμα μεγαλύτερης έκτασης, το κατείχαν με διάνοια αποκλειστικών συγκυρίων οι κληρονόμοι αυτού κατά τα ανωτέρω ποσοστά τους, επέβλεπαν αυτό και το περιέλαβαν στην μακρόχρονη αντιδικία τους για την διανομή της όλης κληρονομιάς του Ν.
Κ., γι' αυτό και στην ανωτέρω αεροφωτογραφία του έτους 1952 το επίδικο ακίνητο εμφανίζεται να έχει την ίδια μορφή με την υπόλοιπη μη αμφισβητούμενη ιδιοκτησία Κ. . Το ακίνητο αυτό ο Ε. Κ. από τις 4/4/1978, που περιήλθε στην αποκλειστική κυριότητά του με το ανωτέρω …/78 συμβόλαιο διανομής και μέχρι την πώλησή του στην εκκαλούσα-εναγομένη στις 12/7/1984, το νεμόταν με διάνοια αποκλειστικού κυρίου, επιβλέποντάς το και διενεργώντας όλες τις αναγκαίες ενέργειες που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του.
Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι το επίδικο, όπως και η ευρύτερη έκταση, από την περίοδο της κατοχής [1940-1945] βρισκόταν στη νομή και κατοχή της οικογένειας Κ. , την οποία όργωνε ο Ι. Δ. επί πληρωμή, για λογαριασμό του Α. Κ.. Μετά δε την διανομή της περιουσίας του Ν. Κ. και την περιέλευση του ακινήτου στον Ε. , ο τελευταίος συνέχισε την καλλιέργεια αυτού με δημητριακά και σιτάρι, εφαρμόζοντας μάλιστα καινούριες μεθόδους καλλιέργειας, μέχρι την πώλησή του στην εναγομένη, της οποίας μέτοχος είναι η ανιψιά του, Κ.
Σ.. Τα ανωτέρω, από ιδία γνώση και αντίληψη, επιβεβαίωσε στην …/…-3-2006 ένορκη βεβαίωσή του ο μάρτυρας, Γ. Δ., ο οποίος, γεννηθείς στο ... το 1935, όπου φοίτησε, εργάστηκε και διαμένει μέχρι σήμερα μετά τη συνταξιοδότησή του, γνωρίζει από μικρό παιδί την οικογένεια Κ. και την ιδιοκτησία της, εφόσον από μικρός παρακολουθούσε τον πατέρα του, Ι.
Δ., να το οργώνει. Ομοίως και ο μάρτυρας, Δ. Σ., στην …/…-12- S 2017 ένορκη βεβαίωσή του, αναφέρεται στην καλλιέργεια με σιτηρά, όργωμα και καθαρισμό του επιδίκου από το 1968 μέχρι το 1975, από τους κληρονόμους του Ν. Κ., στις οποίες γεωργικές εργασίες συμμετείχε και ο ίδιος, χωρίς να έχει αντιληφθεί ουδέποτε γράνα, πάσσαλο ή άλλο σημείο διαχωριστικό της ενιαίας περιουσίας της οικογένειας Κ. , η οποία χαρακτηριζόταν από την ίδια βλάστηση και ποιότητα εδάφους.
Εξίσου αναφέρεται και στις πράξεις νομής που διενεργούσε μετέπειτα ο Ε. Κ., όπως καλλιέργεια, φροντίδα, επίβλεψη κ.λ.π., αλλά και η εναγομένη από το 1984 και μετά, η οποία το καθάριζε και το εκμίσθωνε μάλιστα τη δεκαετία του 1990 σε ΛΟΥΝΑ ΠΑΡΚ και αργότερα το παραχωρούμε σε εργολάβους να εναποθέτουν τα πράγματά τους, διαπραγματευόμενη και την αξιοποίησή του.
Παράλληλα, ο Ε. Κ. φρόντισε και για την πολεοδομική τακτοποίηση του ακινήτου του με τα γειτονικά ακίνητα, προκειμένου να διανοίγουν οι προβλεπόμενοι από το ρυμοτομικό σχέδιο δρόμοι και παραχώρησε τις προβλεπόμενες για το σκοπό αυτό εκτάσεις, μετά από έκδοση και εφαρμογή σχετικής αποφάσεως του Νομάρχη Αρκαδίας, στη διαδικασία εκδόσεως της οποίας συμμετείχε αυτός και οι όμοροι γείτονες, χωρίς να συγκαταλέγονται μεταξύ αυτών ούτε η αρχική ενάγουσα ούτε κάποιος από τους διαδόχους ή συγγενείς της.
Ειδικότερα, με την …/1980 απόφαση του Νομάρχη Αρκαδίας έγινε δεκτή ένσταση τρίτου ιδιοκτήτη, διορθώθηκε η …/1979 πράξη αναλογισμού για την διάνοιξη του πρώτου παράλληλου στον παραλιακό δρόμο, δηλαδή του δρόμου που βρίσκεται δυτικά του επίδικου ακινήτου και ορίστηκε για την όλη ιδιοκτησία Ε. Κ. κατά ποία τμήματα αυτοαποζημιώνεται, κατά ποία τμήματα αποζημιώνει άλλον ιδιοκτήτη και κατά ποία τμήματα αποζημιώνεται από άλλον ιδιοκτήτη, χωρίς στην πράξη αυτή αναλογισμού να εμφανίζεται ιδιοκτησία Ε..
Επίσης, με την …/1981 απόφαση του Κοινοτικού. Συμβουλίου του Παραλίου. Άστρους, στην οποία είναι ενσωματωμένο το από 20.1.1981 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού, Γ. Δ., έγινε δεκτή αίτηση των αδελφών του Ε. Κ., Κ., Ε. και των θυγατέρων του αδελφού του Α. και αποφασίστηκε ότι η προηγούμενη οδός που υπήρχε και συνέδεε την παραλιακή οδό με την οδό Άστρους - Τρίπολης, η οποία και διαχώριζε το εργοστάσιο Κ.
με το επίδικο ακίνητο, ήταν ιδιωτική και γι' αυτό η Κοινότητα δεν είχε αξίωση για τα τμήματά της που απέμειναν μετά την διάνοιξη της αντίστοιχης δημοτικής οδού κατ' εφαρμογήν του σχεδίου πόλεως. Ούτε στην ανωτέρω διαδικασία συμμετείχε ή αντιτάχθηκε στην απόφαση της Κοινότητας η αρχική ενάγουσα ή κάποιος από την οικογένεια Ε..
Τέλος, ενόψει της πώλησης στην εκκαλούσα - εναγομένη τμήματος του ακινήτου του, ο Ε. Κ. υπέδειξε το ακίνητο του στον μηχανικό Ν. Κ., ο οποίος συνέταξε το από μηνός Απριλίου 1984 τοπογραφικό διάγραμμά του, που ενσωματώθηκε στο ανωτέρω …/1984 συμβόλαιο. Μετά την αγορά του ακινήτου της, η εκκαλούσα-εναγομένη συνέχισε να νέμεται το τμήμα που αγόρασε διάνοια αποκλειστικής κυρίας με καλή πίστη και με νόμιμο τίτλο το ανωτέρω …/84 συμβόλαιο.
Ειδικότερα, το επέβλεπε, το καθάριζε, το μπάζωσε με χαλίκι, στις 13/5/1997 υπέβαλε στην Δ.Ο.Υ. ΦΑΕΕ Αθηνών δήλωση φόρου μεγάλης ακίνητης περιουσίας [ΦΜΑΠ], για την. οποία κατέβαλε και τα ποσά φόρου, που προσδιορίστηκαν, το έτος 1999 κατέβαλε τέλος ακίνητης περιουσίας [ΤΑΠ] για το εν λόγω ακίνητο, τμήμα του οποίου είναι και το επίδικο, ενώ όλες οι ατομικές ειδοποιήσεις της Δ.Ο.Υ.
και του Δήμου Βόρειας Κυνουρίας απευθύνονται για το συγκεκριμένο ακίνητο σε αυτήν. Επίσης, το δήλωσε στον Οργανισμό Εθνικού Κτηματολογίου κατά την Κτηματογράφηση με ΚΑΕΚ …, τρία καλοκαίρια μεταξύ των ετών 1995-2000 μίσθωσε το όλο ακίνητο της για εγκατάσταση LUNA-PARK, ενώ διαπραγματευόταν με εργολάβους-μηχανικούς την ανοικοδόμησή του με το σύστημα της αντιπαροχής, υπογράφοντας τελικά το υπ' αριθ.
…./2002 εργολαβικό προσύμφωνο και το υπ' αριθ…./2005 εργολαβικό συμβόλαιο με τον εργολάβο οικοδομών, Θ. Κ., για την επί αντιπαροχή ανοικοδόμηση του ακινήτου της των 2.000 τ.μ., τμήμα του οποίου, ως προελέχθη, είναι και το επίδικο, εκδοθείσης προς τούτο και της υπ' αριθ. …/2005 οικοδομικής άδειας του Πολεοδομικού Γραφείου Άστρους.
Η δε "αδράνεια" της εναγομένης, που επικαλούνται οι εφεσίβλητοι βάσει των ισολογισμών της, δεν αναιρεί τις ανωτέρω εμφανείς υλικές πράξεις, σε συνδυασμό και με τις αφανείς πράξεις που διενεργούσε η εναγομένη. Μάλιστα, όταν η αρχική ενάγουσα και μέλη της οικογενείας της, τον Ιανουάριο του 2003, τοποθέτησαν στην επίδικη έκταση έξι [6] σιδηροπασσάλους, η εναγομένη άμεσα κατέθεσε σε βάρος τους την από 13-1-2003 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Άστρους, οι εκδοθείσες δε επ' αυτής αποφάσεις, τόσο πρωτοδίκως όσο και κατ' έφεση, την αναγνώρισαν προσωρινά νομέας όλης της αγορασθείσας από αυτήν έκτασης των 2.000 τ.μ., στην οποία συμπεριλαμβάνεται και το επίδικο κατά τα ανωτέρω [βλ.
την υπ' αριθ. 4/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Άστρους και την υπ' αριθ. 142/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου]. Αντίθετα, η αρχική ενάγουσα και οι διάδοχοι της, ουδέποτε δήλωσαν το επίδικο ως ακίνητη περιουσία τους, ούτε το συμπεριέλαβαν ως ιδιοκτησία τους στο έντυπο Ε9. Περαιτέρω, από το προσκομιζόμενο απόσπασμα προσωρινού κτηματολογικού πίνακα της Β' Αναρτήσεως του Κτηματολογίου, προκύπτει ότι ο Ο.Κ.Χ.Ε.
δεν έκρινε επαρκή τα στοιχεία της Μ. Ε. και δεν την αναγνώρισε κυρία του επιδίκου, κατόπιν δε σχετικών ενστάσεων που υπέβαλε, με τις υπ' αριθ. …/…/…/… και …/…/…/…/…-5-2003 αποφάσεις της αρμόδιας Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Ενστάσεων, οι ενστάσεις της αυτές απορρίφθηκαν με την αιτιολογία ότι: 1] η ενιστάμενη δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο για τις άτυπες δωρεές που επικαλείται και για την κληρονομική διαδοχή του πατέρα της και 2] διότι το επίμαχο αγροτεμάχιο δηλώνεται από άλλο πρόσωπο με πρόσφατα συμβόλαια.
Κατόπιν των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα - εναγομένη κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου κατά πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας αυτού, εφόσον ο δικαιοπάροχος αυτής, από 4-4-1978 που εγκαταστάθηκε στη νομή του επιδίκου δυνάμει του …/….-4-78 συμβολαίου διανομής, ασκούσε επ' αυτού, μέχρι την πώλησή του στην εκκαλούσα-εναγομένη στις 12/7/1984, με διάνοια κυρίου όλες τις διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, η ίδια δε από την αγορά του συνέχισε να ασκεί ομοίως διακατοχικές πράξεις επ'αυτού, κατά τα προαναφερόμενα, μέχρι και την άσκηση της ένδικης αγωγής [2004], Με την πάροδο δε του νόμιμου χρόνου χρησικτησίας των δέκα [10] ετών, στις 13/7/1994, η εκκαλούσα-εναγομένη έγινε κυρία του επιδίκου με τακτική χρησικτησία, αλλά έχει καταστεί κυρία αυτού και με έκτακτη χρησικτησία, συμπληρωμένης της εικοσαετίας στη νομή του επίδικου ακινήτου στις 4-4-1998, προσμετρουμένου στο δικό της χρόνο νομής και εκείνου του δικαιοπαρόχου της, Ε.
Κ., ο οποίος το νεμόταν από τις 4/4/1978. Έκτοτε δε συνεχίζει να το νέμεται. Επομένως, αφού αποδεικνύεται ότι η αρχική ενάγουσα δεν κατέστη κυρία του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, εφόσον, ως αποδείχθηκε, δεν το νεμήθηκε ποτέ, ούτε αποβλήθηκε από τη νομή του τον Ιανουάριο του 2003, αλλά αντίθετα κυρία του ακίνητου είναι η εκκαλουσα-εναγομένη, κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της.
σχετικής ενστάσεώς της, θα πρέπει να απορριφθεί η αγωγή.
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε διαφορετικά, εσφαλμένα εκτίμησε τις προσκομισθείσες ενώπιον του αποδείξεις, γενομένου εντεύθεν δεκτού του σχετικού λόγου έφεσης της εκκαλούσας ως ουσιαστικά βάσιμου, ως και της έφεσής της στο σύνολο της. Περαιτέρω, πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και, αφού κρατηθεί η υπόθεση, να εξετασθεί κατ' ουσίαν η αγωγή.
Αυτή ασκήθηκε Ε αρμόδια και παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά την τακτική διαδικασία (άρθρα 9,11 παρ. 1, 18 παρ. 1 και 29 ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα αυτά ίσχυαν κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής), είναι νόμιμη, βασιζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 999, 1000, 1045, 1094 ΑΚ, άρθρα 64, 65 και 92 ΕισΝΑΚ και τις αναφερόμενες στην ανωτέρω σκέψη διατάξεις περί χρησικτησίας του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου ως προς την.
κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία για το πριν την εισαγωγή τού Αστικού Κώδικα χρονικό διάστημα και το άρθρο 176 του ΚΠολΔ. Επίσης, αντίγραφο της αγωγής καταχωρίστηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο κτηματολογικό φύλλο του Κτηματολογικού Γραφείου Αστρους (βλ. το …/…-5-2004 πιστοποιητικό), τηρήθηκε η διαδικασία της απόπειρας εξώδικης επίλυσης της διαφοράς, η οποία απέτυχε (βλ.
το από 23/2/2006 κοινό πρακτικό διαπίστωσης αποτυχίας της απόπειρας συμβιβασμού των διαδίκων) και καταβλήθηκε το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου με τις υπέρ τρίτων προσαυξήσεις (βλ. τα … και: …./2006 διπλότυπα είσπραξης της Δ.Ο.Υ. Ναυπλίου και τα .. και …/2006 γραμμάτια είσπραξης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.).
Μη αποδεικνυομένης δε της κυριότητας της αρχικής ενάγουσας επί του επιδίκου ακινήτου και δεχομένης ως ουσία βάσιμης της ένστασης ιδίας κυριότητας της εναγομένης, κατά τα προαναφερόμενα, με τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας (άρθρα 1041, 1042, 1045, 1051 ΑΚ), πρέπει αυτή (αγωγή) να απορριφθεί κατ'ουσίαν".? Με βάση τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου έκρινε ότι η αρχική ενάγουσα δεν έγινε κυρία του επίδικου ακινήτου, με τον επικαλούμενο στην αγωγή πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) κτήσεως κυριότητας και κατόπιν τούτου, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση που είχε εκφέρει αντίθετη κρίση, απέρριψε αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλουν την, κατ'άρθρο 559 11 γ' ΚΠολΔ, αιτίαση που συνίσταται στο ότι το Εφετείο "δεν έλαβε υπόψη καθόλου ούτε εξετίμησε α) την από 23/06/1998 υπεύθυνη δήλωση της Κ. Κ., β)την από 23/06/1998 βεβαίωση του Προέδρου της Κοινότητας Παραλίου Άστρους και γ)το από 05/08/1998 έγγραφο της ΔΕΗ, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, για την απόδειξη των ισχυρισμών τους ότι η εναγομένη ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία δεν άσκησε πράξεις νομής επί του επιδίκου, και ότι συνακόλουθα δεν αποδείχθηκε η καταλυτική της ένδικης αγωγής ένσταση ιδίας κυριότητάς της, με πρωτότυπο τρόπο (χρησικτησία) στο επίδικο ακίνητο".
Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο προσάπτουν στο Εφετείο την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ότι στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσης, με τις ακόλουθες παραδοχές της: "...ευκρινώς φαίνεται ότι το επίδικο αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της νοτίως αυτού συνεχόμενης ιδιοκτησίας Κ. , χωρίς ίχνος αύλακα, γράνας ή άλλου σημείου διαχωριστικού ιδιοκτησιών.
Το ίδιο προκύπτει και από τις προσκομιζόμενες τρεις απεικονίσεις του ειδικού και της συνεχόμενης αυτού ιδιοκτησίας Κ. , που προέρχονται από την ψηφιοποιημένη από την ΕΚΧΑ ΑΕ αεροφωτογραφία 9272 λήψης 4/7/1996, όπου η τοπογράφος μηχανικός ΕΜΠ, Ι. Κ. φωτοερμηνεύοντας την αεροφωτογραφία βεβαιώνει ότι "1. Δεν υπάρχει καμία ένδειξη γράνας, 2.
Δεν διαχωρίζεται το επίδικο από την υπόλοιπη ιδιοκτησία από κανένα φυσικό ή άλλο όριο, 3. Η ιδιοκτησία φαίνεται ενιαία και να εξουσιάζεται από τον ίδιο ιδιοκτήτη ".Τα ίδια προκύπτουν και από την προσκομιζόμενη σε μεγέθυνση αεροφωτογραφία C042, λήψης 10/11/1997 του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης. Ομοίως, στο ίδιο συμπέρασμα περί ενιαίας χρήσης για το σύνολο της έκτασης τόσο του επιδίκου όσο και του βορείως αυτού συνεχόμενου οικοπέδου της εναγομένης, καταλήγει ο τοπογράφος μηχανικός Γ.
Δ.... ", που καθιστούν, κατά τους ισχυρισμούς τους "έωλη την κρίση της αναιρεσιβαλλομένης περί της βασιμότητας της ένστασης ιδίας κυριότητας της εναγομένης με τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας, παραβιάζοντας, εκ πλαγίου, τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043 και 1045 ΑΚ". Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι αλυσιτελείς, και, τούτο, διότι (ανεξαρτήτως του ότι στον τέταρτο λόγο δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο όλες οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές παρά μόνο αποσπασματικά 17 σειρές της αναιρεσιβαλλομένης) οι αιτιάσεις τους, που αναφέρονται στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, περί της βασιμότητας της καταλυτικής της αγωγής ένστασης ιδίας κυριότητας της εναγομένης - αναιρεσίβλητης, ερειδόμενης στον πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας (χρησικτησία), αφορούν σε πλεοναστικές αιτιολογίες της, ως προς την εξέταση της ένστασης αυτής επί του επιδίκου, οι οποίες δεν στηρίζουν το διατακτικό, ούτε δημιουργούν δεδικασμένο, αφού η απορριπτική κρίση του Εφετείου στηρίχθηκε στην μη απόδειξη της ερειδόμενης στον πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας (έκτακτη χρησικτησία) ιστορικής βάσης της αγωγής και η έρευνα της ενστάσεως ιδίας κυριότητας ήταν περιττή (ΑΠ 742/2016, ΑΠ 1383/2014).
Επίσης, οι διαλαμβανόμενες στους ίδιους λόγους λοιπές αιτιάσεις, είναι απαράδεκτες, διότι πλήττουν την αναιρετικά, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το Εφετείο, με επαναξιολόγηση αυτών (αποδεικτικών μέσων) που δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή τους, κατέληξε σε εσφαλμένη, κατά τους αναιρεσείοντες, για τα πράγματα κρίση.
Συνεπώς, ο πρώτος και ο τέταρτος αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι.
Β. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Έτσι, παραμόρφωση εγγράφου, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας κάνει λάθος κατά την ανάγνωση του εγγράφου και αποδίδει σε αυτό περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό, όχι όμως λάθος κατά την αξιολόγησή του.
Δεν υπάρχει όμως παραμόρφωση, όταν το δικαστήριο συνεκτιμά το έγγραφο με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα ή δεν παραλείπει να λάβει υπόψη όλα τα γεγονότα που περιέχονται στο έγγραφο (ΑΠ 224/2020, ΑΠ 695/2008 ΑΠ 112/2008). Κατά την έννοια του άνω άρθρου, δεν συνιστούν έγγραφα εκείνα που δεν χαρακτηρίζονται κατά τα αρθρ. 339 και 432 - 449 του ΚΠολΔ ως αποδεικτικά έγγραφα, όπως είναι οι εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, που αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 620/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο και τον τρίτο αναιρετικούς λόγους προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, αποδίδουν στην προσβαλλομένη ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο α)της αριθμ. …/…-7-1996 αεροφωτογραφίας, από την οποία προκύπτει ότι το επίδικο διακρίνεται, ως προς τη μορφή, από την υπόλοιπη ιδιοκτησία της εναγομένης, καταλήγοντας σε επιζήμιο γι' αυτούς αποδεικτικό πόρισμα (δεύτερος λόγος) και β) του αριθμ.
…/1978 συμβολαίου και της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης (τρίτος λόγος), "με το να παραλείψει να αναγνώσει πλήρως και κατά συνέπεια να εκτιμήσει ολόκληρη την συγκεκριμένη και κρίσιμη παραδοχή του …/1978 συμβολαίου , σε σχέση με τα Ο.Τ. , καθώς και το αντίστοιχο τμήμα με την παραποίηση αυτών Ο.Τ. από την έκθεση της πραγματογνωμοσύνης".
Οι ανωτέρω λόγοι είναι, προεχόντως, απαράδεκτοι, διότι με αυτούς, δεν αποδίδεται διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο των προαναφερομένων αποδεικτικών εγγράφων (αεροφωτογραφίας και συμβολαίου), δηλαδή, λάθος κατά την ανάγνωση, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου τους, που δεν ιδρύει την από διδόμενη αναιρετική πλημμέλεια (ΑΠ 1076/2012, ΑΠ 772/2012 ΑΠ 399/2011).
Σε κάθε όμως περίπτωση οι πιο πάνω λόγοι είναι αβάσιμο, διότι, όπως προκύπτει από την πληττόμενη απόφαση, το Εφετείο για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα φερόμενα ως παραμορφωθέντα έγγραφα, αλλά προέβη στην εκτίμηση του περιεχομένου τους, σε συνδυασμό με όλα τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων, μαρτυρικές καταθέσεις, ένορκες βεβαιώσεις, δικαστικές πραγματο-γνωμοσύνες, εξώδικες γνωμοδοτήσεις, εκθέσεις φωτοερμηνείας, συμβολαιογραφικά και άλλα έγγραφα, όπως αεροφωτογραφίες των ετών 1952, 1984, στις οποίες (α/ες), κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, το επίδικο εμφανίζεται να έχει την ίδια μορφή με την υπόλοιπη μη αμφισβητούμενη ιδιοκτησία Κ. , κλπ, που με επίκληση προσκομίσθηκαν από τα διάδικα μέρη.
Επίσης, ο τρίτος αναιρετικός λόγος αναφορικά με την παραμόρφωση της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης είναι απαράδεκτος, καθόσον σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προεκτεθείσα νομική σκέψη, η κατά το άρθρο 387 Κ.Πολ.Δικ. έκθεση πραγματογνωμοσύνης δεν συνιστά έγγραφο, αλλά αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο (άρθρο 339.
Κ.Πολ.Δικ.) και, ως εκ τούτου, δεν πλήττεται με τον ερευνώμενο, από το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δικ. αναιρετικό λόγο (ΑΠ 581/2017, ΑΠ 42/2014). Τέλος, οι διαλαμβανόμενες στους ανωτέρω, δεύτερο και τρίτο, λόγους λοιπές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι, με το πρόσχημα της αναιρετικής πιο πάνω πλημμέλειας, πλήττεται η αναιρετικά, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το Εφετείο, με επαναξιολόγηση αυτών (αποδεικτικών μέσων) που δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή τους, κατέληξε σε εσφαλμένη, κατά τους αναιρεσείοντες, για τα πράγματα κρίση.
Κατόπιν τούτου, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικό λόγος, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματος της, (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13/02/2020 αίτηση για αναίρεση της 322/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ